ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΙ ΘΕΟΙ: Ο Ζευς

ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΙ ΘΕΟΙ: Ο Ζευς

Για τον Δία η αντίληψη των παλαιών μυθολόγων πως στην βάση του είναι θεός του ουρανού εξακολουθεί να θεωρείται και σήμερα ορθή για την λατρεία του με την διαφορά πως εξαίρεται  τώρα περισσότερο η ιδιότητα να συγκεντρώνει τα σύννεφα και να εξαπολύει τον υετό, το χιόνι, γενικά την κακοκαιρία. Υπάρχει ένα πλήθος λατρειών, ποιητικών και λατρευτικών επιθέτων που παρουσιάζουν τον Δία ως τέτοιον θεό.  Ομηρικά ο θεός είναι υ ψ ι β ρ ε μ έ τ η ς,   ε ρ ι β ρ ε μ έ τ η ς,   ε ρ ί γ δ ο υ π ο ς,   κ α λ α ι ν ε φ ή ς,   ν ε φ ε λ η γ ε ρ έ τ η ς,   α ρ γ ι κ έ ρ α υ ν ο ς,   σ τ ε ρ ο π η γ ε ρ έ τ α ς,   τ ε ρ π ι κ έ ρ α υ ν ο ς,   α ι γ ί ο χ ο ς,   Υ έ τ ι ο ς,   ό μ β ρ ι ο ς.  Ο Δίας   α κ ρ α ί ο ς στο Πήλιο, ο Δίας λ α φ ύ σ τ ι ο ς στην Βοιωτία και την Άλο της Φθιώτιδος, ο Δίας λ υ κ α ί ο ς στην Αρκαδία όπου εκεί ζητούν με εορτές και τελετές την βροχή.

Ως θεός του ουρανού ή των ατμοσφαιρικών φαινομένων λατρεύεται στις κορυφές (α κ ρ α ί ο ς) των ορέων.

Ως θεός  που στέλνει τη βροχή θεωρείται και θεός της γ ο ν ι μ ό τ η τ ο ς· και πραγματικά σε αυτή την ιδιότητα αναφέρονται τα λατρευτικά του προσωνύμια   χ θ ό ν ι ο ς,   γ ε ω ρ γ ό ς,   β ο υ λ ε ύ ς.

Ως θεός που φέρνει την εσοδεία μπορεί και λατρεύεται και ως θεός της αποθήκης με την ιδιότητα του την γνωστή στον λατρευτή της οικιακής λατρείας ως Ζευς κ τ ή σ ι ο ς   ή   π ά σ ι ο ς και παριστάνεται με την μορφή όφεως επειδή γίνεται οικιακός δαίμων.  Οι Δ ι ό ς-κ ο ύ ρ ο ι (Διόσκουροι) που παριστάνονται επίσης ως όφεις, στην αρχαϊκή περίοδο, είναι δαίμονες της οικίας, το σύμβολό τους είναι τα δόκανα που συμβολίζουν την ξυλοδεσιά της οικίας, επειδή δηλαδή σε μια οικία κάποτε δεν υπήρχε μόνο ένας όφις (το ένα χαρακτηρίζεται ως Ζευς κτήσιος), αλλά περισσότεροι, οι επιπλέον όφεις (συνήθειο των αρχαϊκών προγόνων), είναι οι κούροι του Διός. Υπό την μορφή του όφεως υπάρχουν και άλλοι οικιακοί δαίμονες που αρχαϊκά και κλασικά ταυτίζονται με τον θεό Δία, όπως ο Σ ω τ ή ρ, ο   Μ ε ι λ ί χ ι ο ς, και ο   Α γ α θ ό ς  Δ α ί μ ω ν.

Έτσι γίνεται πλατύτερα αντιληπτός ως προστάτης της οικογένειας και έτσι λατρεύεται στο βωμό της αυλής της οικίας μας, ως Ζευς ε ρ κ ε ί ο ς.

Ως προστάτης του οίκου και του βασιλικού οίκου θεωρείται και προστάτης της κοινότητος και με αυτή την ιδιότητα στις αυλές των βασιλικών μεγάρων, μετά την κατάργηση της βασιλείας γίνεται ο προστάτης των φρατριών,  ως  φ ρ ά τ ρ ι ο ς,  της κοινότητος ως  π ο λ ι ε ύ ς, και π ο λ ι ο ύ χ ο ς.

 Ο Δίας εκτός του ότι λατρεύεται στα μέγαρα των μυκηναίων ηγεμόνων ως θεός του ουρανού, των καιρικών φαινομένων και της οικογενειακής ζωής, λατρεύεται και ως πατέρας, κατά το πρότυπο του πατριαρχικού αρχηγού του οίκου, ο οποίος παραχωρεί στους ηγεμόνες το ηγεμονικό αξίωμα μαζί με το σύμβολο του, το σ κ ή π τ ρ ο.

Ο Ζευς έχει επίσης ισχυρούς δεσμούς με τον κάτω κόσμο. Οι δεσμοί του με τον καταχθόνιο κόσμο έχουν αφήσει σαφή ίχνη στις λατρείες των πρωϊμωτέρων ιστορικών χρόνων. Στην  υ π ο μ υ κ η ν α ϊ κ ή και την πρωτογεωμετρική περίοδο, ο Ζευς ξεχώρισε ως ο ύψιστος θεός του ουρανού. Στη μυκηναϊκή περίοδο ο Ζευς είναι ο μόνος από τους μεγάλους θεούς που συνδέεται με τις καιρικές μεταβολές, την βροχή, το χιόνι και αιθρία. Το κυριότερο έμβλημα του θεού είναι ο  κ ε ρ α υ ν ό ς.

Ο χθόνιος και ο ουράνιος Ζευς στην πρώϊμην περίοδο διακατέχεται από αυστηρότητα και είναι ένας δυσεξιλέωτος θεός, τα ιερά του είναι άβατα. Αργότερα η λατρεία του θεού αρχίζει και γίνεται πομπική και μεγαλειώδης.  

Ο χθόνιος θεός «Λαφύστιος» Ζεύς λατρεύεται από τους Μινύες και από τους Αχαιούς στην φθιωτική Αχαϊα, Βοιωτία και Θεσσαλία. . Το ιερό άλσος του Λαφύστιου Διός  βρίσκεται στην Άλο, στην φθιωτική Αχαϊα.  Ο Ξέρξης κατά την εισβολή του, όταν βρέθηκε μπροστά στο τέμενος του Διός απέφυγε να εισέλθει μέσα φοβούμενος τον θεό, και απαίτησε από τον στρατό του να σεβαστεί το ιερό και τον οίκο των απογόνων του Αθάμαντος, που προκαλούσε ακόμα το δέος στους ντόπιους κατοίκους (Ηροδ. 7.197). Άπαντες κυριεύονται από θρησκευτικό δέος όταν βρίσκονται μπροστά σε αυτά τα ιερά  και τους χώρους λατρείας των θεών του κάτω κόσμου.

Λ α φ ύ σ τ ι ο ς Ζευς σημαίνει, ο «λαίμαργος» θεός ή «αχόρταγος» θεός, όπως φαντάζονταν τον αδυσώπητο θεό του κάτω κόσμου οι Μινύες και τα αχαϊκά φύλα στην φθιωτική Αχαϊα. Λαφ’υστιος είναι το όνομα του θεϊκού  τοπικού βασιλέως. Τον ταύτισαν με τον Δία όσοι λάτρευαν τον Δία με αυτήν την ιδιότητα. Το ρήμα «λαφύσσω»  χρησιμοποιείται ευρέως από τον Όμηρο με την έννοια του «καταβροχθίζω λαίμαργα». Στην Ιλιάδα Ρ 61 « λέων ορεσίτροπος, αλκί πεποιθώςς» ο οποίος κόβει πρώτα με τα «κρατερά» του δόντια τον λαιμό της «βοσκομένης» αγελάδος και «έπειτα αίμα και έγκατα πάντα λαφύσσει».

Στην Κορώνεια της Βοιωτίας, ο Λαφύστιος Ζευς, κατέχει το ιερό του εξω από την πόλη. Σε μεταγενέστερη περίοδο , ο σκληρός και δυσεξιλέωτος θεός, μοιράζεται το ιερό τέμενός του με τον Ηρακλή  Χάροπα που έχει ταυτιστεί με έναν άλλο τοπικό θεό του κάτω κόσμου, τον Χάροψ, δηλαδή τον θεό με το χαρωπό πρόσωπο. Ο Ηρακλής Χάροψ σε αυτόν τον τόπο γίνεται ο δαίμων του κάτω κόσμου, ο υποχθόνιος παρήγορος και ο Λαφύστιος είναι ο σκληρός ο άτεγκτος. Σε μεταγενέστερη περίοδο το ιερό του Λαφύστιου ονομάζετι και χαρόπειο ιερό τέμενος.

Ο «κ α τ α χ θ ό ν ι ο ς» Ζευς είναι γνωστός από την Ιλιάδα (Ι 456), ως ο σύζυγος της «επαινής Περσεφονείας», της αρχέγονης θεάς Περσεφόνης, της φοβερής και δυσεξιέωτης επίσης βασίλισσας του κάτω κόσμου. Ο καταχθόνιος Ζευς  και ο Άδης ταυτίζονται στην κλασσική περίοδο. Σε μια χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη, σε ένα θραύσμα της αναφέρεται «χοής και πελάνου»,  για τον θεό του κάτω κόσμου, που είτε θέλει να ονομάζεται Ζευς είτε θέλει να ονομάζεται Άδης «χοήν πέλανον τε φέρω, Ζευς είτ΄Αϊδης ονομαζόμενος στέργεις».

Στην Κόρινθο υπάρχουν τρία αγάλματα του Διός ως ενιαίο, το ένα αναπαριστά τον υ π ο χ θ ό ν ι ο Δία, το δεύτερο τον ύ ψ ι σ τ ο Δία και το τρίτο τον ε ν ι ά λ ι ο Δία (Παυσ. 2.2.8). Ο πρώτος Ζευς, σε αγγειογραφία του -5ου που εικονίζει την τριπλή υπόσταση του Διός παριστάνεται με κεραυνό στραμμένο προς τα πάνω αιώνος και είναι ο Ζευς ο ο υ ρ ά ν ι ο ς ή ο ο λ ύ μ π ι ο ς, ο δεύτερος Ζευς που έχει στραμμένο τον κεραυνό προς τα κάτω είναι ο υ π ο χ θ ό ν ι ο ς Ζευς και ο τρίτος εικονίζει τον ε π ί γ ε ι ο Δία που κρατά οριζόντια τον κεραυνό ενώ  ο ε ν ι ά λ ι ο ς Ζευς ενώ αυτός στο άλλο του χέρι κρατά την τ ρ ί α ι ν α.

Στο Άργος, το αρχαιότερο ξόανο του Διός έχει τρείς οφθαλμούς, τους δύο φυσικούς και έναν τρίτο στο μέτωπο. Οι τρεις οφθαλμοί συμβολίζουν τις τρείς λήξεις του Διός, το βασίλειο του ουρανού, το υποχθόνιο βασίλειο και το επίγειο με την θάλασσα. (Παυσ. 2.24).

Ο Αισχύλος στις Ικέτιδες 155, και στη χαμένη τραγωδία Αιγύπτιοι αποκαλεί τον Δία «πολυξενώτατον Ζήνα δια των κεκμηκότων» , δηλαδή ο θεός που φιλοξενεί στο υποχθόνιο βασίλειο του τους πολλούς, το πλήθος των ανθρώπων που πέθαναν και πεθαίνουν· «α γ ρ ε ύ ς – Ανέκδ. Οxon. τόμος 2, σελ. 443 : τινές δε τον Ζαγρέα υιόν Αίδου φασίν, ως ο Αισχύλος εν Σίσυφω – εν δε τοις Αιγυπτίοις ούτως αυτόν διά τον Πλούτωνα καλεί, τον αγραίον  τον πολυξενώτατον Ζήνα δια των κεκμηκότων».   

Δίας ε ν ι ά λ ι ο ς ονομάζεται και ο Ποσειδών στα σχόλια του Πλάτωνος στον  Κρατύλο 402, όπως ακριβώς καταγράφει και ο Αισχύλος, και αμέσως μετά τον Άδη «Δία καταχθόνιον και Πλούτωνα».

Στην ιστορική περίοδο, σε πολλές πόλεις ο καταχθόνιος Ζευς της Ιλιάδος είναι ο ένας από τους «μειλίχιους θεούς» δηλαδή τους θεούς του κάτω κόσμου που με την λατρεία τους εξευμενίζουμε, διότι μόνο έτσι είναι παρήγορο να πλησιάζουμε  εξευμενίζοντας τους φοβερούς αυτούς θεούς με την λατρεία ως «μειλίχιους».  Ένα από τα μεγαλύτερα ιερά του μειλιχίου Διός υπάρχει στον Πειραιά, στη Ζέα που τώρα έχει καταχωθεί.

Στην Βοιωτία, εκτός από μ ε ι λ ί χ ι ο ς και καταχθόνιος , ο θεός Ζευς φέρει και το «τ ρ ο φ ώ ν ι ο ς», όπως στην Λειβαδιά, του οποίου το μαντείο ο Στράβων (9.414) το αποδίδει στον Δία τροφώνιο που οι βουλές του θεού είναι καταχθόνιες.

Στις Καρυές της Λακωνίας, ο καταχθόνιος Ζευς φέρει το λατρευτικό προσωνύμιο «Σ κ ο τ ί τ α ς», δηλαδή ο Ζευς του σκότους. Το ιερό τέμενός του βρίσκεται κάτω από τις σκιές ενός άλσους δρυών.

Στην Σπάρτη τεκμηριώνεται η λατρεία του «Διός αγαμέμνονος»,  που σημαίνει τον «αγάν μιμνησκόμενον» δηλαδή τον θεό σε θυμάται πάντα ή που ποτέ δεν σε ξεχνά και αυτός είναι ο θεός βασιλεύς του κάτω κόσμου.

Στην Αθήνα, ο Ζευς του κάτω κόσμου τιμάται με την μεγαλύτερη εορτή που είναι αφιερωμένη στον «πατέρα ανδρών και θεών τε», τα Δ ι ά σ ι α. Το ιερό του θεού του κάτω κόσμου βρίσκεται έξω από την πόλη, σύνηθες για τους θεούς του κάτω κόσμου, και δίπλα στην κοίτη του Ιλισού ποταμού. Και εδώ ο Ζευς φέρει το λατρευτικό «μειλίχιος». Στην πρώϊμη περίοδο η εορτή έχει μελαγχολικό και πένθιμο χαρακτήρα, απαιτεί «ολοκαυτώματα», δηλαδή σφάγια που θυσιάζονται και καίγονται ολόκληρα στις ιερές εσχάρες του θεού, και μόνο ένα μικρό μέρος του ιερείου απανθρακώνεται στο βωμό ενώ το υπόλοιπο μοιράζεται ψημένο σε ίσες μερίδες στις λατρευτικές τράπεζες του θεού και στους παρευρισκομένους, μερίδες που τρώγονται  επί του τόπου του θεού, μετέχοντας έτσι σε ένα γεύμα μαζί με τον τιμώμενο μειλίχιο θεό. Οι παλαιοί Αθηναίοι λαμβάνουν έτσι την συμπαράσταση του θεού αυτού στα Διάσια και φρόντιζαν «ολοκαυτείν Διϊ μειλιχίω»  σε όλα τα έργα τους.

Στην επίσημη κρατική θρησκεία ο υποχθόνιος θεός τιμάται με λιγότερο μελαγχολικές ιδιότητες, όπως ως υ έ τ ι ο ς, ως ό μ β ρ ι ο ς, ως ι κ μ α ί ο ς, θεοί που βοηθούν στην καρποφορία των σπαρμένων αγρών αυτήν την εποχή, έτσι τιμάται ταυτόχρονα και ως κ α ρ π ο δ ό τ η ς, ως ο π ω ρ ε ύ ς, ως γ ε ω ρ γ ό ς και ως π λ ο υ τ ο δ ό τ η ς  αλλά και ως π λ ο ύ τ ω ν.  Έμβλημα αυτού του Διός που δίνει τον πλούτο με την καλλιέργεια της γαίας είναι ο όφις, διότι ο θεός είναι χθόνιος και ονομάζεται στην λατρεία του οίκου , Κ τ ή σ ι ο ς Ζευς.

Σε περιόδους ανομβρίας και ξηρασίας η κοινότητα απειλείται με λιμό, έτσι ο θεός που μαζεύει τα σύννεφα και εξαπολύει τον υετό λατρεύεται στις κορυφές των ορέων, εκεί ιδρύονται τα ιερά του και λαμβάνει τα λατρευτικά προσωνύμια, ως «α κ ρ α ί ο ς» ως «ε π ά κ ρ ι ο ς», ως «κ ο ρ υ φ α ί ο ς». Στα ιερά αυτά  τελούνται δεήσεις και πομπές  για τον ν ε φ ε λ η γ ε ρ έ τ η και υ έ τ ι ο Δία.

Ν. Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση