Δευτέρα Ισταμένου Μουνιχιώνος

Από την δύση του ηλίου της 14ης Aπριλίου έως την δύση του ηλίου της 15ης Απριλίου

Δεκάς Α

2. Δεύτερη ημέρα της σελήνης
ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Μουνιχιώνος Β΄ (2η)
ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΗΝ 10ος

Δεκαήμερο Α΄, το Ιστάμενο
Β΄. Δευτέρα, δευτέρα ισταμένου

Γεγονότα

  • ΑΓΑΘΟΥ ΔΑΙΜΟΝΟΣ
  • ΑΠΑΝΤΩΝ ΧΘΟΝΙΩΝ ΘΕΩΝ
  • ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΗΡΩΩΝ
  • ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟΝ

Αναφορές Πηγές για την ημέρα

Τη σημερινή ημέρα καταγράφονται διαδικασίες κατά νόμον στο έτος 325/4:
IG ΙΙ² 1629, ΣΕΙΡΕΣ 206-212:
― τους θεσμοθέτας παρα-
πληρώσαι δικαστήρια εις
ένα και διακοσίους τωι
στρατηγώι τώι επί τας συμ-
μορίας ηιρημένωι εν τωι
Μουνιχιώνι μηνί τηι δευ-
τέραι ισταμένου


Τη σημερινή ημέρα εορτάζουμε τη μηνιαία εορτή αφιερωμένη στον Αγαθό Δαίμονα.
Ἡ δεύτερη ἡμέρα τοῦ κάθε μηνὸς ἐθεωρεῖτο ἡ ἡμέρα τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος.
Τιμὲς ἀποδίδονται καὶ στοὺς ήρωες και τις ηρωϊδες:
― ἀγαθοῦ δαίμονος πόμα•
τὸ μετὰ τὸ δεῖπνον ἄκρατον πινόμενον παρὰ Ἀθηναίοις•
καὶ τὴν β΄ ἡμέραν οὕτως ἐκάλουν.
ΗΣΥΧΙΟΣ
― ἀγαθοῦ δαίμονος•
καὶ ἡμέραν δὲ τὴν δευτέραν τοῦ μηνὸς οὕτως ἐκάλουν. ΣΟΥΪΔΑΣ

Η θρησκευτικότητα των πρώτων Ελλήνων και η λατρεία στους νεκρούς προγόνους.

Οι νεολιθικοί κάτοικοι της Ελλάδος βρίσκονται σε προχωρημένη βαθμίδα πολιτισμού και είναι φυσικό και στην θρησκευτική ζωή τους να έχουν ξεπεράσει τον πρωτόγονο άνθρωπο. Κατέχουν ήδη την έννοια της ανθρωπομορφικής θεότητος. Δεν νοιάζονται για την «ψυχή», καμία μετά θάνατο «ζωή» και λύτρωση «ψυχής» ή «θέωσης». Μοναδικός και καθημερινός αγώνας τους είναι αυτός της επιβίωσης και της ζωής. Η θρησκευτική ζωή συνάδει την γεωργική τους ασχολία έτσι εκτός από τις λατρευτικές πράξεις σχετικές με τις θεότητες που προστατεύουν την βλάστηση και τη γονιμότητα των ανθρώπων και των ζώων τελούν και ιεροπραξίες για την ευόδωση της συγκομιδής των σιτηρών. Τέτοιες τελετές πραγματοποιούνται στην εποχή της σποράς και του θερισμού από όλη την κοινότητα μπροστά στο μέγαρο του ηγεμόνος στο μεγάλο προαύλιο. Ο ηγεμόνας της κοινότητας , αυτή την εποχή εκτός από πολιτικός, στρατιωτικός ηγέτης, ανώτατος δικαστής , φρουρός της ηθικής τάξης και της γαλήνης της κοινότητας είναι και θρησκευτικός αρχηγός ιερέας, αυτός που οργανώνει την κοινή λατρεία και εκτελεί ο ίδιος τις τελετές για , την πρόκληση υετού για τις καλλιέργειες , την παύση της ανομβρίας, του λοιμού ή της θεομηνίας για να απομακρυνθεί το κακό από την κοινότητα. Στο προαύλιο του μεγάρου του ηγεμόνος τελούνται και όλες οι εορτές.Η λατρεία των προγόνων νεκρών παίζει σημαντικό ρόλο στην λίθινη εποχή των Ελλήνων αλλά και του Χαλκού. Οι άνθρωποι θάβουν τους νεκρούς προγόνους τους δίπλα ή μέσα στην οικία , κάτω από το δάπεδο. Αδιαφιλονίκητος είναι ο σεβασμός στον νεκρό και έχει κεντρική θέση στην θρησκευτική ζωή των πρώτων Ελλήνων. Υπάρχει η πεποίθηση ότι οι νεκροί μπορούν να βλάψουν τους ζωντανούς· οσοδήποτε ανίσχυρος και ακίνδυνος κι αν ήταν κάποιος στη ζωή του, ευθύς μόλις πέθαινε, γίνεται ύπαρξη μυστηριώδης, από την οποία δεν ξέρει κανείς πώς να προστατευτεί, γιατί δεν την βλέπει ούτε την ακούει ούτε αισθάνεται εύκολα την παρουσία και τις κινήσεις της. Γι αυτό πρέπει να διατηρήσει με την λατρεία την εύνοιά του.Ο φόβος τότε εξαφανίζεται και η σχέση προς τον νεκρό παίρνει εγκάρδιο χαρακτήρα. Οι απόγονοι αναγνωρίζουν με τον καιρό πως σ΄αυτόν οφείλουν την ζωή και την ευημερία τους και πως αυτός μπορεί με μια μυστηριώδη δύναμη που απόκτησε καθώς πέθανε να τους βοηθήσει. Η σοδειά θα ευδοκιμήσει, αν δεν λησμονήσουν τους νεκρούς προγόνους τους , εκείνους που πρωτοκαλλιέργησαν αυτούς τους τόπους. Στο τέλος της συγκομιδής χρέος του καθενός είναι η προσφορά στους νεκρούς των πρώτων καρπών του έτους. Αυτή η παράδοση διατηρήθηκε στην Ιστορική και Κλασσική Ελλάδα. Ιδίως η σοδειά του σιταριού ήταν πάντα συνδεδεμένη με τους νεκρούς της κοινότητας. Την περίοδο του Χαλκού οι νεκροί θάβονται μέσα στους ίδιους πίθους σαν αυτών της αποθήκευσης του σιταριού. Τα πιθάρια του οίκου που τιμάνε τους νεκρούς του οίκου ευλογούνται, και δεν μένουν ποτέ άδεια ώστε να πεινάσει ο οίκος οι οικογένειες των απογόνων και η κοινότητα.Το ίχνος του εθίμου της ταφής του οικείου νεκρού εντός του οίκου διατηρήθηκε στην λατρεία του Αγαθού δαίμονος του οίκου στην αρχαϊκή και κλασσική Ελλάδα.


Ὁ Ε.Rodhe (1845-1898) στὸ ἕργο του Ψυχὴ (1890-1894) ἀντιλαμβάνεται τὸν ἀγαθὸ δαίμων ὡς μία χθόνια θεότητα, αὐτὸ ἐνισχύεται καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Πλουτάρχου:
― Καὶ γὰρ Ἕλληνες ἐν τῇ νουμηνίᾳ τοὺς θεοὺς σεβόμενοι τὴν δευτέραν ἥρωσι καὶ δαίμοσιν ἀποδεδώκασι, καὶ τῶν κρατήρων ὁ δεύτερος ἥρωσιν ἔπικίρναται καὶ ἡρωΐσι.
(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘΙΚΑ 272Α).


Ο Αθηναίος συνδέει τονο Αγαθοδαίμων με τον Διόνυσο.
Ὁ Ἀθηναῖος συνδέει τὸν ἀγαθὸ δαίμων μὲ τὸν θεὸ Διόνυσο:
― καὶ διὰ τοῦθ’οἱ Ἕλληνες τῷ μὲν παρὰ δεῖπνον ἀκράτῳ προσδιδομένῳ τὸν ἀγαθὸν ἐπιφωνοῦσι δαίμονα, τιμῶντες τὸν εὑρόντα δαίμονα• ἦν δ’οὗτος ὁ Διόνυσος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 15.675Β


Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀθηναίου εἶναι πολὺ σημαντικὴ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸ τῆς θεότητος τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος διότι βλέπουμε ὅτι τὴν δευτέρα ἱσταμένου τοῦ μηνὸς Ἀνθεστηριῶνος, καταγράφεται μία θυσία στὸ θυσιολόγιο τοῦ Δήμου Ἐρχιᾶς στὸν Διόνυσο.
Ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀριστοφάνους στὸ ἕργο Νεφέλαι, καθορίζει τὴν δευτέρα ἱσταμένου τοῦ κάθε μηνὸς, ὡς ἡμέρα ποὺ τιμᾶται καὶ ὁ Ποσειδών:
― καὶ γὰρ ἐν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τεταγμένον ἦν τὸν Δία τιμᾶν, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὸν Ποσειδῶνα, καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς καθεξῆς.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΝΕΦΕΛΑΙ 616


Αὐτὸ τὸ σχόλιο, εἶναι λανθασμένο, διότι ἡ ἱερὴ ἡμέρα τοῦ Ποσειδῶνος εἶναι ἡ ὀγδόη ἱσταμένου τοῦ κάθε μηνὸς. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τοῦ σχολιαστὴ ἀφορᾶ τὴ Νουμηνία καὶ ἡ δήλωση του :
― καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς καθεξῆς
δηλώνει ὄτι γίνεται μία προσπάθεια νὰ παρουσιάσει ἕνα σύστημα ἡμερολογίου ποὺ δὲν ὑπάρχει στὸ Αθηναϊκό Θρησκευτικὸ Ἡμερολόγιο.
Σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ ἀγαθὸς δαίμων εἶναι ἀρχέγονη Ἑλληνικὴ Θεότητα, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ πνεῦμα τῆς γονιμότητας καὶ τῆς εὐφορίας.
Κατὰ τὴν κλασικὴ ἐποχὴ ἀπέκτησε ὑπόσταση καὶ λατρευόταν ὡς φύλακας τῆς οἰκογενειακῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς πόλης, προστάτης τῶν ἀμπελιῶν καὶ τῶν χωραφιῶν, συνήθως μαζὶ μὲ τὴν Ἀγαθὴ Τύχη.
Ταυτίζεται ἄλλοτε μὲ τὸν Δία καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν Διόνυσο. Σύμβολά του είναι τὸ φίδι ἢ ὁ φαλλός, καὶ στὴ λατρεία του είναι ἀφιερωμένη ἡ μέρα ποὺ δοκίμαζαν τὸ νέο κρασί.
Κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους, συνδέθηκε μὲ τὴ λατρεία τοῦ αἰγυπτιακοῦ θεοῦ Χνοὺμ (τὸν ὁποῖο οἱ Ἕλληνες ὀνόμαζαν Χνούβι, σύμφωνα μὲ τὸν Στράβωνα) .