Δευτέρα Μεσούντος Ανθεστηριώνος

Ανθεστήρια, Χοές

Δεκάς Β

12. Δωδέκατη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ανθεστηριώνος ΙΒ΄ (12η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 8ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΒ΄. Δωδεκάτη, δευτέρα μεσούντος, δυοκαιδεκάτη

Γεγονότα

  • ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ ΗΜΕΡΑ Β’
  • ΧΟΕΣ
  • ΙΕΡΑ ΠΟΜΠΗ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΜΕ ΤΕΛΙΚΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ
  • ΡΡΗΤΑ ΙΕΡΑ , ΙΕΡΕΣ ΣΠΟΝΔΕΣ
  • ΜΥΣΤΙΚΗ ΙΕΡΟΠΡΑΞΙΑ
  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ 14 ΙΕΡΕΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΓΕΡΑΡΑΙ) ΕΝΩΠΙOΝ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΝΝΑΣ
  • ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ ΒΑΣΙΛΛΙΝΑΣ (ΑΡΙΑΔΝΗΣ)- ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΒΑΣΙΛΕΩΣ)
  • ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΜΕ ΧΟΕΣ
  • ΔΗΜΟΣ ΕΡΧΙΑΣ ΙΕΡΑ ΘΥΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΘΟΡΙΚΟΣ)

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Η σημερινή ημέρα είναι η δεύτερη ημέρα των εορτασμών των Ανθεστηρίων και ονομάζεται Χόες.
Ο Θουκυδίδης, 2.15.4, μας προτείνει ότι η σημερινή ημέρα είναι η σπουδαία ημέρα για τα Ανθεστήρια :
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 2.15.4
― και του εν Λίμναις Διονύσου, ω τα αρχαιότερα Διονυσια (τη δωδεκάτη) ποιείται εν μηνί Ανθεστηριώνι, ώσπερ και οι απ΄Αθηναίων Ίωνες έτι και νυν νομίζουσιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
του Λμναίου Διονυσου, προς τιμήν του οποίου, τη δωδεκάτη ημέρα του Ανθεστηριώνος εορτάζονται τα αρχαιότερα Διονύσια ,
συνήθεια που την κρατούν ακόμη και σήμερα οι Ίωνες , οι οποίοι καταγονται από τους Αθηναίους.
Τα ΛΕΞΙΚΑ ΑΡΠΟΚΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΔΑ
― Χόες· εορτή τις ην παρ’ Αθηναίοις αγομένη Ανθεστηριώνος δωδεκάτη
εδραιώνουν επίσης ότι η σημερινή ημέρα είναι η ημέρα των Χοών.

ΗΜΕΡΑ Β’ ΧΟΕΣ
Κατά τήν ήμέρα τών Χoών ή πόση τού νέου κρασιού κλιμακώνεται σέ διαγωνισμό οινοποσίας: Καθένας έχει τήν άναλογούσα ποσότητα άναμεμειγμένου κρασιού, σέ ένα ειδικό αγγεϊο (χουν) —άρχαιολογικά πασίγνωστο—πού περιείχε πάνω άπό δύο λίτρα όποιος άδειάσει πρώτος τόν χουν είναι ό νικητής. Απ’ αυτήν τήν οινοποσία δέν άπουσίαζαν ούτε οί δούλοι, ούτε τά παιδιά: μετά τήν συμπλήρωση τού τρίτου έτους τής ηλικίας εισάγονταν κατά τά Απατούρια στήν ομάδα συγγενικών οικογενειών (φρατρία) καί έπίσης έπαιρναν μέρος στήν οινοποσία τών Χοών μέ πάρα πολύ μικρά κανατάκια (χόας)· «γέννηση, χόες, έφηβία καί γάμος», έτσι μπορούσαν νά υπολογίζουν τά ορόσημα τής ζωής. Σέ παιδιά πού πέθαιναν νωρίς έβαζαν μαζί τους στόν τάφο ένα μικρό χουν, γιά νά άναπληρωθή τρόπον τινά ό,τι γι’ αυτά είχε χαθή· οί παραστάσεις αυτών τών άγγείων εικονίζουν μιά ζωντανή παρουσίαση τής παιδικής εορτής μέ τράπεζα προσφορών, χόας, κάθε εϊδους παιχνίδια καί διασκεδάσεις.
Αυτή ή ήμέρα τής οικιακής χαράς έν τούτοις είναι μιαρά ήμέρα. ‘Αλείφουν τίς πόρτες μέ πίσσα, μασούν ένωρίς τό πρωί φύλλα λευκακάνθης, «γιά νά άπομακρύνουν τά φαντάσματα».
Ολα τά Ιερά αυτήν τήν ήμέρα, στις 12 τού ‘Ανθεστηριώνος, είναι κλειστά, περιφραγμένα μέ σχοινιά: ή πρόσβαση πρός τούς Θεούς διακόπτεται έπίσης οί έκδηλώσεις πού άπαιτούν ορκωμοσία σταματούν.
‘Αντιθέτως ή πόλη κατοικείται άπό άνησυχητικούς ξένους, γιά τό όνομα καί τήν φύση τών όποίων βεβαίως υπάρχει άμφισβήτηση ήδη στήν άρχαία παράδοση, «Κάρες» ή«Κήρες», ξένοι ή κακά πνεύματα, οί όποϊοι κατόπιν έρμηνεύθηχαν ώς « ψυχές τών νεκρών». Οταν οί «Κάρες» στόν αιτιολογικό μύθο έμφανίζονται ώς «προγενέστεροι κάτοικοι» τής ‘Αττικής,οί δύο άπόψεις βεβαίως συγκλίνουν: «πρώτοι κάτοικοι» καί «πνεύματα τών προγόνων» είναι έναλλακτιχοί χαρακτηρισμοί γιά τά πνεύματα πού έπιστρέφουν και μιά ορισμένη ήμέρα προσκαλούνται σέ γεύμα στήν Ούγκαρίτ οί ρεφαΐμ (rephaίm) έρχονται ώς φιλοξενούμενοι, πού φαίνεται νά είναι άλλοτε άρχέγονοι γίγαντες, άλλοτε πνεύματα νεκρών. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά χρήση προσωπείων ό Διόνύσος ό Θεός τού οίνου είναι συγχρόνως ό Θεός τού προσωπείου. Τελετές μέ μάσκες πρέπει νά άνηκαν στήν έορτή τών ‘Ανθεστηρίων, άλλά σέ λαϊκές μορφές χωρις έπίσημη οργάνωση τής πόλεως, μέ άποτέλεσμα έκτός άπό μερικούς υπαινιγμούς σέ άγγειογραφίες νά μήν υπάρχουν πληροφορίες περί αυτού· έν τούτοις γίνεται λόγος γιά πομπές έπάνω άμαξες μέ άχαλίνωτες ύβρεις έκτοξευόμενες «έξ άμάξης».
Μέ τέτοιους οίωνούς ακόμη καί ό διαγωνισμός οίνοποσίας αποκτά σκοτεινή διάσταση. Ο καθένας έχει τήν ίδια ποσότητα κρασιού, ό καθένας πίνει τήν ίδια στιγμή μέ τό σύνθημα μιάς σάλπιγκας κατ’ έντολή τού «βασιλέως ό καθένας έχει έπίσης τό δικό του ίδιαίτερο τραπέζι, ένώ δέν έπιτρέπονται καθόλου οί συνομιλίες. Η πιό μεγάλη έκφραση του κοινοτικού πνεύματος συνοδεύεται άπό τήν μεγαλύτερη δυνατή απομόνωση
κάθε συμμετέχοντος: ό αίτιολογικός μύθος αφηγείται ότι ό μητροκτόνος Ορέστης φιλοξενήθηκε στήν ‘Αθήνα μέ τέτοιο τρόπο, ώστε ή παρεχόμενη συντροφιά στό σπίτι καί στό φαγητό νά αναιρείται ταυτοχρόνως μέ τήν απαγόρεύση έπικοινωνίας στό φαγητό, στό ποτό, στήν όμιλία. Αυτό χαρακτηρίζει τήν ατμόσφαιρα αυτής τής τελετής: οί έορτάζοντες
συμπεριφέρονται κατά τήν οίνοποσια σάν μιασμένοι άπό έγκλημα γι αυτό έπίσης αποκλείονται άπό τά Ιερά. Δέν λείπούν αιματηροί μύθοι, οί όποίοι περιστρέφονται γύρω άπό τό άνοιγμα τού καινούργιου κρασιού. Στήν λογοτεχνία εισήλθε κυρίως ή παραλλαγή πού συνδέεται μέ τό οινοπαραγωγό χωριό τής 'Αττικής 'Ικαρία: ό Διόνυσος κατέλυσε στό σπίτι τού 'Ικαριου καί τού δίδαξε τήν καλλιέργεια τον άμπελιοϋ καί τήν οινοποιία όταν όμως ό 'Ικάριος έδωσε στούς συγχωριανούς του τό πρώτο τον κρασί, αυτοί πίστεψαν ότι τούς δηλητηρίασε καί ταν σκότωσαν.Υπήρχε όμως παραλλήλως καί ή αφήγηση ότι τό κρασί τό έφεραν άλλοι άπό τήν Αιτωλία, οί όποίοι φονεύθηκαν στήν ‘Αθήνα. Η σύνδεση τού κόκκινού κρασιού μέ τό αίμα είναι πανάρχαιη καί πολύ διαδεδομένη. 'Ο πιό συνεπής μύθος θα ήταν ότι ό Διόνυσος, ό θεός τού οίνου, σκοτώθηκε ό ίδιος καί διαμελίσθηκε, γιά νά χρησιμεύσει ώς οίνος γιά τήν ιερή πόση. Αύτό έκφράσθηκε γιά πρώτη φορά απροκάλυπτα άπό άλληγορικούς τής ύστερης 'Ελληνιστικής περιόδου κατ' αύτούς «Διόνυσος» ήταν ένα όνομα γιά τον οίνο, ένώ τά πάθη του περιγράφουν τήν παραγωγή του. Γιά τήν πρώιμη έποχή, πού ήταν έπηρεασμένη άπό τον Ομηρο, ένας θεός ήταν έξ ορισμού αθάνατος καί έπομένως δέν ήταν δυνατόν νά σκοτωθή. Ετσι οί αρχαϊκοί μύθοι εισήγαγαν ανθρώπους στις ιστορίες φόνου, τό πολύ-πολύ ήρωες, οί όποίοι έπρεπε νά κατευνασθούν. Στούς μυστικούς μύθους των Μυστηρίων οί αφηγήσεις είναι οπωσδήποτε διαφορετικές· ίσως ό μύθος τού διαμελισμού τού Διονύσου νά είναι τόσο παλαιός, όσο ή έορτή τών Ανθεστηρίων. Βεβαίως, ακόμη κι αν γινόταν γνωστό ένα Μυστήριο άμπελουργών, αυτό δέν θά ήταν ή άπώτατη πηγή τού μύθου, άλλά μέ τήν σειρά του μεταφορά τής τελετουργίας τής θυσίας ζώου, ή όποία συνδέεται μέ τήν αίματηρή ένοχή καί τό κοινό γεύμα. Χαρακτηριστικό έθιμο στίς τελετουργίες τού κυνηγιού καί τής θυσίας ήταν ή άκολουθουσα περισυλλογή τών όστών· μέ ανάλογο τρόπο τελείωνε καί ή ήμέρα τών Χοών: υπήρχε ό κανόνας ότι «μετά τό τέλος τής οινοποσίας τά στεφάνια κισσού πού φορούσαν δέν έπρεπε νά τά αφήνουν στάΙερά —αφού είχαν μείνει κάτω άπό τήν ίδια στέγη μέ τόν ‘Ορέστη· επρεπε καθένας νά τοποθετήσει τό στεφάνι τον γύρω άπό τήν κανάτα του (τόν χουν) καί νά τό φέρει στήν ιέρεια στό Ιερό έν Λίμναις καί κατόπιν νά έκτελέσει τίς άλλες θυσίες στό Ιερό». «Μέσα στό μεθυσμένο πλήθος», όπως περιγράφει ό 'Αριστοφάνης, πηγαίνουν οί πότες στό Ιερό έν Λίμναις· παραστάσεις τών αγγείων, μέ τά όποία έπιναν, δείχνουν πολλές φορές μορφές πού τρικλίζούν κρατώντας τήν άδεια κανάτα. Ο,τι μέ τό «άνοιγμα τών πίθων» ξεκίνησε άπ' αυτό τό Ιερό συγκεντρώνεται εκεί καί πάλι τό βράδυ τής έπομένης ημέρας. Στό έν ΛίμναιςΙερό ανήκούν δεκατέσσερες γυναίκες, οί όποίες έκαλούντο απλώς «σεβαστές», Γέραιραι· αυτές τίς έγκαθιστούσε ό «βασιλεύς» καί ήσαν υπό τήν έποπτεία τής «βασίλισσας», τής συζύγού του άρχοντος βασιλέως. Αυτή όρκιζε τίς «σεβαστές» καί άνελάμβανε να πολύ θεαματικό ρόλο: αυτή ή ίδια δινόταν ώς σύζυγος στόν θεό ή έρωτική ένωση γινόταν στό Βουκόλιον, τό «σπίτι του βουκόλου», στήν ‘Αγορά.
Σέ καμμιά άλλη περίπτωση στήν έλληνική λογοτεχνία δέν γίνεται τόσο σαφής αναφορά στό τελετουργικό ενός «ιερού γάμου»· Οί μαρτυρίες τών συγγραφέων συμπληρώνονται από άγγειογραφίες, οί όποίες είτε δείχνουν τήν «βασίλισσα» στήν πομπή συνοδευομένη άπό σατύρους, είτε τόν γάμο τον Διονύσού καί τής ‘Αριάδνης, πλαισιωμένων άπό πότες τής ήμέρας τών Χοών. Τό έρώτημα άν ό «γάμος» έφθανε σέ πραγματική ολοκλήρωση παραμένει φυσικά αναπάντητο: είχε ή γυναίκα έρωτική ένωση μέ μιά έρμαϊκή στήλη ή έμφανιζόταν ό «βασιλεύς» μέ τήν μάσκα του θεού; Μόνο υπαινιγμούς κάνει ή κατηγορία ένός ρήτορος έναντίον μιάς αναξιοπρεπούς «βασίλισσας»: «αυτή ή γυναίκα προσέφερε γιά λογαριασμό τής πόλεως τίς απόρρητες θυσίες καί είδε αυτά πού ώς ξένη δέν έπιτρεπόταν νά δεί. Μιά τέτοια γυναίκα εισήλθε σέ χώρο, στόν όποίο κανείς άλλος άπό όλούς τούς τόσους Αθηναίους δέν εισέρχεται, παρά μόνο ή γυναίκα του βασιλέως. Αύτή όρκισε τίς «γεραρές» πού βοηθούσαν κατά τίς ιεροπραξίες, δόθηκε στόν Διόνυσο ώς σύζυγός του, έτέλεσε γιά λογαριασμό τής πόλεως τά πατροπαράδοτα έθιμα πρός τούς θεούς, πολλά καί άγια και άπόρρητα».
Ο γάμος τελείται κατά τήν νύκτα, καθώς πότες τών Χοών μέ δάδες περιβάλλουν τό κρεββάτι του Διονύσου καί τής Αριάδνης. Μπορούμε νά αποκτήσομε μιά ακριβέστερη είκόνα αυτού πού συνέβαινε στόν κύκλο τών «γεραρών», στόν βαθμό πού οί παραστάσεις τών αποκαλουμένων «ληναϊκών» άγγείων μπορούν νά συσχετισθούν μέ τά 'Ανθεστήρια. Δείχνουν γυναίκες νά αντλούν κρασί, νά πίνουν, νά χορεύουν μπροστά σ' ένα φανταστικό πρωτόγονο είδωλο τού Διονύσου: μιά μάσκα μέ γένια -ή καί δύο στραμμένες σέ διαφορετική κατεύθυνσηάναρτημένες σέ ένα κίονα ένα τεμάχιο υφάσματος τυλιγμένο γύρω από τόν κίονα υποδηλώνει τό σώμα, ένώ μερικές φορές τό συγκρατούσε μιά έγκάρσια ράβδος όπως στα σκιάχτρα χέρια καί πόδια δέν υποδηλώνονταν ποτέ. Ο θεός στολιζόταν μέ κλαδιά καί γλυκίσματα καί μπροστά του τοποθετούσαν τράπεζα προσφορών μέ τρόφιμα καί δύο μεγάλα άγγεία γιά κρασί, στάμνους. Οί γυναίκες έκινούντο μέ μετρημένες καί κομψές κινήσεις, στόν βαθμό πού ή φαντασία τού ζωγράφου δέν έπέτρεψε στό συνηθισμένο πλήθος τών σατύρων καί τών μαινάδων νά χορεύουν γύρω από τήν σκηνή. Τό είδωλο στό κέντρο είναι χωρίς αμφιβολία ό Διόνυσος προφανώς αυτός ό Θεός δέν ήταν συνεχώς παρών μέ τήν μορφή λατρευτικού αγάλματος, αλλά τό ξόανο «κατασκευάσθηκε» είδικά γιά τήν έορτή, καί μάλιστα κατά τήν διάρκειά της. Ενας χους δείχνει τήν μεγάλη μάσκα του θεού σ' ένα κάνιστρο λιχνίσματος ανάμεσα σέ δυό γυναίκες τήν μία μέ οίνοχόη καί τήν άλλη μέ δίσκο μέ καρπούς· ένας πρώιμος τύπος «ληναϊκού» άγγείου είκονίζει τήν μάσκα του Διονύσου όρθια σ' ένα σπήλαιο καί μπροστά μιά γυναίκα πού χορεύει. Επρεπε ή «βασίλισσα» νά φέρει την μάσκα από έναν άβατο υπόγειο χώρο στόΙερό τού Διονύσού; Πάντως είναι φανερό ότι το προσκομιζόμενο προσωπείο στερεωνόταν στόν κίονα παρουσία τών «γεραρών» γυναικών, τό ύφασμα σχημάτιζε τό σώμα, ακολουθούσε ό στολισμός, ό Θεός ήταν πιά φιλοξενούμενος·
κατόπιν οίνοποσία καί χορός: θά μπορούσε κανείς νά φαντασθή πώς κατά τήν νυχτερινή τελετή ό κατ’ αυτόν τόν τρόπο δημιουργηθείς θεός τελικώς ζωντανεύει καί θέλει γυναίκα. Πού γινόταν ή ανόρθωση τού θεού-προσωπείου, πώς σχηματιζόταν ή πομπή πρός τό Βουκόλιον δέν γνωρίζομε είναι προφανής πάντως καί σ’ αυτήν έπίσης τήν περίπτωση ή αναλογία μέ τήν θυσιαστήρια τελετουργία, ή όποία κλείνει μέ την ανάρτηση του κρανίου του ζώο στο Ιερό.
W.BURKERT

Close Menu