Δευτέρα Μεσούντος Ανθεστηριώνος

Ανθεστήρια, Χόες

Δεκάς Β

12. Δωδέκατη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ανθεστηριώνος ΙΒ΄ (12η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 8ος

Δεκαήμερο Β΄, το Μέσο
ΙΒ΄. Δωδεκάτη, δευτέρα μεσούντος, δυοκαιδεκάτη

Γεγονότα

  • ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
  • ΧΟΕΣ
  • ΙΕΡΑ ΠΟΜΠΗ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΛΙΜΝΑΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΛΙΜΝΑΙΟΥ
  • ΑΡΡΗΤΑ ΙΕΡΑ 
  • ΜΥΣΤΙΚΗ ΙΕΡΟΠΡΑΞΙΑ
  • ΟΡΚΟΣ ΓΕΡΑΡΩΝ  
  • ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ
  • ΒΑΣΙΛΙΝΝΑΣ
  • ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΒΑΣΙΛΕΩΣ)
  • ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΑΓΩΝ ΜΕ ΧΟΕΣ
  • ΘΥΟΜΕΝΑ ΗΡΩΟΣ ΟΡΕΣΤΟΥ
  • ΔΗΜΟΣ ΕΡΧΙΑΣ ΙΕΡΑ 
  • ΘΥΟΜΕΝΑ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΘΟΡΙΚΟΣ)
  • ΜΙΑΡΑ ΗΜΕΡΑ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Η σημερινή ημέρα είναι η δεύτερη ημέρα των εορτασμών των Ανθεστηρίων και ονομάζεται Χόες.
Ο Θουκυδίδης, 2.15.4, καταγράφει ότι η σημερινή ημέρα είναι η σπουδαία ημέρα για τα Ανθεστήρια :
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 2.15.4
― και του εν Λίμναις Διονύσου, ω τα αρχαιότερα Διονυσια (τη δωδεκάτη) ποιείται εν μηνί Ανθεστηριώνι, ώσπερ και οι απ΄Αθηναίων Ίωνες έτι και νυν νομίζουσιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
του Λμναίου Διονυσου, προς τιμήν του οποίου, τη δωδεκάτη ημέρα του Ανθεστηριώνος εορτάζονται τα αρχαιότερα Διονύσια ,
συνήθεια που την κρατούν ακόμη και σήμερα οι Ίωνες , οι οποίοι καταγονται από τους Αθηναίους.
Τα ΛΕΞΙΚΑ ΑΡΠΟΚΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΔΑ
― Χόες· εορτή τις ην παρ’ Αθηναίοις αγομένη Ανθεστηριώνος δωδεκάτη
εδραιώνουν επίσης ότι η σημερινή ημέρα είναι η ημέρα των Χοών.

Χ ό ε ς, η δεύτερη ημέρα των Ανθεστηρίων

Η δεύτερη μέρα, οι Χ ό ε ς, εορτάζονται πίνοντας σε όλη την πόλη· η πόλη σήμερα σταματά κάθε δραστηριότητά της, τα πήλινα αγγεία με την ονομασία χ ό ε ς και το ιδιαίτερο σχήμα τους είναι τα κατάλληλα μέσα για την τελετή και για τον αγώνα οινοποσίας

Ο Αγών ανακοινώνεται με τον ήχο Σάλπιγγος (Σάλπιξ), και διεξάγεται επίσημα υπό την εποπτεία και επιμέλεια του Άρχοντος Βασιλέως στο Θ ε σ μ ο θ ε τ ε ί ο ν των Αθηναίων•

(Πλουτ. Συμποσ. 1. 613. b) • ― ει μεν ουν, ώσπερ οι τον Ορέστην εστιώντες, εν Θεσμοθετείω σιωπή τρώγειν και πίνειν εμέλλομεν, ην τι τούτο της αμαθίας ουκ ατυχές παραμύθιον.

Το τελετουργικό βασίζεται σε αυτό που, σύμφωνα με την παράδοση, που είχε παρατηρηθεί όταν ο Ορέστης φιλοξενείτο στην Αθήνα προτού να καθαρθεί από φόνο• έτσι για να αποφευχθεί το μίασμα του, ο κάθε οινοπότης έχει ένα ξεχωριστό χου δοχείο οίνου και πίνει μαζί με όλους στα σιωπηλά. Στον Αγώνα στο μέσα στο Θεσμοθετείο το έπαθλο είναι ο τεράστιος ασκός του Κτησιφώντος γεμάτος με τον οίνο.

Έξω από το Θεσμοθετείο, στην πόλη συνέβαιναν και ανεπίσημοι αγώνες οινοποσίας, εκεί υπάρχουν, Πλακούντες, (και στο Θεσμοθετείο), σε τράπεζες και Στέφανοι ανθέων ή φύλλινοι ως βραβεία για τους ανεπίσημους πότες της πόλεως , γενικά στο τέλος της ημέρας, παίρνουν τους Στέφανους που φορούν στην κεφαλή τους, τους στεφανώνουν στους χόες τους και τους φέρνουν στην ιέρεια που είναι υπεύθυνη για το ιερό του Λιμναίου Διονύσου, εκεί σπένδουν το υπόλοιπο του χου τους·

Αθηναίος Δειπν. 437 cd • ― καὶ τοῦ πότου παυσαμένους τοὺς μὲν στεφάνους οἷς ἐστεφάνωντο πρὸς τὰ ἱερὰ μὴ τιθέναι διὰ τὸ ὁμορόφους γενέσθαι τῷ Ὀρέστῃ, περὶ δὲ τὸν χοᾶ τὸν ἑαυτοῦ ἕκαστον περιθεῖναι καὶ τῇ ἱερείᾳ ἀποφέρειν τοὺς στεφάνους πρὸς τὸ ἐν Λίμναις τέμενος, ἔπειτα θύειν ἐν τῷ ἱερῷ τὰ ἐπίλοιπα, καὶ ἔκτοτε τὴν ἑορτὴν κληθῆναι Χοᾶς.

Ο Π λ α κ ο ύ ς άρτος έχει την τιμητική του στην δεύτερη ημέρα των Χόων. Π λ α κ ο ύ ς είναι ένας πλούσιος πολύφυλλος άρτος, εσωτερικά παραγεμισμένος με τυρί από γάλα αίγας • έχει κοψίματα σε ραβδώσεις στις πλευρές και έναν κόμβο στο πάνω μέρος.

Προσφέρεται στον Διόνυσο, Απόλλωνα και άλλους θεούς.

Ο Αθηναίος ο Ναυκρατεύς , δηλώνει ότι δίδεται και ένας πλακούντας (μαζί με τον τεράστιο ασκό) σε αυτόν που πίνει πρώτος τον χου του στον αγώνα•

Αθην. Δειπν. 437 c ― τῷ πρώτῳ ἐκπιόντι εἰπὼν ἆθλον δοθήσεσθαι πλακοῦντα, παρήγγειλέ τε καὶ τοῦ πότου παυσαμένους τοὺς μὲν στεφάνους οἷς ἐστεφάνωντο πρὸς τὰ ἱερὰ

Το ιερό του Διονύσου στις Λίμναις είναι ανοιχτό σήμερα στην ημέρα των Χόων, μια και μοναδική φορά στο έτος των Αθηναίων. Οι αγωνιστές της οινοποσίας καταφθάνουν σήμερα, όλη μέρα και σπένδουν έως την δύση του ηλίου αυστηρώς διότι μετά η ημέρα αλλάζει και παίρνει έναν άλλο αυστηρό και πένθιμο χαρακτήρα, μετά την δύση , το βράδυ η ημέρα θα ονομαστεί Χ ύ τ ρ ο ι.

Πίσω στο ιερό – σε ένα εσωτερικό άδυτο θάλαμο • – πραγματοποιούνται οι μυστικές τελετές, που διεξάγονται από τις δεκατέσσερεις σεβάσμιες Γεραραί, οι οποίες είναι προπαρασκευαστικές για τον ιερό γάμο της Βασίλιννας, της συζύγου του Άρχοντος Βασιλέως, με τον Διόνυσο.

ΙΒ. Δημ. εις Νεαίραν 73-78• όπου κανένας άλλος από τους Αθηναίους δεν εισέρχεται εκτός από τη γυναίκα του βασιλέως μόνο• και έδωσε τον όρκο στις σεβάσμιες ιέρειες που προεδρεύουν των θυσιών, και δόθηκε ως νύμφη στον Διόνυσο•

Ο ιερός γάμος εορτάζεται στο Βουκολείον που βρίσκεται κοντά στο Πρυτανείον. Αναμφίβολα είναι ένα τελετουργικό γονιμότητας, το οποίο συμβολίζει την ένωση του θεού της καρποφορίας με την κοινότητα και της πόλης που εκπροσωπείται από τη σύζυγο του θρησκευτικού ηγέτη της.

Στα αθηναϊκά Ανθεστήρια ο θεός πέμπεται έως το Βουκολείον.

Το άρμα τριήρους του Διονύσου ακολουθείται από τις άμαξες οι οποίες ήταν γεμάτες με επίσημους και ανεπίσημους αγωνιστές οινοπότες που φωνάζουν τα αστεία τους, ενώ το πλήθος κατά μήκος του δρόμου τους ανταπαντά.

Εκδηλώνεται η Ευθυμία , μια χαρούμενη πομπική μορφή που βεβαιώνεται τόσο για τα Ανθεστήρια όσο και για τα Λήναια, , καθώς και για την πομπή στην Ελευσίνα πριν από τα Μυστήρια. Είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των δημοφιλών πομπών στην Αθήνα, και η μορφή τους έχει αποτροπαϊκές ιδιότητες για την κοινότητα και την πόλη.

ΗΜΕΡΑ Β’ ΧΟΕΣ (W.BURKERT)
― Κατά τήν ήμέρα τών Χoών ή πόση τού νέου οίνου κλιμακώνεται σέ διαγωνισμό οινοποσίας: Καθένας έχει τήν άναλογούσα ποσότητα άναμεμειγμένου κρασιού, σέ ένα ειδικό αγγεϊο (χουν) —άρχαιολογικά πασίγνωστο—πού περιείχε πάνω άπό δύο λίτρα όποιος άδειάσει πρώτος τόν χουν είναι ό νικητής. Απ’ αυτήν τήν οινοποσία δέν άπουσίαζαν ούτε οί δούλοι, ούτε τά παιδιά: μετά τήν συμπλήρωση τού τρίτου έτους τής ηλικίας εισάγονταν κατά τά Απατούρια στήν ομάδα συγγενικών οικογενειών (φρατρία) καί έπίσης έπαιρναν μέρος στήν οινοποσία τών Χοών μέ πάρα πολύ μικρά κανατάκια (χόας)· «γέννηση, χόες, έφηβία καί γάμος», έτσι μπορούσαν νά υπολογίζουν τά ορόσημα τής ζωής. Σέ παιδιά πού πέθαιναν νωρίς έβαζαν μαζί τους στόν τάφο ένα μικρό χουν, γιά νά άναπληρωθή τρόπον τινά ό,τι γι’ αυτά είχε χαθή· οί παραστάσεις αυτών τών άγγείων εικονίζουν μιά ζωντανή παρουσίαση τής παιδικής εορτής μέ τράπεζα προσφορών, χόας, κάθε εϊδους παιχνίδια καί διασκεδάσεις.
Αυτή ή ήμέρα τής οικιακής χαράς έν τούτοις είναι μιαρά ήμέρα. ‘Αλείφουν τίς πόρτες μέ ρητίνη, μασούν ένωρίς τό πρωί φύλλα λευκακάνθης, «γιά νά άπομακρύνουν τά φαντάσματα».
Ολα τά Ιερά αυτήν τήν ήμέρα, στις 12 τού ‘Ανθεστηριώνος, είναι κλειστά, περιφραγμένα μέ σχοινιά: ή πρόσβαση πρός τούς Θεούς διακόπτεται έπίσης οί έκδηλώσεις πού άπαιτούν ορκωμοσία σταματούν.
‘Αντιθέτως ή πόλη κατοικείται άπό άνησυχητικούς ξένους, γιά τό όνομα καί τήν φύση τών όποίων βεβαίως υπάρχει άμφισβήτηση ήδη στήν άρχαία παράδοση, «Κάρες» ή«Κήρες», ξένοι ή κακά πνεύματα, οί όποϊοι κατόπιν έρμηνεύθηχαν ώς « ψυχές τών νεκρών». Οταν οί «Κάρες» στόν αιτιολογικό μύθο έμφανίζονται ώς «προγενέστεροι κάτοικοι» τής ‘Αττικής,οί δύο άπόψεις βεβαίως συγκλίνουν: «πρώτοι κάτοικοι» καί «πνεύματα τών προγόνων» είναι έναλλακτιχοί χαρακτηρισμοί γιά τά πνεύματα πού έπιστρέφουν και μιά ορισμένη ήμέρα προσκαλούνται σέ γεύμα στήν Ούγκαρίτ οί ρεφαΐμ (rephaίm) έρχονται ώς φιλοξενούμενοι, πού φαίνεται νά είναι άλλοτε άρχέγονοι γίγαντες, άλλοτε πνεύματα νεκρών. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά χρήση προσωπείων ό Διόνύσος ό Θεός τού οίνου είναι συγχρόνως ό Θεός τού προσωπείου. Τελετές μέ μάσκες πρέπει νά άνηκαν στήν έορτή τών ‘Ανθεστηρίων, άλλά σέ λαϊκές μορφές χωρις έπίσημη οργάνωση τής πόλεως, μέ άποτέλεσμα έκτός άπό μερικούς υπαινιγμούς σέ άγγειογραφίες νά μήν υπάρχουν πληροφορίες περί αυτού· έν τούτοις γίνεται λόγος γιά πομπές έπάνω άμαξες μέ άχαλίνωτες ύβρεις έκτοξευόμενες «έξ άμάξης».
Μέ τέτοιους οίωνούς ακόμη καί ό διαγωνισμός οίνοποσίας αποκτά σκοτεινή διάσταση. Ο καθένας έχει τήν ίδια ποσότητα κρασιού, ό καθένας πίνει τήν ίδια στιγμή μέ τό σύνθημα μιάς σάλπιγκας κατ’ έντολή τού «βασιλέως ό καθένας έχει έπίσης τό δικό του ίδιαίτερο τραπέζι, ένώ δέν έπιτρέπονται καθόλου οί συνομιλίες. Η πιό μεγάλη έκφραση του κοινοτικού πνεύματος συνοδεύεται άπό τήν μεγαλύτερη δυνατή απομόνωση
κάθε συμμετέχοντος: ό αίτιολογικός μύθος αφηγείται ότι ό μητροκτόνος Ορέστης φιλοξενήθηκε στήν ‘Αθήνα μέ τέτοιο τρόπο, ώστε ή παρεχόμενη συντροφιά στό σπίτι καί στό φαγητό νά αναιρείται ταυτοχρόνως μέ τήν απαγόρεύση έπικοινωνίας στό φαγητό, στό ποτό, στήν όμιλία. Αυτό χαρακτηρίζει τήν ατμόσφαιρα αυτής τής τελετής:

Οί έορτάζοντες συμπεριφέρονται κατά τήν οινοποσία σάν μιασμένοι άπό έγκλημα γι αυτό έπίσης αποκλείονται άπό τά Ιερά. Δέν λείπουν αιματηροί μύθοι, οί όποίοι περιστρέφονται γύρω άπό τό άνοιγμα τού καινούργιου κρασιού. Στήν λογοτεχνία εισήλθε κυρίως ή παραλλαγή πού συνδέεται μέ τό οινοπαραγωγό χωριό τής ‘Αττικής ‘Ικαρία: ό Διόνυσος κατέλυσε στό σπίτι τού ‘Ικαριου καί τού δίδαξε τήν καλλιέργεια τον αμπελιού καί τήν οινοποιία όταν όμως ό ‘Ικάριος έδωσε στούς συγχωριανούς του τό πρώτο τον κρασί, αυτοί πίστεψαν ότι τούς δηλητηρίασε καί ταν σκότωσαν.Υπήρχε όμως παραλλήλως καί ή αφήγηση ότι τό κρασί τό έφεραν άλλοι άπό τήν Αιτωλία, οί όποίοι φονεύθηκαν στήν ‘Αθήνα. Η σύνδεση τού κόκκινου κρασιού μέ τό αίμα είναι πανάρχαιη καί πολύ διαδεδομένη. ‘Ο πιο συνεπής μύθος θα ήταν ότι ό Διόνυσος, ό θεός τού οίνου, σκοτώθηκε ό ίδιος καί διαμελίσθηκε, γιά νά χρησιμεύσει ώς οίνος γιά τήν ιερή πόση. Αύτό έκφράσθηκε γιά πρώτη φορά απροκάλυπτα άπό άλληγορικούς τής ύστερης ‘Ελληνιστικής περιόδου κατ’ αύτούς «Διόνυσος» ήταν ένα όνομα γιά τον οίνο, ένώ τά πάθη του περιγράφουν την παραγωγή του. Γιά τήν πρώιμη έποχή, πού ήταν έπηρεασμένη άπό τον Ομηρο, ένας θεός ήταν έξ ορισμού αθάνατος καί έπομένως δέν ήταν δυνατόν νά σκοτωθή. Ετσι οί αρχαϊκοί μύθοι εισήγαγαν ανθρώπους στις ιστορίες φόνου, τό πολύ-πολύ ήρωες, οί όποίοι έπρεπε νά κατευνασθούν. Στούς μυστικούς μύθους των Μυστηρίων οί αφηγήσεις είναι οπωσδήποτε διαφορετικές· ίσως ό μύθος τού διαμελισμού τού Διονύσου να είναι τόσο παλαιός, όσο ή εορτή τών Ανθεστηρίων. Βεβαίως, ακόμη κι αν γινόταν γνωστό ένα Μυστήριο αμπελουργών, αυτό δέν θά ήταν ή απώτατη πηγή τού μύθου, άλλά μέ τήν σειρά του μεταφορά τής τελετουργίας τής θυσίας ζώου, ή όποία συνδέεται μέ τήν αίματηρή ένοχή καί τό κοινό γεύμα. Χαρακτηριστικό έθιμο στίς τελετουργίες τού κυνηγιού καί τής θυσίας ήταν ή ακολουθούσα περισυλλογή τών όστών· μέ ανάλογο τρόπο τελείωνε καί ή ήμέρα τών Χοών.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΙΣΣΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ

Υπήρχε ό κανόνας ότι «μετά τό τέλος τής οινοποσίας τά στεφάνια κισσού πού φορούσαν δέν έπρεπε νά τά αφήνουν στά Ιερά —αφού είχαν μείνει κάτω άπό τήν ίδια στέγη μέ τόν ‘Ορέστη· επρεπε καθένας νά τοποθετήσει τό στεφάνι τον γύρω άπό τήν κανάτα του (τόν χουν) καί νά τό φέρει στήν ιέρεια στό Ιερό έν Λίμναις καί κατόπιν νά έκτελέσει τίς άλλες θυσίες στό Ιερό». «Μέσα στό μεθυσμένο πλήθος», όπως περιγράφει ό ‘Αριστοφάνης, πηγαίνουν οί πότες στό Ιερό έν Λίμναις· παραστάσεις τών αγγείων, μέ τά όποία έπιναν, δείχνουν πολλές φορές μορφές πού τρικλίζούν κρατώντας τήν άδεια κανάτα. Ο,τι μέ τό «άνοιγμα τών πίθων» ξεκίνησε άπ’ αυτό τό Ιερό συγκεντρώνεται εκεί καί πάλι τό βράδυ τής έπομένης ημέρας. Στό έν Λίμναις Ιερό ανήκούν δεκατέσσερες γυναίκες, οί όποίες έκαλούντο απλώς «σεβαστές», Γέραιραι· αυτές τίς έγκαθιστούσε ό «βασιλεύς» καί ήσαν υπό τήν έποπτεία τής «βασίλισσας», τής συζύγού του άρχοντος βασιλέως. Αυτή όρκιζε τίς «σεβαστές» καί άνελάμβανε να πολύ θεαματικό ρόλο: αυτή ή ίδια δινόταν ώς σύζυγος στόν θεό ή έρωτική ένωση γινόταν στό Βουκόλιον, τό «σπίτι του βουκόλου», στήν ‘Αγορά.


Σέ καμμιά άλλη περίπτωση στήν έλληνική λογοτεχνία δέν γίνεται τόσο σαφής αναφορά στό τελετουργικό ενός «ιερού γάμου»· Οί μαρτυρίες τών συγγραφέων συμπληρώνονται από άγγειογραφίες, οί όποίες είτε δείχνουν τήν «βασίλισσα» στήν πομπή συνοδευομένη άπό σατύρους, είτε τόν γάμο τον Διονύσού καί τής ‘Αριάδνης, πλαισιωμένων άπό πότες τής ήμέρας τών Χοών. Τό έρώτημα άν ό «γάμος» έφθανε σέ πραγματική ολοκλήρωση παραμένει φυσικά αναπάντητο: είχε ή γυναίκα έρωτική ένωση μέ μιά έρμαϊκή στήλη ή έμφανιζόταν ό «βασιλεύς» μέ τήν μάσκα του θεού; Μόνο υπαινιγμούς κάνει ή κατηγορία ένός ρήτορος έναντίον μιάς αναξιοπρεπούς «βασίλισσας»: «αυτή ή γυναίκα προσέφερε γιά λογαριασμό τής πόλεως τίς απόρρητες θυσίες καί είδε αυτά πού ώς ξένη δέν έπιτρεπόταν νά δεί. Μιά τέτοια γυναίκα εισήλθε σέ χώρο, στόν όποίο κανείς άλλος άπό όλούς τούς τόσους Αθηναίους δέν εισέρχεται, παρά μόνο ή γυναίκα του βασιλέως. Αύτή όρκισε τίς «γεραρές» πού βοηθούσαν κατά τίς ιεροπραξίες, δόθηκε στόν Διόνυσο ώς σύζυγός του, έτέλεσε γιά λογαριασμό τής πόλεως τά πατροπαράδοτα έθιμα πρός τούς θεούς, πολλά καί άγια και άπόρρητα».
Ο γάμος τελείται κατά τήν νύκτα, καθώς πότες τών Χοών μέ δάδες περιβάλλουν τό κρεββάτι του Διονύσου καί τής Αριάδνης. Μπορούμε νά αποκτήσομε μιά ακριβέστερη είκόνα αυτού πού συνέβαινε στόν κύκλο τών «γεραρών», στόν βαθμό πού οί παραστάσεις τών αποκαλουμένων «ληναϊκών» άγγείων μπορούν νά συσχετισθούν μέ τά ‘Ανθεστήρια. Δείχνουν γυναίκες νά αντλούν κρασί, νά πίνουν, νά χορεύουν μπροστά σ’ ένα φανταστικό πρωτόγονο είδωλο τού Διονύσου: ένα προσωπείο μέ γένια -ή καί δύο στραμμένες σέ διαφορετική κατεύθυνση άναρτημένες σέ ένα κίονα ένα τεμάχιο υφάσματος τυλιγμένο γύρω από τόν κίονα υποδηλώνει τό σώμα, ένώ μερικές φορές τό συγκρατούσε μιά έγκάρσια ράβδος όπως στα σκιάχτρα χέρια καί πόδια δέν υποδηλώνονταν ποτέ. Ο θεός στολίζεται μέ κλαδιά καί γλυκίσματα καί μπροστά του τοποθετούσαν τράπεζα προσφορών μέ τρόφιμα καί δύο μεγάλα άγγεία γιά κρασί, στάμνους. Οί γυναίκες έκινούντο μέ μετρημένες καί κομψές κινήσεις, στόν βαθμό πού ή φαντασία τού ζωγράφου δέν έπέτρεψε στό συνηθισμένο πλήθος τών σατύρων καί τών μαινάδων νά χορεύουν γύρω από τήν σκηνή. Τό είδωλο στό κέντρο είναι χωρίς αμφιβολία ό Διόνυσος προφανώς αυτός ό Θεός δέν ήταν συνεχώς παρών μέ τήν μορφή λατρευτικού αγάλματος, αλλά τό ξόανο «κατασκευάσθηκε» είδικά γιά τήν έορτή, καί μάλιστα κατά τήν διάρκειά της. Ενας χους δείχνει το μεγάλο προσωπείο του θεού σ’ ένα κάνιστρο λιχνίσματος ανάμεσα σέ δυό γυναίκες τήν μία μέ οίνοχόη καί τήν άλλη μέ δίσκο μέ καρπούς· ένας πρώιμος τύπος «ληναϊκού» άγγείου είκονίζει τήν μάσκα του Διονύσου όρθια σ’ ένα σπήλαιο καί μπροστά μιά γυναίκα πού χορεύει. Επρεπε ή «βασίλισσα» νά φέρει το προσωπείο από έναν άβατο υπόγειο χώρο στό Ιερό τού Διονύσού; Πάντως είναι φανερό ότι το προσκομιζόμενο προσωπείο στερεωνόταν στόν κίονα παρουσία τών «γεραρών» γυναικών, τό ύφασμα σχημάτιζε τό σώμα, ακολουθούσε ό στολισμός, ό Θεός ήταν πιά φιλοξενούμενος· κατόπιν οίνοποσία καί χορός: θά μπορούσε κανείς νά φαντασθή πώς κατά τήν νυχτερινή τελετή ό κατ’ αυτόν τόν τρόπο δημιουργηθείς θεός τελικώς ζωντανεύει καί θέλει σύζυγο.

Πού γινόταν ή ανόρθωση τού θεού-προσωπείου, πώς σχηματιζόταν ή πομπή πρός τό Βουκόλιον δέν γνωρίζομε είναι προφανής πάντως καί σ’ αυτήν έπίσης τήν περίπτωση ή αναλογία μέ τήν θυσιαστήρια τελετουργία, ή όποία κλείνει μέ την ανάρτηση του κρανίου του ζώο στο Ιερό.
W.BURKERT

ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΑΡΩΝ (Όρκος των Σεβάσμιων ιερειών)

Ο Δημοσθένης στον Λόγο του κατά της Νεαίρας κατακεραυνώνει τους Αθηναίους και αναφέρει τις μυστικές τελετές «άρρητα ιερά υπέρ πόλης» θέλοντας να τονίσει την σπουδαιότητα των Γεραρών σε αυτήν την άρρητη τελετή. Το ιερό και πανάρχαιο έθιμο του Ιερού Γάμου της Βασίλισσας είναι γραμμένο σε λίθινη στήλη στον ιερό τόπο του Λιμναίου Διονύσου. Οι σεβάσμιες ιέρειες Γεράρες τοποθετούν το χέρι τους πάνω στο κάνιστρο που περιέχει τα ιερά για την θυσία και επαναλαμβάνουν τον ιερό Όρκο που τους απευθύνει η βασίλισσα.

ΙΒ. Δημ. εις Νεαίραν 73-78• ― Και αυτή η γυναίκα έθυε υπέρ της πόλεως τις θυσίες που κανείς δεν μπορεί να ονομάσει, τις άρρητες, και είδε αυτό που δεν ήταν κατάλληλο για να δει, ως ήταν ξένη. και παρά τον χαρακτήρα της, εισήλθε εκεί όπου κανένας άλλος από τους Αθηναίους δεν εισέρχεται εκτός από τη γυναίκα του βασιλέως μόνο· και έδωσε τον όρκο στις σεβάσμιες ιέρειες που προεδρεύουν των θυσιών, και δόθηκε ως νύμφη στον Διόνυσο• και πραγματοποίησε υπέρ της πόλης τις τελετές που οι πατέρες μας παρέδωσαν για την θεραπεία των θεών, τελετές πολλές και άγιες που δεν ονομάζονται. Εάν δεν επιτρέπεται σε κανέναν να έχει ακούσει για αυτές, πώς μπορεί να είναι σύμφωνο με ευσέβεια για έναν τυχοδιώκτη να τις εκτελέσει, ειδικά μια γυναίκα του χαρακτήρα της και μια που έχει κάνει αυτό που έχει κάνει;Θα ήθελα, ωστόσο, να πάω πιο πίσω και να σας εξηγήσω αυτά τα θέματα με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, ώστε να είστε πιο προσεκτικοί όσον αφορά την τιμωρία και να είστε βέβαιοι ότι θα ψηφίσετε, όχι μόνο προς το συμφέρον του εαυτού σας και τους νόμους, αλλά και προς το συμφέρον του σεβασμού προς τους θεούς, απαιτώντας την ποινή για πράξεις ασεβείας και τιμωρώντας αυτούς που έχουν κάνει το λάθος. Στην αρχαιότητα, ω άνδρες της Αθήνας, υπήρχε κυριαρχία στην πόλη μας, και η βασιλεία ανήκε σε εκείνους που ήταν από καιρού εις καιρόν προεξέχοντες λόγω του ότι ήταν αυτόχθονες , και ο βασιλιάς πρόσφερε όλες τις θυσίες, και εκείνες που ήταν σεμνότατες και απόρρητες τις ποιούσε η σύζυγός του, όπως ήταν φυσικό, που ήταν βασίλισσα.Αλλά όταν ο Θησέας συνοίκισε τους ανθρώπους σε μια πόλη και καθιέρωσε τη δημοκρατία, και η πόλη έγινε πυκνοκατοικημένη, ο λαός συνέχισε να εκλέγει τον βασιλιά όπως και πριν, επιλέγοντας τον από αυτούς που διακρίνονται από την ανδρεία• και καθιέρωσαν έναν νόμο ότι η σύζυγός του πρέπει να είναι αθηναϊκής γέννησης και ότι πρέπει να παντρευτεί μια παρθένα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλο άνδρα, στο τέλος ότι μετά το έθιμο των πατέρων μας οι ιερές άρρητες τελετές μπορούν να εορτάζονται εκ μέρους της πόλης, και ότι οι εγκεκριμένες θυσίες μπορούν να γίνουν στους θεούς, όπως απαιτεί η ευσέβεια, χωρίς παράλειψη ή καινοτομία.Αυτόν τον νόμο τον έγραψαν πάνω σε μια πέτρινη στήλη, και την έστησαν στο ιερό του Διονύσου δίπλα στον βωμό των Λιμνών (και αυτός η στήλη στέκεται ακόμη, με αμυδρά αττικά γράμματα δηλώνει τα γεγραμμένα). Έτσι, οι άνθρωποι κατέθεσαν τη δική τους ευσέβεια προς τον θεό, και την άφησαν ως κατάθεση για τις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας τι είδους γυναίκα απαιτούμε να είναι αυτή που πρέπει να δοθεί σε γάμο με τον θεό και να κάνει τις θυσίες. Για αυτό το λόγο το εγκατέστησαν στο πιο αρχαίο και άγιο ιερό του Διόνυσου στις Λήμνες, έτσι ώστε λίγοι να γνωρίζουν μόνο τα γεγραμμένα• για μια φορά μόνο κάθε χρόνο ανοίγει το ιερό, τη δωδέκατη ημέρα του μήνα Ανθεστηριώνα.Αυτές οι ιερές και άγιες τελετές για τον εορτασμό που οι πρόγονοί σας παρείχαν τόσο καλά και υπέροχα, είναι καθήκον σας, ω άνδρες της Αθήνας, να διατηρήσετε με αφοσίωση, και επίσης να τιμωρήσετε όσους αψηφούν αδικαιολόγητα τους νόμους σας και ήταν ένοχοι για ντροπή ατιμωρησίας προς τους θεούς• και αυτό για δύο λόγους: πρώτον, ότι μπορούν να πληρώσουν την ποινή για τα εγκλήματά τους. και, δεύτερον, ότι άλλοι μπορεί να το λάβουν ως προειδοποίηση και να φοβούνται να διαπράξουν αμαρτία εναντίον των θεών και κατά της πόλης.Θέλω τώρα να καλέσω μπροστά σας τον ιερό Κήρυκα που περιμένει τη σύζυγο του βασιλιά, όταν εκφωνεί τον όρκο στις σεβάσμιες ιέρειες καθώς μεταφέρουν τα κάνιστρά τους μπροστά από τον βωμό πριν αγγίξουν τα ιέρεια θύματα, έστω για να ακούσετε τον όρκο και τις λέξεις που προφέρονται, τουλάχιστον στο βαθμό που σας επιτρέπεται να τα ακούσετε• και δείτε για να καταλάβετε πόσο σεβάσμιες και ιερές και αρχαίε ς είναι οι τελετές

ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΑΡΩΝ (Όρκος των Σεβάσμιων ιερειών)

― Ζω μια ιερή ζωή και είμαι αγνή και αμόλυντη από όλα τα άλλα που μολύνουν και από την συνουσία του ανδρός, και θα εορτάσω τη εορτή Θεοίνια, (του θεού τον οίνο) και την εορτή των Ιοβακχειών προς το σέβας του Διονύσου σύμφωνα με το έθιμο και σε καθορισμένες ώρες.«ἁγιστεύω καὶ εἰμὶ καθαρὰ καὶ ἁγνὴ ἀπό τε τῶν ἄλλων τῶν οὐ καθαρευόντων καὶ ἀπ᾽ ἀνδρὸς συνουσίας, καὶ τὰ θεοίνια καὶ τὰ ἰοβάκχεια γεραρῶ τῷ Διονύσῳ κατὰ τὰ πάτρια καὶ ἐν τοῖς καθήκουσι χρόνοις»

ΗΡΩΟΛΑΤΡΕΙΑ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝΟΣ:  Ο ήρως Ορέστης

Λ α τ ρ ε ί α·  Αττική·  ο Ορέστης  συνδέεται αιτιολογικά με την ιεροτελεστία των Χόων στα Ανθεστήρια  καθώς και με τη λατρεία της  Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλαί  αι Αραφηνίδες, δήμος ανάμεσα στον Μαραθώνα και την Βραυρώνα, η ευρύτερη περιοχή της Ραφήνας και της Αρτέμιδας.

Μ ύ θ ο ς· Ο Ορέστης είχε επιστρέψει από την Αθήνα όταν σκότωσε τον Αιγίστο, (Ομ. Οδ. 3.306-8)·  αυτό το περιστατικό του φόνου είχε μπερδέψει τους αρχαίους σχολιαστές.  Συνήθως,  αναφέρεται και είναι  γνωστή  η δίκη του Ορέστη για τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας που διεξήχθη στην Αθήνα, (Aριστ. Ευμ., Ελλάνικος  θρ.  323a. 22), κ.λπ· η δίκη  ήταν μια από τις τυπικές μυθικές δίκες  του Αρείου Πάγου.  Λόγω  του πιθανού  μιάσματος του Ορέστη  ο Δημοφών (ή ο Πανδίων, Σχ. Aριστ. Αχαρν. 961, Ιπ. 95,  ή οι γιοι του Δημοφώντος , Πλουτ. Ηθ. 643A), αποφάσισαν στην εορτή του Διονύσου Ληναίου  ότι κάθε συμμετέχων θα πρέπει να έχει το δικό του Χου με το κρασί του, ιδρύοντας  έτσι τον ειδικό χαρακτήρα  στην ημέρα  των Χόων στα Ανθεστήρια, (Φανόδημος, θρ. 325. 11, Παρ. Α 25·  βλέπε Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις  942/60, Καλλίμ. θρ. 178).  

 Μετά το ταξίδι του στη χώρα των Ταύρων και την επιστροφή του με την Ιφιγένεια  ίδρυσε τον ναό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλαί  αι Αραφηνίδες, και καθιέρωσε την λατρεία σε αυτόν τον δήμο.  (Ευριπίδης Ιφιγένεια εν Ταύροις  1446-61).

Στα ιστορικά χρόνια , όταν με το ιερό της Βραυρώνας ταυτίστηκε η Αρτέμιδα τότε η παλιά (Ιφιγένεια), η τοπική θεά των τοκετών  στις Αλαί αι Αραφηνίδες,  ταυτίστηκε με την ηρωϊδα Ιφιγένεια και δημιουργήθηκε η παράδοση πως αυτή επέστρεψε με τον Ορέστη από την Ταυρική και έγινε ιέρεια της Αρτέμιδος Βραυρωνίας που είχε γίνει Γενέθλια θεά και Κουροτρόφος.

Στα μεταγενέστερα ιστορικά χρόνια υπήρξε Τέμενος, και τάφος της Ιφιγένειας. Το θαυματουργό ξόανο που η Ιφιγένεια και ο Ορέστης έφερε από την χώρα των Ταύρων φυλασσόταν σε γειτονικό ιερό της Αρτέμιδος που βρέθηκε σε παραλιακή θέση νότια της Ραφήνας. Στην θέση αυτή στην αρχαιότητα υπήρξε ο συνοικισμός των Αραφηνιδών Αλών και εκεί η Αρτεμις λατρεύεται ως «Ταυροπόλος». Με την πόλη των Αθηναίων δεν συνδέθηκε η Ταυροπόλος αλλά η Βραυρωνία Αρτέμιδα. Η τοπικές θεές Ιφιγένεια και  Ταυροπόλος Αρτέμιδα εορτάζονται  τον μήνα Μουνιχιώνα.

O ΙΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ

Ο ιερός τόπος των Ανθεστηρίων ή των Διονυσίων εν Λίμνες κατά το παλαιότερον, είναι το ιερό του Λιμναίου Διονύσου στις Λίμνες, όπως τεκμηριώνει ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του Βάτραχοι. Οι βάτραχοι άδουν όπως έκαναν κάποτε για τον Διόνυσο τον Λιμναίο θεό , υιό του Διός. Η άμετρη οινοποσία συνεχίζεται και την ημέρα των Χύτρων από τους λατρευτές του Λιμναίου θεού. Η τεκμηρίωση έρχεται από τα σχόλια των παλαιών, όπου το ιερό του θεού βρίσκεται στις Λίμνες αλλά και ο οίκος του θεού. Το ίδιο μαρτυρά και ο Καλλίμαχος στο ποίημα του «Εκάλη» και αναφέρει τις χοροστάδες του θεού σε αυτόν τον Λιμναίο τόπο.

Αριστ. Βατρ. 211-19 στ. ― λιμναία κρηνών τέκνα,ξύναυλον ύμνων βοάνφθεγξώμεθ’, εύγηρυν εμάν αοιδάν,κοάξ κοάξ,ην αμφί ΝυσήϊονΔιός Διόνυσον ενΛίμναισιν ιαχήσαμεν,ηνίχ’ ο κραιπαλόκωμοςτοις ιεροίσι Χύτροισιχωρεί κατ’ εμόν τέμενος λαών όχλος.

Σχολιασμός σε 216 στ.• από των εαυτών λιμνών μεταφέρουσιν επί τον εν Λίμναις Διόνυσον λεγόμενον. Λίμναι δε χωρίον της Αττικής, εν ω Διονύσου ιερόν.Λίμνη• τόπος ιερός Διονύσου, εν ω και οίκος και νεώς του θεού. Καλλίμαχος εν Εκάλη (θρ. 305) «Λιμναίω δε χοροστάδας ήγον εορτάς».

Σχολιασμός σε 218 στ.• Χύτροι• εορτή παρ’ Αθηναίοις. άγεται δε παρά ταύτην την αιτίαν, ην και Θεόπομπος εκτίθεται γράφων ούτως (115 θρ. 347)• «διασωθέντας ουν τους ανθρώπους, ηπέρ εθάρρησαν ημέρα, τω ταύτης ονόματι προσαγορεύσαι και την εορτήν άπασαν». έπειτα «θύειν αυτοίς έθος έχουσι, των μεν Ολυμπίων [θεών] ουδενί το παράπαν, Ερμή δε χθονίω, και της χύτρας, ην έψουσι πάντες οι κατά την πόλιν, ουδείς γεύεται των ιερέων. τούτο δε ποιούσι τη <β’> ημέρα». και «τους τότε παραγενομένους υπέρ των αποθανόντων ιλάσασθαι τον Ερμήν». ήγοντο δε αγώνες αυτόθι οι Χύτρινοι καλούμενοι καθά φησι Φιλόχορος εν τη έκτη των Ατθίδων (328 θρ. 57)

Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ

Ησύχιος λημ. Διονύσου γάμος; της του βασιλέως και θεού γίνεται γάμος.

Bekk. Ανέκδ. 1. 323. 32. γεραραί· ιέρειαι κοινώς, ιδίως δε παρά Αθηναίοις αι τω Διονύσω τω εν Λόμναις τα ιερά επιτελούσαι, αριθμώ δεκατέσσαρες.

Ετυμ. Μεγ. 227.35. γεραραί· παρά Αθηναίοις γυναίκες τινες ιεραί ας ο βασιλεύς καθίστησιν ισαρίθμους τοις βωμοίς του Διονύσου, διά το γεραίρειν τον θεόν. ούτω Διόνυσος ο Αλικαρνασεύς.

Αριστοτ. Αθ. Πολ. 3. 5. · ήσαν δε ουχ πάντες οι εννέα άρχοντες, αλλ’ ο μεν βασιλεύς είχε το νυν καλούμενον Βουκολείον, πλησίον του Πρυτανείου (σημείον δε· έτι και νυν γαρ της του βασιλέως γυναικός η σύμμειξής ενταύθα γίνεται τω Διώνυσω και ο γάμος), ο δε ’αρχων το Πρυτανείον, ο δε πολέμαρχος το Επιλυκείον.