Πρώτη Μεσούντος Ελαφηβολιώνος

Διονύσια εν Άστει

Δεκάς Β

11. Ενδέκατη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ἑλαφηβολιώνος ΙΑ΄ (11η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 9ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΑ΄. Ενδεκάτη, πρώτη μεσούντος

Γεγονότα

  • ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΕΝ ΑΣΤΕΙ
  • ΗΜΕΡΑ Β’, ΔΙΘΥΡΑΜΒΙΚΟΙ ή ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Η σημερινή ημέρα είναι η δεύτερη (Β’) των Διονυσίων εν Άστει εάν δεχτούμε την χρονολόγηση που έκανε ο Ferguson, (Βλέπε 9η Ελαφηβολιώνος, και είναι αφιερωμένη στους Διθυραμβικούς αγώνες ή στους Δραματικούς αγώνες.
Η αποκατάσταση του ολοκληρωμένου προγράμματος των Διονυσίων εν Άστει, είναι πάρα πολύ υποθετική.
Οι διθυραμβικοί αγώνες ήταν οι πρώτοι μετά το τέλος της πομπής. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι οι χορηγοί των παίδων αναφέρονται στις αθηναϊκές επιγραφές πριν από τους χορηγούς του δράματος, συνεπώς αυξάνεται η πιθανότητα οι διθυραμβικοί αγώνες να τελούνταν πριν τους δραματικούς.
Εφόσον εφαρμόζεται ο θεσμός της συγχορηγίας, δύο χοροί έπαιρναν μέρος στα Διονύσια.
Τα Διονύσια εξακολουθούν να εορτάζονται και μετά το -166, αλλά δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες σχετικά με την εκτέλεση τους. Επιγραφικά δε, μαρτυρείται η τέλεση χορικών αγώνων.
ΣΧΟΛ. ΑΙΣΧΙΝΟΥ ΤΙΜΑΡΧ.10
― εξ εθους Αθηναίοι κατά φυλάς ΐστασαν ν ‘παίδων χορόν ή ανδρών, ώστε γενέσθαι δέκα χορούς, επειδή και δέκα φυλαί. διαγωνίζονται δ’ άλλήλοις διθυράμβω, φυλάττοντες του χορηγούντος εκάστω χορώ τα επιτήδεια, ό δ’ οΰν νικήσας χορός τρίποδα λαμβάνει, οv ανατίθησι τω Διονύσω. λέγονται δ’ οί διθύραμβοι κύκλιοι και χορός κύκλιος.
Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Η λέξη διθύραμβος είναι ελληνική. Η παλιότερη αναφορά σε διθύραμβο μαρτυρεί για την πιθανή κυκλαδική καταγωγή του:
βρίσκεται στο απόσπασμα 77 D του Αρχίλοχου (α ‘ μισό -7ου αι.) από όπου προκύπτει ότι ο διθύραμβος είναι ένα χορικό άσμα με εξάρχοντα, αφιερωμένο στο Διόνυσο.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 14.628
― ώς Διωνύσοι άνακτος καλόν εξάρξαι μέλος, οίδα διθύραμβον, οινω συγκεραυνωθείς φρένας.
Σύμφωνα με τον Pickard-Cambridge 1962, σ. 10, η αναφορά σε εξάρχοντα «με ένα κεφάλι γεμάτο κρασί» δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν κατά κυριολεξία. Μάλιστα, σύμφωνα με το
«Βίο του Αρχιλόχου», επιγραφή που δημοσίευσε ο Κοντολέων 1952, σ. 58 κ.ε., πιθανόν ο διθύραμβος να σχετίζεται με την προσπάθεια του Αρχιλόχου να εισάγει τη λατρεία του Διονύσου
στο νησί της Πάρου.
Ωστόσο, ως λογοτεχνικό είδος με συγκεκριμένη φόρμα, ο διθύραμβος είναι δημιούργημα του Αρίωνα που έζησε στην Κόρινθο (περίπου -625,-585). 0 Ηρόδοτος (Ι 23), τον αναφέρει ως τον πρώτο που συνέθεσε, ονόμασε και δίδαξε το
διθύραμβο:
― και διθύραμβον πρώτον ανθρώπων των ημείς ίδμεν ποιήσαντά τε και ονομάσαντα και διδάξαντα εν Κορίνθω.
Βλ. και Σούδα :
―Αρίων λέγεται και τραγικού τρόπου ευρετής γενέσθαι,
και πρώτος χορόν στήσαι και διθύραμβον άσαι, και ονομάσαι τό αδόμενον υπό του χορού, και Σατύρους εισενεγκείν έμμετρα λέγοντας.
Ως χώροι εφεύρεσης του είδους αναφέρονται επίσης η Νάξος (κυκλαδική καταγωγή) και η Θήβα. Το χορικό αυτό άσμα αποσυνδέεται σταδιακά από τη λατρεία, ιδιαίτερα όταν γίνεται αγώνισμα στα πλαίσια των αστικών εορτών. Η εισαγωγή διθυραμβικών αγώνων στην Αθήνα αποδίδεται στο Λάσο των Ερμιονέα ο οποίος επέφερε αλλαγές στη ρυθμική αγωγή των διθυράμβων και πλούτισε τη μουσική αυλητική συνοδεία, προανακρούοντας τις αλλαγές του νέου διθυράμβου. Σύμφωνα με τα σχόλια των Σφηκών (στ. 1410) του Αριστοφάνη, ο
Σιμωνίδης υπήρξε ανταγωνιστής -πιθανώς και μαθητής- του Λάσου σε διθυραμβικό αγώνα (τέλη -6ου αι.)· μάλιστα, ο Σιμωνίδης, που κέρδισε 56 ταύρους σε αντίστοιχες νίκες διθυραμβικών αγώνων ανδρών, είναι πιθανόν να
συνέθεσε διθύραμβο που εκτελέστηκε στη Δήλο.
Ο διθύραμβος αντλεί συνήθως τα θέματα του από τον κύκλο των ηρώων και, τουλάχιστον πριν τις αλλαγές του νέου διθυράμβου, είχε αφηγηματικό (και όχι μιμητικό) χαρακτήρα.
Στη διάρκεια του -5ου αι. φαίνεται πως συντελείται μια γενικότερη κοινωνική αλλαγή και τάση προς νέες δομές με έντονη αντανάκλαση και επιρροή στο χώρο της μουσικής. Υπάρχει διάχυτη η διάθεση να ξεπεραστούν οι παλιές φόρμες και είναι γνωστή η αντίδραση του Αριστοφάνη και του Πλάτωνα στις καινοτομίες της εποχής. Είναι πολύ πιθανόν ότι οι διθύραμβοι που συνέθεταν οι ποιητές της εποχής για τους αγώνες στις διάφορες εορτές επηρεάζονταν από το νέο κλίμα. Αυτό γίνεται σαφές καθώς παρακολουθούμε την αλλαγή ισορροπίας μεταξύ χορού/ τελετουργίας και μουσικού/ θεάματος προς όφελος του τελευταίου, αλλαγή που διαφαίνεται σαφώς μέσα από το επιγραφικό υλικό. Με την υποταγή του λόγου στην κίνηση και κυρίως στη μουσική, αρχίζει να χάνεται, τουλάχιστον για τις συνειδήσεις κάποιων σύγχρονων διανοούμενων της εποχής, ο πειθαρχημένος, εκπαιδευτικός και σε τελική ανάλυση θεολογικός χαρακτήρας της χορείας, προς όφελος της οργανικής εκτέλεσης, του θεάματος και του ακροάματος.
Καθώς αυξανόταν η σημασία της δεξιοτεχνίας, η θέση του αυλητή γινόταν ολοένα και σημαντικότερη ως προς το χορό. Δεν επρόκειτο δηλαδή πλέον για ένα χορό με συνοδεία αυλητή αλλά για έναν αυλητή με χορό, ένα χοραύλη. Για τις τάσεις και τις αντιδράσεις, ήδη από τις αρχές του -5ου αι., πριν ακόμα από την εποχή της μεγάλης διάδοσης της νέας μουσικής, ενδεικτικό είναι το ξέσπασμα του Πρατίνα, όπως παραδίδεται από τον Αθηναίο [Αθήν. 14. 617 c]. Το απόσπασμα αυτό, το οποίο ο Αθηναίος ονομάζει υπόρχημα αλλά σήμερα θεωρείται χορικό σατυρικού δράματος ή διθύραμβος, παρέχει στοιχεία για τη θέση του αυλού στον νέο διθύραμβο. Ο Πρατίνας πρέπει να αναφέρεται στις αλλαγές που επέφεραν στο είδος είτε ο Λάσος ο Ερμιονέας είτε ο Μελανιππίδης (ανάλογα με τη χρονολόγηση του αποσπάσματος). Συμφωνά με τον ποιητή, το άκουσμα που φτάνει στα αυτιά του και η εικόνα που αντικρύζει στην ορχήστρα του θεού είναι ιερόσυλα, αποτελούν ύβριν. Και συνεχίζει αναπτύσσοντας τη σχέση μεταξύ αοιδής και μουσικής συνοδείας:
η Μούσα όρισε το τραγούδι να βασιλεύει και ο αυλός να το υπηρετεί (τάν άοιδάν κατέστασε Πιερίς βασίλειαν ο δ’ αυλός ύστερον χορευέτω, και γάρ εσθ’ υπηρέτας). Αυτός ας βασιλεύει στους κωμούς και τις αψιμαχίες των μεθυσμένων νέων. «Χτύπα, λέει ο Πρατίνας, τον αυλό με την ποικίλη πνοή βατράχου, κάψε αυτόν που σπαταλάει το σάλιο, τον πολυλογά, που ξαστοχάει στο ρυθμό και το βήμα, το δούλο με το τρύπιο σώμα!»
Και απευθυνόμενος προς τον «θριαμβοδιθύραμβο κισσοστεφανωμένο άνακτα Διόνυσο» τον παρακαλεί να ακούσει τη δική του δώρια χορεία. Ο ποιητής αγανακτεί όταν ακριβώς διαπιστώνει το σταδιακό ξεπεσμό του χορού σε σχέση με το μουσικό. Για τον Πρατίνα είναι ιεροσυλία ο χορός να συνοδεύει τον αυλητή και όχι το αντίθετο, όπως ήταν η πατροπαράδοτη συνήθεια. Όταν δε συνανλούν οι αυλητές με το χορό αλλά συνάδει ο χορός με τον αυλητή, το αποτέλεσμα δεν είναι πια μουσική αλλά θόρυβος.

Close Menu