ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΙ ΘΕΟΙ : Ο Ποσειδών

ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΙ ΘΕΟΙ : Ο Ποσειδών

Ο Ποσειδών

Ο θεός Ποσειδών είναι ο παλαιός χθόνιος θεός που η λατρεία του ξεκίνησε αρχικά ως ο θεός των πηγών, των υποχθόνιων ποταμών και  των χθονίων ποταμών που καταλήγουν στη θάλασσα·  όλοι οι αρχέγονοι παλαιοί θαλασσινοί δαίμονες υποτάχθηκαν σε αυτόν.

Το όνομά του εμφανίζεται και γίνεται με βεβαιότητα γνωστό, στις μυκηναϊκές πινακίδες (-13ος αιών). Κατέχει, σε αυτή την περίοδο, τα περισσότερα ιερά, και είναι οθεός που δέχεται τις περισσότερες προσφορές από τους ανθρώπους.

Ο Ποσειδών, γίνεται ο πρώτος από τους «αρχαίους» θεούς ποὺ επέζησε µε την παλαιά χθόνια αυστηρότητά του μέχρι το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου. Η ανερχόμενη τάξη των ευγενών και τα ηρωϊκά έπη εισήγαγαν στον θεό νέο θρησκευτικό πλαίσιο.

Στην ιστορική περίοδο, ο Ποσειδών λατρεύεται στα ιερά του ως ο άρχων του κάτω κόσμου και των γεωλογικών αναστατώσεων αλλά και ως ο θεός των πηγών που αναβλύζουν από τα έγκατα της χθόνας  και όχι ως θεός του πελάγους. Στο Ταίναρο, στο νοτιότερο ακρωτήριο της ηπειρωτικής Ελλάδος, λατρεία του θεού επέζησε μέχρι τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, η λατρεία του «Αχερουσίου» Ποσειδώνος,  Το ιερό του βρίσκεται στο στόμιο της «καθόδου», μιας σπηλιά που οδηγεί στον Άδη, εκεί λειτούργησε και ψυχοπομπείο μαζί με Μαντείο για την ανάκληση των ψυχών στις μυστικές τελετές του θεού.  Σήμερα σώζεται μόνο μια τάφρος λαξευμένη στον βράχο, 80 περίπου μέτρων, που οδηγεί στο ψυχοπομπείο από ψηλότερο μέρος του τεμένους.  Το ψυχοπομπείο βρίσκεται στην άκρη του κόλπου, στην ίδια στάθμη με την στάθμη της θάλασσας. Οι προσκυνητές που ήθελαν να  λάβουν μέρος στις τελετές του ψυχοπομπείου, μετείχαν σε μια τελετουργική «κατάβαση» που ήταν η προετοιμασία για την υποτυπώδη επαφή με το βασίλειο των σκιών.

Τα στόμια Καθόδου, υπάρχουν σε πολλά μέρη στην Ελλάδα, όμως στην αρχαϊκή περίοδο το ταινάριο ιερό του Ποσειδώνος, τα είχε ξεπεράσει όλα στην φήμη. Φημισμένο είναι και το Νεκυομαντείο στην Θεσπρωτία, στον Αχέροντα ποταμό και στην Αχερουσία λίμνη, όπου είναι αφιερωμένο τον υποχθόνιο Ποσειδώνα, στην πρώϊμη περίοδο και την πάρεδρό του την Δέσποινα του κάτω κόσμου.

Η λατρεία του Ποσειδώνος τελείται και μακριά από το υγρό στοιχείο. Στην Αρκαδία, στην καρδιά της Πελοποννήσου, στην Θέλπουσα, ο Ποσειδών και η θεά Ερινύς (η Δήμητρα Ερινύς στο μύθο), έχουν την μορφή του αλόγου, από την ένωσή τους θα γεννηθεί ο Αρείων, το δαιμονικό άλογο της Ιλιάδος Ψ 346 «δίον Αρείονα».

Αλογόμορφος και φτερωτός είναι και ο άλλος ο υιός του Ποσειδώνος, ο Πήγασος, ο οποίος γεννήθηκε από την ένωση του Ποσειδώνος με την Μέδουσα. Άλλους ασυνήθεις ίππους έχει φέρει  στον κόσμο σκίζοντας την γή και τους ογκώδεις βράχους με την τρίαινά του. Στην Θεσσαλία φέρει τον ονομαστό Σκύφιο και στην ακρόπολη των Αθηναίων ένα παρόμοιο άλογο, κατά την φιόνικία του με την θεά Αθηνά για την κατοχή της γης. Ο νεώτερος μύθος, που αναγνωρίζει τον Ποσειδώνα ως θεό του πελάγους, μυθιστορεί ότι ανέβλυσε αλμυρό νερό. Η στενή σχέση με τους ίππους εκφράζεται στο επίθετό του, «ίππιος».  Κατά την αρχέγονη λαϊκή πεποίθηση, ο θεός προτού πάρει το επίθετο «ίππιος», πιστεύεται ότι ήτα «Ποσειδών Ίππος» ο ορμητικός πανίσχυρος ιππόμορφος χθόνιος θεός που άρπαζε τους θνητούς στην ράχη του και τους έφερνε στον Άδη. Οι γιοί του Ποσειδώνος, οι ίπποι, ήταν διαρκώς παρόντες στον κάτω κόσμο φέρνοντας τους νέκυες στον Άδη. Στην ιστορική περίοδο ο Άδης αποκτά το επίθετο κλυτοπώλος, ως ο κάτοχος αυτών των ίππων. 

Στη Φιγάλεια,  η  «μ έ λ α ι ν α Δ ή μ η τ ρ α» είναι η πάρεδρος του ιππίου Ποσειδώνος,  ονομάζεται «μέλαινα» διότι είναι η αρχόντισσα στο βασίλειο του σκότους και όχι ως μελανειμονούσα που είναι διαφορετικό, όπως αρκετοί φιγαλείς νόμιζαν.  Όταν ο Παυσανίας επισκέπτεται την Φιγάλεια (8, 42, 4) μαθαίνει από τους ντόπιους πως η θεά κατείχε ένα ξόανο αρχαϊκό, που δεν σωζόταν στην εποχή του·  και ήταν στημένο σε κοντινό σπήλαιο αφιερωμένο στην λατρεία αυτής της υποχθόνιας θεάς. Η μέλαινα Δήμητρα δεν  έχει την ίδια όψη με αυτή της άλλης συζύγου του Ποσειδώνος, της Μέδουσας, αντιθέτως φορά μαύρο μακρύ ως τα πόδια  χιτώνα, έχει κεφάλι αλόγου, περιβαλλόμενο από φίδια, και χαίτη αλογίσια. Παριστάνεται καθήμενη σε βράχο και κρατά στο ένα χέρι δελφίνι και στο άλλο ένα περιστέρι που συμφωνα με το «ι ε ρ ό λ ό γ ο» στις μυστικές τελετές της Λυκόσουρας, που ήταν απόρρητος, ανακοινώνονταν για την Δέσποινα θεά την κόρη της μέλαινας Δήμητρας και του Ποσειδώνος (Παυσ. 8, 37, 9).

Το δελφίνι είναι ευνόητο και χωρίς τον ιερό λόγο. Την εποχή που χειροτεχνήθηκε το άγαλμα της μ έ λ α ι ν α ς Δ ή μ η τ ρ ο ς ο Ποσειδών ήταν ήδη θεός του πελάγους και το δελφίνι ήταν το σύμβολό του. Με την ίδια θεά, την Δήμητρα των δημητριακών καρπών και σιτηρών, δεν έχει κανένα δεσμό το δελφίνι.  Η μύηση των Αρκάδων αποκαλύπτει την αρχέγονη σχέση της θεάς με τον Ποσειδώνα που από την ένωσή του γεννήθηκε η πιο σεβάσμια θεά των αρκάδων, η Δ έ σ π ο ι ν α.

Η υποχθόνια θεά Δήμητρα εξελίχθηκε στην ιστορική περίοδο σε θεότητα της ευφορίας της γης, όπως και ο Πλούτων αλλά και άλλες θεότητες τους κάτω κόσμου.  Ο Παυσανία βρίσκει μια θεά που φέρει το προσωνύμιο «μέλαινα» τον +2ο αιώνα, η οποία είναι θεά της βλαστήσεως και δεν δεχόταν αιματηρές θυσίες, παρά μόνον καρπού από τα δένδρα και από τα δημητριακά, μαζί με σταφύλια, κηρήθρες, ελαιόλαδο και φρεσκοκουρεμένο μαλλί από πρόβατα (8, 42).  Η μ έ λ α ι ν α του κάτω κόσμου των Αρκάδων είχε μεταπηδήσει σε μια θεά βλαστήσεως.

Οι Αρκάδες έχουν και άλλες θεότητες στον κάτω κόσμο, με δεσμούς στον υποχθόνιο Ποσειδώνα, οι οποίες έχουν λησμονηθεί, όπως η Ε υ ρ υ ν ό μ η, η οποία κατέχει ιερό και ναό εξώ από την Φιγάλεια. Μέσα υπήρχε το παλαιό ξόανό της που την πρίστανε ως γυναίκα, όμως από την μέση και κάτω είχε την μορφή του ψαριού. Το ιερό  ανοίγονταν μόνο μια ημέρα μέσα το έτος για ι λ α σ τ ή ρ ι ε ς τελετές με σκοπό να κατευνάσουν την οργή της. Η θεά Ευρυνόμη παραμένει ακόμη μια φοβερή θεότητα στην ιστορική περίοδο, και οι φιγαλείς που την φοβόντουσαν κρατούσαν το ξόανό της δεμένο με χρυσές αλυσίδες, ώστε να μην φύγει από τον ναό και πλανηθεί στην νύχτα βλάπτοντας τους ανθρώπους (8, 41, 6).

Ο ίππος στην ιστορική περίοδο είναι το έμβλημα των θεών και δαιμόνων του κάτω κόσμου. Αναπαριστάται στα νεκρικά αφιερωματικά ανάγλυφα των ανθρώπων καθώς και στις επιτάφιες στήλες θνητών.

Στην Μαντινεία, εκεί εδρεύει ο ί π π ι ο ς Π ο σ ε ι δ ώ ν, το ιερό του βρίσκεται εξω από την πόλη και παρέμεινε σεβαστό από την αρχαϊκή περίοδο έως το τέλος της αρχαιότητος.  Όταν το ιερό του ανακαινίστηκε τον +2ο αιώνα, οι τεχνίτες δεν πείραξαν τα αρχαϊκά μέρη του ναού , αλλά έκτισαν νέο ναό και εργάστηκαν σε απόσταση από το αρχαϊκό τέμενος για να μην επηρεαστούν  από την ολέθρια δύναμη του αρχαϊκού ναού που ενέπνεε, ακόμη τον φόβο και αποτελούσε άβατο. Ο βασιλιάς  Αίπυτος που μπήκε χωρίς κανένα σεβασμό στο άβατο του ναού υπήρξε θύμα του θεού (Παυσ. 8. 10, 2).  Ο θεός Ποσειδώνας ως κυρίαρχος του κάτω κόσμου είναι πολύ αυστηρός θεός στα ιερά του.

Στην προδωρική Κόρινθο ο «ά ν α ξ Π ο σ ε ι δ ώ ν» είναι επίσης θεός του κάτω κόσμου. Μέσα στο άλσος που βρίσκεται νοτιοδυτικά του Ακροκόρινθου βρίσκεται το ιερό του,  εκεί βρέθηκαν εκατοντάδες πήλινες ενεπίγραφες πινακίδες με αφιερώματα και παραστάσεις του θεού. Ο  άναξ Ποσειδών παριστάνεται  πάνω στον ίππο του με μια πελώρια τρίαινα  στο δεξί του χέρι. Στην Ποτίδαια βρέθηκαν ανάλογες παραστάσεις σε νομίσματα καθώς ήταν αποικία των Κορινθίων.

Στην Κόρινθο το ντόπιο ιερό γνώρισε την ακμή του στην αρχαϊκή περίοδο, τότε ο Ποσειδώνας είχε ήδη γίνει θεός του πελάγους και ήταν φυσικό να υπάρχουν και πινακίδες που τον παρουσίαζαν με την Αμφιτρίτη, την άγνωστη πάρεδρό του  στην παλαιότερη ιστορία του.

Η Ερμιόνη του Άργους, έχει ιδιαίτερη προτίμηση στην λατρεία των υποχθονίων θεοτήτων, στην εποχή του Παυσανία υπάρχει ο ναός της Χθόνιας Δήμητρος  και πίσω από τον ναό υπάρχουν τρία ιερά τεμένη, ένα του Κλύμενος του βασιλέως του κάτω κόσμου, με χάσμα για την αναγωγή του Κερβέρου, ένα τέμενος του Πλούτωνος  και ένα στην Αχερουσία λίμνη (Παυσ. 2. 35, 10). Ο ναός του Ποσειδώνος βρίσκεται στην «παλαιά πόλη» (Παυσ. 2, 34, 10) μια λατρεία τοπική και πανάρχαια· στην ίδια θέση υπάρχει και ο ναός της χθόνιας Αθηνάς. Η χθόνια φύση της Αθηνάς  παραμερίστηκε πιο γρήγορα από ότι του Ποσειδώνος.  Οι δύο θεότητες αρχικά είναι συγγενείς, έτσι μεταγενέστερα λατρεύονται ή μαζί ή σε γειτονικά ιερά και ναούς, όπως ακριβώς πάνω στην ακρόπολη των Αθηναίων μετά την παραδιδόμενη «έριν».  

Στο Ίππιο Κολωνό, οι δύο θεοί ως χθόνιοι κατέχουν το προσωνύμιο «ί π π ι ο ι»  και κοινό βωμό (Αττικ. 1.30). στους Δελφούς, η Αθηνά ως προναία διατηρή ανενόχλητη το τέμενός της, ενώ ο Ποσειδών μετά τον παραμερισμό του από τον Απόλλωνα διατήρησε βωμό μέσα στον μεγάλο ναό του Απόλλωνος και το Π ο τ ε ι δ ά ν ι ο ν ιερό σε κοντινή απόσταση. 

Στο Σούνιο εδρεύουν ο Ποσειδών Σ ω τ ή ρ και η Αθηνά Σ ω τ ε ί ρ α (Σουνιάς) και διατηρούν τα τεμένη του.

Στην Τροιζήνα Ποσειδών και Αθηνά είναι οι κυριώτερες θεότητες, ο Ποσειδών φέρει το προσωνύμιο Β α σ ι λ ε ύ ς και η Αθηνά λατρεύεται ως Σ θ ε ν ι ά ς και Π ο λ ι ά ς.

Στην Σπάρτη, οι θεοί Ποσειδών Α σ φ ά λ ι ο ς και Αθηνά Α γ ο ρ α ί α έχουν δίπλα τα ιερά τους. Ο Ποσειδών Ασφάλιος είναι ο προστάτης από τους σεισμούς.

Στην Τεγέα, στο όρος Βόρειο, υπάρχει το παλαιό ιερό του Οδυσσέως, όπου εκεί λατρεύεται ο Ποσειδών Σ ω τ ή ρ και η Αθηνά Σ ω τ ε ί ρ α, όπως στην λατρεία του Σουνίου.

Στην Αχαϊα, ο Ποσειδώνας είχε προκαλέσει τον καταποντισμό της Ελίκης το -373 έτος, λατρεύτεται ως Ε ν ο σ ι χ θ ώ ν και Γ α ι ο σ ε ί σ τ η ς θεός και όχι ως Π ε λ ά γ ι ο ς. Στην προϊστορία της Αχαϊας, πριν τους Αχαιούς, κατοικούσαν οι Ίωνες, τους οποίους έδιωξαν οι Αχαιοί που είχαν έρθει από την Αργολίδα και από την Λακωνία, τις οποίες κατέλαβαν οι Δωριείς. Οι διωγμένοι από την Πελοπόννησο Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αττική και στην Βοιωτία και μετά μετανάστευσαν στην Ιωνία της Μικράς Ασίας, εκεί εξακολούθησαν να λατρεύουν τον Ποσειδώνα ως τον μεγαλύτερο θεό τους αποκαλώντας τον όχι Ε λ ί κ ι ο ν από την Ελίκη, αλλά Ε λ ι κ ώ ν ι ο ν από τον βοιωτικό Ελικώνα, που τον ήξερα πριν να μεταναστεύσουν· στην Ελίκη ακόμη ο Ποσειδώνας δεν είχε κάνει τόσο αισθητή την παρουσία του, όπως το -373. Ο Ελικώνιος και όχι ο Ελίκιος  Ποσειδών, συμπαραστάθηκε στον αποικισμό των Ιώνων και έγινε προστάτης του Πανιωνίου κόσμου. Το ιερό του είναι το κέντρο  της ομοσποδίας των ιωνικών πόλεων. Δώδεκα αναφερόμενες από τον Ηρόδοτο πόλεις, εορτάζουν τα «Π α ν ι ώ ν ι α» (1.148). Ο πάτριος χθόνιος Ποσειδών  μετά τον αποικισμό των Ιώνων στην Ιωνία της Μικράς Ασίας, έγινε ο προστάτης θεός των «υγρών κελεύθων», δηλαδή των «οδών» δια μέσου του πελάγους, ανάμεσα στην παλαιά πατρίδα από την καταποντισμένη Ελίκη στην Αχαϊα, την Αττική και την Βοιωτία και στην νέα πατρίδα των Ιώνων την Ιωνία της Μικράς Ασίας, έτσι η λατρεία του άρχισε να εμπλουτίζεται με την προστασία αυτών των Ιώνων που ταξίδευαν στις θαλάσσιες οδούς του πελάγους για να έρθουν στη νέα πατρίδα την Ιωνία, έτσι ο Ποσειδών από Χθόνιος άρχισε να λατρεύεται και ως πελάγιος, προστάτης των Ιώνων και μετέπειτα όλων των Ελλήνων αφήνοντας τον χθόνιο χαρακτήρα του θεού παραμερισμένο στη λήθη.

Η κυριαρχία του χθόνιου θεού στην Πελοπόννησο και η συχνή του παρουσία την έθεσε ως «ιερά του Ποσειδώνος» όπως γράφει ο Διόδωρος 15.9, και οικητήρια του Ποσειδώνος. Το ίδιο έχει καταγραφεί και για την Βοιωτία από τον λόγιο αλεξανδρινό τον Αρίσταρχο «Βοιωτία ιερά του Ποσειδώνος» αλλά και ο Όμηρος γράφει «ελικώνιον τον Ποσειδώνα είρηκεν από Ελικώνος». Στα προομηρικά έτη είναι γνωστό γιατί το μ έ γ α κ α ι ζ ά θ ε ο ν (Ησ. Θεογ. 2), δηλαδή το θεϊκότατον αυτό όρος, θεωρείται η έδρα του Ποσειδώνος. Αργότερα στον Ελικώνα ο Ποσειδών παραμερίστηκε από την λατρεία του Διός, του οποίου βωμός υπάρχει κοντά σσε «ι ο ε ι δ έ α   κ ρ ή ν η ν» γνωρίζει η Θεογονία του Ησιόδου (3).

Στην Αχαϊα ο παλαιός γαιοσείστης Ποσειδώνας είχε αντικατασταθεί από τον Δία, πολύπροτού καταποντίσει την Ελίκη. Η αχαϊκή συμπολιτεία χρησιμοποίησε ως κέντρο της το ιερό του ο μ α γ ύ ρ ι  ο υ Διός στο Αίγιο (Παυσ. 7.24).

Στον Ελικώνα μια πηγή έχει την ονομασία «Ίππου κρήνη» ή «Ιπποκρήνη» , δημιουργήθηκε όταν ο Ίππιος θεός, ο κυρίαρχος του όρους, χτύπησε με την οπλή του τον βράχο. Ο ομηρικός  ύμνος για τον μέγα θεόν Ποσειδάωνα» τον παρουσιάζει ως εξουσιαστή του όρους του Ελικώνα (3):

«αμφι Ποσιδάωνα θεόν μέγα άρχομ΄αείδειν

γαίης κινητήρα και ατρυγέτοιο θαλάσσης

πόντιον , ος θ Ελικώνα και ευρείες έχει Αιγάς.

διχθά τοι Εννοσίγαιε θεού τιμήν εδάσαντο

ίππων τε δμητήρ’ έμεναι σωτήρα τε νηών.

Χαιρε Ποσείδαον γαιήοχε κυανοχαίτα,

και μάκαρ ευμενεές ήτορ έχων πλώουσιν άρηγε.

Ο ομηρικός ύμνος για τον Απόλλωνα (230) γνωρίζει το «αγλαόν άλσος» του Ογχηστίου Ποσειδώνος, μεταξύ των Θηβών και της Αλιάρτου.

Ο ομηρικός ύμνος για τον Ερμή (186) αποκαλεί το άλσος «πολυήρατον άλσος  ερισφαράγου Γαιηόχου».

Στην  πόλη Ογχηστό  βρίσκεται το ιερό άλσος τους Ποσειδώνος με το ναό και με άγαλμα του Ποσειδώνος.

Στην Βοιωτία γεννήθηκε ο θεϊκός ίππος Αρείων, και ιστορούσαν ότι ο Ποσειδών εράτιζε με την Ερινύς με την μορφή του ίππου κοντά στην κρήνη Τιλφούσα (που θυμίζει την Θέλπουσα της Αρκαδίας). Η κρήνη βρίσκεται κοντά στην Κωπαϊδα, λίγο έξω από την Αλίαρτο, στους πρόποδες του Τιλφούσιου όρους, μιας οροσειράς του Ελικώνος. Ο Ποσειδών εδώ χάρισε τον θαυμαστό ίππο στον βασιλιά της Αλιάρτου (Ιλιάς σχ. Ψ 346).

Στην Αθήνα, αντί του γνωστού θεού Ποσεισώνος ανά την υπόλοιπη Ελλάδα, του υποχθόνιου δηλαδή και όχι του πελάγιου Ποσειδώνος,  υπάρχει ο τοπικός χθόνιος δαίμων με τις ίδιες ιδιότητες, ο οποίος ονομάζεται Ε ρ ε χ θ ε ύ ς.  Ο αττικός Ερεχθεύς ταυτίζεται με τον θεό Ποσειδώνα και εκλεγόταν κοινός ιερέας, και για τον Ερεχθέα και για τον Γαιήοχον Ποσειδώνα.  Ο χθόνιος θεός Ερεχθεύς Ποσειδών κατέχει ναό στην ακρόπολη των Αθηναίων «·ν η ό ν Ε ρ ε χ θ έ ο ς  τ ο υ  γ η γ ε ν έ ο ς·» (Ηρ. 855), δηλαδή του γηγενή χθόνιου θεού Ερεχθέα. Ο ναός αυτό «·ν η ό ς·» διατηρήθηκε και αργότερα, όταν οι χθόνιες θεότητες παραχώρησαν την  θέση τους στις ουράνιες ολύμπιες θεότητες και εξακολούθησε να ονομάζεται «·Ε ρ ε χ θ ε ί ο·», αν και ο Ερεχθεύς παραμερίστηκε από τον Ποσειδώνα και η Αθηνά πολιάς εγκαταστάθηκε στον ίδιο ναό ως η κύρια θεότητα.

Την νεώτερη μορφή του Ποσειδώνος την πελάγια, την κατείχε στην Αθήνα ένας άλλο τοπικός δαίμων, ο Αιγεύς )από την ρίζα αιγ-, τη γνωστή από το Αιγ-αίο πέλαγος και την κατ-αιγ-ίδα, που σημαίνει το ορμητικό νερό, τον δαίμονα που φέρνει τα ορμητικά κύματα του πελάγιου ύδατος (αΐσσω, άϊξ > αίγες = υψηλά ορμητικά κύματα + έχω).  Ο πελάγιος Ποσειδών επικράτησε και η λατρεία του Αιγέα παραμερίστηκε σε αυτήν του ήρωος.

Οι Αθηναίοι μνημονεύουν τον μύθο της έριδος του Ποσειδώνος και την Αθηνάς στο λατρευτικό τους ημερολόγιο την δευτέρα ισταμένου του Βοηδρομιώνος μηνός, την ημέρα των χθονίων θεών. Σύμφωνα με τον μεταγενέστερο μύθο ανέβλυσε η «Ερεχθηίδα θάλασσα»  με το χτύπημα της τρίαινας και όχι η «Π οσ ε ι δ ω ν ί α» (Απολ. 3.14).

Ο παραμερισμός του Ερεχθέως στο μύθο από τον Ποσειδώνα εξηγείται με τον φόνο του Ερεχθέως από τον Ποσειδώνα μετά από μια διαμάχη που είχε προκύψει μεταξύ τους  (Ευρ. Ιων 281) και (Παναθηναϊκός Ισοκρ. 193).

Μεταγενέστερα, ο Υγίνος (46) γράφει ότι ο Ζευς σκότωσε τον Ερεχθέα για να ευχαριστήσει τον Ποσειδώνα.

Οι Ευλαβείς Αθηναίοι όμως δέχθηκαν την ταύτιση των δύο θεών  στα ανάγλυφα αναθήματα τους «Π ο σ ε ι δ ώ ν ι-Ε ρ ε χ θ ε ί».

Η παλαιά παράδοση ανέφερε ότι όλα τα όρη εξουσιάζονται από τον Ποσειδώνα και αναγνώριζε την υπεροχή του Ποσειδώνος στην πόλη των Αθηναίων  που ονομαζόταν «Π ο σ ε ι δ ω ν ί α», όταν όμως η Αθηνά νίκησε στην έ ρ ι ν της πήρε την ονομασία «Α θ ή ν α ι» (Στρ. 9.397).  Ο Ισοκράτης γράφει ότι παλαιότερα σε όλη την περιοχή της Αττικής κυριαρχούσε στην γή ο Ποσειδών (Παθ. 193).

Στην Θεσσαλία, ο Ποσειδών είναι κυρίαρχος, αρχικά ο χθόνιος. Στην ηπειρωτική χώρα της Θεσσαλίας βρίσκομε πιο σπάνια μαρτυρίες στην παλαιά εποχή, επιβεβαιώνεται όμως η λατρεία του θεού από τα νομίσματα από τις παραστάσεις της τρίαινας και του δαιμονικού ίππου Σ κ ύ φ ι ο υ, που στην τοπική παράδοση ο θεός τον έχει βγάλει από τα έγκατα της χθόνας σχίζοντας τον βράχο με την τρίαινα.

Οι Βοιωτοί πριν φύγουν από την παλαιά πατρίδα Θεσσαλία ήξεραν τον Ογχηστό ως υδρωνύμιο, δηλαδή έναν ποταμό στην Σκοτούσσα, το οποίο συμφωνεί με τον χθόνιο Ποσειδώνα ως θεό των πηγών και των ποταμών.

Στην Βοιωτία έδωσαν το όνομα σε μια πόλη, τιμώντας την με ένα ιερό, το σημαντικότερο ιερό της Βοιωτίας, για τον γαιαόχο πατρογονικό θεό τους.

Στην Θεσσαλία ο θεός φέρει το όνομα Π ε τ ρ α ί ο ς, όπως στην Αττική φέρει το όνομα Ερεχθεύς. Ο Π ε τ ρ α ί ο ς είναι ο θεός δημιουργός του Σκύφιου ίππου. Οι Θεσσαλοί τον αποκαλούν Πέλωρο, και προς τιμήν του τελούν τα Πελώρια , την επώνυμη εορτή του. Ο Πετραίος έσχισε τα Τέμπη για να χυθούν τα ύδατα ,διαμέσω του εκεί αυλώνος, τα ύδατα που κάλυπταν την θεσσαλική πεδιάδα.  Ο Ηρόδοτος γράφει (7.19) ότι ο Ποσειδών γαιοσείστης έσκισε το βουνό για να βρεί διέξοδο ο Πηνειός, συμφωνόντας με τους Θεσσαλούς.

Στην ιστορική περίοδο, ο Ποσειδών περνά στο δεύτερο εξελικτικό στάδιο της λατρείας του, ενώ στο πρώτο στην Πελασγιώτιδα, βρισκόταν η λατρεία του Πετραίου ως χθόνιου θεού στα πρώϊμα έτη.

Ο θεός στην ιστορική περίοδο τιμάται  για την σχέση του με τα νερά των πηγών και των ποταμών ως κρηναίος και ως κρηνούχος ακόμη και ως νυμφαγέτης, τα οποία ύδατα τα έστελνε αυτός από τα έγκατα της γαίας «ύ δ ω ρ τε δ ι ρ κ α ί ο ν ευτραφέστατον πωμάτων, όσων ίησιν Π ο σ ε ι δ ά ν ο γ α ι ό χ ο ς Τηθύος τε παίδες».

Στο επόμενο, τρίτο στάδιο της εξέλιξής του, βρίσκουμε την λατρεία του φ υ τ ά λ μ ι ο υ, δηλαδή του θεού που θρέφει τα φυτά, και είναι γνωστός από τις επιγραφές και από τα φιλολογικά τεκμήρια.

Στο τέταρτο στάδιο της εξέλιξής του ο Ποσειδών γίνεται ο θεός του πελάγους. Η διαδικασία άρχισε πρώτα από τα νησιά των Ιώνων στα παράλια της μικράς ασίας, πριν από το -1000 έτος, τότε που άρχισε και η λατρεία τη Νάξιας νύμφης του πελάγους, της Αμφιτρίτης, που γίνεται η σύζυγος του πελάγιου Ποσειδώνος. Ο μύθος παρουσιάζει τον Τρίτωνα ως τον πιο φημισμένο υιό του Ποσειδώνος, και σπάνια την αφανή κόρη του την Ρόδη. Άλλα παιδιά του Ποσειδώνος από άλλες θεές και ηρωϊδες είναι ο Πολύφημος από την Θόωσα, ο Χρυσάωρ και ο Πήγασος από τη Μέδουσα,  ο Ναύπλιος από την Αμυμώνη,  ο Εφιάλτης και ο Ώτος από την Ιφιμέδεια, ο Ανταίος και η Χάρυβδις από την Γαία, ο Σκίρων και ο Κερκυών από άλλες .

Ως θεός του πελάγους ο Ποσειδών χάνει την παλαιά αυστηρότητά του και τείνει σε θεϊκά μυθολογική μορφή. Η επίσημη θρησκεία τώρα τον τιμούσε με επιβλητικότερους ναούς παρά πρίν στον παλαιό καιρό.

Οι ναυτικοί προτιμούσαν να επικαλούνται τις λαϊκές θεότητες στους θαλάσσιους κινδύνους αντί αυτού του μεγαλειώδους θεού.

 Τους Δ ι ό σ κ ο υ ρ ο υ ς που έσπευδαν ’εφιπποι στο πλευρό των ναυτικών ανάμεσα στον σκοτεινιασμένο ουρανό και στα μανιασμένα κύματα.

Την Α φ ρ ο δ ί τ η   π ε λ α γ ί α ή ποντία.

Την Λ ε υ κ ο θ έ α, η θεά που έσωσε τον Οδυσσέα δίνοντάς του κρήδεμνο που σκέπασε το πάνω μέρος του σώματός του και με μαγική δύναμη απομάκρυνε κάθε κίνδυνο.

Τον Ά λ ι ο – γ έ ρ ο ν τ α , που συμπαραστέκονταν στους ναυτικούς με τα μαντικά χαρίσματά του, Οδυσ. Δ450.

Τον Π α λ α ί μ ο ν α, που κατέχει δικό του ιερό και μυστικές τελετές μέσα στο τέμενος του Ίσθμιου Ποσειδώνος, Παυσ. 2.2

Τους Κ α β ε ί ρ ο υ ς της Σαμοθράκης (οι ναυτικοί που έχουν μυηθεί στα μυστήριά τους δεν φοβούνται τον πνιγμό ή το ναυάγιο στη θάλασσα.

Τον Γ λ α ύ κ ο στην Ανθηδόνα και την Χαλκίδα, το Γλάυκο τον τιμούσαν οι ναυτικοί ιδιαίτερα με λατρεία, όταν τον συναντούν μαθαίνουν τα μέλλοντα από αυτόν. Οι Ανθηδόνιοι της Βοιωτίας έλεγαν πως η λατρεία του θαλάσσιου αυτού δαίμονα είχε αρχίσει από το θαλάσσιο χάσμα με την ονομασία «Γ λ α ύ κ ο υ   π ή δ η μ α» και πλήθος άλλων θαλάσσιων αρχέγονων λαϊκών θεοτήτων.

Ιστορίες για θαλασσινά τέρατα που προκαλούσαν τα ναυάγια τους πνιγμούς και τον τρόμο ναυτικών.  Οι Παλαίμονες όμως λαϊκοί θεοί και ήρωες τα εξοντώνουν, παλεύοντας μαζί τους και γίνονταν ευεργέτες  των ναυτικών που διέσχιζαν τις μακρινές και απόκοσμε θάλασσες.

Παλαίμων θεός εκτός του Η ρ α κ λ έ ο υ ς που φέρει αυτό το λατρευτικό προσωνύμιο, επειδή πάλεψε με τον Κέρβερο και το λέοντα της Νεμέας, είναι και ο Δ ι ό ν υ σ ο ς που πάλεψε με ένα θαλάσσιο αιμοβόρο κήτος στην παραλία της Τανάγρας.

Οι Ναυτικοί  είναι ευγνώμονες περισσότερο σε αυτούς  όλους του θαλάσσιους δαίμονες θεούς και ήρωες που συνταξιδεύουν μαζί τους και στο επιβλητικότερο Ποσειδώνα, τον κυβερνήτη του α τ ρ υ γ έ τ ο υ   π ό ν τ ο υ αποδίδουν την επίσημη λατρεία και την ευσέβεια της κοινότητάς του και της πολιτείας τους.

Ν. Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση