Πρώτη Μεσούντος Ανθεστηριώνος

Ανθεστήρια, Πιθοίγια

Δεκάς Β

11. Ενδέκατη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ανθεστηριώνος ΙΑ΄ (11η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 8ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΑ΄. Ενδεκάτη, πρώτη μεσούντος

Γεγονότα

  • ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
  • ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΕΝ ΛΙΜΝΑΙΣ
  • ΠΙΘΟΙΓΙΑ
  • ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΛΙΜΝΑΙΟΥ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Η σημερινή ημέρα είναι εορταστική ημέρα, εορτάζουμε την πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων, την Πιθοιγία. Ο μήνας πήρε την ονομασία του από την εορτή. Τα Ανθεστήρια ή Διονύσια εν Λίμναις, διαρκούν τρείς ημέρες, την ΙΑ’, ΙΒ’, και ΙΓ’ (11Η 12Η, 13Η) Ανθεστηριώνος.
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΙΔΥΔΗ 2,15,4
― επί τρείς μεν εστι εορτή ημέρας ια’, ιβ’, ιγ’, επίσημος εστι δε η ιβ’, ως και είπεν αυτός.
Η εορτή χωρίζεται σε τρία μέρη και απαρτίζουν τρείς ξεχωριστές ημέρες, την Πιθοιγία, τας Χόας, και τους Χύτρους:
ΑΡΠΟΚΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΔΑ
― Χόες· φησί δε Απολλόδωρος Ανθεστήρια μεν καλείσθαι κοινώς την όλην την εορτήν Διονύσω αγομένην, κατά μέρος δε Πιθοίγια, Χόας, Χύτρους.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘ. 655Ε
― του νέου οίνου Αθήνησι μεν ενδεκάτη μηνός Αθνεστηριώνος κατάρχονται, Πιθοίγια την ημέρα καλούντες.

  • καὶ ἐν τοῖς πατρίοις ἐστὶν ἑορτὴ Πιθοιγία, καθ’ἥν οἰκέτην οὔτε μισθωτὸν εἰργειν τῆς ἀπολαύσεως τοῦ οἴνου θεμιτὸν ἦν, ἀλλὰ θύσαντας πᾶσι μεταδιδόναι τοῦ δῶρου τοῦ Διονύσου. (Πλουτάρχου Απόσπασμα σωζόμενο)
    Ο Πλούταρχος εδραιώνει την ονομασία της σημερινής ημέρας, της 11ης Ανθεστηριώνος, ως «Πιθοιγία».

ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΕΔΕΣΑΝ τό όνομα τής εορτής τών Ανθεστηρίων μέ τήν άνθηση της Ανοίξεως. Τό όνομα του μηνός καί ή εορτή είναι κοινά στούς ‘Αθηναίους καί σ’ όλους τούς Ίωνες.
Στήν Αθήνα ή εορτή αναφέρεται επίσης ώς τα «αρχαιότερα Διονύσια», σέ αντιδιαστολή πρός τά «Μεγάλα Διονύσια», τά οποία καθιερώθηκαν γιά πρώτη φορά τον -6ο αί. Ενα μικρό `Ιερό τον Διονύσου « Λιμναίον», έν λίμναις, απ’ όλο τον χρόνο έμενε ανοιχτό μόνο τήν ήμέρα τής εορτής στις 12 του ‘Ανθεστηριώνος -όπου «ήμέρα» σύμφωνα μέ τον ιερό υπολογισμό εθεωρείτο τό διάστημα άπό τήν μιά δύση του ήλίου ώς τήν άλλη.

Α’ ΗΜΕΡΑ – ΤΑ ΠΙΘΟΙΓΙΑ, Πιθοιγία ἤ Πιθοίγια
Η ΕΥΧΗ ΣΤΑ ΠΙΘΟΙΓΙΑ

Ο Καλλιμαχος διασωζει την ευχη που διδεται μπροστα στο ιερο στην ημερα των Πιθοιγιων, με την οποια οι θρησκευτες κανουν σπονδη και ζητουν απο τον Διονυσο να ειναι η χρηση του «φαρμακου» αβλαβης και σωτηριος :
― παλαι γ’ ως ευχοντο, του οινου πριν η πιειν αποσπενδοτες, αβλαβη και σωτηριον αυτοις του φαρμακου την χρησιν γενεσθαι.
Η Ευχή του Καλλίμαχου εμπεριέχεται στον Πλούταρχο Συμπ. 455ε:

ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
ΤΟΠΟΣ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Τόπος τέλεσης των δημόσιων ιεροπραξιών των Ανθεστηρίων, όπου ο λαός απευθύνεται στον Θεό Διόνυσο, είναι το ιερό του Διονύσου Λιμναίου.
Ετούτο μάς μαρτυρεί απερίφραστα ο Θουκυδίδης για τη δεύτερη ημέρα, τη μόνη ημέρα όλου τον έτους κατά την οποία το ιερό μένει ανοιχτό.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 2.15.4
― και του εν Λίμναις Διονύσου, ω τα αρχαιότερα Διονυσια (τη δωδεκάτη) ποιείται εν μηνί Ανθεστηριώνι, ώσπερ και οι απ΄Αθηναίων Ίωνες έτι και νυν νομίζουσιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
του Λιμναίου Διονύσου, προς τιμήν του οποίου, τη δωδεκάτη ημέρα του Ανθεστηριώνος εορτάζονται τα αρχαιότερα Διονύσια , συνήθεια που την κρατούν ακόμη και σήμερα οι Ίωνες , οι οποίοι κατάγονται από τους Αθηναίους.

Ο Διόνυσος Λιμναίος, ο τιμώμενος θεός στα Ανθεστήρια (Διονύσια εν Λίμναις), ο θεός της ανοιξιάτικης υγρασίας που αναμειγνύει τον νέο οίνο.

Κατά την  ιωνική λατρεία, και των Αθηναίων επίσης, η Επιφάνεια του Διονύσου τελείται στα Διονύσια εν Λίμναις, δηλαδή στην τριήμερη εορτή που είναι γνωστή με το όνομα Ανθεστήρια και έδωσε την ονομασία στον μήνα που βρισκόμαστε τώρα, τον Ανθεστηριώνα.

Στην πρώτη ημέρα, την  Πιθοιγία του νέου οίνου  περιλαμβάνουν την τελετουργική ανάμειξή του. Ο Φανόδημος προσφέρει μια ετυμολογία για τον  Διόνυσο Λιμναίο  και  συνδέει το λατρευτικό επίθετο με την ανάμειξη του οίνου και του νεαρού ύδατος (Νύμφαις). Ο χώρος του Διονύσου Λιμναίου ανοίγει μόνο για αυτή την εορτή.

― Φανόδημος δὲ πρὸς τῷ ἱερῷ φησι τοῦ ἐν Λίμναις Διονύσου τὸ γλεῦκος φέροντας τοὺς Ἀθηναίους ἐκ τῶν πίθων τῷ θεῷ κιρνάναι, εἶτ᾽ αὐτοὺς προσφέρεσθαι: ὅθεν καὶ Λιμναῖον κληθῆναι τὸν Διόνυσον, ὅτι μιχθὲν τὸ γλεῦκος τῷ ὕδατι τότε πρῶτον ἐπόθη κεκραμένον. διόπερ ὀνομασθῆναι τὰς [πηγὰς] Νύμφας καὶ τιθήνας τοῦ Διονύσου, ὅτι τὸν οἶνον αὐξάνει τὸ ὕδωρ κιρνάμενον.

― Ο Φανόδημος λέει – στο ιερό του Λιμναίου Διονύσου, οι Αθηναίοι φέρνουν τον οίνο σε πίθους και τον αναμιγνύουν για το θεό, και στη συνέχεια πίνουν και οι ίδιοι. Λιμναῖος, καλείται ο Διόνυσος γιατί ο οίνος  για πρώτη φορά αναμιγνύεται με νερό, διότι οι Νύφες (πηγαίο ύδωρ)  ονομάστηκαν Νύμφες και Τροφοί  του Διονύσου, επειδή το νυμφαίο παρθένο ύδωρ  που αναμιγνύεται με το κρασί αυξάνει την ποσότητα του οίνου.

Αθην. 11 Φανόδημος 325 θρ. 12

Σε αυτήν την ημέρα, οι Αθηναίοι  που τρύγησαν, φέρνουν ένα πίθο γεμάτο ανέρωτο «ζυμωμένο» οίνο στο ιερό των Λιμνών, εκεί ανοίγουν  τον πίθο της σοδειάς τους και αναμειγνύουν τον οίνο τελετουργικά με το νυμφόνερο (ύδωρ των Νυμφών του Λιμναίου). Με την πρώτη σπονδή του νέου οίνου τιμάται ο θεός.

Την δεύτερη ημέρα με την ονομασία Χόες εμφανίζεται στην Αθήνα ο θεός σε πομπή που επιστρέφει πάνω σε μια τριήρη, ― πέμπεται γάρ τις μηνί Ανθεστηρίωνι μεταρσία τριήρης ές άγοράν.  

Μετά από το κάλεσμα του θεού στα Λήναια, πριν ένα μήνα, ο θεός κάνει την Επιφάνειά του στα Ανθεστήρια. Τα Ανθεστήρια είναι αρχαιότερα από τον αποικισμό των Ιώνων. Ο Διόνυσος αυτός, λατρευτικά, είναι διαφορετικός από τον Ληναίο των Ληναίων, και του Ελευθερέως των Διονυσίων εν άστει που θα εορτάσουμε σε ένα μήνα.

Το εν Λίμναις ιερό, είναι το αρχαιότερο ιερό του θεού. Το Λιμναίον ιερό κατά μία εκδοχή βρίσκεται θαμμένο στον κοίλο χώρο μεταξύ του Αρείου Πάγου και του λόφου την Πνύκας όπου υπήρχε πηγή με μικρή λίμνη, και κατά δεύτερη εκδοχή που είναι η πιο πιθανή, βρίσκεται  νότια του διονυσιακού θεάτρου σε μικρή απόσταση από την αρχή της οδού Συγγρού σήμερα.

Κατά την επιστροφή του θεού, για τους Ίωνες από την θάλασσα (η θάλασσα εκπροσωπεί τον κάτω κόσμο στους Ίωνες), στις τελετές των Διονυσίων εν Λίμναις (Ανθεστηρίων), το ιερό του Λιμναίου ανοίγει τις θύρες, έτσι κατά στον ερχομό του θεού και το άνοιγμα των ανέρωτων πίθων τα είδωλα των νεκρών διαφεύγουν και επιστρέφουν για λίγο στον επάνω κόσμο των ζωντανών. Περιφέρονται έξω και διώκονται από τις οικίες των ανθρώπων που αλείφουν  ένα μείγμα πίσσας  στις θύρες και μασούν φύλλα ράμνου εθιμοτυπικά για την αποτροπή των ειδώλων. Ο  Ερμής μαζεύει αυτά τα είδωλα των νεκρών την τελευταία ημέρα, των Ανθεστηρίων, των Χυτρών,  και τα οδηγεί πίσω στον Άδη. Αυτή η ημέρα είναι «μιαρά».

   Παράλληλα, τα Ανθεστήρια είναι η πρώτη θρησκευτική εορτή στην οποία λαμβάνουν μέρος τα παιδιά των Αθηναίων. Τα παιδιά που έχουν φτάσει στο τρίτο έτος στεφανόνωνται με άνθινο στέφανο, πρωϊμιο των επερχομένων Απατουρίων . Για τα αγόρια αυτή η τελετή είναι ένας σταθμός στο ταξίδι της ζωής τους για να γίνουν πολίτες και να σηματοδοτηθεί η αρχή της μετάβασής τους  έξω από τις γυναικείες περιοχές του οικίας.

Ο Καρλ Κερενυϊ γράφει στο έργο του (228) «Διόνυσος, η αρχέγονη εικόνα της άφθαρτης ζωής»:

H πρώτη ημέρα ονομάζεται Πιθοιγία, «ημέρα του ανοίγματος των πιθών». Τα μεγάλα πήλινα δοχεία του κρασιού, που συνήθως είναι θαμμένα έως τη μέση, δεν τα κουβαλούσαν μέχρι τις Λίμνες, όπως συνέβαινε και τον Πυανεψιώνα, όταν αντλούσαν από μέσα τους το γλεύκος για την πρώτη ανάμιξη και την πρώτη μέθη. Στη διάρκεια της ζύμωσης έπρεπε να παραμείνουν ανοιχτοί, στη συνέχεια όμως να σκεπαστούν για υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν μέσα τους κάθε είδους πράγματα — ακόμη και παιδιά. ‘Όταν την ημέρα εκείνη αφαιρούσαν το σκέπασμα, ο λόγος ήταν θρησκευτικός, ένας λόγος που στους καιρούς του Πλουτάρχου και της κοινωνίας του ήταν πλέον ακατανόητος. H ερμηνεία προέκυψε τελικώς από τα κείμενα της μυκηναϊκής εποχής που βρέθηκαν στις πήλινες πινακίδες της Πύλου. Δίψιοι, «διψασμένες» αποκαλούνται εκεί οι ψυχές των νεκρών. Δεν διψούσαν για νερό αλλά, κατά το έτος που ο ευνουχισμένος Διόνυσος έμενε ανάμεσά τους, για κρασί. H παράσταση σε μιαν αττική λήκυθο του -6ου αιώνα δείχνει τις φτερωτές ψυχές κατά την ημέρα της Πιθοιγίας, τότε που ο Κάτω Κόσμος παρέμενε ανοιχτός για την άνοδο του Διόνυσου. Υπό την εποπτεία τον Ερμή, του ψυχοπομπού, κατευθύνονται σε έναν ανοιχτό πίθο που είναι έως τη μέση θαμμένος μέσα στη γη Διακρίνεται μία που ορμάει μέσα για να πιεί και άλλες τρεις να απομακρύνονται ευχαριστημένες.
Οι ψυχές προέρχονται από τον Κάτω Κόσμο. Τις έχει προσελκύσει το άρωμα του κρασιού, που απλώνεται τώρα σε ολόκληρη την πόλη από τους ανοιγμένους πίθους.
Σε όλους έπρεπε να επιτραπεί η απόλαυση του κρασιού, ακόμη και στους δούλους, μόλο που η συγκεκριμένη ημέρα δεν ήταν η πλέον κατάλληλη: όχι μόνο για το άνοιγμα των δοχείων του κρασιού που θα προσέλκυε τις ψυχές, αλλά και για το άνοιγμα της γιορτής πού η κεντρική ημέρα της, η 12η, είχε πάρει το όνομά της από τους χόες. Με το mundus patet τους οι Ρωμαίοι εννοούσαν κάτι εξαιρετικώς απλό:
Mundus patet, deοrum tristium atqueinferum quasi ianua patet — «Όταν ο mundus είναι ανοιχτός, είναι επίσης ανοιχτή η πύλη των θλιμμένων και χθονίων θεών». Αν όμως μεταφέρουμε κυριολεκτικώς αυτή την εικόνα στη γιορτή των Αθηναίων, θα κινδυνεύσουμε να αποπροσανατολιστούμε. Εκείνο που προκύπτει για την ημέρα των Χοών είναι μια ατμόσφαιρα γεμάτη πνεύματα και γεμάτη ερωτισμό. Το φαινόμενο είναι σπάνιο, όχι όμως και αδιανόητο για τα ανθρώπινα δεδομένα. Ακόμη όμως κι αν πρόκειται για κάτι απολύτως μοναδικό, εδώ πρέπει να γίνει αποδεχτό με βάση τα υπάρχοντα τεκμήρια.
Το γεγονός ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν κατά την ημέρα των Χοών δεδομένη την πυκνή παρουσία πνευμάτων επιβεβαιώνεται εκ των υστέρων από τις ιεροπραξίες της 13ης του Ανθεστηριώνος, της «ημέρας των Χύτρων». H ημέρα ετούτη ήταν αποκλειστικώς αφιερωμένη στην εκδίωξη και στον κατευνασμό των πνευμάτων αυτών, όπως ήταν επίσης αφιερωμένη —πέρα από τον Διόνυσο— και στον Ερμή. Εκείνος που τους είχε καθοδηγήσει κατά την άνοδο, ο ίδιος έπρεπε να τους συνοδεύσει και κατά την κάθοδο. Στα πνεύματα απηύθυναν μεγαλοφώνως μια φράση που έμεινε παροιμιώδης:
Ούραζε, χήρες, ούκετ’ (ή ούκ ένι) άνθεστήρια.
Οι Χύτροι, από τους οποίους πήρε το όνομά της η ημέρα, περιείχαν το προσφάι για το ταξίδι των ψυχών: βρασμένη πανσπερμία, θυσία προς τον Χθόνιον Έρμην. Πρόκειται για μια τροφή που από τότε μέχρι χαι σήμερα στην Ελλάδα προσφέρεται στα πνεύματα των νεκρών.
Οι Αθηναίοι, με το κεφάλι βαρύ από το κρασί, κατευθύνονταν για άλλη μια φορά προς τις Λίμνας για να συνοδεύσουν τα πνεύματα κατά την αναχώρησή τους εκείνη την ημέρα. Σύμφωνα με την τριετηρική τάξη, ο Διόνυσος θα παρέμενε επάνω για τους επόμενους δώδεκα μήνες. Σύμφωνα με την αθηναϊκή τάξη, έπειτα από ένα σύντομο διάστημα ευφορίας θα ήταν και πάλι διαιρεμένος και διπλός, επάνω και κάτω ταυτοχρόνως.
Κάποιος μεταγενέστερος, δεισιδαιμονικός φόβος ίσως να ήταν ο λόγος για τον οποίο οι Αθηναίοι τη 12η Ανθεστηριώνος, τη μεγάλη ημέρα, από νωρίς το πρωί μασούσαν φύλλα ράμνου και άλειφαν τις πόρτες με πίσσα για να αντιμετωπίσουν τα πνεύματα.

ΚΑΛΑ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ, ΥΓΙΕΙΑ , ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΥΧΗ ΑΓΑΘΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Τελευτή Ικτίνου Κων.