Δευτέρα Μεσούντος Εκατομβαιώνος

Δεκάς Β

12. Δωδέκατη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Εκατομβαιώνος ΙΒ΄ (12η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 1ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΒ΄. Δωδεκάτη, δευτέρα μεσούντος, δυοκαιδεκάτη

Γεγονότα

  • ΚΡΟΝΙΑ 
  • ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΠΟΠΑΝΩΝ ΔΩΔΕΚΟΜΦΑΛΩΝ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Τα Κρόνια στην πραγματικότητα δεν είναι θρησκευτική εορτή αλλά με την θυσία σκοπιμότητας κηρύσσεται η έναρξις της ετήσιας περιόδου των Κρονίων, της τελευταίας καλοκαιρινής δηλαδή περιόδου αναψυχής και διασκέδασης στις υπόλοιπες ημέρες ως το τέλος του θέρους. Το σύνθημα δίνεται με την υποτυπώδη θυσία που κάνει ο περιστασιακός «ιερέας του Κρόνου». Ο ιερέας αυτός έμοιαζε με εκείνους που η πόλη εξέλεγε για «ιεροπραξίες σκοπιμότητας», όπως οι θυσίες υπέρ της «ευημερίας της Ρώμης» ή του αυτοκράτορα Αυγούστου ή των άλλων τιμώμενων ηγεμόνων, για τους οποίους η πόλη ίδρυε ναούς και βωμούς και όριζε ιερείς με περιορισμένη δραστηριότητα.

Η «εορτή» των Κρονίων αναγνωρίζεται ως μια ευκαιρία για διασκέδαση μετά την συγκομιδή της χρονιάς μετά το τέλος του θερισμού. Μετείχαν οι καλλιεργητές της γης μετά τον θερισμό και τον αλωνισμό μαζί με τους ακτήμονες, οι οποίοι με αμοιβή είχαν συμπαρασταθεί στις αγροτικές εργασίες. Από τις λουκιάνειες Κρονικές επιστολές είναι φανερό πως ο μη αγροτικός πληθυσμός περιοριζόταν να εορτάσει όσο πιο πλούσια επέτρεπαν τα έσοδα του, εκτός των εξαιρετικά απόρων, που είχαν παράπονα κατά των πλουσίων, γιατί δεν προθυμοποιούνταν «μετακοσμήσαι την εορτήν προς το ισόμοιρον».

ΣΟΥΔΑ ΛΕΞΙΚΟ
― Κρόνια· εορτή αγομένη Κρόνω και μητρί θεών
Sokolowski 1969, αρ. 52 (+1ος αιώνας, λατρευτικό Αθηναϊκό ημερολόγιο), σειρές 17-18:
― Κρόνω πόπανον χοινικιαίον δωδεκόνφαλον καθήμενον
Στο αρχέγονο προγονικό ημερολόγιο, την εποχή του Θησέως, ο Πλούταρχος μας δίνει να καταλάβουμε ότι ο μήνας Εκατομβαιών στο ημερολόγιο του Σόλωνος, ονομαζόταν Κρόνιος στην εποχή του Θησέως:λέγεται Κρονίου μηνός, ὃν νῦν Ἑκατομβαιῶνα καλοῦσι, κατελθεῖν. κατελθὼν δὲ εἰς τὴν πόλιν εὗρε τά τε κοινὰ ταραχῆς μεστὰ καὶ διχοφροσύνης, καὶ τὰ περὶ τὸν Αἰγέα καὶ τὸν οἶκον ἰδίᾳ νοσοῦντα.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΘΗΣΕΥΣ 12
Επιβεβαιώνεται από αυτή τη μαρτυρία ότι από την εποχή του Σόλωνος και παρακάτω, τα αττικά Κρόνια έπεφταν μέσα στο μήνα Εκατομβαιώνα:

Κρόνια εορτή Εκατομβαιώνος μηνός Κρόνω.
ΗΣΥΧΙΟΣ ΛΕΞΙΚΟ

Κρονίων όζων, εστι δε Κρόνια παρά τοις Έλλησιν εορτή . ήγετο δε Εκατομβαιώνι μηνί.
ΣΧΟΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΝΕΦΕΛΕΣ 397
Στην Ηλεία και ειδικότερα στην Ολυμπία στη λατρεία των θεών προηγήθηκε, όπως συνήθως συμβαίνει, η προγονοηρωολατρεία. Οι αρχαιότεροι αγώνες στην Ολυμπία τελούνται προς τιμή του Χρόνου και των Μοιρών. [Πινδ. 0.10.62-66]. 0 Χρόνος είναι βλαστάρι της Γης, γέννημα του χθόνιου θεού Κρόνου, [βλ. Ορφ. Ύμν. 13,5-6 59,1, Σχολ. Πινδ. 0.2.140
12,123]. Κατά τον Σχολιαστή Πινδάρου [0.11(10).62]: οι αγώνες αποσκοπούσαν: «πανηγυρει ίνα εύδαίμων και μηδέποτε παυσαυτο».Ως ιδρυτής επιταφίων αγώνων φέρεται ο Πέλοπας που τελεί αγώνες προς τιμή του Οινόμαου, ο οποίος σκοτώνεται στην αρματοδρομία και θάπτεται κοντά στον Κλάδεο ποταμό.
Απο τον ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ, στον ΚΑΤΑ ΤΙΜΟΚΡΑΤΟΥΣ ΛΟΓΟ, και τα σχόλια του, μαρτυρείται ότι η σημερινή ημέρα είναι η εορταστική ημέρα των Κρονίων στην Αθήνα:

[ΤΙΜΟΚΡΑΤΗΣ] οὔτε γὰρ ἐξέθηκε τὸν νόμον, οὔτ᾽ ἔδωκεν εἴ τις ἐβούλετ᾽ ἀναγνοὺς ἀντειπεῖν, οὔτ᾽ ἀνέμεινεν οὐδένα τῶν τεταγμένων χρόνων ἐν τοῖς νόμοις, ἀλλὰ τῆς ἐκκλησίας, ἐν ᾗ τοὺς νόμους ἐπεχειροτονήσατε, οὔσης ἑνδεκάτῃ τοῦ ἑκατομβαιῶνος μηνός, δωδεκάτῃ τὸν νόμον εἰσήνεγκεν, εὐθὺς τῇ ὑστεραίᾳ, καὶ ταῦτ᾽ ὄντων Κρονίων καὶ διὰ ταῦτ᾽ ἀφειμένης τῆς βουλῆς, διαπραξάμενος μετὰ τῶν ὑμῖν ἐπιβουλευόντων καθέζεσθαι νομοθέτας διὰ ψηφίσματος ἐπὶ τῇ τῶν Παναθηναίων προφάσει.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΜΟΚΡΑΤΟΥΣ 24.26


Εδώ επίσης αυτός μαρτυρεί ότι το -352, μιά συνέλευση έλαβε χώρα τη σημερινή ημέρα, αλλά υποδηλώνει ότι αυτό ήταν ιδιαιτέρως αντικανονικό. Η Βουλή απήχε των συνελεύσεων της λόγω της εορτής των Κρονίων, και όπως προτείνει ο Δημοσθένης, ο Τιμοκράτης με έναν φευγαλέο και ύπουλο τρόπο τοποθέτησε αυτή την συνέλευση της Εκκλησίας, και με την υποστήριξη των οπαδών του,συνεδρίασε την σημερινή ημέρα και πέρασε με νόμο την πρόταση του.
Ο Δημοσθένης δεν μας διευκρίζει το παραπονο του για την συνέλευση τη σημερινή ημέρα και δεν χρεώνει τον Τιμοκράτη για παρανομία ή ασέβεια. Αλλά η πρόταση του, ότι ήταν φευγαλέος και ύπουλος ο τρόπος του Τιμοκράτους είναι σωστή.

Το «Μητρώο» της Ολυμπίας και το αθηναϊκό «Κρόνιο», η εορτή «Τα Κρόνια» και «Τα Γαλάξια»

Στη συλλογή των ύμνων που επικράτησε να αποκαλούνται «ομηρικοί» παρουσιάζεται ως «Μήτηρ πάντων θεών και πάντων ανθρώπων» σε ειδικό ύμνο (αριθμού14) όχι η Ρέα, αλλά η φρυγική θεά με τα λεοντάρια, με τον ρυθμικό ήχο των τυμπάνων και των κυμβάλων και με την αρμονία των αυλών. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, της Μιλήτου και των άλλων αποικιών, ιδρυμένων στα προϊστορικά χρόνια, είχαν γνωρίσει τη μικρασιατική Μητέρα των θεών και την είχαν εισαγάγει στη θρησκευτική τους ζωή ήδη στα προϊστορικά χρόνια, ώστε στα γεωμετρικά ή στα πολύ πρώϊμα αρχαϊκά να εξελιχθεί σε μια από τις κυριότερες λατρείες τους. Μέσα στα πρώϊμα αρχαϊκά χρόνια η ίδια θεά είχε ιερό και στην αγορά των Αθηνών, ενώ ο Πίνδαρος λίγο μετά την ήττα των Περσών στις Πλαταιές φρόντισε προσωπικά ο ίδιος για την εμπέδωση της ίδιας λατρείας και στην βοιωτική Θήβα. Η τόσο πρώϊμη εξάπλωση μιας ξένης λατρείας στάθηκε εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας συγγενούς ελληνικής. Η Ρέα των Ελλήνων ποτέ δεν υπήρξε ανταγωνίστρια της μεγάλης φρυγικής θεάς. Αντίθετα ευνόησε την διάδοση της λατρείας της παραμένοντας η ίδια στην άνευ λατρείας σφαίρα της μυθολογίας και παρέχοντας το όνομα της Ρέα στην αρχικά ανώνυμη φρυγική θεά. Στη συλλογή των ίδιων «ομηρικών» ύμνων υπάρχει και ένας για τη θεά Γή (αρ. 30), στον οποίο η Γη χαρακτηρίζεται «παμμήτειρα» και «πρεσβίστη», η οποία τρέφει τους ανθρώπους και τα ζώα της ξηράς, καθώς και εκείνα που κατοικούν στα νερά (θάλασσα, τις λίμνες και τα ποτάμια) και τα άλλα που πετούν στον αέρα. Είναι «άλοχος ουρανού αστερόεντος», επομένως η μητέρα της Ρέας (όπως θέλει και η ησιόδεια Θεογονία). Για την ίδια τη Ρέα δεν υπάρχει κανένας ύμνος.

Στα ιστορικά χρόνια υπήρχαν στην Ελλάδα πολλά ιερά αποκαλούμενα «Μητρώα», τα οποία ανήκαν στη φρυγική θεά, συμπεριλαμβανομένου και του Μητρώου της αθηναϊκής αγοράς. Το Μητρώο της Ολυμπίας, στο βόρειο πέρας της Άλτης και μπροστά στη σειρά των θησαυρών, ήταν ο μικρότερος από τους τρεις ναούς της Άλτης και είχε χτιστεί στον -4ο αιώνα. Μεγαλύτερος και αρχαιότερος είναι εκεί ο ναός της Ήρας, της παλιάς χθόνιας θεάς, στην οποία ανήκε αρχικά ολόκληρο το ιερό. Στη βόρεια πλευρά της Άλτης, μεταξύ αυτής και του Κρόνιου λόφου, υπήρχε, πλήν του Ηραίου, και το πολύ παλιό ιερό της Γαίας (το Γαίον), γιατί χθόνια ήταν και του ιερού της Άλτης η καταγωγή, όπως και του δελφικού ιερού.

Στο -5ο αιώνα όμως έγινε εδώ μια αλλαγή, ολόκληρο το ιερό της Ολυμπίας αφιερώθηκε στον Ολύμπιο Δία, και χτίστηκε στη μέση της Άλτης ο μεγάλος μαρμάρινος ναός του, στο σηκό του οποίου στήθηκε το χρυσελεφάντινο φειδιακό άγαλμά του. Η μεγαλοπρέπεια του ναού αυτού επισκίασε όλα τα άλλα κτίσματα της Ολυμπίας. Όταν ο Παυσανίας βρέθηκε στην Άλτη, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον μικρό ναό που επί των ημερών του ονομαζόταν Μητρώο. Είχε την περιέργεια να εξακριβώσει, αν και αυτό ανήκε (όπως τα άλλα της σύγχρονής του Ελλάδας) στη φρυγική Μητέρα των θεών ή μήπως αυτό, ως ευρισκόμενο μέσα σε αρχαιότατο ιερό, ανήκε στην ελληνική Μητέρα των θεών. Απογοητεύθηκε όμως, γιατί μέσα στο Μητρώο της Άλτης δεν βρήκε άγαλμα ούτε της μιας ούτε της άλλης θεάς, αλλά μόνο ανδριάντες ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι απλώς στεγάζονταν στον χώρο (5, 20, 9). Επειδή το Μητρώο χτίστηκε όχι πολύ μετά το -400 έτος, είναι πιθανό πως οι Ηλείοι, μετά τη συμπλήρωση του λαμπρού ναού του Διός και την αφιέρωση του ιερού σε αυτόν, παραμέρισαν άλλες θεές που λατρεύονταν στην Άλτη, όπως τη Θέμιδα (Παυσανίας 5, 14, 10), την Ολύμπια Ειλείθυια (6, 20, 2), και την Γαία (5, 14, 10) και προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν μια συμβατική λατρεία ως απλή τιμή για τη μητέρα του Διός, Ρέα. Επειδή τιμές του είδους αυτού δεν ήταν συνηθισμένες για την Ρέα, ο ναός του μητρώου, αντί να διατεθεί για τη λατρεία της φρυγικής μεγάλης Μητέρας, προτιμήθηκε να παραχωρηθεί σε παρόμοια συμβατική λατρεία, με την οποία θα τιμώνταν ο αυτοκράτορας Αύγουστος. Είχε προβλεφτεί και ιερέας για τις τιμές προς τον Αύγουστο, αλλά κατά κανόνα οι ιεροπραξίες για ανθρώπους δεν ήταν αρεστές στους ευλαβείς πιστούς, γιατί υπονόμευαν την γνήσια θρησκευτικότητα (Πλούταρχος Λύσανδρος 18, Παυσανίας 8, 2, 5). Εγκαταλείφτηκαν κι αυτές και το Μητρώο άρχισε να χρησιμοποιείται ως απλή γλυπτοθήκη, όπως το βρήκε ο Παυσανίας.

Στην Ολυμπία ο Παυσανίας αναφέρει μια μακρά σειρά υποτυπωδών «θυσιών» που γίνονταν στην αρχή της εορτής (πριν τους αγώνες), έπρεπε όμως να επαναλαμβάνονται στην Άλτη κάθε μήνα, αφού δεν ήταν ούτε δαπανηρές ούτε χρονοβόρες. Αναφέρει 70 περίπου βωμούς, μόνιμους ή πρόχειρα κατασκευασμένους που ανήκαν είτε σε ολυμπιακούς θεούς είτε σε ήρωες ή και σε αφηρημένες έννοιες. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχε βωμός του ποταμού Αλφειού, του ποταμού Κλάδεου, της Ομόνοιας, της Νίκης, του Καιρού (της Ευκαιρίας), της Αγαθής Τύχης, του Ηρακλέους Παραστάτη και καθενός από τους τέσσερεις αδελφούς του. Ύστερα και βωμός «αγνώστων θεών». Στη σειρά των 70 αυτών βωμών αναφέρει αόριστα και έναν της «Μητρός των θεών», ο οποίος πρέπει να ήταν της συνηθισμένης φρυγικής θεάς (διότι ένα βωμό της Ρέας θα τον ξεχώριζε ως ασυνήθιστο, Η διαδικασία της «θυσίας» σε αυτούς τους βωμούς ήταν σύντομη : έκαιγαν πάνω σε καθέναν λίγο λιβάνι και λίγο σιτάλευρο ζυμωμένο με μέλι. Από μια οινοχόη γινόταν στο τέλος μια μικρή χοή κρασιού, μόνο σε ορισμένους όμως βωμούς.

Εκτός από τους Ηλείους είχαν φιλοτιμηθεί και άλλοι Έλληνες να τιμούν τον Δία ως αρχηγό του ολυμπιακού πανθέου. Το Ολυμπιείο των Μεγαρέων αποτελούνταν από επιβλητικό ναό του θεού, μέσα στον οποίο είχε στηθεί άγαλμα που παρίστανε τον Δία καθιστόν σε θρόνο, όπως το φειδιακό της Ολυμπίας. Ο Παυσανίας σημειώνει πως το άγαλμα ήταν των κλασικών χρόνων, αλλά είχε μείνει ημιτελές (1, 40, 4).
Οι Αθηναίοι κατόρθωσαν κι αυτοί να τιμήσουν αργά, αλλά αντάξια της πόλης τους τον Ολύμπιο Δία• ο αυτοκράτορας Αδριανός χρηματοδότησε την αποπεράτωση των εργασιών στο επί αιώνες ημιτελές αθηναϊκό Ολυμπιείο, και στο +131 έτος, έγιναν επίσημα τα εγκαίνια του μεγάλου ναού ενώπιον του ευεργέτη Αδριανού.

[ Οι Αθηναίοι της ύστερης αρχαιότητος ήταν περήφανοι για το δικό τους Ολυμπιείο που με το μεγαλείο του ανταγωνίζονταν το ιερό της Ολυμπίας, αφιερωμένα και τα δύο στον Δία, τον ηγέτη του ολυμπιακού πανθέου. Ο αθηναϊκός ναός περιβάλλεται από 104 μαρμάρινους κορινθιακούς κίονες και είναι οχτάστυλος τρίπτερος (στον πρόναο και τον οπισθόδομο) και εικοσάστυλος δίπτερος (στη βόρεια και τη νότια πλευρά). Μέσα στο σηκό ήταν στημένο το κολοσσιαίο άγαλμα χρυσελεφάντινο του Διός, εφάμιλλο του φειδιακού της Ολυμπίας. Ο ναός περιβάλλεται με χτιστό τοίχο που περικλείει ορθογώνιο χώρο μήκους περίπου 206 μέτρων και πλάτους 129 μέτρων].

Οι Αθηναίοι ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηλείων, αποφάσισαν να αποτίσουν και αυτοί μια συμβατική τιμή προς τους γονείς του Διός και έχτισαν, μετά τη συμπλήρωση όλων των εργασιών του Ολυμπιείου, έναν ευπαρουσίαστο μαρμάρινο ναϊσκο, με ιδιαίτερο χτιστό περίβολο και βωμό. Το μικρό συγκρότημα που ήταν αντίστοιχο στο Μητρώο της Ολυμπίας, βρίσκεται σε μικρή απόσταση έξω από το νότι βραχίονα του μεγάλου περιβόλου του Ολυμπιείου. Αποκαλούνταν κάποτε «Κρόνιον» από τη θέση του όμως κοντά στη ρεματιά του Ιλισού και στην σκιά του επιβλητικού Ολυμπιείου δεν μπορούσε να εξελιχθεί ποτέ σε κέντρο αυθύπαρκτης ή θερμής και πηγαίας λατρείας. Ήταν απλώς το κέντρο, από όπου δινόταν το σύνθημα της έναρξης της ετήσιας εορτής των Κρονίων, μιας καλοκαιρινής περιόδου αναψυχής και διασκέδασης. Το σύνθημα δινόταν με την υποτυπώδη θυσία που έκανε ο περιστασιακός «ιερέας του Κρόνου». Ο ιερέας αυτός έμοιαζε με εκείνους που η πόλη εξέλεγε για «ιεροπραξίες σκοπιμότητας», όπως ήταν οι θυσίες υπέρ της «ευημερίας της Ρώμης» ή του αυτοκράτορα Αυγούστου ή των άλλων τιμωμένων ηγεμόνων, για τους οποίους η πόλη ίδρυε ναούς και βωμούς και όριζε ιερείς με περιορισμένη δραστηριότητα. Ο Λουκιανός διασύρει ειδικά το «ιερέα του Κρόνου» σε συσχετισμό με την εορτή των Κρονίων με τρία ευθυμογραφήματα του που αποτελούν και τον διεξοδικότερο αρχαίο λόγο για την εορτή. Στο πρώτο που έχει τίτλο «Τα προς Κρόνον» δίνει την ευκαιρία να επικοινωνεί με τον θεό του. Ο πονηρός θεράπων του Κρόνου ευθύς μόλις παρουσιάστηκε η ευκαιρία αυτή, έσπευσε πρώτα να ζητήσει για τον εαυτό του πλούτο, χωράφια, ζώα, δούλους και ευπρεπή ενδύματα. Ο Κρόνος με επιδεξιότητα απέφυγε υποσχέσεις και υπενθύμισε στον ιερέα πως όσα ζητάει μπορεί να του τα δώσει μόνο ο νέος δυνάστης του ουρανού, ο Ζεύς, γιατί ο ίδιος, αφότου παραμερίστηκε από την διοίκηση του κόσμου, έχει αρμοδιότητα μόνο για το επταήμερο της εορτής των Κρονίων, για το οποίο θέλει όλους τους πανηγυριστές «πίνειν και μεθύειν και βοάν και παίζειν και κυβεύειν και τους οικέτας ευωχείν». Ο ιερέας, βλέποντας πως απέτυχε η πρώτη επιδίωξή του, προσπάθησε να αποσπάσει μια αυθεντική ομολογία του Κρόνου για την κατηγορία των ποιητών πως έτρωγε τα παιδιά του «ως κατήσθιε τα γεννώμενα υπό της Ρέας». Η ερώτηση εξόργισε τον Κρόνο, ο οποίος έβλεπε πως από τον ιερέα του έμμεσα κατηγορούνταν ως θεός-καννίβαλος. Τελικά συγκρατήθηκε και περιορίστηκε να απαντήσει πως η εύθυμη φύση της εορτής τον εμποδίζει να τιμωρίσει τον ασεβή ιερέα. Τα άλλα δύο ευθυμογραφήματα, με τους τίτλους «Κρονοσόλων» και «Επιστολαί Κρονικαί» συνδέονται αποκλειστικά με την εορτή: Κρονοσόλων είναι ’ενας «ιερεύς και προφήτης και νομοθέτης των αμφί την εορτή» (επομένως ορθότερα ονομαζόμενος Κρονοσόλων), ο οποίος θέτει τα θεμέλια μιας νομοθεσίας κατά των πλουσίων για να τους αναγκάσει να διαθέτουν ένα μέρος του πλούτου τους τους για τους ακτήμονες και πένητες, ώστε να μπορούν και αυτοί να εορτάζουν τα Κρόνια με ευπρεπή ενδύματα και με άφθονα φαγητά και ποτά. Επικρεμάμενη απειλή κατά των πλουσίων είναι η επιφύλαξη του Κρόνου να χρησιμοποιήσει εναντίον τους την κοφτερή άρπη, με την οποία ο ίδιος είχε ακρωτηριαστεί από τον Ουρανό. Οι πόρτες των αρχοντόσπιτων έπρεπε να μένουν ανοιχτές στην εορτή για να παίρνουν μέρος στις διασκεδάσεις και οι πένητες. Κατά την ανταλλαγή όμως «επιστολών» μεταξύ του Κρόνου και των πλουσίων οι πλούσιοι έδειξαν απροθυμία να συμμορφωθούν με την επιθυμία του Κρόνου βεβαιώνοντας πως όταν στο παρελθόν είχαν ανοίξει δοκιμαστικά τις θύρες των οικιών τους, οι πένητες υπήρξαν αχόρταγοι απαιτώντας για τον εαυτό τους το ένα μετά το άλλο και τελικά αποχώρησαν βλασφημώντας.

Η εορτή των Κρονίων αναγνωρίζεται ως μια ευκαιρία για διασκέδαση μετά την συγκομιδή της χρονιάς. Μετείχαν οι καλλιεργητές της γης μετά τον θερισμό και τον αλωνισμό μαζί με τους ακτήμονες, οι οποίοι με αμοιβή είχαν συμπαρασταθεί στις αγροτικές εργασίες. Από τις λουκιάνειες Κρονικές επιστολές είναι φανερό πως ο μη αγροτικός πληθυσμός περιοριζόταν να εορτάσει όσο πιο πλούσια επέτρεπαν τα έσοδα του, εκτός των εξαιρετικά απόρων, που είχαν παράπονα κατά των πλουσίων, γιατί δεν προθυμοποιούνταν «μετακοσμήσαι την εορτήν προς το ισόμοιρον».

Αν και αυτές οι χιουμοριστικές πραγματείες του Λουκιανού δεν προσφέρονται για την μελέτη της θρησκείας, μπορεί και σε αυτές να διακρίνει κανείς την έλλειψη πηγαίας λατρευτικής διάθεσης απέναντι του Κρόνου. Ο Κρόνος δεν λατρευόταν, σύγχυση όμως δημιούργησε ο αναφερόμενος στα «Εργα και Ημέραι» του Ησίοδου μύθος για το «χρυσούν γένος» των ανθρώπων που είχε ζήσει σε «πολύ παλαιά» εποχή, ταυτιζόμενη από μερικούς με την εποχή της βασιλείας του Κρόνου, οπότε η γή «αυτόματη καρπόν έφερε», οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς κόπους και βάσανα και χωρίς να χάνουν ούτε στα γεράματά τους το νεανικό σφρίγος. Όταν ερχόταν ο καιρός του θανάτου, απλώς έπεφταν σε έναν γλυκό και παρατεινόμενο ύπνο (στ. 109). Και οι σύγχρονοι του Παυσανία Ηλείοι, που επίσης δεν λάτρευαν τον Κρόνο, του είχαν πεί πως οι πρόγονοί τους που ζούσαν μακάριοι, όταν δυνάστης του ουρανού ήταν ο Κρόνος, είχαν τιμήσει από ευγνωμοσύνη τον Κρόνο με ναό στην Άλτη (5, 7, 6). Η αλήθεια είναι πως ο παμπάλαιος «κατά Κρόνο» βίος ανήκει στους λαϊκούς θρύλους και βασίζεται στην απλοϊκή δοξασία πως όσο παλαιότερη είναι μια εποχή, τόσο ευδαιμονέστεροι είναι οι άνθρωποί της.

Με την Ρέα νομίζουν μερικοί πως συνδεόταν στην Αθήνα αρχικά μια εορτή «Γαλάξια» που αργότερα συνδέθηκε με την φρυγική θεά. Πρόκειται όμως μια εορτή που είχε σημασία περισσότερο για την λαογραφία παρά για την θρησκεία: η λεγόμενη «γαλαξία» που ετοίμαζαν (αντί των πλούσιων εδεσμάτων των Κρονίων) προσφερόταν για την «καλοχρονιά» και ήταν αλεσμένο κριθάρι που πολτοποιούνταν όχι με νερό, αλλά με γάλα.