ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ:  Τα Λήναια των Αθηναίων  στη λαϊκή λατρεία και επίσημη ολυμπιακή θρησκεία

ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ: Τα Λήναια των Αθηναίων στη λαϊκή λατρεία και επίσημη ολυμπιακή θρησκεία

Τα Λήναια των Αθηναίων

Τα Λήναια των Αθηναίων είναι εορτές του Διονύσου·  έχουν προκαλέσει την μεγαλύτερη διαμάχη μεταξύ των ερευνητών, όχι μόνο σε σχέση με τα διάσημα «ληναϊκά αγγεία», αλλά και λόγω της παρουσίας του Ι ά κ χ ο υ,  που βρίσκουμε επίσης στην λατρεία των Ελευσίνιων μυστηρίων, αλλά και στη έρευνα σχετικά με το αν είναι μια εορτή των γυναικών «Λ ῆ ν α ι» ή πιο συγκεκριμένα, αν είναι εορτή του  ληνού, του πατητηριού  (ληνός), δηλαδή μια εορτή του Διονύσου του κρασιού, ερμηνεία που σήμερα θεωρείται λανθασμένη.

Σε αυτό το μελέτημα υποστηρίζεται η σημασία των γυναικών (αι Λῆναι)  στην εορτή σε σχέση με τον Διόνυσο, τον θεό της υγράς φύσης αλλά και του οίνου, του θεού που ταυτοποιείται επίσης και με το ίδιο το κρασί σε μια εορτή στην οποία πιστεύουμε ότι η λατρεία στον θεό αρχικώς είναι συσχετισμένη με τις γεωργικές πτυχές που συνδέονται με το «π ά θ ο ς» του Διονύσου και την «α φ ύ π ν ι σ η» του από τον τόπο των νεκρών, τον Άδη, μετά τον σ π α ρ α γ μ ό  του.

Οι γυναίκες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις τελετές, αλλά και σε ολόκληρη την εορτή των Ληναίων. Eπιδεκτικοί όμως σε ιστορικές συνθήκες, αντιξοότητες και μετασχηματισμούς  είναι οι άνδρες που είναι πιο ορατοί, τουλάχιστον στις γραπτές πηγές, διαδραματίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην εορτή στο πολιτικό, πολιτειακό λατρευτικό πλαίσιο της κλασικής πόλης.

Οι πρώτες αναφορές από τον Ησίοδο και τον Ηράκλειτο

Δεν έχουμε πολλές πηγές για τα Λήναια.   Υπάρχει μια πρώιμη έμμεση (ίσως) αναφορά στον Ησίοδο, αφού αναφέρει έναν μήνα που λέγεται Λ η ν α ι ώ ν, ο οποίος, όπως γράφει ο σχολιαστής,  ταυτίζεται με τον αττικό μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριος), μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιούνται τα Λ ή ν α ι α.  Σύμφωνα με τον σχολιαστή, Ληναιών είναι το όνομα που δίνεται γενικά σε αυτόν τον μήνα στον ιωνικό κόσμο (Ησ. 504• μήνα δε Ληναιώνα). Έτσι ο μήνας, όπως αναφέρει ο σχολιαστής,  πήρε το όνομά του πιθανώς από την εορτή κατά το ιωνικό λατρευτικό πλαίσιο, επομένως τα Λήναια χρονολογούνται από την ακμάζουσα αρχαϊκή περίοδο ή ίσως ακόμη νωρίτερα, κατά την ιστορική Γεωμετρική περίοδο. Είναι  μια εποχή που το ημερολόγιο είχε ήδη καθιερωθεί και είχε πραγματοποιηθεί η  μετανάστευση ή μετεγκατάσταση των Ιώνων.   Σύμφωνα με την ιωνική παράδοση, αυτή η μετανάστευση προήλθε, μετά την συρρίκνωση των Ιώνων ερχόμενων και από άλλους τόπους, όπως την Αττική, τη Βοιωτία και την Εύβοια. Η ονομασία του μηνός Ληναιών βρίσκεται  και σε άλλα μέρη του ιωνικού κόσμου, όπως των Κυκλάδων αλλά και της  Εύβοιας.

Δεύτερον, υπάρχει ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο οποίος αναφέρεται στην εορτή  σε δύο αποσπάσματα που παραδόθηκαν από τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό.   Τα αποσπάσματα συνήθως συνδέονται με τα Λήναια, τα οποία περιλαμβάνουν , σύμφωνα με αυτή την μαρτυρία, μια πομπή στην Έφεσο αφιερωμένη στον θεό συνοδευόμενη από έναν ύμνο στον φαλλό, και επίσης, καταγράφεται ότι  «ο Άδης είναι ο ίδιος με τον Διόνυσο, προς τιμήν του οποίου μ α ί ν ο ν τ α ι  και εορτάζουν τα Λήναια» ή «γίνονται ληναί (λ η ν α ΐ ζ ο υ σ ι ν)».   Αυτή η τελευταία φράση παρέχει, κατά την άποψή μας, πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαϊκή εορτή  στην Έφεσο. Κατά πρώτο λόγο, η αναφορά στον Διόνυσο, που ταυτίζεται με τον Άδη, δεικνύει την επαφή του θεού με τον θάνατο στην εορτή. Κατά δεύτερο λόγο,  το ρήμα «λ η ν α ΐ ζ ω» μπορεί να αναφέρεται στην παρουσία και τη σημασία των γυναικών που εορτάζουν τον Διόνυσο στην εορτή, ενδεχομένως με «εκστατικό» χορό και ωδή, εφόσον το ρήμα μεταφράζεται ως «γίνονται λήναι-ληναϊζουν» (Ο Ηράκλειτος χρησιμοποιεί το «ληναϊζουν» ως συνώνυμο του «βακχεύουσι»), όπως δείχνουν τα σχόλια. Στην πραγματικότητα, σε ένα άλλο απόσπασμα, που επίσης αναφέρεται από τον Κλήμη τον αλεξανδρινό, ο Ηράκλειτος αναφέρει, μεταξύ άλλων και άλλους θιάσους που παραδοσιακά συνδέονταν με τη (την νυχτερινή), λατρεία των ληνών του Διονύσου (Κλ. Αλεξ. Προτρ. 2. 33. 1παρ. Ηρακλ. Β14- τίσι μαντεύεται Ηράκλειτος ο Εφέσιος; «νυκτιπόλοις, μάγοις. βάκχοις, λήναις, μύσταις»). Το σχόλιο εξισώνει το «ληναΐζω» με το «βακχεύουσιν», και το «λήναι» με τις «βάκχες»·  και σε μια νύξη του λεξικογράφου Ησυχίου οι «λήναι» εξισώνονται επίσης με τις «βάκχες» (λήναις ταῖς Βάκχαις-ληναΐζουσιν βακχεύουσιν • Λῆναι γὰρ αἱ Βάκχαι). Ησ. λήμ. λῆναι • Βάκχαι Ἀρκάδες.  Στη μεταγενέστερη λογοτεχνία, οι λήνες είναι οι μαινάδες του Διονύσου. Ο Θεοκριτος (Ειδ. 26), για παράδειγμα, αναφέρεται στις βάκχες Αγαύη, Ίων και Αυτονόη ως λήναι ή βάκχαι, και μιλά για τις τελετές τους στους «12 βωμούς». Ο Στράβων αναφέρει επίσης το Λῆναι μεταξύ των Βακχών και των Θυιάδων των Δελφών (Στρ. 10. 3. 10), σε ένα απόσπασμα το οποίο αναφέρεται στον Ί α κ χ ο, ο οποίος ταυτίζεται με τον Διόνυσο, αλλά είναι επίσης γνωστός και ως ἀ ρ χ η γ έ τ η ς  ή  η γ έ τ η ς των μυστηρίων.  Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στον Αλικαρνασσό, ο Διόνυσος «ηγείται»  τις Βάκχες   «θοάν ληναγέτα Βάκχαν». Υποστηρίζεται ότι η ετυμολογία της ονομασίας της εορτής στην πραγματικότητα, προέρχεται από τις «λήναι», είναι όμως μια θεωρία που, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να αμφισβητείται.

Τα Λήναια στην Αθήνα – εορτή γυναικών;

Από τις παραπάνω μαρτυρίες, μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η εορτή Λήναια είναι μια αρχαία ιωνική εορτή, που εορτάζεται επίσης από τους Αθηναίους, τους Ευβοείς και ίσως αρχικά και από τους Βοιωτούς· η εορτή σε αυτούς, τουλάχιστον στην Έφεσο της εποχής του Ηράκλειτου, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι γυναίκες, οι Λῆναι, οι παρόμοιες με τις μαινάδες, που σε κατάσταση φρενίτιδας εορτάζουν τον θεό που συνδέθηκε, με κάποιο τρόπο, με τον θάνατο. Στην Αθήνα γίνεται μια αλλαγή στην εικονογραφία των γυναικών οπαδών του Διονύσου τον -6ο αιώνος· έτσι, στις αρχές του -6ου αιώνος απεικονίζονται ως ν ύ μ φ ε ς γύρω από τον θεό, αλλά μετά το -550 εμφανίζονται ως μ α ι ν ά δ ε ς που φέρουν τον θύρσο και άλλα χαρακτηριστικά. Οι φρενήρεις γυναίκες γύρω από τον Διόνυσο εμφανίζονται ήδη στον Όμηρο (Ιλιάς 6.132), το οποίο υποδεικνύει, ακόμη και αν τα χαρακτηριστικά της μαινάδας ήταν καθορισμένα ή περιγράφονταν τον -6ο αιώνα, ότι οι γυναίκες οπαδοί του Διόνυσου μπορεί ήδη να είχαν υιοθετήσει οργιαστικές τελετουργίες παρόμοιες με εκείνες των νεότερων μαινάδων. Η  σχέση της εορτής  με τις «Λήναι» δεν είναι απαραίτητα ασυμβίβαστη με τον συσχετισμό του οινοπιεστηρίου «λήνος» στην Αθήνα· ο «λήνος» είναι ο άλλος όρος με τον οποίο η εορτή έχει συνδεθεί ετυμολογικά.  Υπάρχουν διάφορες αναφορές στον Διόνυσο Ληναίο ως ο θεό του οινοπιεστηρίου  «λήνος», και του οίνου (Διοδ. Σικ. 3,62, 4,5), ο Foucart 1904, 87–106, θεωρεί ότι τα Λήναια  είναι αποκλειστικά εορτή του οινοπιεστηρίου. Για τον Διόνυσο Ληναίο (Ησυχ. Ληναῖος · Διόνυσος· Σούδα ληναῖος · όνομα Διονύσου),  και επίσης με το οινοπιεστήριο ή στο πιεστήριο  που σχετίζονται με τον εορτασμό και τον ναό του θεού στην Αθήνα (Κλήμ Αλ. Προτ. 1. 2. 2·  Οινοπιεστήριο σχόλιο Αριστ. Αχαρν. 202· Στεφ, Βυζ. λήναιος). Αυτός ο συγγραφέας παραθέτει την εικονογραφία για να δείξει τη στενή σχέση μεταξύ των γυναικών γύρω από τον Διόνυσο και την παραγωγή οίνου με τη χρήση του οινοπιεστηρίου.

Ωστόσο, αφήνοντας τις εικόνες στην άκρη αυτή τη στιγμή – όχι μόνο αυτές αλλά και τις πολλές αμφισβητούμενες αναπαραστάσεις των «ληναϊκών αγγείων» – οι γραπτές πηγές δεν κάνουν σαφή αναφορά στη συμμετοχή των γυναικών στην Αθήνα ούτε σε αυτές που κάνουν έναν ιδιαίτερο ιδιωτικό εορτασμό.  Οι αναφορές που έχουμε αναφέρουν μια πομπή και έναν «αγών» που τελείται «με δάδες», και που ένας «Δᾳδοῦχος» (ένας Ελευσίνιος αξιωματούχος ιεροσύνης, αλλά που κατάγεται από την Αθήνα, όπως θα δούμε αργότερα) επικαλείται ή καλεί τον θεό, με τον Χορό να απαντά  «Ο Ιάκχος, ο υιός της Σεμέλης, ο Πλουτοδότης». Ο «αγών»,  όπως και η πομπή, βρίσκεται υπό την επιμέλεια του «άρχων-βασιλιά» και μερικών αξιωματούχων της Ελευσίνας, τους Επιμελητές  και τον Δαδούχο.  Η εορτή στην Αθήνα περιλαμβάνει την παράσταση τραγωδιών και κωμωδιών (Πομπή- Νόμος του Εύηγόρου Δημ. 21.10. Πομπή και αγών- Αριστ. Αθ. 57.1· Αγών με δάδες επιμελητής ο άρχων βασιλεύς- Πολυδ.. 8.90· Τελετουργικό επίκλησης θεού στο Αγών- Aριστ. Βατρ. 479 και σχόλιο 879· Ἀγών-IG II² .2130.59-60· IG II² .1496.68, 105–106·  IG II² .1672.182. Άλλες πηγές για τον Αγώνα- σχολ. Αρ. Αχ. 202·  Ησυχ. και Φωτ.  ἐπὶ Ληναίῳ ἀγών· σχολ. Αρ. Αχ. 504·  σχολ. Αρ. Πλ. 954), που πιθανόν  να μην είχαν επίσημη δομή πριν από τον -5ο αιώνα, περίπου το – 440 έτος. Οι τελετουργίες στα Λήναια δεν είχαν επισημοποιηθεί από τους αξιωματούχους της πόλεως των Αθηναίων μέχρι το -440, πιο πριν δεν ήταν επίσημες τελετές, ανήκαν στην λαϊκή θρησκεία των γύρω αγροτιών δήμων , ίδια στον χαρακτήρα με τα Διονύσια εν αγροίς.

Αυτή την εποχή η εορτή  πιθανότατα περιλαμβάνει ήδη ανεπίσημες κωμωδίες και μιμητικά  μεθυσμένων ανδρών με κωμικά ενδύματα, όπως αυτά που αναφέρονται στις πηγές, προσβλητικές, μιμήσεις και σκωπτικές τελετουργικές ενέργειες (από τις άμαξες) (Κλημ. Αλ. Προτ. 1.2 και σχόλιο· Αρ. Ιπ. 457: «τα εξ’ αμάξης», σκωπτικά τραγούδια ποιητών. Σούδα- εξ’ αμάξης, Φωτ.- τα εκ των αμαζών). Στην πράξη, αυτή η τελετή θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μέρος από ένα πολύ αρχαίο απόσπασμα τελετουργιών των Ληναίων. Ίσως οι παραστάσεις προέρχονται εν μέρει από μεθυσμένους άντρες ενδεδυμένους με φανταχτερό τρόπο όπως αυτών που αναφέρονται στο σχόλιο, εκστομίζουν προσβολές (από τις άμαξες) και τραγουδούν για τις τελετές και τα δρώμενα (στα οποία μπορεί να αναφερθεί ο όρος «ληναΐζοντας», που πιθανότατα περιλάμβανε, σύμφωνα με το ίδιο σχόλιο τον διασπαραγμό του θεού και συγκεκριμένα τις τελετές που περιλαμβάνουν οργιαστικό χορό των μαινάδων του θεού.

Μπορεί να υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους οι γραπτές πηγές δεν αναφέρονται στις γυναίκες Λῆναι, στην αθηναϊκή εορτή. Από τη μία πλευρά, θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες συνδέονται με τις μυστικές και ιερές τελετές του θεού, κάτι που δεν μπορούσε κανονικά να συζητηθεί ή να δημοσιοποιηθεί, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν εμπόδισε τις πηγές που παραπέμπουν σε τελετές αυτού του είδους σε σχέση με άλλα μέρη, αν όχι στο ίδιο το περιεχόμενό τους· για παράδειγμα, οι τελετές που εκτελούνται από τις γυναίκες στο Σπαρτιατικό Ταϋγέτο επίσης με θυσίαι, κρυφά (ἐν ἀπορρήτῳ) και με δάδες· Αλκ. θρ. 56, Παυσ. 3.20.3, «Απόρρητοι» τελετές είναι και αυτές των Θυιάδων στους Δελφούς, (παρακάτω στο μελέτημα).  Επιπρόσθετο, αλλά όχι  ασυμβίβαστο με αυτήν την πρακτική, είναι η «υποτίμηση» της εορτής των γυναικών ή των εορτασμών αλλά και του ρόλου των αξιωματούχων (ανδρών)  της πόλης, κάτι που δεν πρέπει να παραλείπεται. Αυτό μπορεί να γίνεται αντιληπτό από μια συγκεκριμένη εποχή και μετά, με τις γραπτές πηγές να κλίνουν προς την υπογράμμιση της εορτής ή να περιγράφουν μόνο αυτές εκδηλώσεις που σχετίζονται ειδικά με την κοινότητα ανδρών πολιτών της πόλης, όπως του «Αγώνος», των  θεατρικών διαγωνισμών και της πομπής, με επικεφαλής τον Άρχων-Βασιλέα και άλλους αξιωματούχους της πόλης, αφήνοντας έτσι την εορτή των γυναικών σε ένα πιο «ιδιωτικό» πλαίσιο. Η απουσία των γυναικών γίνεται αντιληπτή στις γραπτές πηγές, παρόλα αυτά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι γυναίκες είναι παρούσες και ότι η φαινομενική απουσία τους οφείλεται στον επίσημο και κρατικό έλεγχο των Διονυσιακών εορτών στην Αθήνα. Εν πάση περιπτώσει, όπως έδειξε η έρευνα, φαίνεται να υπάρχουν περισσότερες απεικονίσεις γυναικείων εορτών που σχετίζονται με τον Διόνυσο (με διάφορα θέματα, συμπεριλαμβανομένου του εκστατικού χορού) μεταξύ της -530/-480 περιόδου,  καθώς συνέπιπτε με το τέλος της Τυραννίας και την αρχή της δημοκρατίας στην Αθήνα.

Οι αθηναίες, πιθανότατα, συμμετείχαν στον νυχτερινό αγώνα και την πομπική δαδοφορία επίσης, και υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο «κάλεσμα» του θεού, αλλά δεν ήταν οι πρωταγωνιστές της εορτής  και δεν αναφέρονται καν. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στις γραπτές πηγές των υποτιθέμενων ιδιωτικών εορτασμών από τις Λ ῆ ν α ι προς τιμήν του θεού και μόνο ένα αμφισβητούμενο αγγείο ως υπάρχει μαρτυρία.  Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί αν τα διάσημα «ληναϊκά αγγεία» απεικονίζουν τις τελετές αυτής της εορτής ή τις τελετές των Ανθεστηρίων, ή και των δύο ή ακόμα και αν αυτά αναφέρεται σε πολλές γιορτές χρησιμοποιώντας μια «γλώσσα» που δεν δίνει ακριβή ή αξιόπιστη εικόνα κάποιας ιδιαίτερης ιεροτελεστίας, όπως δείχνει η μυθική παρουσία των σατύρων σε κάποια από αυτά.  Παρόλα αυτά από την συλλογή διαφόρων μαρτυριών και σε σχέση με τον συνδυασμό αυτών, φαίνεται η υποδήλωση της ύπαρξης ενός γυναικείου τελετουργικού στα Λήναια.

Ο ρόλος των γυναικών στην Αφύπνιση του Διόνυσου και η Ανανέωση της παραγωγής του οίνου

Το απόσπασμα του Ηράκλειτου (ὡυτὸς δὲ Ἅιδης καὶ Διόνυσος, ὅτεωι μαίνονται καὶ ληναΐζουσιν• παρ. Κλή. Aλ. Προτ. 2.34.5» φαίνεται να υποδηλώνει τόσο τον ρόλο που διαδραματίζουν οι γυναίκες όταν  «γίνονται Λῆναι», τουλάχιστον στην Έφεσο κατά την  Αρχαϊκή περίοδο, όσο και του δεσμού του Διονύσου με το θάνατο σε αυτήν την αρχαία εορτή των Ιώνων.  Πιστεύουμε ότι οι Λῆναι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και στην αθηναϊκή εορτή Λήναια, την εορτή της «αφύπνισης» του Διονύσου, της επίκλησης ή της κλήσης του θεού από τον Άδη.  Αυτή η τελετή, στην Αρχαϊκή εποχή τελείται στο λατρευτικό πλαίσιο του διονυσιακού αγροτικού γονιμικού κύκλου· δεν έχει σημασία ότι  η εορτή εορτάζεται αυτόν τον μήνα, τον Γαμηλιώνα, ο οποίος είναι άγονος από γεωργικής άποψης.  Τα Λήναια είναι μία από τις τελετές που συμβάλλουν στην αφύπνιση της φύσης, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή η αφύπνιση συνδέεται  με τον θεό Διόνυσο,  το αμπέλι, και την παραγωγή κρασιού,   στοιχεία με τα οποία ο ίδιος ο Διόνυσος τείνει να ταυτίζεται από την εποχή του Ομήρου και καθ’ όλη την Αρχαϊκή περίοδο.   Δεν είναι η ώρα για την συγκομιδή σταφυλιών, αλλά είναι η ώρα για το κλάδεμα του αμπελιού (σπαραγμό) ο  οποίος προκαλείται από μια  «βίαιη πράξη»  όπως αυτής που συνέβαινε και νωρίτερα στο τρυγητό, στην σύνθλιψη του καρπού στο πιεστήριο αλλά και αργότερα, στο πρώτο άνοιγμα των πίθων.

Αναμφίβολα, στην αρχαϊκή περίοδο (όχι μόνο μεταγενέστερα, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη)  έγινε η σύνδεση μεταξύ της παραγωγής κρασιού με την σύνθλιψη των σταφυλιών στο οινοπιεστήριο (και το κλάδεμα τον Γαμηλιώνα) με τον θάνατο του θεού  που διασπαράσσεται σε  κομμάτια όπως περιγράφεται στις πηγές.

Αυτό τον μύθο  τον παρέλαβαν οι ορφικοί στον έκτο αιώνα, και  τον τοποθέτησαν στο κέντρο των θεολογικών τους πεποιθήσεων.

Αλλά  ήδη, η συγκομιδή των σταφυλιών, ο τρυγητός, είχε ήδη συσχετιστεί με τον θάνατο από την εποχή του Ομήρου (Ιλιάδα Σ 570). Ο  μύθος του σπαραγμού του θεού σε κομμάτια  «ξαναγράφτηκε» και «ξανα-ερμηνεύτηκε» από τον Ονομάκριτο δημιουργήθηκε από τα τραγούδια των προγόνων που τραγουδούσαν στον πατητήρι, όπως ο θρήνος στον λήνο (οινοπιεστήριο)  που συνδέεται στις πηγές αναχρονιστικά με τα Λήναια.

Ο θάνατος του θεού με τον διασπαραγμό και το σχίσιμο των θυμάτων του, ταυτίζονται με τον θεό, και αποτέλεσαν μια ουσιώδη πτυχή της μνημηϊας τελετής που θεσπίστηκε από τους λατρευτές του θεού. Οι μαινάδες, μιμούνται το πάθος του θεού, σκίζουν τα ζώα και τα φυτά, μια πράξη που συμβολίζει, υπό της μορφής της μίμησης,  τον διαμελισμό του ίδιου του Διόνυσου Η Ωδή του Λίνου, ο θρήνος, άδεται στη παραγωγή του οίνου, (Ιλ. Σ.570-572· Διόδ. Σικ.- ο Λίνος, ένας ορφικός, που συνέθεσε ωδές για τις πράξεις του Διονύσου: 3.67). Ο Λίνος συνδέεται με την σύνθλιψη του σταφυλιού-Διόνυσου.  Η αρχαία σχέση: οίνος και αίμα ταυτοποιείται μεταγενέστερα  και σχετίζονται (Burkert 1983, 225, σημ. 44.) Στην περίπτωση των Ληναίων, η σύνδεση αυτή γίνεται με την διαδικασία της παραγωγής του οίνου και του συνθλιμμένου σταφυλιού.

Το -276 έτος, κατά την Ελληνιστική περίοδο, ο Καλλίξενος της Ρόδου (θρ. 627 · Αθην. 5. 199α) περιγράφει την πομπή του Πτολεμαίου Β’ στην Αλεξάνδρεια, εκεί όπου μεταφέρθηκε ένα οινοπιεστήριο σε μια άμαξα  με σάτυρους , πάνω στην οποία τραγουδούσαν την ωδή του ληνού (προς αυλόν άδοντες μέλος επιλήνιον ). οποίο τραγουδούσε το τραγούδι του. Το σχόλιο  στο Κλήμη τον Αλεξανδρινό δηλώνει, σχολιάζοντας το Ληναΐζοντας: «μια αγροτική ωδή τραγουδιόταν πάνω  στο οινοπιεστήριο εκεί όπου τιμόταν  ο διασπαραγμός  του Διόνυσου και στη συνέχεια εκστομίζονταν παρωδίες και προσβολές από μεθυσμένους άντρες που σχετίζονταν με την εορτή (Σχ. Κλήμ. Αλ. Προτ. 1.2). Το κείμενο του Κλήμη  αναφέρεται επίσης σε αυτές τις παρωδίες και  δηλώνει ότι όσοι συμμετέχουν στη Λήναια μεθούν εντελώς, τυλίγονται με τον κισσό και περιπλανιούνται κατά τη διάρκεια της βακχικής  τους μύησης. Το οινοπιεστήριο και το λαούτο εμφανίζονται επίσης σε μελωδίες με αυλό, όπως καταγράφει ο Πολυδεύκης (4. 55), συμπεριλαμβανομένου του «ἐπιλήνιον αύλημα», μια ωδή για τον αυλό που σχετίζεται με το πιεστήριο «και τι και επικήνιον αύλημα επί βοτρύων θλιβομένων, και έτερον πτιστικόν, ως Φρύνιχος εν Κωμασταίς (θρ. 14) φησίν ο κομικός». Στον Ρωμαίο συγγραφέα του +1ου αιώνος  Λούκιο Ιούλιο Μοντεράτο Κολουμέλλα (10. 429) συναντούμε χορό ωδή και παραγωγή οίνου στα οποία γίνεται επίκληση στον Διόνυσο ως Λήναιος. Την ωδή του Λίνου στην παραγωγή του οίνου την συναντούμε στον Όμηρο όπως είδαμε παραπάνω (Ιλ. Σ.570-572).

Τα Λήναια συνδέονται επομένως με τις ακόλουθους του θεού που ονομάζεται Λ ῆ ν α ι και με το οινοπιεστήριο, όχι επειδή είναι η ώρα της παραγωγής του οίνου, αλλά διότι εορτάζουν-μνημονεύουν την μνημηϊα του διασπαραγμού του θεού σε κομμάτια, και που συμβολίζεται από την διαδικασία παραγωγής του οίνου (ειδικά με τη σύνθλιψη των σταφυλιών στο οινοπιεστήριο αλλά επίσης και με κλάδεμα),  και την αφύπνιση του από τον τόπο των νεκρών, σε  μια κρίσιμη εποχή του έτους, στην οποία άπαντες αναμένουν την ανανέωση της φύσης.

Σε αυτήν την ιεροτελεστία και σε αυτό το πλαίσιο, οι γυναίκες (Λῆναι)  διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο γύρω από τον θεό.  Οι γυναίκες που απεικονίζονται στα αττικά αγγεία, φαίνεται να βρίσκονται κοντά στη διαδικασία παραγωγής του οίνου,  της κράσης του μη αναμεμιγμένου οίνου (στον  οποίον περιέχονται οι σάτυροι μιας αδάμαστης φύσης) και ο ίδιος ο θεός.  Είναι οι γυναίκες που, επειδή είναι κοντά στον θεό με την «άγρια» και «οριακή» φύση του, έχουν την ικανότητα προσέγγισης του θεού σε αυτή την πτυχή του και σε αυτή την διαδικασία της παραγωγής του  κρασιού στη συλλογική φαντασία, όπως αναπαριστούν τα αγγεία ήδη από τον -6ο αιώνα.

Έτσι, αυτές οι γυναίκες, οι Λήνες, είναι οι πιο κατάλληλες για να επικαλεστούν και να καλέσουν τον θεό, στις νυχτερινές τελετές των Αθηναίων, περίπου παρόμοιες με εκείνες των Δελφών.

Τα Λήναια, η εορτή με την αγροτική προέλευση

Πριν δούμε τις ομοιότητες μεταξύ της εορτής των Αθηναίων και του εορτασμού στους Δελφούς, πρέπει να επισημανθεί, σε σχέση με την σύνδεση της εορτής με τον γεωργικό κύκλο, πώς, στην πραγματικότητα, οι διάφορες πηγές φαίνεται να δείχνουν ότι τα αθηναϊκά Λήναια, αν και εορτάζονται στο άστυ,  πιθανώς στη τοποθεσία του ναού του Διονύσου Ληναίου, έχουν αγροτικό χαρακτήρα. Ο Ησύχιος (επί Ληναίῳ αγών) εξηγεί ότι το Λήναιον είναι ένα μέρος στην πόλη (εν τω άστει) με έναν τεράστιο περίβολο μέσα στο ιερό του Διονύσου Ληναίου στο οποίο πραγματοποιούνται οι ποιητικοί αγώνες των Αθηναίων πριν από την ανοικοδόμηση του θεάτρου του Διονύσου. Ταυτίζεται αυτός ο ναός με το «έν Λίμναις» (το οποίο λέει ο Ησύχιος είναι ένα μέρος στην Αθήνα αφιερωμένο στον Διόνυσο, όπου πραγματοποιούνται τα Λήναια), και όπου υπάρχει οίκος που μπορεί να στεγάσει το οινοπιεστήριο (οίκος καί νεώς στο τέμενος του Διονύσου έν Λίμναις· σχόλ. Αρ. Βατρ. 216.

Κατά πρώτο λόγο, θα λέγαμε ότι, η πραγματική παρουσία του οινοπιεστηρίου στο ναό που αναφέρεται από τις πηγές δείχνει ότι εκεί βρίσκεται στην πραγματικότητα.  Κατά δεύτερο λόγο, η αναφορά στην ωδή για το οινοπιεστήριο, στο σχόλιο του Κλήμη, υποδηλώνει μια αγροτική υφή και αίσθηση·  αλλά, επιπλέον, οι διάφορες αναφορές από τους σχολιαστές στους Βάτραχους του Αριστοφάνη τονίζουν ότι τα Λήναια εορτάζονται «εν αγροίς». Ο  Στ. Βυζ. αναφέρει τον Λήναιο· αγών του Διονύσου εν αγροίς και παραπέμπει τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο 244 θρ. 17, σχόλ. Αριστ. Αχαρν. 504.

Τα Λήναια δεν εμφανίζονται στα τοπικά ημερολόγια των δήμων της Αττικής, όπως τα Ανθεστήρια. Κάποιοι ερευνητές προτείνουν ότι υπήρχαν δύο ιερά, ένα εν αγροίς κοντά στις καλλιέργειες των Αθηναίων και ένα μέσα στη πόλη. Η παρεξήγηση φαίνεται να οφείλεται, εφόσον ο ναός και το ιερό βρίσκονται μέσα στην πόλη,  στην γεωργική και αγροτική και ατμόσφαιρα και υφή της εορτής.

Κάποιες από αυτές τις γεωργικές  πτυχές που σχετίζονται  με τον Διόνυσο Ληναίο συνάγονται από τις σχέσεις του θεού με τις θεότητες της αγροκαλλιέργιας σε άλλα μέρη, όπως στη Μύκονο, όπου οι θυσίες τελούνται την 10η του μηνός Ληναιώνος προς την Δήμητρα την Κόρη και τον Δία Βουλαίο,  την 11η  στην Σεμέλη και την 12η στον Δία χθόνιο την Γαία χθονία, υπέρ καρπών αλλά και τον Διόνυσο Ληναίο την ίδια ημέρα (SIG³ 1024). Ο θεός Διόνυσος Λήναιος, ονομάζεται επίσης και  «Ίακχος» Πλουτοδότης «δωρητής πλούτου », αναφερόμενος στη γαία.

Ο ορφικός ύμνος 50 στον Διόνυσο Λύσιο Ληναῖο τονίζει αυτές τις πτυχές· ο θεός εδώ ονομάζεται Βάκχος της συγκομιδής του οίνου (επιλήνιε Βάκχε, στ.1), και γίνεται μια νύξη στον θεό που μπορεί να καλέσει την καρποφορία της γης ως φερέκαρπον (στ.10). Η επίκληση στο επίθετο «Πλουτοδότης» αναφέρεται, επίσης στο λατρευτικό πλαίσιο του κάτω κόσμου των νεκρών και την αφθονία με τη γεωργική έννοια.

Η εορτή είναι στη βάση της αγροτικής προέλευσης και εορτάζεται σε μια κρίσιμη στιγμή για να υποστηρίξει την αφύπνιση της φύσης και συγκεκριμένα την αφύπνιση του καρπού σταφυλιού και του οίνου, που συμβολίζονται από τον ίδιο τον Διόνυσο, τον «θάνατό» του και την  επανεμφάνιση του από τον Άδη, στην οποία αναφέρεται ο Ηράκλειτος στο περίφημο γνωστό απόσπασμα  του.

Σε αυτό το λατρευτικό  πλαίσιο εκτελούνται οργιαστικές τελετές και χοροί, ειδικά από γυναίκες που «γίνονται Λῆναι.».

Με αυτή την έννοια, η αναφορά του σχολιαστή στους Βάτραχους του Αριστοφάνους  είναι συνεπές  λέγοντας ότι ο θεός καλείται ή επικαλείται στη Λήναια  με ιαχές «Ο Ιάκχος, ο υιος της Σεμέλης, ο Πλουτοδότης  (δωρητής πλούτου)».  Το απόσπασμα στον έργο του Αριστοφάνη, που υποδηλώνεται από τον σχολιαστεί, κάνει προφανώς  υπαινιγμό στο διασπαραγμό (Βατραχοι 464/478), μετά στην επίκληση του Δαδούχου (Βάτραχοι, 479) και τέλος στην «έγερση» (Βάτραχοι 480),  μια ακολουθία που μπορούμε να βρούμε  στα Λήναια (σπαραγμός, επίκληση και αφύπνιση του θεού), εορτές με τις οποίες ο σχολιαστής εξηγεί αυτή την επίκληση. Ο Αιακός, ο κριτής των νεκρών, απειλεί τον Διόνυσο που είναι μεταμφιεσμένος ως Ηρακλής,  με σπαραγμό·  Αρ. Βάτρ. 464–478 «… και ὦ βδελυρὲ κἀναίσχυντε καὶ τολμηρὲ σὺ καὶ μιαρὲ καὶ παμμίαρε καὶ μιαρώτατε, ὃς τὸν κύν᾽ ἡμῶν ἐξελάσας τὸν Κέρβερον ἀπῇξας ἄγχων κἀποδρὰς ᾤχου λαβών, ὃν ἐγὼ ‘φύλαττον. ἀλλὰ νῦν ἔχει μέσος: τοία Στυγός σε μελανοκάρδιος πέτρα Ἀχερόντιός τε σκόπελος αἱματοσταγὴς φρουροῦσι, Κωκυτοῦ τε περίδρομοι κύνες, ἔχιδνά θ᾽ ἑκατογκέφαλος, ἣ τὰ σπλάγχνα σου διασπαράξει, πλευμόνων τ᾽ ἀνθάψεται Ταρτησία μύραινα: τὼ νεφρὼ δέ σου αὐτοῖσιν ἐντέροισιν ᾑματωμένω διασπάσονται Γοργόνες Τειθράσιαι, ἐφ᾽ ἃς ἐγὼ δρομαῖον ὁρμήσω πόδα», στο στίχο 479 «ἐγκέχοδα: κάλει θεόν» αναφέρεται η επίκληση του θεού (υπαινίσσεται  με την εξήγηση της κλήσης του θεού στα Λήναια) και στο στίχο 480 «ὦ καταγέλαστ᾽, οὔκουν ἀναστήσει ταχὺ πρίν τινά σ᾽ ἰδεῖν ἀλλότριον;»  γίνεται ένας  υπαινιγμός για τον θεό που εγείρεται «γρήγορα (αναστήσου) σήκω πάνω – ἀναστήσει-, πριν κάποιος ξένος σε δει!

Ο  Ίακχος στα Λήναια των Αθηναίων και στον εορτασμό των Θυιάδων στους Δελφούς

Στους Βάτραχους του Αριστοφάνους γίνεται επίκληση στον θεό  ως «Ί α κ χ ο ς», ο οποίος σε ένα διαφορετικό λατρευτικό πλαίσιο φαίνεται να ηγείται του Χορού των ανδρών και γυναικών μυστών  στην Ελευσίνα. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι ο κορυφαίος που παίζει το ρόλο του Δᾳδούχου οδηγεί έναν Χορό γυναικών, που θα ενωνόταν με το Χορό των ανδρών με επικεφαλής τον ιερέα, (Αρ. Βατρ . 316). Όταν ο Ίακχος «προσωποποιείται» παίρνει τη μορφή του «παις» Διονύσου και επίσης την μορφή του Δαδούχου, που δεν σχετίζεται μόνο με τα μυστήρια αλλά και με άλλες εορτές  όπως τα Λήναια, πιθανώς από πρώϊμη περίοδο.

Ο Ίακχος αυτός δεν σχετίζεται μόνο με τα μυστήρια της Ελευσίνας, αλλά είναι ο πρωταγωνιστής θεός στα Λήναια , σύμφωνα με τον σχόλιο του Αριστοφάνη  και του τελετουργικού των Θυιάδων στους Δελφούς,  τουλάχιστον στην αττική τραγωδία.  Στην Αντιγόνη (1149/1152 , ο Σοφοκλής αναφέρει τις νυχτερινές τελετές στον Παρνασσό για να παρουσιάσει στην τραγωδία, το εορτασμό της Επιφάνειας του παιδός (παις) Διονύσου που ονομάζεται Ί α κ χ ο ς, συνοδευόμενος από τις Θυιάδες που χορεύουν γύρω του ― ἰὼ πῦρ πνειόντων χοράγ᾽ ἄστρων, νυχίων φθεγμάτων ἐπίσκοπε, παῖ Διὸς γένεθλον, προφάνηθ᾽ὦναξ, σαῖς ἅμα περιπόλοις Θυίαισιν, αἵ σε μαινόμεναι πάννυχοι χορεύουσι τὸν ταμίαν Ἴακχον – Εσύ, πρωτοχορευτή, ανάμεσα στα λαμπυρίζοντα αστέρια, που σπιθοβολάνε, πρωτοτραγουδιστή στα ξεφαντώματα της νύχτας, του Δία παιδί,  φανερώσου, άνακτα, με τις Θυιάδες που σε περιπολούν, μαινόμενες, χορεύοντας όλη τη νύχτα τον ταμία (δοτήρα)  Ίακχον. Επίσης στην Αντιγόνη (1125/1128) του Σοφοκλέους ― σὲ δ᾽ ὑπὲρ διλόφου πέτρας στέροψ ὄπωπε λιγνύς, ἔνθα Κωρύκιαι στείχουσι νύμφαι Βακχίδες· – «εσένα πάνω από το δίκορφο το βράχο, που οι Κωρύκιες οι μαινάδες περνούν βακχεύοντας».  

Η τελετή πραγματοποιείται, όπως και στην Αθήνα, με δάδες.  Ο Ίακχος είναι επίσης ο τ α μ ί α ς δηλαδή   «δωτήρ ή διανομεύς του πλούτου» στο κείμενο της Αντιγόνης του Σοφοκλέους , όπως στα Λήναια είναι ο Πλουτοδότης στην επίκληση.

Ο Σοφοκλής εισάγει τον «Αττικό παίδα Διόνυσο», τον Ίακχο, στο τελετουργικό των Δελφών, πιθανώς με βάση τις ομοιότητες μεταξύ του τελετουργικού και της μορφής του Διονύσου στους Δελφούς καθώς και τις αττικές τελετές του Ιάκχου, όχι μόνο αυτές στα μυστήρια, όπως  πιστεύεται γενικά,  αλλά ιδιαίτερα τις τελετές στα Λήναια, οι οποίες είναι ρητά αφιερωμένες στον θεό με παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά του Διονύσου  στους Δελφούς.

Τί  είδους θεός Διόνυσος τιμάται και μνημονεύεται  από τις Θυιάδες στους Δελφούς;

Στους Δελφούς ο θεός εκδηλώνεται με τη μορφή του παιδός (Διόνυσος Λικνίτης),  σύμφωνα με τον Σοφοκλή. Ο Λικνίτης, δηλαδή «το παιδί μέσα στο λίκνο», ο Ησύχιος γράφει «Λικνίτης· επίθετον Διονύσου· από των λίκνων, εν οις τα παιδία κοιμώντα». Ο ορφικός ύμνος 46 επικαλείται τον Διόνυσο Λικνίτη, το παιδί Διόνυσο. Το λίκνο γίνεται μεταγενέστερα απαραίτητο στα ορφικά τελετουργικά και την ελληνιστική περίοδο.

Ενδεχομένως στην Αθήνα, στα Λήναια , ο Ίακχος  είναι επίσης προσωποποιημένος ως παιδί, ως  «ο υιός της Σεμέλης», ορίζεται επίσης και ως νεαρός άνδρας, ένας δαδοφόρος όπως ο Δαδούχος. Ο Ίακχος καθορίζεται επίσης και  ως τελετουργική παραληρητική ιαχή ή θρηνητική ωδή, σε κάθε περίπτωση σχετίζεται με τον «παίδα» Διόνυσο, για παράδειγμα στον Ευριπίδη, Παλαμήδης (θρ. 586, Στράβων. 10.3.13) όπου η λατρεία της φρυγικής θεάς Μητέρας παραπέμπει στην τελετουργική παραληρητική ωδή του Ιάκχου που δημιουργείται από τον εκκωφαντικό ήχο των κυμβάλων που τιμούν τον παίδα Διόνυσο, που βρίσκεται εκεί με τη μητέρα του.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός στον Προτρεπτικό του  (2.21.1), περιγράφει τον Ίακχο ως παιδί που θωπεύει το στήθος της Βαυβούς· εμφανίζεται επίσης ως παιδί, που σχετίζεται σε αυτήν την περίπτωση με την Δήμητρα, στον Ρωμαίο συγγραφέα Λουκρήτιο (4.1168). Το λεξικό Σούδα (Ίακχος) τον ταυτίζει με τον Διόνυσο «επί τω μαστώ» (λέει επίσης ότι είναι μια ωδή προς τιμήν αυτού του θεού). Ο Στράβων (Στρ. 10.3.10) λέει ότι το όνομα Ίακχος δίνεται τόσο στον Διόνυσο όσο και στον α ρ χ η γ έ τ η των μυστηρίων. Στους Βάτραχους του Αριστοφάνη, ο Ίακχος είναι ο ίδιος ο Διόνυσος και ο ηγέτης των μυστών, «φωσφόρος αστήρ» (343).  Ο Ίακχος σχετίζεται με το «μυστικό λίκνον» ή απλώς το λίκνο στον Ρωμαίο συγγραφέα Σέρβιο (Γεωργ. 1.166).  Η Σεμέλη στους Δελφούς ως πρότυπο για τις Θυιάδες συνδέθηκε σε αυτό το μέρος με τον «παις» Διόνυσο.

Ο Ίακχος εξάλλου, σε μεταγενέστερες  πηγές, παρουσιάζεται ως το θύμα του σπαραγμού (Λουκ. Περί Ορχήσεως 39),  και πιθανότατα μνημονεύεται στην εορτή των Δελφών, όπως γράφει ο Πλούταρχος (Ισ. και Οσ. 365). Σε άλλες μεταγενέστερες πηγές στο τελετουργικό (Πλουτ. Αιτ. Ελ. 293), ο Πλούταρχος μιλά για το τελετουργικό της Ηρωϊδος που έχει μυστικό λόγο που μόνο οι Θυιάδες γνωρίζουν. Το κείμενο του Πλούταρχου υποδηλώνει ότι υπάρχουν τελετές που εορτάζονται δημοσίως και κάποιες άλλες μυστικά που σχετίζονται με την «αναγωγή» (άνοδος) της Σεμέλης·  ( Παραμ. Ιδ. Γυν. 61· μυστικιστικοί τύποι της λατρείας – οργιασμός– του Διόνυσου. Πλού.Περ. E Δελφ. 388A-399Α· Πλού.Αρ.. 249E· Αιτ. 636. ορφ. θρ. 214 Kern, σχόλιο Λυκ. 212. Δείτε επίσης για την τριετηρική εορτή, κάθε δύο χρόνια, Παυσανίας 10.4.3. Κωρύκειο Άντρο στον Παρνασσό· Παύσανίας. 10.32.2/7. Μακ. Σαβ. 1.18.6· το τελετουργικό των Θυιάδων συνοδευόμενο από σάτυρους, με την παρουσία κύμβαλων «τύμπανα». Για το τελετουργικό των Θυάδων, γράφουν  και οι  Jeanmaire 1978, 187–198 και ο  Kerényi 1998, 152·  αυτός ο συγγραφέας τονίζει ότι παρόλο που η εορτή πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια, το προσκύνημα στους Δελφούς, σύμφωνα με τον Παυσανία, γίνεται κάθε χρόνο· Παυσανίας. 10.4.3), αλλά και στα Λήναια σύμφωνα με το σχόλιο στον Κλήμη).

Οι υπαινιγμοί για τον διασπαραγμό του θεού στους Δελφούς, τα μέλη του συλλέγονται από τον Απόλλωνα και διατηρούνται σε έναν λέβητα, χρονολογούνται τουλάχιστον από την εποχή του Καλλίμαχου αν και πιθανώς, όπως γράφει ο Burkert (123/124), μπορεί να έχουν παλαιότερη αρχαϊκή προέλευση.  Όταν ο Διόνυσος δια-σπαράσσεται, τα μέλη  του τοποθετήθηκαν σε λέβητα και δόθηκαν στον αδερφό του, ο οποίος τα κράτησε κοντά στον τρίποδα,(Καλ. θρ. 643, σχ. Λυκ 207, Καλ. θρ.  517). Ο Φιλόχορος (θρ. 328F7) αναφέρει επίσης ότι ο τάφος του Διονύσου βρίσκεται στους Δελφούς (ορφικό μύθευμα του διασπαραγμού), πριν από τον -5ο αιώνα, τουλάχιστον του -6ου αιώνος (Burkert 225).  Ο μύθος όμως στην Αττική και γενικότερα στους Έλληνες τοποθετείται σε γεωργικό αγροτικό πλαίσιο.

Ο Πλούταρχος (Ισ. και Οσ. 365) επιβεβαιώνει ότι οι κάτοικοι των Δελφών πίστευαν ότι τα μέλη   του Διονύσου βρίσκονται στον τόπο τους, και ότι οι Ό σ ι ο ι προσέφεραν θυσίες μυστικές στο ναό του Απόλλωνος, ενώ οι Θ υ ι ά δ ε ς εγείραν τον Λικνίτη.  Έτσι, διαφαίνεται ότι στους Δελφούς υπήρχε «καταμερισμός των ιεροπραξιών»·  τα θυσιαστικά καθήκοντα που σχετίζονται με τον διασπαραγμό εκτελούνται κατά κύριο λόγο  από τους άνδρες, τους Όσιους, ενώ οι γυναίκες  είναι υπεύθυνες για την «αφύπνιση-έγερση του θεού».  Σε κάθε περίπτωση, κατ ‘αρχάς δεν μπορούμε απλώς να εφαρμόσουμε αυτήν τον «καταμερισμό» στο τελετουργικό των Ληναίων στην Αθήνα,  που εορτάζονται  το χειμώνα όπως το τελετουργικό των Θυϊάδων στους Δελφούς ή γενικά στους Δελφούς, ιδιαίτερα αφού ο εορτασμός του διασπαραγμού  αποτελούσε μέρος του τελετουργικού των μαινάδων στους Δελφούς και στον ελληνικό κόσμο.  (Για το θάνατο του θεού από τον διασπαραγμό και το σχίσιμο των μαινάδων στα θύματά τους ως μέρος του μυστικιστικού τελετουργικού (Φωτιος ·νεβρίζειν, Πλούταρχος Αίτια Ρωμαϊκά 291, 299, Περί του δελφικού μαντείου 417, Κλήμης Αλεξανδρινός Προπερτικός 12. 119. 1, Αρποκρατίων· νεβρίζων). Οι μαινάδες, στη μύηση του πάθους  του θεού, έσκιζαν ζώα και φυτά που συμβόλιζαν τον θεό, υπό της μορφής του μιμήματος, του διασπαραγμού του ίδιου του Διόνυσου).

Η σύμπτωση της επίκλησης του Ιάκχου, του παιδός Διονύσου, με δάδες  και μνημόνευση/εορτασμό του μύθου του θανάτου και της γέννησης/αφύπνισης του θεού, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα στα Λήναια, σε μια παρόμοια εποχή του χρόνου, το χειμώνα,  υποστηρίζει περαιτέρω την ιδέα ότι τα αθηναϊκά Λήναια κατείχαν ένα συγκεκριμένο τελετουργικό με τη συμμετοχή γυναικών, οπαδών του θεού, τις «Λῆναι», που συνδέεται σε αυτήν την περίπτωση με το τελετουργικό πλαίσιο της αφύπνισης του θεού και της σύνδεσής του με την παραγωγή του κρασιού και του οινοπιεστηρίου.

Όπως υποστηρίχθηκε, η μορφή του Ιάκχου, προήλθε στην Αθήνα ως μια τελετουργική ωδή ή παραληρητική θρηνητική ιαχή, που αρχικά δεν σχετίζονταν με τα μυστήρια και τις εορτές στην Ελευσίνα, αλλά περιεχόταν στο τελετουργικό πλαίσιο των αγροτικών εορτών του Διονύσου, που τ α υ τ ί σ τ η κ α ν με αυτή τη θεότητα (όπως ήταν στην Ελευσίνα, ακόμα κι αν η προσωπικότητα προσδιοριζόταν ανεξάρτητη ή αυτόνομη ως αρχηγέτης) που είναι αναγεννημένη, και ως εκ τούτου, με έναν ειδικό τρόπο, με τον παίδα Διόνυσο που επικαλούνται στο φως των δάδων.

Αρχικά, ο Ίακχος ήταν η παραληρητική ιαχή που σίγουρα συνοδευόταν από χορό, και εκτελείτο από τους πιστούς τη στιγμή της εμφάνισης του θεού, της Ε π ι φ α ν ε ί α ς του θεού ως «θεϊκό παιδί», που μόλις είχε αποκατασταθεί και ανανεωθεί μετά τον διασπαραγμό του. Η τελετουργική ια(κ)χή, δηλαδή ο Ίακχος, εκπροσωπεί την αναγέννηση της φύσης και την «γέννηση» του θεικού παιδός. Γι ‘αυτό ο Ίακχος προσωποποιημένος είναι ο παις Διόνυσος, δηλαδή ο Διόνυσος τη στιγμή της αφύπνισής του.

Αυτή η ωδή του Ιάκχου εισήχθη κατά πάσα πιθανότητα στην Ελευσίνα εκείνη την εποχή που ο Δᾳδούχος – και οι Κήρυκες γενικά – προέρχονταν από την Αθήνα, και έγινε μέρος της Ελευσίνιας ιεροσύνης, πιθανώς στις αρχές του -6ου αιώνος, κατά τη στιγμή της αναδιοργάνωσης του Σόλωνος και της πλήρους ενσωμάτωσης των μυστηρίων στην πόλη, με το ιερά να μεταφέρονται στην Αθήνα και στη συνέχεια να επιστρέφονται στην Ελευσίνα.

Η αναδιοργάνωση των μυστηρίων από την Αθήνα σήμαινε την ένταξη Αθηναίων ιερατικών αξιωματούχων, όπως τον Δ α δ ο ύ χ ο, και τον Ι ε ρ ο κ ή ρ υ ξ, και τελετουργικών στοιχείων τυπικά σε αυτούς τους θρησκευτικούς αξιωματούχους, κάτι που ήδη βρίσκεται στις αρχαίες αγροτικές εορτές της Αθήνας, όπως τα Λήναια, ή τα Ανθεστήρια (στην περίπτωση αυτή, ο αξιωματούχος ο Ιεροκῆρυξ). Στην Αθήνα οι Κ ή ρ υ κ ε ς, αναμφίβολα, είχαν συσχετιστεί, από την αρχαιότητα, με τη θρησκευτική δραστηριότητα του βασιλέως στο ἀστυ, τον οποίον βοηθούσαν στα ιερατικά του καθήκοντα. Ο Άρχων-βασιλιάς είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των Ληναίων, τόσο της νυκτερινής δαδοφορικής πομπής όσο και των αγώνων των ποιητών της πολιτείας (Αριστ. Πολ. 57. 1) και διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στα Ανθεστήρια (Αριστ. Πολ. 58).

Αυτή ήταν ακριβώς η στιγμή, στην εποχή του Σόλωνος, σύμφωνα με τις πηγές, που οι γυναικείες εορτές αναδιοργανώθηκαν και μεταρρυθμίστηκαν (Πλουτ. Σόλ. 21. 5-6).

Αυτές οι εορτές πιθανώς περιέλαβαν και τα Λήναια, αλλά και την θεωρία (αποστολή) των Θυιάδων, στους Δελφούς σε μια εποχή που η επίσημη θεωρία αυτής της πόλης μεταρρυθμίστηκε επίσης από τους αξιωματούχους της Αθήνας (Στραβ. 9. 2. 11, Ησύχ. «αστραπή δι’ άρματος». Η πρεσβεία των Δελφών υπήρχε και στον -5ο αιώνα).

Αυτή ήταν ακριβώς η στιγμή, στην εποχή του Σόλωνος, σύμφωνα με τις πηγές, που οι γυναικείες εορτές  αναδιοργανώθηκαν και μεταρρυθμίστηκαν (Πλουτ. Σόλ. 21. 5-6). Αυτές οι εορτές πιθανώς περιέλαβαν και τα Λήναια, αλλά και την θεωρία (αποστολή) των Θυιάδων, στους Δελφούς σε μια εποχή που η επίσημη θεωρία  αυτής της πόλης μεταρρυθμίστηκε επίσης από τους αξιωματούχους  της Αθήνας (Στραβ. 9. 2. 11, Ησύχ. «αστραπή δι’ άρματος». Η πρεσβεία των Δελφών υπήρχε τον -5ο αιώνα).

Τα Λήναια και οι γυναίκες στο πλαίσιο της αθηναϊκής πόλεως

Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα αν τα Λήναια της Αθήνας περιελάμβαναν μια παράλληλη ή παρόμοια τελετή με εκείνη των Δελφών, αλλά πραγματοποιούνται στην πόλη,  αποτελούμενα μόνο από γυναίκες, αφού δεν γίνεται καμμία αναφορά σε αυτό, τουλάχιστον στις γραπτές πηγές, αν και οι γυναίκες συμμετείχαν πάραυτά  στην επίκληση του Δαδούχου, ο οποίος ηγείται των γυναικείων ή των μικτών Χορών στους βάτραχους του Αριστοφάνη και ο οποίος  απεικονίζεται στις αναπαραστάσεις ήδη από τον -6ο αιώνα ενεργώντας υπό αυτήν την ιδιότητα περιτριγυρισμένος από γυναίκες, υπό ένα Ελευσίνιο πλαίσιο. Η μορφή του Δαδούχου αναπαρίσταται σε αγγεία του -6ου αιώνος, κρατώντας δύο δάδες επικεφαλής της πομπής ακολουθούμενος από γυναίκες  και έναν παίδα, περί του ύμνου ή της επίκλησης των μυστών στην Ελευσίνια πομπή  παραπέμπεται ο Ηρόδοτος στις πηγές (8.65). Η αναχώρηση από το Ιακχείον των Αθηνών για την Ελευσίνα και όχι στην Ελευσίνα παραπέμπεται ο Πλούταρχος (Αριστ. 27) και ο Παυσανίας (1. 2. 4), που είναι ένας άλλος δείκτης της «αθηναϊκής καταγωγής». Η «γέννηση» του Διονύσου (από το μηρό του Δία πάντα) σε σχέση με το φως απεικονίζεται σε ένα αγγείο του -6ου αιώνος στο οποίο εμφανίζεται το θέμα αυτό με την επιγραφή «Καλόν Διός Φῶς». Αυτό το αγγείο συνδέεται πραγματικά με τον εορτασμό στα Λήναια και τον αθηναϊκό Ίακχο, ο Ίακχος είναι «ο φωσφόρος αστήρ». Η πιθανότητα ότι ο Ίακχος είναι τελετουργική παραληρητική θρηνητική ιαχή στις εορτές του Διονύσου πριν να καθιερωθεί ως ελευσίνια μορφή είχε προταθεί από τον Καρλ Κέρενυι.

 Ωστόσο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έτσι συνέβαινε, όχι μόνο από τα αγγεία που απεικονίζουν (σε εξιδανικευμένο ή παραποιημένο τρόπο), περισσότερα από ένα αθηναϊκά τελετουργικά με τον Διόνυσο ,  συμπεριλαμβανομένου και των Ληναίων, αλλά και από το απόσπασμα στον Κλήμη τον Αλεξανδρινό και το σχόλιο που διατυπώνει τον όρο «ληναΐζοντας».  Αυτό αναφέρεται σε τελετουργικές παρωδίες από μέθυσους άντρες που άλλες πηγές τις συνδέονται με τα δρώμενα «εξ αμάξης»·  οι άντρες είναι «στεφανωμένοι με κισσό»·  «χτυπούν» (τα κύμβαλα;) και μπορούμε να υποθέσουμε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, παρωδούσαν ακριβώς την  παραδοσιακή εορτή, με τραγούδι και χορό, που τελούνταν από τις Αθηναίες γυναίκες, το τελετουργικό του σπαραγμού  του Διόνυσου και της αναγέννησής του από τον τόπο των νεκρών.  Αυτοί οι μέθυσοι άντρες  μιμούνται τις «μυστικές τελετές»  που αφορούσαν μόνο τις γυναίκες, κάτι που θα έδειχνε, στην πραγματικότητα, την ύπαρξη γυναικείων τελετών στις οποίες η έγερση/αφύπνιση του θεού παίζει σημαντικό ρόλο. Γυναικείες τελετές τελούνται και από τις Σπαρτιάτισσες στον Ταϋγετο «εν απορρήτω» με δάδες  Αλκμ. θρ. 56. Παρόμοιος είναι και ο ρόλος των θεαινών  (και των γυναικών στην τελετή) σε άλλους μύθους διασπαραγμού και εγέρσεως (στον λέβητα), για παράδειγμα ο μύθος του Τάνταλου και του υιού του Πέλοπος, που αποκατέστησε στη ζωή η Ρέα, ​​και τον θεράπευσε βάζοντάς τον πίσω στο καζάνι,  ή της Κλωθώ, μιας από τις Μοίρες, που συνδέεται με τη γέννηση στο Πίνδαρο (Πινδ. Oλ. 1,26, 27, 47–53), η ίδια ανασηκώνει τον Πέλοπα από το «λέβητα του καθαρμού». Οι γυναίκες επίσης  αποδίδουν λατρεία στο βρέφος σε μια σπηλιά αφιερωμένη στην Ειλειθυία, όπου η γέννησή του εορτάζεται σε μυστικό πλαίσιο (Burkert 1983, 125). Η έγερση είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό των Ανθεστηρίων, όπου πραγματοποιείται μια «μυστική» τελετή που αφορά μόνο γυναίκες. Οι γεραραί (Πολυδ. 8. 108)·  είναι εκείνες που κάνουν τις άρρητες θυσίες προς τιμήν του Διονύσου (άρρητα ιερά Διονύσῳ έθυον) με τις άλλες ιερές θεωρίες. Ο Άρχων – Βασιλεύς τις είχε ορίσει σε δεκατέσσερις σε αριθμό. 

Και στα Ανθεστήρια υπάρχουν παρωδίες αυτού του τύπου, στις οποίες παρόμοια τελετουργικά συνδέονται με το θάνατο, όπου μιμούνται το σχίσιμο και την έγερση/αφύπνιση του παιδός Διόνυσου, εφόσον οι «ορφικοί μύθοι» ερμηνεύονταν σε αυτό το παρεμφερές λατρευτικό πλαίσιο.  Ο Φιλόστρατος γράφει ότι στην Αθήνα υπήρχαν «γυναικωτοί χοροί» (από άντρες) στα Ανθεστήρια, υπό του ήχου του αυλού συνοδευόμενοι από ορφική ποίηση, παρωδίζοντας τον ρόλο των Ωρών, των Νυμφών και των Βακχών (Φιλ. 4. 21).

Η τελετή των γυναικών στα Λήναια  θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο ναό του Διονύσου  Ληναίου ή και σε  ιδιωτικά β α κ χ ε ί α, όπως αυτό που αναφέρει ο Αριστοφάνης  στον πρώτο στίχο στην κωμωδία Λυσιστράτη ( Λυσ. 1) «Ἀλλ᾽ εἴ τις εἰς Βακχεῖον αὐτὰς ἐκάλεσεν» . Αυτές οι γυναίκες ήταν αναμφίβολα οι σύζυγοι και οι κόρες των πολιτών που πήγαν στους Δελφούς και συμμετείχαν στις θυσίες για τον Διόνυσο και τη Σεμέλη και οι οποίες έγιναν γ ε ρ α ρ α ί μαζί με το β α σ ί λ ι ν ν α στα Ανθεστήρια.  Για αυτές τις γυναίκες ο Ησύχιος γράφει (Ησ. γεραραί)  «ιέρειες, ιδίως εκείνες που έκαναν θυσίες στον Διονύσο ἐν Λίμναις, δεκατέσσερις σε αριθμό». Ο Διονύσιος της Αλικαρνασσού (Πολ. 8. 108) αναφέρει για τις  γέραιραι: «Ανάμεσα στους Αθηναίους δώδεκα ιερές γυναίκες (ιεραί) διορισμένες από το βασιλέα ίσες σε αριθμό με τα βωμούς του Διονύσου προς τιμήν του θεού, που θυμίζει την αναφορά του Θεόκριτου στους 12 βωμούς».

 Τέτοιες τελετές πραγματοποιούνται κατά πάσα πιθανότητα τη νύχτα,  όπως δείχνουν οι αναπαραστάσεις αγγείων  που απεικονίζουν το ξόανο του Διονύσου αλλά και ο αγών στον οποίο ο Δαδούχος επικαλείται την επιφάνεια του θεού την νύχτα με δάδες. Η τελετουργική δραστηριότητα αυτών των Αθηναίων γυναικών, των Ληνών, που περιγράφονται στους στίχους του Σοφοκλέους (Αντιγόνη (1149/1152) πρέπει να ερμηνεύεται με αυτόν τον τρόπο. Αν και αναφέρονται συγκεκριμένα οι Θυιάδες, θα μπορούσαν να είναι η  ηχώ αυτών των τελετών που πραγματοποιούσαν  οι ακόλουθες του θεού στα αθηναϊκά Λήναια, που ήταν πιθανώς τα ίδια (τουλάχιστον εν μέρει) με αυτές που μεταφέρονταν και τελούνταν  στους Δελφούς (Πλουτ. Ισ. Οσ. 365). Ο Σοφοκλής τις περιγράφει ως «εκείνες που χορεύουν τη μακρά-νύχτα με  φρενίτιδα (μαινόμεναι) γύρω  από τον Ίακχο τον δωρητή του  πλούτου (ταμίας) (Αντ .1151–1152).  Αυτός ο στίχος είναι παρόμοιος με την περιγραφή του Ηράκλειτου για τον εορτασμό των Ληναίων  στην Έφεσο, στα οποία  οι ακόλουθες του θεού «γίνονται Λῆναι» και  «μαίνονται»  προς τιμήν του Διόνυσου – Άδου.  Το απόσπασμα στον Σοφοκλή θυμίζει επίσης την επίκληση του Δαδούχου στον Ίακχο ως «δωρητή πλούτου» (Πλουτοδότης)  στα Λήναια των Αθηναίων.  Στην Αθήνα οι γυναίκες Λήναι χορεύουν  γύρω από τον Διόνυσο- Ίακχο, μαινόμενες όλη την νύχτα, εορτάζοντας την επιφάνεια και την ανανεωμένη παρουσία του θεού της υγρής φύσεως και του οίνου.

Τα αρχαία Λήναια αναδιοργανώθηκαν και  μεταρρυθμίστηκαν από την πόλη στις αρχές του -6ου αιώνος στην εποχή του Σόλωνος, έτσι αυτές οι γυναικείες τελετές ρυθμίστηκαν και αποτέλεσαν  δευτερεύοντα ρόλο ή τουλάχιστον έμειναν ανώνυμες και αφανείς  στις γραπτές πηγές αλλά και στο ιδιωτικό πλαίσιο, σε σύγκριση με την αυξανόμενη έμφαση  του πολιτικού ρόλου των ανδρών στην επίσημη  εορτή των Ληναίων με επικεφαλής τους άνδρες  και τους ποιητικούς αγώνες.  Αυτή η τάση έγινε ακόμη πιο έντονη  στην κλασική περίοδο με έμφαση στους ποιητικούς αγώνες, μετά από μια περίοδο κατά την οποία οι γυναικείες τελετές του  είχαν παίξει έναν πιο σημαντικό ρόλο, ή τουλάχιστον έναν ρόλο πιο ορατό, που συνέπιπτε με την τυραννία και τη νεαρή τότε  δημοκρατία στην Αθήνα , μεταξύ του – 530/ -480). 

Έτσι, ο μόνος τρόπος για να αναδείξουμε τον τελετουργικό ρόλο των γυναικών είναι, όπως προσπαθήσαμε να κάνουμε σε αυτό το μελέτημα, μέσω των διάσπαρτων πληροφοριών σχετικά με τις Λῆναι και τον ρόλο των γυναικών στο πάθος του θεού που σχετίζεται με την παραγωγή κρασιού, ή μέσω μιας σύγκρισης εορτασμών, όπως αυτές των Δελφών που ήταν πληρέστερες από συμπτώσεις που τις ανέφερε και ο ίδιος ο Σοφοκλής. 

Σε κάθε περίπτωση ίσως είναι η εικονογραφία, ένα θέμα το οποίο εσκεμμένα δεν  θέσαμε διότι θα καταλάμβανε ένα διαφορετικό μελέτημα, που μας επιτρέπει μια προνομιακή ματιά, αλλά και πάλι μια ματιά  «σκοτεινή» χωρίς πολλά τεκμήρια αυτού του γυναικείου κόσμου που συνδέεται με τον θεό του οίνου στην εορτή των Αθηναίων.

Miriam Valdés Guía-   Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης, Τμήμα Αρχαίας Ιστορίας