Ελαφηβολιών

Το όνομα, ετυμολογία και η θέση του μηνός

Ελαφηβολιών, μην Αθήνησιν έννατος

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Την δ’ οχείαν ποιείται του μηνός του Ελαφηβολιώνος· τίκτει δε περί την ώραν την του φωλεύειν. . . όταν δ’ εκθράψει τρίτω μηνί εκφαίνουσι ήδη του έαρος.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΑ ΖΩΑ ΙΣΤΟΡΙΩΝ 6.30

Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, βλέπουμε ὅτι ὁ Ελαφηβολιών, ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ τρίτος μῆνας μετὰ ἀπὸ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο καὶ κατὰ τὸν Θουκυδίδη εἶναι ἕνας ἀνοιξιάτικος μῆνας.

‘ἄρχει δὲ τῶν σπονδῶν <ἐν μὲν Λακεδαίμονι> ἔφορος Πλειστόλας Ἀρτεμισίου μηνὸς τετάρτῃ φθίνοντος, ἐν δὲ Ἀθήναις ἄρχων Ἀλκαῖος Ἐλαφηβολιῶνος μηνὸς ἕκτῃ φθίνοντος. ὤμνυον δὲ οἵδε καὶ ἐσπένδοντο. Λακεδαιμονίων μὲν <Πλειστοάναξ, Ἆγις,> Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, Ἄκανθος, Δάιθος, Ἰσχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, Ἄντιππος, Τέλλις, Ἀλκινάδας, Ἐμπεδίας, Μηνᾶς, Λάφιλος. Ἀθηναίων δὲ οἵδε. Λάμπων, Ἰσθμιόνικος, Νικίας, Λάχης, Εὐθύδημος, Προκλῆς, Πυθόδωρος, Ἅγνων, Μυρτίλος, Θρασυκλῆς, Θεαγένης, Ἀριστοκράτης, Ἰώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος, Δημοσθένης.’

αὗται αἱ σπονδαὶ ἐγένοντο τελευτῶντος τοῦ χειμῶνος ἅμα ἦρι, ἐκ Διονυσίων εὐθὺς τῶν ἀστικῶν, αὐτόδεκα ἐτῶν διελθόντων καὶ ἡμερῶν ὀλίγων παρενεγκουσῶν ἢ ὡς τὸ πρῶτον ἡ ἐσβολὴ ἡ ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ πολέμου τοῦδε ἐγένετο.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 5. 19-20

Ὁ Ἐλαφηβολιὼν είναι ὁ ἐπόμενος τοῦ Ἀνθεστηριῶνος καὶ ὁ προηγούμενος τοῦ Μουνυχιῶνος ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Αἰσχίνης καὶ καταγράφει καὶ ὁ Γαζῆς στὸ Περὶ μηνῶν του.

Ο δε Κερσοβλέπτης πόσαις πρότερον ημέραις απώλεσε την αρχήν πριν εμέ απιέναι· ως φησι Χάρις ο στρατηγός, και η επιστολή· του πρότερου μηνός, είπερ Ελαφηβολιών εστι Μουνηχιώνος πρότερος.

ΑΙΣΧΙΝΗΣ 2.98, Θ. ΓΑΖΗΣ 3.282 Β-Γ

Τὸ ὄνομα τοῦ μηνὸς δὲν ταυτίζεται καὶ δὲ ἐξηγήται γιὰ κάποιο ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τοῦ κλίματος τῆς συγκεκριμένης ἐποχῆς τοῦ χρόνου, ὅπως συνέβει μὲ τὸν Ἀνθεστηριῶνα, ἄν καὶ εἶναι ὁ ἐπόμενος του. Ὁ Ἀνθεστηριὼν εἶναι ὁ πρῶτος μῆνας τῆς Ἀνοίξεως, ἐπομένως ὁ Ἐλαφηβολιὼν εἶναι ὁ δεύτερος. Τὰ ὅρια τοῦ μηνὸς στὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο εἶναι,τὸ νωρίτερο περὶ τῆς 27ης Φεβρουαρίου , καὶ τὸ αργότερο περὶ τῆς 10ης Μαρτίου. Στὸ ἡμερολόγιο τοῦ Σόλωνος τὰ ὅρια εἶναι στὶς 25 Φεβρουαρίου (νωρίτερο) μὲ 26 Μαρτίου (αργότερο), ἔτσι ὥστε ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία στὴν ἐποχὴ τοῦ Σόλωνος, καὶ γιὰ ὅσο διάστημα μετὰ, ὅσο ἀκόμα τὸ ἡμερολόγιο του ἦταν σὲ χρήση, πρέπει νὰ ἔπεφτε αὐτὸν τὸν μῆνα. Καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Γεμῖνο ποὺ παρατηρεῖ :

εαρινή μεν ουν ισημερία γίνεται περί την των ανθέων ακμήν.

ΓΕΜΙΝΟΣ, ΟΥΡΑΝΟΛΟΓΙΟΝ 2Δ

Ἡ ἐαρινὴ ἰσημερία ἦταν ἡ ἐποχὴ ὅπου τὰ ἄνθη, σύμφωνα μὲ τὸ κλίμα τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος γενικότερα, βρισκόνταν στὴν ἀκμὴ τους καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς ἀνθοφορίας , στὴν ἐποχὴ τοῦ Σόλωνος, ἄρχιζε τὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς ἀνοιξιάτικους μῆνες καὶ βρίσκονταν στὴν ἀκμὴ της στὸν δεύτερο μῆνα καὶ νὰ φτάνει στὸ τέλος της τὸν τρίτο μῆνα. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ μηνὸς ἀπὸ ἐτυμολογικῆς γραμματικῆς ἀρχῆς πηγάζει ἀπὸ τὸ «Ελαφηβόλος». Τὸ Ελαφηβόλος ,ἦταν καὶ εἶναι, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συνήθη ἐπίθετα τῆς θεάς Αρτέμιδος μεταξύ των προγόνων μας.

Κυνηγετίν δ’ αυτήν και θηροκτόνον και ελαφηβόλον και ορεσίφοιτον παρεισάγουσι.

ΚΟΡΝΟΥΤΟΣ 34 ΠΕΡΙ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΩΡΟΣ ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΙΚΑ 2.35

Εν Δήλω ποτ’ ετικτε Λατώ
Φοίβον χρυσοκόμαν ανακτ Απολλών’
ελαφηβόλον τα’ αγροτέραν
Άρτεμιν, α γυναικών μεγ έχει κράτος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΣΧΟΛΙΑ 15.50-3

Γονούμαι σ’ ελαφηβόλε
φάνθη παι Διός, αγρίων
δέσποιν’ Αρτεμι θηρών.

ΑΝΑΚΡΕΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 1.10, ΗΦΑΙΣΤΙΩΝ, ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ 8.6

Αγροτέρη χθονίη, θηροκτόνος, ολβιόμοιρε· η κατέχεις ορέων δρυμούς, ελαφηβόλε, σεμνή.

ΟΡΦΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ 36 ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ

Οἱ ἀρχαίοι συγγραφεῖς ἀποδίδουν τὸ ὄνομα τοῦ μηνὸς στὸ ἐπίθετο τῆς Ἀρτέμιδος :

Αθηναίοι δε και μηνός ονόματι γεραίρουσι την θεόν. ο γαρ δη Ελαφηβολιών τουτο εστιν.

ΛΙΒΑΝΙΟΣ 1.232, 15.5 ΑΡΤΕΜΙΣ

Αὐτὴ ἡ ἐξήγηση τοῦ ὀνόματος πηγάζει ἀπὸ τὴν ἑορτὴ αὐτοῦ τοῦ μηνὸς, τὰ Ελαφηβόλια, πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος. Μερικοὶ τὸ ἀποδίδουν στὶς προσφορές τῶν ἐλαφιῶν (έλαφοι) ποὺ πραγματοποιούνται αὐτὸν τὸν μῆνα.

Εκλήθη δε από των ελάφων, αίτινες τω μηνί τούτω εθύοντο, (εξ ού και το ελαφηβόλος) τη ελαφηβόλω Αρτεμίδι.

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ 249.7, ΜΕΓΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ

Ἀκόμη, τὸ ἔτυμον τοῦ ὀνόματος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἄλλο ἐκτὸς τοῦ ελαφηβόλος. Καὶ ἐλαφηβόλος, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἠσύχιος, εἶναι συνώνυμο μὲ τὸ:

κυνηγός· από είδους ενός των κυνηγουμένων.

Ἡ πρώτη καταγραφὴ μὲ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιθέτου ἀποτυπώνεται στὴν Ἰλιάδα, Σ στ.319:

ω ρα θ’ υπό σκύμνους ελαφηβόλος αρπάση ανήρ.

ΙΛΙΑΔΑ ΟΜΗΡΟΥ Σ 319

Ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Εὐστάθιος, ὁ Σχολιαστὴς ὑποστηρίζει :

Τούτο ίσως πρώτον ηγόρευται· αφ’ ου εμείνε το όνομα.

Τὸ ὄνομα λοιπὸν προέρχεται καὶ σημαίνει ὅτι ὁ μῆνας ἦταν ὁ καταλληλότερος γιὰ τὸ κυνήγι, καὶ εἰδικὰ γιὰ τὸ κυνήγι τοῦ ἐλαφιοῦ. Στὸ ἡμερολόγιο τῆς Ἤλιδος ὑπῆρχε ἕνας μῆνας που ὀνομαζόταν Ελάφιος, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἐπίσης ἀπὸ τὸ έλαφος:

κατ΄έτος δε έκαστον φυλάξαντες οι μάντεις την ενάτην επί δέκα του Ελαφίου μηνός.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΗΛΙΑΚΩΝ Α.11

επί δε του όρους τη κορυφή θυούσιν οι Βασίλαι καλούμενοι τω Κρόνω κατά ισημερίαν την εν τω ήρι, Ελαφίω μηνί παρά Ηλείοις.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΗΛΙΑΚΩΝ Β.20

Ελαφιαίαν δε εκάλουν οι Ήλείοι την Άρτεμιν επί των ελάφων.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΗΛΙΑΚΩΝ Β.22,11

Ἡ Ἄρτεμις καλεῖται Ελαφιαία στὴν Ἤλιδα καὶ Ελαφηβόλος στὴν Παμφυλία.

οι δε Ήλείοι. . . το παρά σφίσιν Αρτεμίδι ες τιμήν τη Ελαφιαία καθεστηκότα ες Λετρίνους τε μετήγαγον και τη Αρτεμιδι ενόμισαν τη Αλφειαία δραν, και ούτω την Αλφειαίαν θεόν Ελαφιαίαν ενά χρόνο εξ’ ενίκησεν ονομασθήναι.

ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΗΛΙΑΚΩΝ Β. 22,08

ιερέα διά βίου. . . θεάς Αρτέμιδος Ελαφηβόλου.

ΕΠΙΓΡΑΦΗ BULLETINO DE CORR. HELL 1883. 2

Οἱ ἀναφορὲς τοῦ Παυσανία γιὰ τὸν μῆνα Ἐλάφιο ταυτίζονται μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀττικοῦ Ἐλαφηβολιῶνος σχετικὰ μὲ τὴν ἐποχὴ ἤ περὶ αὐτῆς τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα τῶν μηνῶν ἀναφέρονται στὴν ἰδια ἐποχὴ, ὅτι δηλαδὴ ὁ μῆνας ὀνομάζεται ἔτσι ἐπειδὴ ἦταν ἀφιερωμένος στὸ κυνήγι, καὶ εἰδικὰ στοῦ ἐλαφιοῦ, μετὰ τὸν χειμῶνα.

Στὸ γερμανικὸ ἡμερολόγιο τοῦ Μεσαίωνος ἠπάρχει ἕνας μῆνας ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα του ἀπὸ τὴν σχέση του μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ κυνηγιοῦ καὶ ταυτίζεται στὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο μὲ τὸν Φεβρουάριο. Στὸν δεύτερο ἤ στὸν τρίτο μῆνα τῆς Ἀνοίξεως ἡ ἐλαφίνα γεννοῦσε τὸ μικρὸ της, ἔτσι αὐτὴ ἡ ἐποχὴ ἦταν καὶ ἡ κατάλληλη γιὰ τὸ κυνήγι καθὼς τὰ ἀττικὰ βουνὰ γέμιζαν μὲ νεαρὰ ἐλάφια. Βγαίνει τὸ συμπέρασμα λοιπὸν ὅτι ἡ ὀνομασία ποὺ δόθηκε σ’αὐτὸν τὸν μῆνα ἦταν γιὰ δηλώσει τὴν σχέση του μὲ τὴν κυνηγετικὴ περίοδο, ἰδιαίτερά του ἐλαφιοῦ καὶ ἀκόμη ὅτι μπορεῖ νὰ ἐθεωρεῖτο τὸ ἱερὸ ζῶο τῆς Ἀρτέμιδος γὶ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, τὸ ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ θεὰ ἦταν ἡ θεὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Η παράδοση ἀναφέρει, σχετικὰ μὲ τὴν ἀπαγόρευση-καθυστέρηση τοῦ ἀπόπλου τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἀπὸ τὴν Αὐλίδα, ὀφείλονταν στὴ μήνις τῆς Ἀρτέμιδος, διότι, σύμφωνα μὲ τὸν Σοφοκλῆ, ἡ αἰτία ἦταν ὁ Ἀγαμέμνων, ποὺ εἶχε σκοτώσει τὸ ἰερὸ ζῶο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπιτρεπόμενη περιόδο καυχόμενος γιὰ τὶς ἱκανότητές του ὡς καλύτερες ἀκόμη ἀπὸ αὐτὲς τῆς θεᾶς.

Ἠλέκτρα
καὶ δὴ λέγω σοι. πατέρα φὴς κτεῖναι. τίς ἂν
τούτου λόγος γένοιτ᾽ ἂν αἰσχίων ἔτι,
εἴτ᾽ οὖν δικαίως εἴτε μή; λέξω δέ σοι
ὡς οὐ δίκῃ γ᾽ ἔκτεινας, ἀλλά σ᾽ ἔσπασεν
πειθὼ κακοῦ πρὸς ἀνδρός, ᾧ τανῦν ξύνει.
ἐροῦ δὲ τὴν κυναγὸν Ἄρτεμιν, τίνος
ποινὰς τὰ πολλὰ πνεύματ᾽ ἔσχ᾽ ἐν Αὐλίδι:
ἢ ‘γὼ φράσω: κείνης γὰρ οὐ θέμις μαθεῖν.
πατήρ ποθ᾽ οὑμός, ὡς ἐγὼ κλύω, θεᾶς
παίζων κατ᾽ ἄλσος ἐξεκίνησεν ποδοῖν
στικτὸν κεράστην ἔλαφον, οὗ κατὰ σφαγὰς
ἐκκομπάσας ἔπος τι τυγχάνει βαλών.
κἀκ τοῦδε μηνίσασα Λητῴα κόρη
κατεῖχ᾽ Ἀχαιούς, ὡς πατὴρ ἀντίσταθμον
τοῦ θηρὸς ἐκθύσειε τὴν αὑτοῦ κόρην.

ΗΛΕΚΤΡΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 562-572

και:

Χορός
ἦ ῥά σε Ταυροπόλα Διὸς Ἄρτεμις—
ὦ μεγάλα φάτις, ὦ
μᾶτερ αἰσχύνας ἐμᾶς—
ὥρμασε πανδάμους ἐπὶ βοῦς ἀγελαίας,
ἦ πού τινος νίκας ἀκάρπωτον χάριν,
ἤ ῥα κλυτῶν ἐνάρων
ψευσθεῖσ᾽, ἀδώροις, εἴτ᾽ ἐλαφαβολίας;
ἢ χαλκοθώραξ μή τιν᾽ Ἐνυάλιος
μομφὰν ἔχων ξυνοῦ δορὸς ἐννυχίοις
μαχαναῖς ἐτίσατο λώβαν;

ΑΙΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 173-178

κατά του οποίου ο Καλλίμαχος προειδοποιεί του λάτρεις της θεάς:

Μηδ’ ελαφηβολίην μηδ’ ευστοχίην εριδαίνειν· ουδέ γαρ Ατρείδης ολίγω επεκομπασε μισθώ.

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, ΥΜΝΟΣ 3 ΕΙΣ ΑΡΤΕΜΙΔΑ

και ο ΘΕΟΓΝΙΣ 2

― Αρτεμι θηροφόνη θύγατερ Διός, ην Αγαμέμνων είσαθ’ οτ’ ες Τροίην έπλεε νηυσί θοαίς κ’τ.λ.

Close Menu