ΧΘΟΝΙΟΙ ΘΕΟΙ :Ο Ἀΐδης ή  ᾍδης

ΧΘΟΝΙΟΙ ΘΕΟΙ :Ο Ἀΐδης ή ᾍδης

Ο Ἀ ΐ δ η ς είναι νέος στην λατρεία, επινοήθηκε από τους ποιητές και τους μυθολόγους στην υπομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική περίοδο ώστε να αντικαταστήσει στο υποχθόνιο βασίλειο τους αρχέγονους,  γ α ι ά ο χ ο Ποσειδώνα και τον Δία κ α τ α χ θ ό ν ι ο, οι οποίοι ανυψώθηκαν σε ολυμπιακές ουράνιες θεότητες από τους μυθολόγους και τους ποιητές.

Ο Ἀΐδης εμφανίστηκε στην λατρεία των προγόνων στα έπη και  αμέσως με την εμφάνισή του αρχίζει και αντικαθιστά πλήθος τοπικών υποχθόνιων θεών και δαιμόνων. Σε αυτούς τους τοπικούς θεούς που απορροφά συγκαταλέγεται και η αρχέγονη Φ ε ρ σ έ φ α σ σ α ή Π ε ρ σ ε φ ό ν η η οποία δημιουργεί δεσμούς με τον νέο  υποχθόνιο βασιλέα για να παραμείνει στη λατρεία.

Ο ποιητής Όμηρος ονομάζει τον νέο θεό Ἀΐδης των Ελλήνων, δηλαδή τον Αόρατο (το δασυνόμενο Ἁ ί δ η ς ή ᾍδης προέρχεται από την συγχώνευση του άρθρου).  Οι πρόγονοι θεωρούν αυτονόητη την έννοια του «αόρατου», διότι είδαν ασφαλή την ετυμολογία του Ἁ ί δ η από το στερητικό α- και –ιδείν και γιατί είχαν σε συνήθη χρήση το επίθετο ἀ ι δ ή ς με την έννοια του αόρατου ή του εξαφανισμένου. Από τον περασμένο αιώνα έγιναν κατά καιρούς και άλλες ετυμολογίες, χωρίς καμμία να τύχει καθολικής ή ευρείας παραδοχής; από την ρίζα του επιθέτου α ι α ν ή ς ο Ἀΐδης θα είχε την έννοια του απεχθούς ή του φοβερού και από την ρίζα της αἲας (γαίας) θα μπορούσε να ονομαστεί Ἃις, δηλαδή το υποχθόνιο βασίλειο και ο άρχοντας του υποτιθέμενου Ἂις που είναι Ἂιδος, όχι όμως τόσο συχνά όσο η γενική του Ἀίδης που είναι Ἀ ί δ α ο ή Ἀ ί δ ε ω.

Ο Αισχύλος (Περσ. 628) τον αποκαλούσε «Β α σ ι λ έ α ε ν έ ρ ω ν» και χωρίς κάποιο άλλο όνομα· « χθόνιοι δαίμονες, αγνοί, Γη τε και Ερμή, βασιλεύ τ΄ενέρων».

Ο ᾍδης ως Πλούτων, δεν έχει κανέναν λατρευτικό δεσμό με την αρχέγονη παλαιά αυστηρή θρησκεία αλλά διατήρησε όμως ο ίδιος την αυστηρότητα και την σοβαρότητα της λατρείας του σε όλη την μετέπειτα αρχαιότητα.

Με τον Ἀΐδη συνδέεται ο γνωστός μαγικός σκούφος που έχει την ιδιότητα να  κάνει αόρατο τον βασιλέα του κάτω κόσμου, αλλά δεν έκανε μόνο αυτό αόρατο, αλλά κάθε θεό,  ήρωα και άνθρωπο που φορά αυτόν τον σκούφο. Ο Όμηρος τον ονομάζει «Ά ι δ ο ς κ υ ν έ η»  γιατί είναι το κάλυμμα της κεφαλής του Άδου.  Την φοράει και η θεά Αθηνά όταν βοήθησε τον Διομήδη χωρίς να γίνειορατή από τον θεό Άρη «δύνε Άιδος κυνέην, μη μιν ίδοι όβριμος Άρης» (Ιλιάς Ε 844).

Την κ υ ν έ η την φοράει και ο Περσεύς όταν σπεύδει να σκοτώσει την Μέδουσα. Ο Περσέας με την βοήθεια  του Ερμή και της Αθηνάς κατόρθωσε να φτάσει τις κόρες του Φόρκυ περνώντας από αυτές τις απαραίτητες πληροφορίες και έπειτα πήγε στις νύμφες που φυλούσαν την  «Άιδος κυνήν» με την κίβισι και τα φτερωτά πέδιλα, όλα αντικείμενα με μεγάλη μαγική δύναμη χρήσιμα για τον σκοπό του Περσέως, «την δε κυνήν τη κεφαλή επέθετο (Περσεύς)· ταύτην έχων, αυτός μεν ους ήθελεν έβλεπεν, υπό άλλων δε ουχ εωράτο», (Απολ. 2, 4, 2).

Όταν ο Περσεύς έφτασε στις γ ο ρ γ ό ν ε ς, τις αδελφές της Μέδουσας· « συνιδείν τον Περσέα ουκ ηδύνατο, διά την κυνήν». Στην αρχαιότητα της ιστορικής περιόδου οι άνθρωποι θεωρούσαν την Άιδος κυνήν ως σύννεφο που περιέβαλε τον θεό ή τον ήρωα και τον έκανε αόρατο «νέφος ήν πυκνότατον, δι ου και θεοί αφανείς αλλήλοις γίγνονται» (Ευστ. σχ. Ιλιάς Ε844).

Ο Άδης χρησιμοποιώντας την κυνήν , ενεπνέει  μεγάλο φόβο, διότι κανένας δεν μπορεί να αμυνθεί κατά ενός εχθρού που δεν μπορεί να δεί. Ο Άδης είναι ανεξιλέωτος θεός, γι’ αυτό δεν κατέχει ούτε βωμούς αλλά ούτε και ναούς· «αμείλιχος ηδ’ αδάμαστος», «εν ουδεμία πόλει Άδου βωμός εστι , Αισχύλος φησί. μόνος θεός γαρ Θάνατος ου δώρων ερά ουδ’ αν τι θύων ουδ’ επισπένδων λάβοις· ουδέ έστι βωμός, ουδέ παιωνίζεται» (Ιλ. Ι158 με τα σχόλια), εδώ ο Άδης ταυτίζεται και με τον Θάνατο.

Μόνο η πόλη Ήλις έχει ιερό τέμενος και ναό, διότι οι Ηλείοι είχαν βοηθήσει τον Άδη, όταν ο Ηρακλής του είχε κάνει πόλεμο και τον είχε τραυματίσει (Ιλ. Ε 395), σύμφωνα με τον Παυσανία (6.25). Οι Ήλειοι διατήρησαν το μύθο και συνέχισαν να τον τιμούν για να τον έχουν ευμενή θεό στον τόπο τους.

Από  τα πρώιμα ιστορικά χρόνια, όταν όλοι οι θεοί άρχισαν να γίνονται ηπιότεροι, σε αρκετά µέρη θεώρησαν και τον ΄Αδη ως δυνάµενον να εξευµενισθεί και ίδρυσαν  γι᾿ αυτόν  ιερά, σπάνια µε το όνοµα τον ΄Αδη αλλά  συνηθέστερα µε ονόματα ευφηµιστικά,  όπως Π λ ο ύ τ ω ν, Κ λ ύ μ ε ν ο ς, Ἐ υ β ο υ λ ε ύ ς, Μ έ γ α ς θ ε ό ς και άλλα, µε τα οποία ο θεός δεν έχανε την αυστηρότητα, του, ήταν όμως επιδεκτικός λατρείας και μπορούσε να περάσει στην κατηγορία των «στρεπτών»  και  μειλίχιων θεών.

 Η τοιχογραφία του στον τάφο των µακεδονικών Αιγών  τον παρουσιάζει μελαγχολικό και αυστηρό,  µε ατηµέλητη την κόµη και τη γενειάδα, όχι όμως θεό άγριο ή κακόβουλο.

Με το όνοµα ΄Αδης, όπως στην Ήλιδα, ο βασιλιάς του κάτω κόσμου λατρεύεται και στο βουνό Μίνθη της Τριφυλίας (Στράβων 8, 344), κοντά στα σύνορα Ἠλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας . Εκεί λατρεύουν τον ΄Αδη και οι μακίστιοι της περιοχής Σαμικού.  Ο Στράβων αναφέρει επίσης κοινή λατρεία του ΄Αδη και της Αθηνάς στο Ἱτώνιο της βοιωτικής Κορώνειας.  Αν δεν ήταν νεώτερος καὶ μεταγενέστερος θεός ο ΄Αδης, θα λατρευόταν µε το κανονικό του όνοµα σε πολύ περισσότερες πόλεις.

Ν.Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση