Τετάρτη Μεσούντος Σκιροφοριώνος

Διϊπόλεια, Βουφόνια, Ιερή Διός Πολιέως

Δεκάς Β

14. Δεκάτη τετάρτη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Σκιροφοριώνος ΙΔ΄ (14η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 12ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΔ΄. Η δεκάτη τετάρτη, τετράς μεσούντος, τεσσαρεκαιδεκάτη, τετάρτη επί δέκα, τετάρτη επί δεκάτη.

Γεγονότα

  • ΔΙΪΠΟΛΕΙΑ ή ΔΙΪΠΟΛΙΑ (ἐπίσημη ἀττικὴ ἑορτὴ)
  • ΖΕΥΣ ΠΟΛΙΕΥΣ (προς τιμήν)
  • ΙΕΡΗ ΘΥΣΙΑ ΒΟΥΦΟΝΙΩΝ
  • ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΠΟΛΙΕΩΣ
  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΕΝΙΑΥΤΟ
  • ΣΠΟΝΔΑΙ ΛΕΥΚΤΡΩΝ
  • ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἐπίσημη ἀττικὴ ἑορτὴ , τὰ Διϊπόλεια.
Δύο ἀρχαίες πηγὲς καθιερώνουν τὴν ἡμερομηνία:
― Διπόλεια δὲ Ἀθήνησιν, ἐν ἧ Πολιεῖ Διὶ Θύουσι Σκιρροφοριῶνος τετάρτῃ ἐπὶ δέκα.
ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ στ. 419
― Βουφόνια • ἤγετο αὕτη Σκιροφοριῶνος μηνὸς τετάρτἧ ἐπὶ δέκα
ΜΕΓΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ 210.30
Τα Διϊπόλεια εορτάζονται σήμερα, στις 14 Σκιροφοριώνος μετά τη δύση του ηλίου, προς τιμήν του Διός Πολιέως.
Tο τέμενος του Διός Πολιέως, βρίσκεται στην Ακρόπολη, βορειοανατολικά του Παρθενώνα:
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ 1.24.4
― καὶ Διός ἐστιν ἄγαλμα τό τε Λεωχάρους καὶ ὁ ὀνομαζόμενος Πολιεύς, ᾧ τὰ καθεστηκότα ἐς τὴν θυσίαν γράφων τὴν ἐπ᾽ αὐτοῖς λεγομένην αἰτίαν οὐ γράφω. τοῦ Διὸς τοῦ Πολιέως κριθὰς καταθέντες ἐπὶ τὸν βωμὸν μεμιγμένας πυροῖς οὐδεμίαν ἔχουσι φυλακήν: ὁ βοῦς δέ, ὃν ἐς τὴν θυσίαν ἑτοιμάσαντες φυλάσσουσιν, ἅπτεται τῶν σπερμάτων φοιτῶν ἐπὶ τὸν βωμόν. καλοῦσι δέ τινα τῶν ἱερέων βουφόνον, ὃς κτείνας τὸν βοῦν καὶ ταύτῃ τὸν πέλεκυν ῥίψας—οὕτω γάρ ἐστίν οἱ νόμος— οἴχεται φεύγων: οἱ δὲ ἅτε τὸν ἄνδρα ὃς ἔδρασε τὸ ἔργον οὐκ εἰδότες, ἐς δίκην ὑπάγουσι τὸν πέλεκυν.
ταῦτα μὲν τρόπον τὸν εἰρημένον δρῶσιν: ἐς δὲ τὸν ναὸν ὃν Παρθενῶνα ὀνομάζουσιν, ἐς τοῦτον ἐσιοῦσιν.
Στο τέμενος αυτό, διεξαγόταν κατά τη διάρκεια της εορτής, (που για το λόγο αυτό ονομαζόταν επίσης και Βουφόνια) η θυσία ενός βου. Τα βοοειδή οδηγούνταν μπροστά σε ένα βωμό-τράπεζα, όπου τοποθετούνταν δημητριακά και πίτες. Οι τροφές αυτές θεωρούνταν ότι είχαν αφιερωθεί στο Δία Πολιέα. Όποιο από τα ζώα έτρωγε από τις ιερές τροφές θυσιαζόταν, με τη χρήση ενός διπλού πελέκεως, από κάποιο μέλος της οικογένειας των Θαυλωνιδών. O «βουφόνος» πετούσε τον πέλεκυ και απομακρυνόταν. Ο πρόγονος των Θαυλωνιδών, ο Θαύλων θεωρούνταν ο πρώτος που έπληξε τον βου. Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ αποδίδει την πρώτη «βουφονία» σε ένα ξένο, τον Σώπατρο. Ο ίδιος μας δίδει και μια πιο σύντομη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το ζώο «δολοφονήθηκε» από τον Δίομο, ιερέα του Διός Πολιέως, μετά την «ασέβειά» του να φάει δημητριακά που ήταν αφιερωμένα στο Θεό. Οι υπόλοιποι τεμάχιζαν το θύμα και το έτρωγαν.
Κατόπιν, διεξαγόταν δίκη για να ανακαλυφθεί ο ένοχος του φόνου. Ο βουφόνος δεν εμφανίζεται, ενώ όσοι συμμετείχαν στη θυσία, (οι υδροφόροι που μετέφεραν το νερό με το οποίο ακόνιζαν τα φονικά εργαλεία, οι άνθρωποι που τρόχισαν το μαχαίρι και τον πέλεκυ, οι άνθρωποι που μετέφεραν το μαχαίρι και το τσεκούρι) αλληλοκατηγορούνταν μεταθέτοντες ο ένας στον άλλο την ευθύνη για το φόνο.
Τελικά, κατηγορούσαν το μαχαίρι, το καταδίκαζαν και το έρριπταν στη θάλασσα. Το δέρμα του βοδιού παραγεμιζόταν με άχυρα και ζευόταν στο άροτρο, προκειμένου να δοθεί η ψευδαίσθηση ότι το ζώο ήταν ακόμα ζωντανό [ ΠΟΡΦΥΡ. πΑ εμψ. 2.10, 2.28-31, ΠΑΥΣ. 1.24.4.].
Η όλη τελετή, διαχέεται από έντονα συναισθήματα ενοχής για τη σφαγή του ζώου, που προσδιορίζεται ως φόνος.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σύμφωνα με τα όσα διηγείται ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, μόλις ο βουφόνος Σώπατρος έφυγε στην Κρήτη και προ της υπάρξεως της εορτής στην Αθήνα, εμφανίστηκε λοιμός που σταμάτησε μόνο μετά την επιστροφή του Σώπατρου και την καθιέρωση της εορτής.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο των μέτρων για την αντιμετώπιση του λοιμού, το μαντείο των Δελφών θεώρησε απαραίτητη και την καθιέρωση της τελετής του παραγεμίσματος του δέρματος του ζώου.
Προκειμένου να αποφευχθεί το μίασμα του φόνου, επιδιώκεται να εξαλειφθεί η ίδια η πράξη του φόνου. Όταν αυτό δεν επαρκεί, γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθεί η πράξη, δηλαδή το μίασμα προκλήθηκε ως επακόλουθο ασέβειας.
Τέλος, η ανθρώπινη ευθύνη αποσείεται με την απόδοση του μιάσματος σε ένα άψυχο όργανο που γίνεται ο «φαρμακός» της συγκεκριμένης τελετής, το οποίο συγκεντρώνει το μίασμα και απομακρύνεται από την πόλη [Πρβλ. ΑΙΣΧΙΝ. 3, 244, τον αθηναϊκό νόμο για την ανθρωποκτονία από άψυχα αντικείμενα.].
Είναι εμφανές ότι η τελετή συνδυάζει καθαρτικές και αποτροπαϊκές ιδιότητες.
Υπάρχει έντονος ο φόβος για πιθανή εκδίκηση από μέρους του πνεύματος του νεκρού ζώου [Πρβλ. DITT. Syll. 3 1035, για μια θυσία στην Κω, όπου επιδιώκεται πάση θυσία η «συγκατάθεση» του θύματος.].
Το έθιμο πρέπει να ανάγεται στην προϊστορική εποχή, όταν ο άνθρωπος δεν έκανε διάκριση ανάμεσα σε αυτόν και τα ζώα, θεωρώντας τα ισότιμά του.
Οι ρίζες του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν προ της καθιερώσεως της λατρείας
προσωποποιημένων Θεών. Αργότερα συνδέθηκε με το Δία Πολιέα και πιθανότατα με την Αθηνά Πολιάδα [Για την πιθανή σχέση Βουφονίων-Αθηνάς Πολιάδος ΑΡΙΣΤΟΦ. Νεφ. Στ.985. Πρβλ. επίσης τις προσφορές από το δήμο της Ερχίας κατά το μήνα Σκιροφοριώνα προς το Δία Πολιέα και την Αθηνά Πολιάδα, με αφορμή προφανώς τα Βουφόνια, SEG 21 αρ.541 Α & Γ, στ.61-64.].
Υπάρχουν στοιχεία στην εορτή, που τη συνδέουν με τους χθόνιους.
Σύμφωνα με το ΘΕΟΦΡΑΣΤΟ, τα υπολείμματα του βοδιού θάπτονταν [ ΘΕΟΦΡ. στον ΠΟΡΦΥΡ. πΑ εμψ. 2,29.], για να μη δοθεί προφανώς αφορμή στο πνεύμα του να εκδικηθεί την πόλη. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι στην τελετή αυτή η αξία που αποδίδεται στο πνεύμα του ζώου, είναι αντίστοιχη με αυτήν που θα διδόταν και σε έναν άνθρωπο.
Ο ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ αρνείται να μας δώσει τον αιτιολογικό μύθο που δικαιολογεί την καθιέρωση του εθίμου, όπως ακριβώς κάνει όταν πρόκειται περί κάποιας μυστηριακής τελετής.
Η χρήση πελανών για την προσέλκυση του ζώου στο βωμό [ ΑΡΙΣΤΟΦ. Νεφ. Στ.984, για τη συσχέτιση του γεύματος των Βουφονίων με τις τελετές του Διονύσου Ζαγρέα και Ισοδαίτη, πρβλ. επίσης ΠΟΡΦΥΡ. πΑ εμψ. 2,30 («δαιτρούς»), J. HARRISON Themis, London 1963, σελ.155-157.] , αλλά και το ζέψιμο του παραγεμισμένου δέρματός του στο άροτρο, συσχετίζουν την εορτή με τελετές γονιμότητας, που ανήκουν σε χθόνιους Θεούς.
Η τελετή αυτή, καθαρμού και αποτροπής, συνδέθηκε στο πλαίσιο μιας προ-γεωργικής κοινωνίας με την ανάγκη εξασφάλισης αφθονίας θηραμάτων. Αργότερα υιοθετήθηκε από μια αγροτική κοινωνία, της οποίας οι επιδιώξεις επικεντρώνονταν στη γονιμότητα της γης.
Ἐν ὅψει τῶν στοιχείων αὐτῶν, ἡ παραπομπὴ τοῦ Μπέκκερ στὰ Ἑλληνικὰ Ἀνέκδοτα 1.238.21 πρέπει νὰ εἶναι χρονολογικὰ λανθασμένη, καθῶς τοποθετεῖ τὴν ἑορτὴ τὴν 16η Σκιρροφοριῶνος:
― Διϊπόλια γὰρ ἐστιν ἑορτὴ μὲν Διΐ, ἥ Δειλία καλεῖται, γίνεται δὲ ἕκτην ἐπὶ δέκα τοῦ Σκληροφοριῶνος μηνός
Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ νέα Βουλὴ ἀναλάμβανε τὰ καθήκοντα της πρὶν τὸ νέο ἔτος, τὸ -411
― ἔδει δὲ τὴν εἰληχυῖαν τῶ κυάμω βουλὴν εἰσιέναι δ’ἐπὶ δέκα Σκιροφοριῶνος.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΑΘΗΝ. ΠΟΛ.32
Τη σημερινή ημέρα τελούνται οι Σπονδαί στα Λεύκτρα πριν από τη μάχη:
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ 28.4
― τῇ γὰρ τετράδι ἐπὶ δέκα τοῦ Σκιροφοριῶνος μηνὸς ἐποιήσαντο τὰς σπονδὰς ἐν Λακεδαίμονι, τῇ δὲ πέμπτῃ τοῦ Ἑκατομβαιῶνος ἡττήθησαν ἐν Λεύκτροις ἡμερῶν εἴκοσι διαγενομένων. ἀπέθανον δὲ χίλιοι Λακεδαιμονίων καὶ Κλεόμβροτος ὁ βασιλεὺς καὶ περὶ αὐτὸν οἱ κράτιστοι τῶν Σπαρτιατῶν
Μία συνελεύση Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνεται γιὰ αὐτὴ τὴν ἡμέρα τὸ -319 σύμφωνα μὲ τὸν Dinsmoor , Archons 21-22:
― θεοί.
ἐπὶ ἀναγραφέως Ἐπικούρου τοῦ Πάχητος Θριασίου Φυλασίου, ἐπὶ]
Ἀπολλοδώρου ἄρχοντος δεύτερον, ἐπὶ τῆς ․․․․․ίδος
δεκάτης πρ[υτανείας — —
․․․δι
IG ΙΙ2 390 ,1-4
Ὁ Ἠσίοδος μᾶς ὑπενθυμίζει :
― περὶ πάντων ἱερὸν ἦμαρ μέσση (τετράς)·
καὶ μάθε πῶς ἡ δεκατέσσερις εἶναι ἄγια
ΗΣΙΟΔΟΣ 817
― κούρῃ δέ τε τετρὰς μέσση· τῇ δέ τε μῆλα καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς
καὶ κύνα καρχαρόδοντα καὶ οὐρῆας ταλαεργοὺς πρηΰνειν ἐπὶ χεῖρα τιθείς.
γιὰ κόρης ἡ δεκατέσσερις (γέννησις) , αὐτὴ εἶναι καλὴ καὶ γίδια νὰ ἠμερε΄θεις καὶ σκυλιὰ σουβλόδοντα καὶ βόδια καμπυλοκέρατα, στρεψά, κι ὑπόμονα μουλάρια χαϊδεύοντας τὴ ράχη τους.
ΗΣΙΟΔΟΣ 792

ΔΙΪΠΟΛΕΙΑ
Ἐπίσημη Ἀττικὴ Ἑορτή
Ἀνάμεσα στὶς σκηνὲς ποὺ ἦταν κατειργασμένες πάνω στὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέως ἀπεικονιζόταν καὶ ὁ ἀγρὸς ἑνὸς βασιλιᾶ ὅπου πραγματοποιόταν συγκομιδὴ καλαμποκιοῦ.
Ἐνῶ τὰ γεμάτα ἀπὸ καλαμπόκι δέματα, κομμένα ἀπὸ τὰ αἰχμηρὰ δρεπάνια, στοιβάζονταν σὲ σειρὲς κατὰ μῆκος τῆς ἔκτασης καὶ ἄλλοι ἔδεναν δεμάτια ἀπὸ καλαμπόκι στριμμένα σὲ μπάντες, οἱ ἐπιστάτες λίγο πιὸ πέρα, κάτω ἀπὸ μία δρῦς τελοῦσαν μία λατρευτικὴ ἱεροπραξία ἑορτῆς, προετοίμαζαν ἕνα μεγάλο βόδι γιὰ νὰ θυσιαστεῖ .
― παῖδες δραγμεύοντες ἐν ἀγκαλίδεσσι φέροντες
ἀσπερχὲς πάρεχον· βασιλεὺς δ᾽ ἐν τοῖσι σιωπῇ
σκῆπτρον ἔχων ἑστήκει ἐπ᾽ ὄγμου γηθόσυνος κῆρ.
κήρυκες δ᾽ ἀπάνευθεν ὑπὸ δρυῒ δαῖτα πένοντο,
βοῦν δ᾽ ἱερεύσαντες μέγαν ἄμφεπον· αἳ δὲ γυναῖκες
δεῖπνον ἐρίθοισιν λεύκ᾽ ἄλφιτα πολλὰ πάλυνον.
ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ Σ 558-560
Αὐτὴ ἡ σκηνὴ εἶναι ἀναμφίβολα – ὅπως τὸ παρατηρεῖ καὶ ὁ σχολιαστὴς Εὐστάθιος :
― καὶ βοῦν φησι (Ὅμηρος) θύεσθαι• ἐκεῖσε (δηλαδὴ τὴν Ἀττική) γὰρ ἔθυσε βοῦν Θαύλων φυγαδευθείς
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΣΧΟΛΙΑ ΙΛΙΑΣ 18.483
μία ἀναφορὰ στὴν ἀρχαία ἀθηναϊκὴ γιορτὴ τῶν Διϊπολείων, ὅπου μία προσφορὰ σιτηρῶν συνοδευόταν ἀπὸ τὴ θανάτωση ἑνὸς βοδιοῦ.
Ἂς ἐπανεξετάσουμε ἐν συντομία τὰ ἐλάχιστα στοιχεῖα σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴ γνωστὴ ἑορτὴ καὶ τὴν πιθανὴ προέλευση καὶ σημασία του.
Στὴν περιγραφὴ τῶν μνημείων τῆς Ἀκροπόλεως, ὁ Παυσανίας ἀναφέρει ἕνα ἄγαλμα τοῦ Διὸς ἀπὸ τὸν Λεωχάρη καὶ ἕνα ἄλλο τοῦ ἴδιου Θεοῦ μὲ τὸ ἐπώνυμο Πολιεύς μαζί μὲ τὸν βωμό :
― καὶ Διός ἐστιν ἄγαλμα τό τε Λεωχάρους καὶ ὁ ὀνομαζόμενος Πολιεύς, ᾧ τὰ καθεστηκότα ἐς τὴν θυσίαν γράφων τὴν ἐπ’ αὐτοῖς λεγομένην αἰτίαν οὐ γράφω. τοῦ Διὸς τοῦ Πολιέως κριθὰς καταθέντες ἐπὶ τὸν βωμὸν μεμιγμένας πυροῖς οὐδεμίαν ἔχουσι φυλακήν•
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ Ι.24.4
Στὴ συνέχεια περιγράφει ἐν συντομία τὸ περίεργο τελετουργικό του Διὸς Πολιέως.
Ἀναμεμειγμένο κριθάρι μὲ σιτάρι τοποθετοῦνταν πάνω στὸ βωμό, ἔπειτα ἕνα βόδι, τὸ ὁποῖο τὸ κρατοῦσαν σὲ ἑτοιμότητα, ἀνέβαινε πάνω στὸ βωμὸ καὶ ἔτρωγε τοὺς σπόρους. Ἐκεῖ πέρα τὸ βόδι θανατωνόταν ἀπὸ ἕναν ἱερέα γνωστὸ ὡς τὸν «βουφόνος», ὁ ὁποῖος ὑποκρινόμενος ἀμέσως μετὰ πετοῦσε τὸν πέλεκυ του καὶ ἔφευγε σὰν νὰ ἦταν ὁ ἔνοχος γιὰ τό φόνο. Οἱ πολίτες, προσποιούμενοι ὅτι δὲν γνώριζαν ποιὸς εἶχε κάνει τὴν πράξη, ἔφερναν τὸν πέλεκυ σὲ δίκη.
Σὲ ἕνα παρακάτω ἀπόσπασμα του, ὁ Παυσανίας μιλώντας γιὰ τὰ δικαστήρια ἀνθρωποκτονιῶν τῶν Ἀθηναῖων, φαίνεται νὰ δείχνει ὅτι ἡ δίκη αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὸ Πρυτανεῖο, ἐκεῖ ὅπου ἔφερναν ἄψυχα πράγματα ἐνώπιόν τῆς δικαιοσύνης.
Αὐτὸ, ἦταν ἀπλῶς ἕνα ἔθιμο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἐρεχθέως , ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ τότε κάποιος «βουφόνος» εἶχε σκοτώσει ἕνα βόδι :
― Ἀθηναίων βασιλεύοντος Ἐρεχθέως, τότε πρῶτον βοῦν ἔκτεινεν ὁ βουφόνος ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τοῦ Πολιέως Διός: καὶ ὁ μὲν ἀπολιπὼν ταύτῃ τὸν πέλεκυν ἀπῆλθεν ἐκ τῆς χώρας φεύγων, ὁ δὲ πέλεκυς παραυτίκα ἀφείθη κριθεὶς καὶ ἐς τόδε ἀνὰ πᾶν ἔτος κρίνεται.
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ 1.28.10
Ὁ Πορφύριος μᾶς δίνει μία περιγραφὴ τοῦ τελετουργικοῦ τοῦ Διὸς Πολιέως, ἡ ὁποία φαίνεται νὰ ἔχει ληφθεῖ σχεδὸν αὐτολεξεὶ ἀπὸ ἕνα χαμένο ἔργο τοῦ Θεοφράστου.
Ἂν καὶ ὁ σχολιαστὴς στὸ προαναφερθὲν ὁμηρικὸ χωρίο δίνει τὸ ὄνομα τοῦ πρώτου φονιά, ὡς «Θαύλων», ὁ Πορφύριος στὸ χωρίο του τὸ δίνει ὡς «Δίομος», δηλαδὴ τὸν τότε ἱερέα τοῦ Διὸς Πολιέως (παραθέτω τὴν ἀπόδοση ) :
― καὶ τὸ πρῶτο βόδι ἐκεῖ σφάχτηκε ἀπὸ τὸν Δίομο, ποὺ ἦταν ἱερεύς τοῦ Διὸς, προστάτη τῆς πόλεως, κάτω ἀπὸ τὶς ἐξῆς συνθῆκες :
πλησίαζαν τὰ Διϊπόλια, καὶ ὅλα εἶχαν προετοιμασθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ παλαιὸ ἔθιμο τῆς προσφορᾶς καρπῶν.
Ὅμως τὸ βόδι ἐκεῖνο πλησίασε καὶ ἔφαγε ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἄλευρα.
Ὁ Δίομος τότε, ἔχοντας συναυτουργούς καὶ ὅσους ἄλλους παρευρίσκοντο, τὸ φόνευσε.
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΧΗΣ ΕΜΦΥΧΩΝ 2.10
ἐνῶ σὲ ἕνα ἄλλο χωρίο του , λίγο παρακάτω, διηγεῖται μία διαφορετικὴ κάπως ἱστορία στὴν ὁποία τὸ ὄνομα τοῦ βουφόνου εἶναι καὶ «Σώπατρος» (παραθέτω τὴν ἀπόδοση) :
― κάποτε στὸ ἀρχαῖο παρελθὸν, ὅπως ἐλέγαμε καὶ προηγουμένως, ὅταν οἱ ἄνθρωποι θυσίαζαν καρποὺς στούς θεούς καὶ ὅχι ζῶα καὶ ὅταν δὲν ἔκαναν κατάχρηση τροφῶν, λέγεται ὅτι συνέβει τοῦτο:
Ἐνῶ ἐτελεῖτο δημοτελῆς θυσία στὴν Ἀθήνα, κάποιος Δίομος ἤ Σώπατρος, ποὺ δὲν κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, καλλιεργοῦσε κάποια κτήματα ποὺ εἶχε στὴν Ἀττική. Κάποια στιγμὴ ἕνα ἀπὸ τὰ βόδια του εἰσέβαλε στὴν οἰκία αἰφνίδια, καὶ καταβρόχθισε ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ πέλανον (πέλανος) καὶ τοὺς πλακούντες (ψαιστὰ) ποὺ ὑπῆρχαν ἐπάνω στὸ τραπέζι γιὰ νὰ προσφερθοῦν ὡς θυσία στοὺς θεοὺς, ἑνῶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἐπάτησε.
Τότε ὁ Δίομος ἤ ὁ Σώπατρος, τυφλὸς ἀπὸ τὴν ἀγανάκτηση ἅρπαξε ἕναν πέλεκυ ποῦ μόλις εἶχε ἀκονίσει, κι ἐκτύπησε τὸ βόδι. Ὅταν τὸ ζῶο πέθανε, καὶ ἀφοῦ ἠρέμησε ἐκεῖνος, κατάλαβε κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ὀρθῆς σκέψεως, τί εἴδους πράξη εἶχε κάμει. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔθαψε πρῶτα τὸ βόδι, κατεδίκασε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του σὲ αὐτοεξορία, ἐπειδὴ διέπραξε τὸ ἔγκλημα τῆς ἀσέβειας. Ἔτσι ἔφυγε καὶ πῆγε στὴν Κρήτη.
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΧΗΣ ΕΜΦΥΧΩΝ 2.29
(παράθεση ἀπὸ) ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ


Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἔπεσε μία μεγάλη ξηρασία ποὺ ἔφερε ἀκαρπία στὴν Ἀττικὴ καὶ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν συμβούλευσε τοὺς Ἀθηναίους ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακαλέσουν τὸ δολοφόνο καὶ νὰ ἀναστήσουν τὸ νεκρὸ βόδι κατὰ τὴν ἴδια ἑορτὴ στὸν τόπο ὅπου ἔπεσε, ἐπειτα τελώντας θυσία, θὰ ἔπρεπε νὰ σκοτώσουν τὸ ἀναστημένο ζῶο (ἕνα ἄλλο βόδι) καὶ νὰ τὸ φάνε ἀντὶ νὰ τὸ θάψουν, τότε αὐτὸ θὰ ὠφελοῦσε τόσο ἐκείνους ποὺ θὰ δοκίμαζαν ἀπὸ τὴ σάρκα του ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ δὲν θὰ ἀπέκρυπταν τὸν δολοφόνο.
Ὁ ἄνδρας βρέθηκε καί πιστεύοντας ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ του καὶ νὰ ἀπαλλάξει καὶ τὴν πόλη ἀπὸ τὸ μίασμα προσφέρθηκε νὰ ξανακάνει τὸ φόνο, μόνο ἄν γινόταν συμπολίτη τους. Αὐτὸ ἔγινε καὶ ἔτσι καθιερώθηκε τὸ τελετουργικό τῆς «βουφονίας», ἤ τὰ «βουφόνια», τὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν καὶ σὲ μεταγενέστερες ἐποχὲς ὡς κύρια τελετουργικὴ πράξη στὸ δράμα τῶν Διϊπολίων ἢ τῆς ἑορτῆς τοῦ Διὸς Πολιέως.
Στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο Πορφύριος περιγράφει τὸ πρῶτο τελετουργικὸ τῆς ἑορτῆς. Κόρες παρθένες, ποὺ ὀνομάζονταν ὑδροφόρες, διορίζονταν γιὰ νὰ μεταφέρουν νερὸ ὡστε νὰ ἀκονιστοῦν ὁ πέλεκυς καὶ τὸ μαχαίρι.
Μετὰ ἕνας ἄνδρας τὰ παρέδιδε (πέλεκυς καὶ μαχαίρι) σὲ δύο κρεωπῶλες, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους πλήγωνε θανάσιμα μὲ τὸ πέλεκυ ἕνα ἀπὸ τὰ βόδια μεταξῦ ἐκείνων ποὺ ὁδηγοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸ βωμὸ γιὰ νὰ δοκιμάσουν ἀπὸ τὶς προσφορές, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἄνδρας μὲ τὸ μαχαίρι ἔκοβε τὸ λαιμό τοῦ βοδιοῦ.
Στὴ συνέχεια τὸ ἔγδερναν.
Ἡ ἑπόμενη πράξη σὲ αὐτὸ τὸ παράξενο δραματουργικὸ τῆς ἑορτῆς ἦταν νὰ τὸ παραγεμίσουν μὲ χόρτα, νὰ ράψουν τὴν δορὰ τοῦ ζῶου καὶ νὰ τὸ στήσουν σὰν ἕνα ζωντανὸ βόδι προσδεμένο σὲ ἕνα ἄροτρο σὰν νὰ εἶναι ἔτοιμο νὰ ἔργαστεῖ.
Στὴ συνέχεια, προχωροῦσαν στὴν ἄσκηση τῆς δίκης μὲ τὰ διάφορα πρόσωπα ποὺ ἐμπλέκονταν στὴ δολοφονία καὶ διαδοχικὰ χρεώνονταν μὲ τὸ ἔγκλημα.
Πρῶτες οἱ Ὑδροφόρες παρθένοι κατηγοροῦσαν ἐκείνους ποὺ ἀκόνισαν τὸν πέλεκυ ὡς περισσότερο ἐνόχους, ἐκείνοι πάλι κατηγοροῦσαν ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸν πέλεκυ, ὁ ὁποίος κατηγοροῦσε αὐτὸν ποὺ χτύπησε τὸ βόδι, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρὰ του κατηγοροῦσε αὐτὸν ποὺ ἔκοψε τὸ λαιμό μὲ τὸ μαχαίρι , καὶ ὁ τελευταίος κατηγοροῦσε τὸ μαχαίρι καὶ ὡς ἐκ τούτου, τὸ μαχαίρι δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει, καὶ καταδικαζόταν ὡς ὁ δολοφόνος.
Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχαία ἐποχὴ μέχρι τὶς μέρες τοῦ Πορφύριου τὸ βόδι προσφερόταν μὲ τὸν ἴδιο σοφὸ τρόπο στὰ Διϊπόλια :
τὰ συνήθη πέμματα καὶ πλακοῦντες, τοποθετοῦνταν πάνω σὲ μία χάλκινη τραπέζα, τὰ βόδια ὁδηγοῦνταν γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ αὐτὸ ποὺ ἔτρωγε τὰ δημητριακὰ «φονευόταν».
Ὁ Πορφύριος προσθέτει ὅτι οἱ ἱερατικὲς οἰκογένειες (τὰ γένη) ἐκείνων ποὺ ἦταν ἀρμόδια μὲ τὴν πρώτη θυσία ὑπῆρχαν ἀκόμη. Ἐκεῖνοι ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὸ γένος ἐκείνου ποὺ κτύπησε τὸ ζῶο , καλοῦνταν «Βουτύποι» , ἀλλοι ποὺ προέσχονταν ἀπὸ τὸ γένος ἐκείνου ποὺ βασάνιζε τὸ ζῶο , καλοῦνταν «κεντριάδες».
Ὅσοι πάλι, προέρχονταν ἀπὸ τὸ γένος ἐκείνου ποὺ ἐξετέλεσε τὴν σφαγὴ ὀνομάζονταν «δαιτροί» λόγω λόγω τοῦ ὅτι διένημαν τὸ κρέας ἀπὸ τὸ σφαγμένο ζώο στὸ δεῖπνο (δαίς).
Ὅταν ἡ δικαστικὴ διαδικασία τελείωνε πετοῦσαν τὸ μαχαίρι στὴ θάλασσα. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐκπληρώνονταν ὁ χρησμός τοῦ Μαντείου.
Ὅλοι εἶχαν γευθεῖ τὸ κρέας τοῦ ζώου, ὁ δολοφόνος, δηλαδὴ ὁ πέλεκυς εἶχε τιμωρηθεῖ, καὶ τὸ νεκρὸ ζῶο εἶχε ἀναστηθεῖ πάλι στὴ ζωή.
Ὁ Αἰλιανὸς ἀναφέρει ἐπίσης ἐν συντομία τὸ ἀττικὸ ἔθιμο σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, μόλις φονευόταν τὸ βόδι, οἱ Ἀθηναῖοι κατηγοροῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ τὴ σειρὰ μὲ τὴν κατηγορία τῆς δολοφονίας, παρὰ νὰ στραφοῦν καὶ νὰ καταδικάσουν τὸ μαχαίρι ὡς τὸ πραγματικὸ ὄργανο τῆς δολοφονίας.
ΑΙΛΙΑΝΟΣ ΠΟΙΚΙΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 8.3


Προσθέτει ὅτι τὴν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία πραγματοποιεῖται αὐτὸ τὸ ἔθιμο ἑορτάζεται μία γιορτὴ ποὺ ὀνομάζεται Διϊπόλια ἤ Βουφονία.
Ἂν καὶ πολλὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν πανάρχαια ἑορτὴ δὲν τὰ γνωρίζουμε, καὶ οἱ σχετικὲς πηγὲς τῶν πληροφοριῶν μας δὲν εἶναι ἐντελῶς ἁρμονικὲς μεταξὺ τους, παρόλα αὐτὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ θυσία ποὺ περιγράφεται, ἦταν εὐρέως γνωστὴ στὴν Ἀθήνα ὡς Βουφονία καὶ ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ κύρια ἱεροροτελεστία στὴν ἑορτὴ τοῦ Διὸς Πολιέως , τὰ Διϊπόλια.
Αὐτὴ ἡ λατρεία τοῦ Διὸς ἦταν λιγότερο δημοφιλῆς στὴν Ἀθήνα ἀπὸ ἐκείνη τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδος, μὲ τὴν ὁποία ἐν μέρει ἦταν συνδεμένη καὶ εἶχε ἁπλωθεῖ σὲ ὀλόκληρο τὸν ἑλληνικὸ κόσμο. (Φαρνέλ ἐπιγραφὲς 1898 Cults of the Greek States)
Ἡ εὐρεία διακύμανση τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἐν μέρει ἴσως, καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Mommsen (Feste 1, 517 ), στὸ παρελθὸν ἡ ἑορτὴ πραγματοποιόταν ὄχι μόνο ἐντός των ὁρίων τῆς πόλης ἀλλὰ καὶ ἐκτός.
Δεδομένου ὅτι ὅλες οἱ χρήσεις καὶ στοιχεῖα τῆς ἑορτῆς ἐλήφθησαν σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὸ ὄργωμα, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἦταν ἑορτὴ τῶν ἀγρῶν.
Ἔτσι ὁ Πορφύριος λέει ὅτι ὁ Σώπατρος ἦταν ἕνας ἀττικὸς ἀγρότης καὶ ὅτι σκότωσε τὸ βόδι κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἑορτῆς στὴν Ἀθήνα (Ἀθήνησιν) ποὺ μπορεῖ νὰ σημαίνει ὁπουδήποτε στὸ ἀττικὸ ἔδαφος, καί, κατὰ συνέπεια, ἴσως, καὶ ἔντὸς τῆς δικῆς του γῆς ὅπου ὡς καλλιεργητής, θυσίαζε στὸν Καίριο Ζεύς.Τὸ ὁμηρικὸ χωρίο «φωτογραφίζει» θυσία σὲ μία ἀγροτικὴ περιοχὴ, μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη. Στὴν πορεία τοῦ χρόνου μεταφέρθηκε στὴν πόλη καὶ ὁ κύριος χῶρο τῆς ἑορτῆς ἦταν ἡ Ἀκρόπολη, στὸν ἀρχαῖο βωμὸ τοῦ Ὑπάτου Διὸς καὶ ἀργότερα, κοντὰ στὸ ἄγαλμα τοῦ Διὸς Πολιέως.
Ὁ Αἰλιανὸς εἶναι ὁ μόνος συγγραφέας ποὺ χρησιμοποιεῖ τὰ δύο ἐναλλακτικὰ σημεῖα τῆς διπλῆς του καταγωγῆς τῆς ἑορτῆς, «Βουφονία» παραπέμπει στὴ θυσία τῆς χώρας, ἐνῶ ἡ «Διϊπόλεια» παραπέμπει στὴ ἀστικὴ περιοχή.

Close Menu