Ενάτη Μεσούντος Βοηδρομιώνος

Ελευσίνια Μυστήρια, Ίακχος

Δεκάς Β

19. Δεκάτη ενάτη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Βοηδρομιώνος ΙΘ΄ (19η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 3ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΘ΄. Ἡ δεκάτη ἐνάτη, ἐνάτη μεσοῦντος μηνός, ἐννέακαιδεκάτη, ἐνάτη ἐπὶ δέκα, ἐνάτη ἐπὶ δεκάτη

Γεγονότα

  • ΜΕΓΑΛΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΑ, ΗΜΕΡΑ Ε΄
  • ΙΑΚΧΟΣ – ΠΟΜΠΗ (επιστροφὴ των Ιερών της Δημητρός και της Κόρης, και των Μυστών στην Ελευσίνα
  • ΚΡΟΚΩΣΙΣ
  • ΓΕΦΥΡΙΣΜΟΙ
  • ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ΣΤΗΝ ΣΑΛΑΜΙΝΑ [-480]
  • ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΣΦΟΔΡΙΟΥ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ [-378]

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

ΠΕΜΠΤΗ ΗΜΕΡΑ: 19n ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝΟΣ (ΠΟΜΠΗ). Αυτή η μέρα, γνωστή ωs Ίακχοs ή πομπή, σηματοδοτούσε την αποκορύφωση των ιεροτελεστιών και των εορταστικών εκδηλώσεων στην Αθήνα. Από πολλές απόψειs ήταν μια από τιs λαμπρότερεs μέρεs του εορτασμού, η μέρα τηs μεγάληs πομπήs, της επιστροφής στην Ελευσίνα. Οι Αθηναίοι, δεξιοτέχνες στη διοργάνωση λαμπρών εκδηλώσεων, όπωςs αποδεικνύεται από τα Παναθήναια, περιέβαλαν αυτή την πομπή με εντυπωσιακά στοιχεία που ενέπνεαν δέοs και συγκρίνονται με την επιβλητική περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας. Η επίσκεψη στην Αθήνα είχε φτάσει στο τέλοςs της και η Δήμητρα ήταν έτοιμη να επιστρέψει στον οίκο τηs. Οι Έφηβοι των Αθηνών, οπλισμένοι όπωs και προηγουμένωs, προετοιμάζονταν από τον κοσμητή, τον άρχοντα που είχε την ευθύνη των νέων ανδρών, νωρίς το πρωί να συνοδεύσουν την πομπή. Αυτή τη φορά ήταν στεφανωμένοι με το ιερό μύρτινο στεφάνι των Μυστηρίων.Οι μύστεs και οι ανάδοχοί τους συγκεντρώνονταν ίσως στο Πομπείον των Αθηνών κοντά στο Δίπυλον. Ήταν κι αυτοί ντυμένοι εορταστικά, φορούσαν μύρτινα στεφάνια και κρατούσαν μυστηριακούς βάκχους, από κλαριά μυρτιάs δεμένα με μαλλί. Πολλοί είχαν μια χοντρή, ροζιασμένn βακτηρία, φτιαγμένη ειδικά για τα Μυστήρια, από την άκρη της οποίαs θα κρεμούσαν τον κόρυκο ή φάσκαλο, ένα σάκο που περιείχε εφόδια, ή στρωσίδια, ή τα καινούργια ρούχα που θα έβαζαν στη διάρκεια τηs μύησήs τουs (πρβλ. τον Πίνακα της Νιννίου). Όταν τα εφόδια ήταν βαριά, τα μετέφεραν υποζύγια χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα τα γαϊδούρια γι’ αυτό το σκοπό και σε αυτό αναφέρεται ο Αριστοφάνηs όταν βάζει τον Ξανθία να αναφωνήσει: «Μα το Δία, εγώ ο γάιδαροs οδηγώ τα μυστήρια» . O δρόμοs προς την Ελευσίνα είναι αρκετά μακρύς, περίπου είκοσι τρία χιλιόμετρα και μολονότι αρχικά οι μύστεs κάλυπταν την απόσταση πεζή, προφανώs κατά τον πέμπτο αιώνα μερικοί πήγαιναν με άμαξεs. Τότε ήταν που μειώθηκε το πλάτος της γέφυραs των Ρειτών σε ενάμισι μέτρο μόνο, ώστε να μη χωρούν να περάσουν άμαξεs. Αυτός ο πεpιopισμός γενικά εκλαμβάνεται ότι στόxo είxε τιs άμαξες που χρησιμοποιούσαν κατά την πομπή όμως εφόσον θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται σε τροχοφόρα που φυσιολογικά κυκλοφορούσαν στο πλαίσιο της καθημερινότητας, n επιγραφή στην οποία αναγράφεται o περιορισμόs δεν αποτελεί οπωσδήποτε απόδειξη ότι ήδη χρησιμοποιούσαν από τόσο νωρίs άμαξεs στην πομπή. Στον Πλούτο ο Αριστοφάνηs αναφέρει μια τσαχπίνα ηλικιωμένη γυναίκα που πήρε μέροs στην πομπή πάνω σε μια άμαξα και την οποία έδειρε o εραστήs της επειδή την γλυκοκοίταζε κάποιοs άλλοs. Κατά τον τέταρτο αιώνα [-], μεταξύ των πλούσιων έγινε συνήθεια n συμμετοχή στην πομπή με άμαξεs και ο Λυκούργος απαγόρευσε με νόμο τη χρήση τους κατά την πομπή και επέβαλε χρηματική ποινή έξι χιλιάδων δραχμών στουs παραβάτες. Φαίνεται πωs υπήρξε ο πρώτοs που πλήρωσε το πρόστιμο, εφόσον πρώτη παρέβη τό νόμο n σύζυγός του. Μέχρι το τέλους του τετάρτου αιώνα [-]. μεταφέρονταν και οι ιερείs με άμαξεs τις οποίεs παρείχε n πολιτεία, και τον ίδιο αιώνα, όπωs είδαμε, παραχωρήθηκε και μια άμαξα για τη μεταφορά των Ιερών αντικειμένων. Το πλήθοs των πεζών, οι πολλέs άμαξεs και τα υποζύγια οπωσδήποτε θα δημιούργησαν προβλήματα τάξηs και την ανάγκη επιτήρησης. Κατά τον εορτασμό των Μυστηρίων της Ανδανίαs υπήρχαν ειδικοί αξιωματούχοι επιφορτισμένοι με την τάξη και εξουσιοδοτημένοι να επιβάλουν ποινέs στουs ταραξίεs. Δεν γνωρίζουμε αν υπήρχαν αντίστοιχοι αξιωματούχοι στην Αθήνα, ίσωs όμωs οι επιμεληταί, καθώs και n συνοδεία των Εφήβων, φρόντιζαν να προχωρεί με τάξη n πομπή. Aς φανταστούμε τώρα αυτό το λαμπρό γεγονόs. Νωρίs το πρωί της πέμπτης μέραs οι ιερείs και οι ιέρειεs της Ελευσίναs έπαιρναν τα Ιερά από το εν Άστει Ελευσίνιο, όπου φυλάσσονταν από την ώρα της άφιξής τους στην Aθήvα, και ακoλouθώvτας την Οδό των Παναθηναίων που περνούσε δίπλα από το ιερό, διέσχιζαν την Αγορά και έφταναν στην πύλη των Αθηνών που ήταν γνωστή ωs Δίπυλον καί στο Ιακχείον, το οποίο ίσωs να ήταν εκεί κοντά. Τοποθετούσαν σε μια άμαξα το ξόανο του Ίακxου, το οποίο κρατούσε μια δάδα και έφερε στεφάνι από μυρτιά, και με τη συνοδεία ενός ειδικού ιερέα που ήταν γνωστόs ωs Ιακχαγωγόs το έβαζαν στην κεφαλή της πομπής. Εν τω μεταξύ, το πλήθοs των μυστών με τουs αναδόχους τους, και πολλοί Αθηναίοι, οι οποίοι θα συνόδευαν τα Ιερά για μια μικρή απόσταση εκτόs των πυλών, συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν από το Πομπείον των Αθηνών που βρισκόταν μεταξύ Διπύλου και Ηριδανού ή Ιεράs Πύληs. Η πομπή ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, ενδεxομένωs ύστερα από μια τελευταία επιθεώρηση.
Ο Ίακχος και ο ιερέας του βρίσκονταν επικεφαλήs· κατόπιν ακολουθούσαν οι ιερείς και οι παναγείs ιέρειεs της Δήμητρας με τα Ιερά στις κίστεs, ίσωs με τον τρόπο που φαίνεται στιs Καρυάτιδεs των Μικρών Προπυλαίων.
Κατόπιν ήταν οι αξιωματούχοι της πολιτείας, οι θεωρίεs των άλλων πόλεων και ξένοι αντιπρόσωποι, έπειτα οι μύστεs πεζή – άντρεs, γυναίκεs και παιδιά με τους αναδόχους τους, στη συνέχεια όσοι επέβαιναν σε άμαξες,
και τέλοs τα υποζύγια με τα οποία έκλεινε η πομπή. Το πλήθος που συμμετείχε πρέπει να ήταν σημαντικό. Η πομπή θα προχωρούσε στο δρόμο που ήταν γνωστόs ωs «οδός προs Ελευσίνα» ή «οδόs η ‘Ελευσινάδε»,και έφερε οριοδείκτεs. Στη συνέχεια, ο δρόμοs γινόταν η Ιερά Οδόs. Η πομπή προχωρούσε αργά αλλά με ενθουσιασμό και ζωντάνια, και οι γύρω δρόμοι και λόφοι αντιλαλούσαν τιs εορταστικέs κραυγέs όσων συμμετείχαν:
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ ΣΤ. 340-350
― έγειρε φλογέαs λαμπάδας έν χερσί γάp ήκει τινάσσων, lακχ’ ώ ‘lακχε, νυκτέρου τελετήs φωσφόροs άσrήρ. Φλογι φέγγεrαι δε λειμών· γόνυ πάλλεται γερόνrων· άποσεiονrαι δέ λύπας χρovioυς τ’ έτών παλαιών ένιαυτούς
iεράs ύπό τιμάs….
Ο ρόλοs του Ίακχου απέκτησε μεγαλύτερη σπουδαιότητα μετά την Περσική εισβολή του Ξέρξη, αφού πίστεψαν ότι ο νεαρόs Θεόs βοήθησε τουs Έλληνεs εναντίον των βαρβάρων στη μάχη τηs Σαλαμίναs.
Η πομπή ακολουθούσε τους πρόποδεs της Πάρνηθας, μεταξύ Αιγάλεω και Ποικίλου όρoυς, προσπερνώνταs το ένα μετά το άλλο τα πολυάριθμα μνημεία που πλαισίωναν την Ιερά Οδό, και έφτανε στο ύψοs του περάσματος.
Εκεί έστεκε το Ιερό του Απόλλωνα, του Θεού της δάφνης, το οποίο είχαν ιδρύσει ο Χαλκίνοs και ο Δαίτος σ’ εκείνο το σημείο της Αττικήs «όπου είδαν τριήρη να τρέχει πάνω στη στεριά», και το οποίο κληρονόμησε η παναγία των Χριστιανών την οποία τώρα λατρεύουν οι Χριστιανοί στο μοναστήρι του Δαφνίου. Από εκεί η Ιερά Οδός κατηφόριζε απότομα προs τη θάλασσα, προσφέροντας θέα των βουνών και των κρυστάλλινων νερών. Ο σύγχρονοs δρόμοs ακολουθεί σε γενικές γραμμές την αρχαία Ιερά Οδό μέχρι το ιερό της Αφροδίτηs,σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Τα ερείπια του στο δεξιό μέροs του δρόμου, και οι λαξευμένεs στο βράχο κόγχες του, ακόμη και σήμερα αποτελούν εντυπωσιακά ορόσημα. Στο ύψος του ιερού της Αφροδίτης, η Ιερά Οδόs απομακρυνόταν από την πορεία που ακολουθεί τώρα ο αυτοκινητόδρομοs· περνούσε πάνω από τους λόφους για να βγει πίσω από τη λίμνη των Ρειτών και να καταλήξει στη θάλασσα μέσω της γέφυρας που έχουμε ήδη αναφέρει. Από εκείνο το σημείο η Ιερά Οδός και ο σύγχρονος δρόμος συγκλίνουν και πάλι μέχρι το τέλοs τηs διαδρομής.
Μόλις περνούσαν τη γέφυρα οι μύστες, ελάμβανε xώρα μια ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα εκδήλωση. Ήταν γνωστή ωs Κρόκωσις, από το μυθικό Κρόκωνα, τον πρώτο κάτοικο της περιοχής, οι απόγονοι του οποίου είχαν το προνόμιο να δένουν μια μάλλινη κρόκη, μια πορφυρή ταινία, γύρω από το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι κάθε μύστη. Ο Deubner υποστήριξε ότι αυτή η τελετή, η Κρόκωσιs, γινόταν στην Αθήνα μεταξύ 15ns και 19ns Βοηδρομιώνοs, για να αποφευχθούν καθυστερήσεις που θα προέκυπταν φυσιoλoγικά εάν γινόταν καθ’ οδόν στη διάρκεια τηs πομπήs. Όμωs, η τελετή θα πρόσφερε στουs μύστεs την ευκαιρία να αναπαυθούν·θα χρησίμευε για να γεμίσει η ώρα μέχρι τη δύση, και μετά η πομπή μπορούσε να συνεχίσει με το φωs των δαυλών. Ίσωs στη διάρκεια αυτής της ανάπαυλας δίπλα στη θάλασσα να έλαβε χώρα η περίφημη επίδειξη τηs Φρύνης. «Στη μεγάλη σύναξη των Ελευσινίων και στην εορτή του Ποσειδώνα», λέει ο Αθήναιος, «μπροστά στα μάτια όλου του Ελληνικού κόσμου, εκείνη έβγαλε το χιτώνα της και έλυσε τα μαλλιά της πριν μπει στο νερό». Το θέαμα ενέπνευσε τον Απελλή να ζωγραφίσει την αναδυόμενη Αφροδίτη.Πριν φτάσει στον προορισμό της η πομπή έπρεπε να διασχίσει τον Ελευσινιακό Κηφισό. Πάνω στη γέφυρά του περίμεναν άντρες με καλυμμένα τα κεφάλια οι οποίοι εκτόξεuσαν προσβολέs εναντίον σημαινόντων πολιτών που έπαιρναν μέρος στον εορτασμό. Εκείνοι με τη σειρά τους περνούσαν σιωπηλοί και δεν φαίνεται να αντάλλαζαν ούτε λέξη. Ο σκοπόs αυτών των γεφυρισμών, όπωs ονομάζονταν, φαίνεται να ήταν αποτροπαϊκόs· εκτόξευαν προσβολέs εναντίον υψηλά ισταμένων ανθρώπων για τουs ταπεινώσουν και έτσι να τους προφυλάξουν από τυχόν αντιδράσειs φθόνου των κακών πνευμάτων. Οπωσδήποτε οι προσβολέs και οι έξυπνεs χυδαιότητες πρέπει να προκαλούσαν έντονη ευθυμία. Και έτσι με χαρούμενη διάθεση και αναμμένεs δάδεs, η πομπή έφτανε τελικά στο τέρμα τηs Ιεράs Οδού και στο εξωτερικό προαύλιο του Ιερού. Τότε γινόταν η υποδοχή του Ίακχου στο προαύλιο με χαρούμενη και φιλοπαίγμονα διάθεση και έφτανε στο τέλος η αποστολή και η συνεισφορά του. Αν όμωs το χορικό άσμα στουs Βατράχουs του Αριστοφάνη αντανακλά τα περιστατικά, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η υπόλοιπη νύχτα περνούσε μέ άρματα και xoρoύς προs τιμήν τηs θεάs. Σ’ εκείνο το προαύλιο, και μετά την εποχή του Πεισιστράτου, ήταν το Καλλίχορο φρέαρ γύρω από το οποίο κατά παράδοση γίνονταν τέτοιοι χοροί, και ο Πίνακαs τηs Νιννίου υποδηλώνει χορό. Σ’ εκείνο τον πίνακα απεικονίζεται επίσηs η κερνοφορία, η τελευταία πράξη εκείνηs τηs νύχτας.
Ίσωs γυναίκεs που είχαν πάνω στα κεφάλια τους το μυστηριακό κέρνο να εκτελούσαν ένα ειδικό χορό προς τιμήν τηs θεάs. Ο Κουρουνιώτης πρότεινε ότι η κερνοφορία γινόταν κάποια άλλη ώρα όταν οι μύστεs δεν θα ήταν τόσο κουρασμένοι ύστερα από μια μεγάλη μέρα, ύστερα από την πορεία και τόσεs άλλεs δραστηριότητεs. Κατά την άποψή μαs, όμωs, αυτό ήταν το κατάλληλο τέλος της πομπής, η στιγμή της άφιξης στο Ιερό όπου η Θεά θα καλωσόριζε τουs πιστούς της και θα αποδεχόταν την παρουσίασή τους· η τελευταία πράξη στην οποία ο Ίακχοs, που εικονίζεται στον Πίνακα τηs Νιννίου, θα συμμετείχε και μετά θα εξαφανιζόταν από το προσκήνιο του εορτασμού. Οι σύγxpovεs θρησκευτικέs πομπέs και δοκιμασίεs που τελούνται στα μεγάλα ιερά κέντρα του Χριστιανισμού καταδεικνύουν ότι n ζέση του γεμάτου προσδοκία πιστού του δίνει τη δυνατότητα να ξεπερνά ακόμα και τη φυσιολογική ανθρώπινη αντοχή. Ναι, ο χoρός και n κερνοφορία ήταν ένα ταιριαστό τέλοs μιαs συναρπαστικήs μέραs. Τελικά το πλήθος θα διαλυόταν και θα αναζητούσε κατάλυμα και ανάπαυση σε έναν από τουs ξενώνες κοντά στο Ιερό, ή θα έβρισκε φιλοξενία στα σπίτια και τιs επαύλειs φίλων.
Με τον τρόπο αυτό τελείωνε μία από τις λαμπρότερες θρησκευτικέs πομπές του αρχαίου κόσμου, n οποία γέμιζε τους μύστες με ενθουσιασμό και προσδοκία. Ίσωs πρέπει να σημειώσουμε ότι στη μακρά ιστορία τηs λατρείας, μόνο μια φορά ανεστάλη n πομπή μολονότι είχε ξεκινήσει όταν έφτασε στην Αθήνα n είδηση της καταστροφής τηs Θήβαs από τον Αλέξανδρο τον Γ’, ματαιώθηκε ο εορτασμός. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν ήταν αδύνατον να επιτευχθεί ανακωχή, περιορίζονταν σημαντικά οι εορτασμοί στην Ιερά Οδό, και μετά την κατάληψη της Δεκέλειαs από τους Σπαρτιάτες n πομπή μεταφερόταν από τη θάλασσα προς και από την Αθήνα.
Ο Αλκιβιάδηs, επιστρέφοντας στην Αθήνα, τόλμησε να επαναφέρει την πομπή από ξηράς, υποχρεώθηκε όμως να χρησιμοποιήσει ολόκληρο το στρατό των Αθηναίων για την προστατέψει από ξαφνικέs επιδρομέs.Τι γινόταν μετά την πομπή και το ολονύχτιο γλέντι που ακολουθούσε; Πότε άρχιζε ο πραγματικός εορτασμός των Μυστηρίων, n πραγματική τελετή; Οι άφθονες πληροφορίεs που περιέχονταν σε επιγραφέs, δηλαδή στα επίσημα αρχεία του Ιερού και τηs πολιτείαs, καθώs και στα γραπτά των αρχαίων συγγραφέων ωs προs το τμήμα των Μυστηρίων που γινόταν ανοικτά και το έβλεπαν όλοι, έρχονται σε έντονη αντίθεση με την έλλειψη στοιχείων ωs προς το τι γινόταν μέσα στο τέμενοs τιs ιερές νύχτες της μύησης.
Γ.Ε. ΜΥΛΩΝΑΣ
Στὴ σημερινὴ ἡμέρα τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων πραγματοποιόταν ἡ ἱερὴ πομπὴ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν Ἱερῶν , ἀλλὰ καὶ τῶν Μυστῶν , ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πρὸς τὴν Ἐλευσῖνα:
― κατὰ τὰ αὐτὰ δὲ τῆι ἐνάτηι ἐπὶ δέκα τοῦ Βοηδρομιῶνος προστάξαι τῶι κοσμητῆι τῶν ἐφήβων ἄγειν τοὺς ἐφήβους πάλιν Ἐλευεῖνάδε μετὰ τοῦ αὐτοῦ σχήματος παραπέμποντας τὰ ἱερά.
ΑΤΤΙΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΗ IG II² 1078
Ἀρκετὲς ἀρχαίες πηγὲς χρονολογοῦν τὴν ἱερὴ πομπὴ τὴν 20η Βοηδρομιῶνος, δηλαδὴ αὔριο :
― μία τῶν μυστηρίων ἑστὶν ἡ εἰκὰς, ἔν ἦ τὸ Ἴακχον ἑξάγουσι.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ 324
― εἰκάδι γὰρ ἡ φρουρὰ Βοηδρομιῶνος εἰσήχθη μυστηρίων ὅντων, ἦ τὸν Ἴακχον ἑξ ἄστεος Ἐλαυσῖνάδε πέμπουσιν.
― τὴν εἰκάδα τοῦ Βοηδρομιῶνος ἦ τὸν μυστικὸν Ἴακχον ἑξάγουσιν
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΦΩΚ. 28 – ΚΑΜ. 19
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἱερὴ πομπὴ χρονολογεῖται σὲ δύο διαδοχικὲς ἡμέρες ἐξηγεῖται ὡς ἐξῆς :
Ἡ πομπὴ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τὸ πρωΐ τῆς 19ης Βοηδρομιῶνος καὶ ἔφτανε στὴ Ἐλευσῖνα πολὺ ἀργότερα μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἀρχὴ τῆς χρονολόγησης ἡ νέα ἡμέρα ξεκινοῦσε ἀμέσως μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου καὶ ἔτσι ἡ πομπὴ ἔφτανε στὴν Ἐλευσῖνα μετὰ τὴ δύση , μέσα στὴ νέα ἡμέρα , τὴν 20η Βοηδρομιῶνος.
Ὁ Ευριπίδης τοποθετεῖ τὴν νύχτα τῆς ἑορτῆς στὴν Ἐλευσῖνα τὴν 20η Βοηδρομιῶνος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ νύχτα τῆς ἀφίξεως τῆς πομπῆς.
Χορός
― αἰσχύνομαι τὸν πολύυμνον θεόν, εἰ παρὰ καλλιχόροισι παγαῖς
λαμπάδα θεωρὸν εἰκάδων
ὄψεται ἐννύχιος ἄυπνος ὤν
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΙΩΝ 1076
ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ 5η ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ:
Στὴν 5η ἡμέρα ὁ Ἐλευσίνιος ἑορτασμὸς ἔφτανε στὸ ἀποκορύφωμα του. Τὰ Ἱερὰ τῆς Δήμητρος συνοδεύονταν πίσω στὴν Ἐλευσῖνα μὲ τὴν μεγαλιώδη πομπὴ τῶν Μυστῶν , οἱ ὁποίοι πήγαιναν γιὰ νὰ λάβουν τὴ μύηση τους. Τὰ Ἱερὰ φυλάσσονταν μέσα στὸ Ἐλευσίνιον, στὴ βόρεια πλαγιὰ κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκροπόλη καὶ στὴ ἐπιστροφὴ τους στὴν
Ελευσῖνα συνοδεύονταν καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο ἱερὸ ἀντικείμενο, τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἴακχου.
Ὁ Ἴακχος ἀναπαρίσταντο ὡς νέος κρατῶντας μία δάδα.
Στὴν ἐποχὴ τοῦ Παυσανία ὑπῆρχε τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἴακχου κρατῶντας μία δάδα, στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ πρὸς τὴ πόλη τῶν Ἀθηναίων μαζὶ μἐ αὐτὰ τῆς Δήμητρος καὶ τῆς Κόρης:
― ἐσελθόντων δὲ ἐς τὴν πόλιν οἰκοδόμημα ἐς παρασκευήν ἐστι τῶν πομπῶν, ἃς πέμπουσι τὰς μὲν ἀνὰ πᾶν ἔτος, τὰς δὲ καὶ χρόνον διαλείποντες. καὶ πλησίον ναός ἐστι Δήμητρος, ἀγάλματα δὲ αὐτή τε καὶ ἡ παῖς καὶ δᾷδα ἔχων Ἴακχος: γέγραπται δὲ ἐπὶ τῷ τοίχῳ γράμμασιν Ἀττικοῖς ἔργα εἶναι Πραξιτέλους.
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΑΤΤΙΚΑ 2.4
Ποιὸς εἶναι ὅμως ὁ Ἴακχος ; Ἡ ἀπάντηση μᾶς δίδεται μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα κείμενα :
― Οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες οἱ πλεῖστοι. . . Ἴακχον τε καὶ τὸν Διόνυσον καλοῦσι καὶ τὸν ἀρχηγέτην τῶν μυστηρίων τῆς Δήμητρος δαίμονα.
ΣΤΡΑΒΩΝ 10.3.358
Οἱ ἔφηβοι συνόδευαν τὴν πομπὴ καθώς καὶ ὅλοι οἱ ἐπίσημοι τῆς Ἐλευσῖνος.
Οἱ Μύσται μὲ τοὺς Μυσταγωγούς τους ,ὁ καθένας , σχηματίζαν τὸν κύριως πυρῆνα τῆς πομπῆς.
Οἱ Μύσται κρατοῦσαν τοὺς βάκχους, κλαδιὰ ἀπὸ Μυρτιᾶ μὲ λωρίδες μαλλιοῦ.
Αρκετοί Ἀθηναίοι μὲ τὰ παιδιὰ τους συνόδευαν τὴν πομπή.
Ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὴν Ἐλευσῖνα ἦταν περίπου 23 χιλιόμετρα μέσω τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ.
Ἀφήνοντας τὸ ἱερὸ Δίπυλον, τὴν ἔξοδο τῆς Ἀθῆνας , ἡ πομπὴ περνοῦσε ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο τοῦ Ἀκάδημου, τὸ Ἱερὸ τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος καὶ τὸ Ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν ἀκτὴ τῆς Ἐλευσῖνος.
Μετὰ τὴ Δύση τὴν 20η Βοηδρομιῶνος, ἡ πομπὴ ἔφτανε στὴν Ἐλευσῖνα.