Τρίτη Μεσούντος Ανθεστηριώνος

Ανθεστήρια, Χύτροι

Δεκάς Β

13. Δεκάτη τρίτη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ανθεστηριώνος ΙΓ΄ (13η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 8ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΓ΄. Δεκάτη τρίτη, τρίτη μεσούντος, τρισκαιδεκάτη, τρίτη επί δέκα, τρίτη επί δεκάτη

Γεγονότα

  • ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ,
  • ΗΜΕΡΑ Γ’ : ΧΥΤΡΟΙ
  • ΕΘΙΜΟ ΤΕΛΕΤΗ ΑΙΩΡΑΣ
  • ΜΝΗΜΗΪΑ ΤΗΣ ΕΠΟΜΒΡΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΟΣ
  • ΘΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΘΟΝΙΟ ΕΡΜΗ
  • ΧΟΕΣ ΣΤΟΝ ΨΥΧΟΠΟΜΠΟ ΕΡΜΗ
  • ΥΔΡΟΦΟΡΙΑ
  • ΠΑΝΣΠΕΡΜΙΑ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

― ἑορτὴ πένθιμος Ἀθήνησιν ἐπὶ τοῖς ἐν τῶ κατακλυσμῶ ἀποομένοις.
(Ἀπολλώνιος Ἀχαρνεῦς)

Η σημερινή ημέρα είναι εορταστική, είναι η τρίτη και η τελευταία ημέρα των Ανθεστηρίων. Ο Αρποκρατίων και η Σούδα, αναφερόμενοι στο απόσπασμα του Φιλοχόρου , εδραιώνουν την ημέρα ως την ημέρα των Χύτρων:
― Χύτροι· εστι δε και Αττική τις εορτή Χύτροι. . . ήγετο δε η εορτή Ανθεστηριώνος τρίτη επί δέκα, ως φησί Φιλόχορος εν τω εορτών.
Το σχόλιο στους Αχαρνής του Αριστοφάνους 1076, (εν μια ημέρα άγονται οι τε Χύτροι και Χόες εν Αθήναις. . . ούτω Δίδυμος) υποδεικνύει ότι οι Χόες και οι Χύτροι τελούνταν την ίδια ημέρα. Το σχόλιο αυτό έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Αρποκρατίωνα και θα πρέπει να το απορρίψουμε. Ο Deubner (Feste 99-100) δέχεται την εξήγηση που δίδεται από τον Mommsen (Fest 384-385) ότι δηλαδή οι εορτασμοί των Χόων εκτείνονταν και μετά την δύση της 12ης του Ανθεστηριώνος, και έτσι, με την ημέρα να αρχίζει στη δύση μπορεί να «έπεφτε» στην ίδια , με την 13η των Χύτρων.

ΟΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΙ ΤΗΣ Γ΄ΗΜΕΡΑΣ : ΧΥΤΡΟΙ
Την 13η του Ανθεστηριώνος, την ημέρα των Χύτρων, μαγειρεύονται μαζί σπόροι όλων των είδών μέ μέλι σ’ ένα καζάνι. Αυτό αποτελεί το πρωτόγονο φαγητό μέ δημητριακά των πρώτων γεωργών, παλαιότερο από την άλεση του άλευρου καί τό ψήσιμο του ψωμιού στά νεκρικά έθιμα, αυτό διατηρείται μέχρι και σήμερα. Βεβαίως ή ίδέα τής «τροφής τών νεκρών» σέ συνδυασμό μέ τήν συντετμημένη μαρτυρία μιας αρχαίας πηγής οδήγησε στην παρανόηση, ότι δέν επιτρεπόταν στούς ζωντανούς νά τρώνε από τις «χύτρες» σύμφωνα μέ τό πλήρες κείμενο μόνο οί ιερείς αποκλείονταν από αυτό το φαγητό, πράγμα που είναι αντίστοιχο μέ τό κλείσιμο όλων τών `Ιερών κατά τήν ήμέρα τών Χοών.

Η ΕΠΟΜΒΡΙΑ
Μέ το φαγητό αυτό συνδέεται ό μύθος της Επομβρίας:
Οταν τά νερά υποχώρησαν, οί έπιζώντες έρριξαν μαζί σ’ ένα καζάνι καί μαγείρεψαν ό,τι μπορούσαν νά βρούν ώς πρώτη τροφή μετά τήν καταστροφή, πράγμα πού απετέλεσε αφορμή νά πάρούν νέο θάρρος γιά τήν ζωή, άλλά καί νά σκεφθούν τούς νεκρούς. Προσέφεραν θυσία στόν «Χθόνιον Ερμή» πρός χάριν τών νεκρών καί έτρωγαν άπό τίς «χύτρες» μέ τήν βεβαιότητα ότι θά ξανακερδίσουν τήν ζωή.Η μιαρά ήμέρα έχει ,παρέλθει, οί μάσκες καί οί νεκροί έχουν χάσει τά δικαιώματά τους:
Θύραζε, Κάρες, ούκέτ’ ‘ΑνΘεστήρια « έξω, Κάρες, τά ‘Ανθεστήρια τελείωσαν» , ήταν μιά παροιμιακή φράση.
Η νέα αρχή υποδηλώνεται μέ αγώνες. Μιά ίδιαιτερότητα γιά τά παιδιά, ίδίως γιά τά κορίτσια, αποτελούσε κατ’ αυτήν τήν ήμέρα ή Αιώρα. ‘Αγγειογραφίες δείχνονν έπανειλημμένως αυτήν τήν αίώρα σέ τελετουργικό πλαίσιο, γιά τό όποίο τά κείμενα σιωπούν: τοποθετείται ένας θρόνος καλυμμένος μέ χιτώνα καί διάδημα, ένώ ένας ανοιχτός πίθος βρίσκεται δίπλα στό έδαφος- κάποιο ρόλο παίζει επίσης καθαρμός μέ φωτιά καί θυμίαμα. Ενας σκοτεινός μύθος αναφερόταν σχετικά, συνέχεια τής ίστοριας τού πρώτου παρασκευαστή οίνον Ικαρίου:

Η ‘Ηριγόνη, ή κόρη του, περιπλανιόταν ψάχνοντας γιά τόν πατέρα της, έως ότου βρήκε τό σώμα του σ’ ένα πηγάδι καί άπαγχονίσθηκε. Ως έξιλέωση αυτό τό φριχτό γεγονός έπαναλαμβάνεται τώρα μέ ακίνδυνη μορφή, μέ τήν αιώρα των κοριτσιών τής Αθήνας. Υπήρχαν παραλλήλως άλλες παραλλαγές τού μύθου τής Ηριγόνης καί τού απαγχονισμού της, ή παραλλαγή τής «πρόωρα γεννημένης», τής «περιπλανωμένης» , αλήτιδος, οί όποίες προφανώς μνημονεύονταν σέ τραγούδια καί ύμνους. Ο θάνατος της κόρης φέρνει στο φως μια σκοτεινή πλευρά του «Ιερού Γάμου»· γιατί υπήρχε και η αφήγηση ότι ο φιλοξενηθείς Διόνυσοc έκανε σύζυγό του την ‘Ηριγόνη. Συγχρόνως, με την εικόνα του νεκρού- πατέρα επιβαρύνεται ή ατμόσφαιρα τής ημέρας των Χοών. Με την αιώρα των παιδιών όμως υπερισχύει ή ζωή που κινείται, στραμμένη μέσα από το μίασμα και τον τρόμο προς το μέλλον, το οποίο υπόσχεται ή “Άνοιξη. Είναι εύκολο νά παρακολουθήσομε καί νά αντιληφθούμε τόν ρυθμό τής τριήμερης έορτής.Η μυθική έρμηνεία βεβαίως καθιστά τήν είκόνα περίπλοκη, καθώς συμπλέκει έντελώς ετερογενείς αφηγήσεις, τήν άφιξη τον Διονύσου μέ τόν Θάνατο τον Ικαρίου καί τής Ηριγόνης, τήν φιλοξενία, τον ‘Ορέστη, την Επομβρία, αυτές οί αφηγήσεις συμπίπτουν μόνο στήν βαθειά δομή τής καταστροφής, τής ενοχής, του έξαγνισμού. Η έορτή τών αμπελουργών στό μέσον τής ακμής τής Ανοίξεως, μέ αναδρομή στόν τρύγο, θέτει όλόκληρη τήν πόλη σέ κίνηση εκτός άπό τό κύτταρο τής οικογενείας, τόν «οίκο» , συμπεριλαμβάνονται έξ ίσον οι ανώτεροι, «βασιλεύς» και «βασίλισσα», όπως καί οί κατώτεροι, μικρά παιδιά, κορίτσια, δούλοι. Η κανονική ζωή ακυρώνεται μεταξύ θυρών πού γυαλίζουν από την ρητίνη, προσωπείων, πνευμάτων, αχαλίνωτων ύβρεων καί γενικής μέθης οί θεοί τής πόλεως έχουν αποκλεισθεί, μόνο ό Διόνυσος καί ό Ερμής είναι παρόντες.

Ακριβώς όμως ή συμμετοχή σέ μιά αχαλίνωτη κατάσταση ενώνει, δίνει ιδιαιτέρως στά παιδιά μιά νέα θέση ό ‘Αθηναίος αποκτά συνείδηση του «αθηναϊσμου» του ακριβώς μέ τήν συμμετοχή του στήν έορτή τών ‘Ανθεστηρίων. Ο ρόλος τον «βασιλέως» καί τής «βασίλισσας» είναι χωρίς άμφιβολία πολυ παλαιός, μολονότι δέν προέρχεται άπ’ ευθείας άπό τόν μυκηναϊκό θεσμό τής βασιλείας· βασιλεύς στά κείμενα τής Γραμμικής Β δέν είναι ό βασιλιάς, αλλά ό αρχηγός συντεχνίας, κυρίως ό έπιστάτης τών μεταλλουργών. Ετσι τά ‘Ανθεστήρια δέν έχούν καμμιά σχέση μέ τήν ‘Ακρόπολη, ούτε μέ τόν ‘Ερεχθέα είναι πιό πιθανό ότι ανήκουν στους γεωργούς καί στους χειροτέχνες. `Ο θεόc του οίνου συνδέεται αδιάσπαστα μέ τήν έορτή καί τό όνομα Διόνυσος μαρτυρείται ήδη από πολύ παλαιά. Είναι έλκυστικό νά συνδέσομε τά ευρήματα τον ναού τής Κέας μέ τά ‘Ανθεστήρια: έκεί κατά τόν -12ο αί. τοποθετήθηκε ένα μεγάλο πήλινο κεφάλι ώς λατρευτικό άγαλμα, τό όποίο θά μπορούσε νά προκαλέσει τήν ίδια έντύπωση μέ τό προσωπείο που κρεμιέται στήν σπηλιά άκόμη πιό παλαιά είναι τά έκπληκτικά πήλινα άγαλματίδια που παριστάνούν χορεύτριες: γεραρές» γυναίκες, πού χορεύουν γύρω από τον Διόνυσο , ήδη από τον 15αι. Αυτό πρέπει να παραμείνει μια υπόθεση.
W.BURKERT

Το πρωϊ της 12ης του Ανθεστηριώνος, πριν από την ανατολή του ηλίου οι άνδρες Αθηναίοι έκοβαν Λευκές Άκανθους και κοσμούσαν την είσοδο των οικιών τους μαζί με ρητίνη που άλειφαν στην θύρα. Η Λευκή άκανθος είναι αποτροπαϊκή και διονυσιακό σύμβολο. Όλα τα ιερά εκτός από του Διονύσου Λιμναίου είναι ζωσμένα και κλειστά με ερυθρό έρος (χοντρό μάλλινο σχοινί) και τα αγάλματα των θεών της πόλης καλυμμένα.
Ο λόγος όλων αυτών μας αναφέρεται ρητώς: τα φάσματα των νεκρών και οι ψυχές τους σήμερα επανέρχονται στον κόσμο των θνητών και μαζί τους έρχονται και οι Κήρες, οι Μοίρες του θανάτου (Όμηρος) που φέρουν τα μιάσματα του Κάτω κόσμου.

Ο Διόνυσος σχετίζεται με τους μύθους των φυτών και είναι ο θεός της αναγέννησης της φύσεως και μόνον κατά την Άνοιξη, αλλά δεν αντιβαίνει προς αυτό το ότι ο Δαίμων αυτός είναι και απεσταλμένος του Κάτω Κόσμου , ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΦΥΤΑ, ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΥΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΕΙΤΑΙ Η ΦΥΣΗ.
Ο βαθυς Ηράκλειτος ο Εφέσιος το γνώριζε αυτό και μας παρέδωσε ότι ο Διόνυσος και ο Αδης είναι το αυτό πρόσωπο, ρήση που παραποιήθηκε αισχρά από Στωϊκούς και Αγύρτες ανατολικών δοξασιών.

Οι Αθηναίοι υπομένουν τις επισκέψεις των νεκρών προγόνων τους που αντιπροσωπεύουν τους δεσμούς με τον Κάτω Κόσμο και τον πλούτο εφ΄όσον οι νεκροί βρίσκονται κοντά στην πηγή των τροφών και των αγαθών της οικογενειακής περιουσίας. Έτσι η τρίτη ημέρα είναι αφιερωμένη σε αυτούς ειδικά. Οι γυναίκες Αθηναίες ετοιμάζουν σε πήλινες Χύτρες την Πανσπερμία, μια σουπα από διάφορα όσπρια. Η κυριότερη θυσία της τρίτης ημέρας, των Χύτρων , απευθύνεται στον Ερμή Ψυχοπομπό.
Κατά την ημέρα αυτή χύνουν νερό σε ορισμένα χάσματα, τελούνται χοές με ύδωρ για τις ψυχές των τεθνεώτων, ενώ οι ζωντανοί καταναλώνουν τον νέο οίνο. Η παράδοση των προγόνων συνδέει αυτό το τελετουργικό έθιμο με το την Υδροφορία που τα τεκμήρια το καθιερώνουν στην πανσέληνο του Ανθεστηριώνα και τότε μνημονεύεται η Επομβρία του Δευκαλίωνος και αιτιολογεί την ημέρα ως Αποφράδα.