ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Η έννοια του «ιερού»

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Η έννοια του «ιερού»

Όλες οι μελέτες της θρησκείας πρέπει να ασχοληθούν με την έννοια του «ιερού», αλλά στον κόσμο των Ελλήνων η αντίθεση μεταξύ του ιερού και του βέβηλου – την οποία θεωρούμε θεμελιώδη στον τομέα της θρησκείας – είναι ασαφής ή εντελώς άχρηστη αλλά και άσχετη.

Η γλώσσα των προγόνων διακρίνει κάπως τους όρους όπως
το ι ε ρ ό, το ό σ ι ο ν και το ά γ ι ο ν, μια σειρά από έννοιες που συγκεντρώνουμε μαζί υπό τον τίτλο «το ιερό».

Έτσι, τα ι ε ρ ά ορίζουν τις λατρείες και τα ιερά των θεών, αλλά και τα θύματα μιας θυσίας. Τα τελευταία, με άλλα λόγια, είναι πράγματα που αφιερώνονται με τελετουργίες και με ιδιότητες που τα φέρνουν σε σχέση με το θείο και έτσι αναγκαστικά εισέρχονται στο πεδίο του ορισμού που ονομάζουμε «ιερό».
Αυτές οι πράξεις, αυτά τα μέρη, αυτά τα αντικείμενα είναι προικισμένα με μια δύναμη που τα καθιστά ευνοϊκά ή εμπεριέχουν τη χάρη για την αποτελεσματικότητα του τελετουργικού. Ωστόσο, τίποτα στην εγγενή τους φύση δεν τα ξεχώριζε από αντικείμενα καθημερινής χρήσης, είτε τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν στο μαγείρεμα της θυσίας (μαχαίρια, σούβλες, καζάνια) είτε στο φαγητό (άρτοι, πλακούντες, καρποί,) που μετετράπησαν σε ιερές προσφορές με την κατάθεση τους σε αφιερωμένα μέρη.

Ομοίως, και ο ι ε ρ έ α ς που είναι επιφορτισμένος να εκτελεί τα ι ε ρ ά, τις λατρευτικές πράξεις, σύμφωνα με τα τοπικά ήθη ή τους ιερούς κανόνες και τις απαγορεύσεις του ιερού– αλλά αυτό δεν σημαίνει, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι είναι ένας «ιερός άνθρωπος» που διαχωρίζεται και αποχωρεί από την «βέβηλη» ζωή. Μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα στην πόλη, στον οίκο του, αρκεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του καθήκοντος του στις καθορισμένες ημέρες.

Το ό σ ι ο είναι ένας όρος που εφαρμόζεται ειδικότερα σε τρόπους συμπεριφοράς ή σε ενέργειες που είναι σύμφωνες με τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ θεών και ανθρώπων, ή μεταξύ των ίδιων των ανθρώπων. Όλα όσα ορίστηκαν ή επιτρεπόταν από τον θεϊκό νόμο είναι επομένως «όσιον», και η λέξη «όσιον» συχνά συνδέεται με το «δ ί κ α ι ο ν». Θα μπορούσαμε, επομένως, να μπούμε στον πειρασμό να αποδώσουμε το «όσιον» ως «αγιασμένο» ή «αφιέρωμα» Αλλά ο όρος θα μπορούσε επίσης να αντλήσει το νόημά του και ως αντίθεση από το ιερό, κάποιον αντίθετο με το ιερόν• σε αυτήν την περίπτωση, σημαίνει μια κατάσταση απελευθέρωσης από το ιερό, και επομένως ελεύθερο, επιτρεπόμενο βέβηλο. Έτσι, για παράδειγμα, «ὁσία κρεάων» σήμαινε τη μερίδα ενός θύματος θυσίας που προοριζόταν για ανθρώπινη κατανάλωση από τις τράπεζες προσφορών της θεότητος, το «επιτρεπόμενο» τμήμα.

Ο τρίτος όρος, ά γ ι ο ν, εφαρμόζεται σε ναούς ή ιερά, έθιμα ή τελετουργίες, προσφορές ή λατρευτικά αντικείμενα (ενώ α γ ν ό ς χρησιμοποιείται υπό αυτήν την έννοια για τους ανθρώπους). Δείχνει έναν βαθμό τελετουργικής αγνότητας που συνεπάγεται απόσυρση από τον καθημερινό κόσμο. Περιλαμβάνει την έννοια ενός είδους αρνητικού σεβασμού, μια αποχή από τν βιαιότητα της ζωής. Χρησίμευσε να εκφράσει μια ιδέα απαγόρευσης. Πρέπει λοιπόν να είμαστε δύσπιστοι σε τυχόν ψευδείς και παραπλανητικές ισοδυναμίες.

Οι αρχαίες ελληνικές λέξεις πάνω στην θρησκεία μας μοιάζουν να εκφράζουν έννοιες που μας είναι γνώριμες σήμερα, στην πραγματικότητα όμως κρύβουν εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις κάτω από μια απλή φαινομενική ομοιότητα.

Αφήστε μια απάντηση