ΕΧΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ; Η ΓΥΜΝΑΣΙΣ, Το ΓΥΜΝΑΣΙΟ, Ο ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΕΧΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ; Η ΓΥΜΝΑΣΙΣ, Το ΓΥΜΝΑΣΙΟ, Ο ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Κάποτε, στην ιερή Ολύμπια, καθώς διηγείται ο Παυσανιας (8.40), και ο Φιλόστρατος, αγωνίζετο για την νίκη στο Παγκράτιον ο Αρραχιων από την Φιγαλεια της Τριφυλίας, δυο φόρες ως τότε Ολυμπιονίκης σε αυτό το αγώνισμα, με τον Μύσκελο τον Κροτωνιάτη, που είχε την φήμη ακαταγώνιστου γίγαντα.

Το Παγκράτιον είναι το βαρύτερο από τα λεγόμενα καταβλητικά αγωνίσματα. Κατ’ αυτό επετρέποντο όλες οι ‘λαβες της Πάλης και όλα τα χτυπήματα της Πυγμής.
Επινοητής του Παγκρατίου είναι ο θησεύς, ο όποιος κατέβαλε τον Μινώταυρο.


Σε κάποια στιγμή του αγώνος ο Μύσκελος κατόρθωσε να γονατίσει τον Αρραχίωνα και, πριν αυτός προλάβει να τον αποτινάξει, τον πίεσε με το γιγάντιο σώμα του στην ράχι , τύλιξε τα πόδια του γύρω από τα γόνατα του Αρραχιωνα , τύλιξε και το χέρι του γύρω από τον λαιμό του και του προκαλούσε ασφυξία να πνιγεί έτσι ώστε να παραιτηθεί. Η στιγμή ήταν φοβερή. Οι χιλιάδες των θεατών σταματήσαν την ανάσα τους. Ο Αρραχίων ,μέσα στην αγωνιά του πνιγμού , έκανε κάποια κίνηση, που θεωρήθηκε σαν πρόθεσις του να σηκώσει το δάκτυλο και να “απαγορεύσει”, όπως έλεγαν τότε, δηλαδή να παραιτηθεί του αγώνος και να αναγνωρίσει για νικητή τον αντίπαλο του τον Μυσκελο.


Εκείνη την στιγμή όμως ακούστηκε σαν βροντολαλημα μέσα στη σιγή του Σταδίου.
Ο Γυμναστής του Αρραχιωνος, ο Ερυξιας, που παρακολουθούσε τον αγώνα, θέλησε να προλάβει ενδεχόμενη Απαγόρευση και του φώναξε :


καλόν εντάφιον το εν Ολύμπια μη απειπειν“! “
«είναι όμορφο να πεθάνει κανείς στην Ολύμπια, χωρίς να απαγορεύσει (παραιτηθεί)» .


Αυτά τα πέντε λόγια συγκλόνισαν βαθιά τον Αρραχιωνα και τον έκαναν να ‘βρει την ψυχική δύναμι να αδιαφορήσει για τον ανθρώπινο σωματικό του πόνο και να δειχθεί ηρώς.


Με μια τελευταία προσπάθεια τεντώνει στο έδαφος το δεξιό του πόδι, σφίγγει κάτω από το αριστερό του γόνατο το άκρο πόδι του Μυσκελου, στρέφει στο πλάι αριστερά και του το εξαρθρώνει στον αστράγαλο, την στιγμή ακριβως που ο πνιγμός του έκοβε την τελευταία ανάσα του!
Ο Μυσκελος δεν άντεξε τότε στον φρικτό πόνο του, σήκωσε το χέρι του και απηγόρευσε (παρητήθη του αγώνος), χλωμος, περιχυμένος κρύο ιδρώτα αποτραβήχτηκε αφηνωντας την νίκη στον Αρραχιωνα.


Αλλά στο μεταξύ ο Αρραχιων είχε σβησει…ειχε πεθάνει!


Οι Ελλανοδίκαι όταν πλησιάσανε, τον βρήκαν νεκρό αλλά με ροδαλό πρόσωπο και με χαμόγελο στα χείλη. Έκριναν λοιπόν, και τον εκήρυξαν Νικητή.


Κ Α Λ Ο Ν’ Ε Ν’ Τ Α Φ Ι Ο Ν’ Τ Ο Ε Ν’ Ο Λ Υ Μ’ Π Ι Α Μ’ Η Α Π Ε Ι Π Ε Ι Ν‘”

Μαγικά θα έλεγε κανείς τα λόγια του Γυμναστή Ερυξία, τα όποια είχαν τη δύναμι σε μια μόνη στιγμή να μεταλλάξουν την ψυχική κατάσταση του αγωνιστή του.


Όμως δεν θα ήταν πότε δυνατό τα λόγια αυτά να πάρουν την σημασία που πήραν, να γινούν δηλαδή ανά τους αιώνες σάλπισμα εγκαρτερήσεως, εάν δεν ανταποκρίνετο σε αυτά και η ψυχή του Αρραχιωνος.
Ένα κλωνάρι ελιάς ήταν το βραβείο της νίκης, εάν την κέρδιζε, και κείνο δεν θα το χαίρονταν ο ίδιος.


Όμως μέσα στην ψυχή του Έλληνος , που αγωνίζονταν στην Ολύμπια, την πρώτη θέση δεν την είχε η απόλαυση της νίκης.


Την είχε η ιδία η νίκη, ο αγώνας ο καλός που βραβεύεται.


Γι’ αυτό ο Αρραχίων , με την ελαχίστη ηθική βοήθεια του Γυμναστή του, να αδιαφορήσει για την ζωή του και να την προσφέρει θυσία στην έννοια του αγώνος, θυσία στην ιδέα της νίκης. Αλλά τέτοια πρόσφορα, την όποια αποφασίζει ελεύθερο το άτομο στην κρίσιμη ώρα του κινδύνου, δείχνει χωρίς άλλο Ευψυχία, και φρόνημα υψηλό οπού ο ατομισμός δεν έχει καμμία θέση.


Και ακριβώς αυτήν την εύψυχθα και το υψηλό αυτό φρόνημα προσπαθούσαν οι πρόγονοι Έλληνες να εμπνεύσουν στα παιδιά τους με την Γυμναστική αγωγή και το είχαν κατορθώσει.
Γιατί ασφαλώς, ο Ερυξίας πότε δεν θα προσπαθούσε να εμπνεύσει στον μαθητή του το θάρρος να θελήσει να δεχθεί τον θάνατο και να κερδίσει την νίκη , αν δεν ήξερε πως η ψυχή του Αρραχιωνος ήταν ήδη παρασκευασμένη για την δύσκολη αύτη άθληση της υπερτάτης θυσίας.


Αρραχίωνες όμως συναντά σε κάθε βήμα του ο μελετητής της ιστορίας των προγόνων μας. Και για αυτό μορφώνει την πεποίθησι , ότι το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων ήταν η ομαδική εκδήλωσις του υψηλού φρονήματος που καθένας είχε αποκτήσει νέος με την αθλητική του άσκηση, με την Γυμναστική αγωγή του.


Το να θυσιάζονται οι Έλληνες στον πόλεμο -στον αγώνα υπέρ βωμών και εστιών- ήταν κάτι το φυσικό, το αυτονόητο, το ανεπίδεκτο σκέψεως και συζητήσεως, δεδομένου ότι με την αγωγή τους εξοικειώνονταν στο να θυσιάζονται μόνο και μόνον ” διά το μη ηττηθήναι”, για να μην νικηθούν.
Στην Σπάρτη όριζαν διά νόμου ότι κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να επεμβαίνη και να διακόπτη τον αγώνα παγκρατίου, πάλης η πυγμής μεταξύ παίδων η εφήβων , επειδή αρχίζαν τέτοιες μονομαχίες και συχνά εφονεύετο ο ένας η και οι δυο από εξάντληση, αφού κανένας εκ των δυο δεν άφηνε μόνος του τον αγώνα.


Η εθνική λοιπόν ιστορία των Ελλήνων είναι η αναγκαία συνεπεία της πολιτικής αγωγής των, είναι το αποτέλεσμα της ανατροφής , που τους έδινε η Πολιτεία διά του Γυμναστού και του Γυμνασιάρχου. Δηλαδή….απο “Γυμνασίου το φως”.
Το φως όμως.

Όχι ένα χαρτί που γραφεί για φως και τότε που κάποτε πυκνό σκοτάδι κυριαρχεί στην σκέψη και την βούληση των νέων μας, όπως τώρα που συμβαίνει σε άπαντες.
Πότε άραγε η σημερινή Πολιτεία, στην χώρα που κάποτε εκατοικείτο από Έλληνες ψυχή και σώμα θα χρησιμοποιήσει , με τόλμη και συνεπεία, αυτήν την πείρα και τα επιτεύγματα των προγόνων;


Πότε τα Γυμναστήρια θα ξαναγινουν τα κέντρα της Ελληνικής Αγωγής που θα μορφώνουν περισσότερους Αρραχιονας και λιγοτερους….”χρησιμοθηρας”;
Και θα εκδηλωθεί άραγε πότε, με περισσότερο επιστημονικό και πατρικό τρόπο, το ενδιαφέρον της πολιτείας για την μετασχολικη και την εξωσχολική νεολαία μας, ή μήπως θα εγκαταλειφθεί και η σχολική νεολαία μας ακαλυπτη…”στους πέντε ανέμους” ως υλικό κομματικών εκμεταλλεύσεων;

Αφήστε μια απάντηση