ΘΕΟΙ: Η Αθηνά Παρθένος

ΘΕΟΙ: Η Αθηνά Παρθένος

Εισαγωγή. Το πρόβλημα της ονομασίας του αγάλματος

Οι πρώτες γνωστές αναφορές στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς του Φειδίου χρονολογούνται από τον -5ο και -4ο αιώνα, και προέρχονται κυρίως από επίσημες καταγραφές από την Ακρόπολη,  ή, όπως στην περίπτωση του Φιλοχόρου, στα σχόλια προς τον Αριστοφάνη,  Ειρ. 605 ~ 06, από πηγές που αντλούνται από αυτές τις καταγραφές. Σε αυτά τα παραδείγματα, το άγαλμα δεν έχει συγκεκριμένο όνομα. Απλώς αναφέρεται ως  «το άγαλμα», «το έδος» ή «η θεός», με μερικές φορές μια χαρακτηριστική περιγραφή που δηλώνει το υλικό, τη θέση ή την ταυτότητα του αγάλματος. Αυτοί οι όροι χρησιμοποιήθηκαν συνήθως για να αναφερθούν σε λατρευτικά αγάλματα που λατρεύονταν μέσα σε έναν ναό, οπότε η χρήση τους σε σχέση με την Αθηνά Παρθένος είναι σημαντική. Στους ετήσιους καταλόγους του αγάλματος, οι οποίοι  είχαν δημοσιευτεί λίγο μετά την ολοκλήρωση του έργου το -438 έτος, ορίζουν τα διορισμένα  ονόματα του ετήσιου γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου των επιστατών που επιβλέπουν τη δημιουργία του «άγαλματό χρυσό» IG Ι³ 453-460, » IG Ι³ 457, -442/441 έτος.  Στους καταλόγους αποθέματος των Θησαυρών του Παρθενώνα, οι οποίοι διατηρήθηκαν τουλάχιστον από το -434/433 έτος  έως τα τέλη του -4ου αιώνα, το άγαλμα ονομάζεται τακτικά  ως «το άγαλμα» IG II² 1407, 1410, 1443, 1468, 1477.  Από τις επιγραφές, καθώς και από άλλες πηγές του -5ου και -4ου αιώνος,  όπως ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης, ο Θουκυδίδης και ο Φιλόχορος, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι οι κατάλληλες φράσεις περιλαμβάνουν «χρυσούν», το «εν τωι Εκατομπεδώι» ή «τη Αθηνά», Αριστοτέλης, Αθην. Πολ. 47, Ισοκράτης, Αντίδοσις, 2, Θουκυδίδης, 2.13, και  Φιλόχορος, στη σημ. του σχολιαστή στην Ειρήνη 605 του Αριστοφάνη. Αυτό το ύφος προσδιορισμού συνέχισε να χρησιμοποιείται και από μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως φαίνεται, για παράδειγμα, από τη χρήση των φράσεων  «το χρυσούν έδο» και «το άγαλμα»  από τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο Σικελιώτη,  Πλούταρχος, Περ. 13 (το χρυσούν έδο), Περ. 31, και  Διόδωρος Σικελιώτης 12.39 (το άγαλμα). Κατά  παρόμοια τακτική, μεταγενέστερες πηγές παραπέμπουν μερικές φορές στο γεγονός ότι το άγαλμα ήταν χρυσελεφάντινο ή απλώς περιγράφουν το έργο ως φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο, Δημοσθένης Ολυνθιακά 3, Κικέρων Βρούτος 73.257, Οβίδιος Ex Ponto 4.1.31 και Πλίνιος Φ.Ι 34.54.

Η πρώτη ασφαλής χρήση του επιθέτου «Παρθένος» για το άγαλμα του Φειδία χρονολογείται από τα τέλη του -4ου αιώνος, ή ίσως στις αρχές του -3ου αιώνος. Αυτός ο τίτλος χρησιμοποιήθηκε από τον ποιητή Φιλιππίδη, σε ένα απόσπασμα που διατηρήθηκε από τον Πλούταρχο, Δημ. 26.  Ο  Φιλιππίδης χρησιμοποιεί σκόπιμα το όνομα «Παρθένος» για να επισημάνει την ασέβεια που επέδειξε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής όταν ήρθε στην Αθήνα ως κατακτητής  το -304 έτος και στεγάστηκε, μαζί με τους ευγενικούς του, σε αυτό που ο Πλούταρχος αναφέρει  ως οπισθόδομος του Παρθενώνος, «τον οπισθόδομον του Παρθενώνος», Πλούταρχος Δημ. 23.  Πιθανές αναφορές του -5ου αιώνος, που απορρίφθηκαν από τις περισσότερες αρχές,  παρατίθενται στον Αριστοφάνη,  Σφήκ. 670 και Θεσμ. 1139.  Δεν υπάρχουν άλλες πηγές αυτής της  χρονολογίας  που να επιβεβαιώνουν ότι το όνομα ήταν ήδη  σε χρήση από τόσο νωρίς και τα ζητούμενα  αποσπάσματα  είναι ευκατανόητα ακόμα και αν η λέξη «παρθένος» έχει τη συνήθη έννοια. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει την πιθανότητα ότι ο Αριστοφάνης αναφέρεται στο άγαλμα του Φειδία.  Σε μεταγενέστερους αιώνες η χρυσελεφάντινη θεά Αθηνά του Φειδία ονομάζεται τακτικά «Παρθένος», δείτε, για παράδειγμα, Ιμέριος, Λογ. 64.43, και Γρηγόριος Ναζιανζηνός Παρθενίης Έπη, 742,  γράφει τον +4ο αιώνα,   τις σημειώσεις των σχολίων για τον Αριστείδη (Λόγος 3.336, αναθημάτων) και τον Δημοσθένη (Κατά Ανδρ. 13), που πιθανότατα είναι μεταγενέστερα.  Αλλά σε προηγούμενες πηγές  αυτό το επίθετο χρησιμοποιείται σπάνια, ένα γεγονός που έθεσε το ερώτημα αν το άγαλμα είχε ποτέ οποιοδήποτε ονομασία, εκτός από την ονομασία «Αθηνά», όταν φτιάχτηκε για πρώτη φορά.  Ο Πλίνιος γράφει τον +1ο αιώνα, και  δεν αποκαλεί το άγαλμα «Παρθένος».  Σε ένα απόσπασμα ο ίδιος αναφέρεται στο έργο ως «την ελεφάντινη Αθηνά στον Παρθενώνα» και σε ένα άλλο το αποκαλεί απλά «η Minerva στην Αθήνα»,  Πλίνιος Φ.Ι 34.54 και Φ.Ι 36.18.  Όμως ο τίτλος «Παρθένος» ήταν ήδη έγκυρος επί των ημερών του, ωστόσο, υποδηλώνεται από το ανέκδοτο που αφηγείται στη Φ.Ι. 22.44, σχετικά με το φαρμακευτικό φυτό που έδειξε η Αθηνά στον Περικλή σε ένα όνειρο και ονομάστηκε παρθένιο προς τιμήν της θεάς.  Ο Παυσανίας, γράφοντας στα μέσα του +2ου δεύτερου αιώνος,  μιλά για «την καλουμένην Παρθένον», και αλλού διευκρινίζει «της καλουμένης υπό Αθηναίων Παρθένου», Παυσανίας, 5.11.1 0, και  10.34.8. Η χρήση ενός σαφούς χαρακτηριστικού επιθέματος σε αυτά τα δύο αποσπάσματα είναι κατανοητή, γιατί κανένα από αυτά δεν ασχολείται κυρίως με την Αθηνά του Παρθενώνος και ο Παυσανίας ήθελε να αποφύγει πιθανή σύγχυση με άλλα αγάλματα της Αθηνάς  του Φειδίου.  Ωστόσο, η έκφραση του Παυσανία και στις δύο φράσεις που παρατίθενται,  δυσκολεύει να πει εάν εννοούσε ότι το επίθετο ήταν ένας τοπικός λατρευτικός τίτλος ή απλώς ένα τοπικό ψευδώνυμο. Στην ελληνική λογοτεχνία το επίθετο «Παρθένος» δεν αφορά ειδικά την Αθηνά αλλά εφαρμόζεται εξίσου και σε άλλες παρθενικές θεές, όπως η Άρτεμις. Ο Όμηρος δεν αποκαλεί ποτέ την Αθηνά «Παρθένο». Η πρώτη γνωστή χρήση του επιθέτου στη λογοτεχνία είναι στον 28ο ομηρικό ύμνο της Αθηνάς, γραμμένος από έναν Αθηναίο. Βρίσκεται επίσης στον Πίνδαρο 12.7 και αργότερα στον Ευριπίδη Τρ. 971.  Οι περισσότερες κλασικές αναφορές στην Αθηνά ως «Παρθένος» είναι αθηναϊκές,  Herington (1955) 9.   Οι επίσημοι τίτλοι της θεάς περιλαμβάνουν την Βουλαία και την Πρόνοια, για την οργάνωση και την πρόνοια της,  την Κουροτρόφο και την Υγίεια, ως την θετή μητέρα τροφό του θεϊκού παιδιού (Εριχθονίου), η  Πολιάς και ο Πρόμαχος,  ως πολιούχος και προστάτης φύλαξ της Ακρόπολης και της πόλης των Αθηναίων, η  Φρατρία και η Απατουρία, αντικατοπτρίζουν τους δεσμούς τους με τον αρχαίο βασιλικό οίκο και οικογένεια, η Εργάνη ως θεά της χειροτεχνίας και της υφαντικής, η Ιππία δαμάζει τα άλογα (την ορμή του Ποσειδώνος) και η Νίκη η δωρητής της νίκης.  Το επίθετο «Παρθένος» υπογραμμίζει ξεκάθαρα το γεγονός ότι η Αθηνά είναι παρθένα θεά και αυτή η ποιότητα θεωρήθηκε μέρος των πολεμικών χαρακτηριστικών της θεάς, γιατί η παρθενία συχνά συσχετιζόταν με την εριστικότητα, το ατίθασο  και το αήττητο. Τεκμήρια ότι η Αθηνά λατρεύονταν, αν  όχι επίσημα, ως «Παρθένος» στην Ακρόπολη τουλάχιστον από τα τέλη του -6ου αιώνος,  υποδηλώνεται από την ύπαρξη τριών αναθηματικών επιγραφών αφιερωμένων στη θεά,  ΙGI³ 728,745 και 850. Οι επιγραφές αναθήματα βρέθηκαν στην Ακρόπολη και χρονολογούνται από πριν από το -500 έτος έως περίπου το -460 έτος. O M. Lipka, ο οποίος συζητά αυτές τις επιγραφές μαζί με την επιγραφή από το Εκατόμπεδον , IG 1³ 4, πιστεύει όχι μόνο ότι επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας λατρείας στην Αθηνά  Παρθένος στην Ακρόπολη, αλλά επίσης ότι αυτή η λατρεία πιθανότατα ασκήθηκε κοντά στο ναό του Παρθενώνος,  Lipka (1997). Στοιχεία λατρευτικής δραστηριότητας κοντά στον Παρθενώνα έχουν αποκαλυφθεί με τη μορφή ιχνών ενός μικρού βωμού και ενός ιερού εντός του βόρειου πτερού του Παρθενώνος, τα οποία πιστεύεται ότι προηγούνται της ιδρύσεως του Παρθενώνος και, ίσως, να έχουν επηρεάσει την θέση αυτού του ναού.  Το ιερό και ο βωμός χρησιμοποιήθηκαν πιθανώς για τη λατρεία της Αθηνάς, ίσως υπό την πτυχή της Αθηνάς Παρθένου.

Ενώ το όνομα Αθηνά «Παρθένος», που ορίζει το άγαλμα του Φειδίου, μπορεί να εντοπιστεί τουλάχιστον στα τέλη του -4ου ή στις αρχές του -3ου αιώνος,  η ονομασία «Παρθενών», όπως ορίζεται για ολόκληρο τον ναό, μπορεί να εντοπιστεί πίσω στα μέσα του -4ου αιώνος. Πριν τα μέσα του -4ου αιώνος αναφέρεται απλά ως «ο νεώς». Γράφοντας στα μέσα του -4ου αιώνος,  ο Δημοσθένης εφαρμόζει το όνομα «Παρθενών» σε ολόκληρο το κτίριο,  αν και με ανεπίσημο τρόπο, Δημοσθ. κατα Ανδροτ. 13, 76.  Γράφοντας περίπου την ίδια χρονική στιγμή, ο Λυκούργος αποκαλεί το ναό «Εκατόμπεδον», κατά Κηφισοδ. 149.  Σε μεταγενέστερους συγγραφείς,  μπορεί να βρει κανείς περαιτέρω παραδείγματα της χρήσης και των δύο αυτών ονομάτων για το ναό·  Το «Εκατόμπεδον» χρησιμοποιείται πολλές φορές από τον Πλούταρχο, ενώ το «Παρθενών» μπορεί να βρεθεί στους Παυσανία, Στράβωνα, Ιμέριο, Ζώσιμο και Μαρίνο,  Πλούταρχος Πότερα τῶν ζῷων φρονιμώτερα, τὰ χερσαῖα ἣ τὰ ἔνυδρα 32,  Παυσανίας 8.41.9, Στράβων, 9.1.12 και 9.1.16, Ιμέριος Εκλ.. 31.8, Ζώσιμος, 4.18, Μαρίνος Βίος Πρόκλου 30.  Ο Πλούταρχος συγχωνεύει ακόμη και τα ονόματα, αποκαλώντας τον ναό «εκατόμπεδον Παρθενώνα», Περικλής 13.  Ως  «εκατόμπεδος νεώς» τον βρίσκουμε σε κάποιες πηγές επίσης, Σούδα Ε 368.

Στους καταλόγους  απογραφής των θησαυρών του ναού του -5ου και -4ου αιώνος, το όνομα «Παρθενών» προορίζεται για μια αποθήκη θησαυρών που κατείχε, μεταξύ άλλων, τον κατάλογο μια χάλκινης στήλης  για το άγαλμα του Φειδίου, IG ΙΙ² 1407.

Φαίνεται πιθανό ότι  «Παρθενών» ήταν αρχικά το όνομα του μεγάλου δυτικού θαλάμου του ναού. Ο λόγος για τον οποίο δόθηκε στο δυτικό θάλαμο το όνομα «Παρθενών» παραμένει ασαφής, αλλά εάν, όπως προαναφέρθηκε, η παράδοση μιας λατρείας της Αθηνάς Παρθένου στην τοποθεσία του ναού του Παρθενώνος  υπήρχε από πολύ πριν από την ύπαρξη του ναού στα μέσα του -5ου αιώνος τότε η πιθανότητα ότι το άγαλμα έδωσε το όνομά του στον ναό και όχι το αντίστροφο γίνεται πιο πιθανή.

Αφήστε μια απάντηση