ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: Ο Ιεροφάντης (επίσημοι αξιωματούχοι της ιεροσύνης των μυστηρίων της Δήμητρος και Κόρης στην Ελευσίνα)

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: Ο Ιεροφάντης (επίσημοι αξιωματούχοι της ιεροσύνης των μυστηρίων της Δήμητρος και Κόρης στην Ελευσίνα)

Η συμμετοχή σε οποιοδήποτε από τα γένη των Ευμολπιδών ή των Κηρύκων απαιτείται ως  προϋπόθεση για την επιλογή των περισσότερων σημαντικών  αξιωματούχων της ιεροσύνης  των Ελευσίνιων Μυστηρίων.  Ο Ιεροφάντης επιλέγεται από τους Ευμολπίδες, ο Δαδούχος, ο Κήρυξ ή Ιεροκήρυξ  (στην ελληνιστική εποχή) και ο Ιερεύς επί Βωμώ  επιλέγονται από τους Κήρυκες, και οι Εξηγηταί από τους Ευμολπίδες.  

Αυτά τα δύο γένη ελέγχουν επίσης την διαχείριση του ιερού.  Ωστόσο, το Αθηναϊκό Κράτος, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του -5ου αιώνος, έλεγχε τα οικονομικά του ιερού. Παρόλα αυτά, αν και η δαπάνη χρημάτων για το ιερό έπρεπε να εγκριθεί από το κράτος, δεν υπάρχει ένδειξη ότι το κράτος έλαβε ποτέ οποιαδήποτε απόφαση που επηρεάζει τη διαχείριση του ιερού χωρίς να έχει συμβουλευτεί τουλάχιστον εκ των προτέρων αυτά τα δύο γένη. Ως παράδειγμα τέτοιων διαβουλεύσεων, μπορεί να αναφερθεί ο νόμος του -450 έτους που καθορίζει τους «επιστάται»·  S.E.G. 10. 24, 28-30: αναλίσκειν δε ότι αν μάλιστα δέει μετά τον hιερέον και τες βολές βολευομένος το λοιπόν.

Προφανώς δεν υπήρχε ανάγκη να συμβουλευτούν τον  δήμο.

Ο δήμος της Ελευσίνας δεν είχε καμμία δικαιοδοσία σε αυτό, παρόλο που το ιερό βρισκόταν στο έδαφος του δήμου. Κανένα από τα υπάρχοντα διατάγματα που πέρασε από το δήμο δεν ανεγέρθηκε μέσα στο ιερό, και δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι ο δήμος είχε οποιαδήποτε εξουσία επί του ιερού της Ελευσίνος. Αλλά υπάρχουν κάποια στοιχεία που υποδηλώνουν ακριβώς το αντίθετο. Όταν το -403 έτος οι Τριάκοντα  εγκατέστησαν στην Ελευσίνα ξεχωριστή πολιτεία, η κατάσταση του ιερού σε σχέση με τις κυβερνήσεις της Αθήνας και των Τριακόντων  περιγράφεται από τον Αριστοτέλη στην Αθην. Πολ. 39.2, ως εξής: το δ’ ιερόν είναι κοινόν αμφοτέρων επιμελείσθαι δε Κήρυκας και Ευμολπίδας κατά τα πάτρια.

Όπως και πριν, σύμφωνα με το προγονικό έθιμο, οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδες είναι υπεύθυνοι για το ιερό. Σε επιγραφές, όταν το ζήτημα της διοίκησης του ιερού περιλαμβάνει το Αθηναϊκό κράτος, οι εκπρόσωποι των συμφερόντων του ιερού είναι πάντα οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες, I.G.I² 76, και ΙΙ² 204, S.E.G. X. 24, 28-30, και δεν ζητείται ποτέ η γνώμη της Ελευσίνας.  Έτσι, όποια και αν ήταν η σχέση της πόλης της Ελευσίνας με το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης αρχικά,  μέχρι τον -5ο αιώνα φαίνεται να έχει γίνει το ιερό ανεξάρτητο του δήμου της Ελευσίνας.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι  ο Ελευσίνιος δημότης εμφανίζεται μόνο μία φορά ανάμεσα σε όλα τα διατηρημένα ονόματα των ιερέων και των πατέρων των ιερειών, γεγονός που δείχνει ότι οι ιερείς και οι πατέρες των ιερειών, οι περισσότεροι από αυτούς, δεν ήταν άμεσοι απόγονοι στην γονική γραμμή εκείνων που ζούσαν στην Ελευσίνα στο τέλος του -6ου αιώνα (όταν ελάμβαναν τα δικαιώματα τους ως δημότες). Παράδειγμα ο δέκατος Ιεροφάντης ο Χαιρήτιος Προφήτου Ελευσίνιος I.G. II² 1235. Οι Ευμολπίδαι, παρατηρεί ο P. MacKendrick, «επιλέγονταν αρκετά συχνά από τον δήμο όπου εορτάζονταν τα Μυστήρια  αλλά οι Κήρυκες ποτέ».  

Κατά συνέπεια, ο όρος «Ελευσίνιοι ιερείς» όπως χρησιμοποιείται σε αυτή τη μελέτη θα σημαίνει ιερείς που είχαν ιερουργίες στο ιερό της Δήμητρος και Κόρης στην Ελευσίνα.  Το επίθετο «Ελευσίνιοι» δεν συνεπάγεται καμία σχέση με τον δήμο της Ελευσίνος.

Οι όροι «ιερέας» και «ιερός αξιωματούχος» χρειάζονται επίσης κάποια εξήγηση. Ο δεύτερος όρος προορίζεται να συμπεριλάβει άτομα που είχαν  ιερουργίες στην λατρεία και πιθανότατα ποτέ δεν ονομάστηκαν  «ιερεύς ή ιέρεια, όπως οι «παίδες αφ’ εστίας» και οι «υμναγωγοί». Είναι επίσης βολικό να χρησιμοποιούνται για να διακρίνονται άτομα που θεωρούνται «ιερείς» σε ορισμένες περιόδους, αλλά μπορεί να μην υπήρχαν πάντοτε στα αξιώματα όπως οι «Εξηγητές».  Εξαιρούνται από αυτήν τη μελέτη, επομένως,  διότι διορίζονται από το κράτος ως  αξιωματούχοι του ιερού και των εορτών του, με εξαίρεση τους «παίδες αφ’ εστίας» (δηδαλή ο μυηθείς ή η μυηθείσα).

Το Μυστικό των Μυστηρίων και των χριστιανών συγγραφέων

Δεδομένου ότι η παρούσα μελέτη προορίζεται για εισαγωγική σε μια συλλογή από Ελευσίνιες επιγραφές, και επειδή το επίκεντρο αυτής της μελέτης αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στους ιερούς αξιωματούχους και όχι στην λατρεία στο σύνολό της, θα ήταν κάπως εκτός τόπου και πρόωρο να προσπαθήσω να συζητήσω εδώ τα εξαιρετικά αμφιλεγόμενα στοιχεία σχετικά με το μυστικό περιεχόμενο των μυστηρίων, το ένα μέρος της λατρείας στο οποίο οι επιγραφές φυσικά σπάνια αναφέρουν.

Η κατάσταση απλοποιείται και περιπλέκεται από το γεγονός ότι τα περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία για το μυστικό περιεχόμενο προέρχονται από χριστιανούς συγγραφείς· απλουστευμένο, σε κάποιο βαθμό, διότι αρκετά συχνά αυτοί οι συγγραφείς αναφέρονται στα μυστικά χωρίς να διευκρινίζουν ποια ιεροσύνη εμπλέκεται· είναι περίπλοκο, γιατί συχνά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν τα μυστήρια που είχαν στο μυαλό τους ήταν αυτά της Αθηναϊκής Ελευσίνας.

Στο προάστιο της Αλεξάνδρειας που ονομάζεται Ελευσίνα, υπήρξε από καιρό υποψία ότι υπήρχε εκεί μια Μυστική λατρεία. Ο Νίλσσον ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στο έργο του στον δεύτερο τόμο της Ιστορίας της Ελληνικής Θρησκείας.  Μια πολύ καλή λογική θα προέκυπτε ακολουθώντας τις προτάσεις του Μυλωνά ότι αρκετές από τις δηλώσεις των χριστιανών συγγραφέων σχετικά με τα Μυστήρια αναφέρονται μόνο στην Ελευσίνα της Αλεξάνδρειας.  Αποφατική απόδειξη υπήρξε, για τον Μ. Νίλσσον και τον Γ. Μυλωνά,  μια Μυστική λατρεία στην Αίγυπτο που ήταν τουλάχιστον επιφανειακά σχεδιασμένη και όχι κατ’ ουσίαν, μετά την αθηναϊκή λατρεία, και βρίσκεται σε μια δήλωση του ανατολίτη Πορφύριου , η οποία κατά τη γνώση μου έγινε εσφαλμένως κατανοητή από τους σύγχρονους μελετητές ως αναφερόμενη στην αθηναϊκή :
εν δε τοις κατ’ Ελευσίνα μυστηρίοις ο μεν ιεροφάντης εις εικόνα του δημιουργού ενσκευάζεται, δαδούχος δε εις την ηλίου και επί βωμώ εις την σελήνη, ο δε ιεροκήρυξ Ερμού. (περί αγαλμάτων αποσπ. 10) που παραπέμπεται από τον χριστιανό Ευσέβιο και ο οποίος αναφέρεται στα αιγυπτιακά σύμβολα και όχι στα Αθηναϊκά…..― τα δε των Αιγυπτίων πάλιν τοιαύτα φησιν έχειν συμβολα..

Η έναρξη αυτών των Αιγυπτιακών Ελευσινίων Μυστηρίων χρονολογείται από τον Πτολεμαίο Α’ που σύμφωνα με τον Τάκιτο συμβουλευτηκε τον Τιμόθεο τον Εξηγητή λόγω ενός ονείρου. (Τάκιτος Ιστορίες 4 IV, 83, 2, παρ. Πλούταρχος περί Ίσ. και Οσ. 362 A.

Αυτή είναι μια κατάσταση, παράξενη για μια γεωργική λατρεία, όπως αυτή στην Αττική, και θα μπορούσε κανείς να την αποδώσει σε μεταγενέστερη  συγκρητικότητα και περίοδο.

Η φυσική ερμηνεία αυτού του αποσπάσματος του Τάκιτου,  είναι ότι ο Τιμόθεος είχε κληθεί από τον Πτολεμαίο κάποια στιγμή πριν από αυτό το όνειρο ως επόπτης τελετών και ήταν ακόμα στην Αλεξάνδρεια όταν ο Πτολεμαίος είχε το όνειρο. Είναι επίσης φυσικό να υποθέσουμε ότι οι τελετές για τις οποίες έδωσε εξήγηση ήταν εκείνες της νεοσύστατης ή σχεδόν καθιερωμένης λατρευτικής τελετής στο προάστιο της Αλεξάνδρειας.  Ο Νίλσσον,  περιγράφει τον Τιμόθεο ως «επικεφαλή των τελετών». Αν και το επόπτης τελετών μπορεί να σημαίνει εκείνον που διοργανώνει ή διευθύνει, μπορεί επίσης να σημαίνει και τον εξηγητή, που ήταν η θέση του Τιμόθεου στην αθηναϊκή λατρεία, και έτσι η λέξη είναι πιθανώς καλύτερα κατανοητή υπό αυτήν την έννοια.  Ο Μυλωνάς, στο έργο του Ελευσίς, δείχνει λανθασμένα ότι ο Τιμόθεος  είναι ιεροφάντης.

 Εν πάση περιπτώσει, εν όψει της δήλωσης του Πορφυρίου μαζί με τα στοιχεία που ανέφερε ο Νίλσσον υπήρχε μια λατρεία Μυστηρίων εκεί και εξωτερικά  ήταν αρκετά παρόμοια με την αθηναϊκή λατρεία. Ωστόσο, η παρούσα μελέτη δεν είναι το κατάλληλο μέρος για τη συνέχιση της συζήτησης,  η οποία έχει αναπτυχθεί πολύ από τις μελέτες του Μυλωνά, σχετικά με ποιές δηλώσεις των χριστιανών συγγραφέων αναφέρονται για την Ελευσίνα της Αλεξάνδρειας και ποιές για την Ελευσίνα της Αττικής.

Ιερώνυμος

Το επίθεμα «ιερώνυμος» εφαρμόστηκε σε πέντε  «αρρητοποιούς»· στον  Ιεροφάντη, στον Δαδούχο, στον Ιερεύς επί βωμώ, στον Πυρφόρο,  και σε μια ομάδα ιερειών, τις Ιεροφάντιδες.  Περιλαμβάνει την αντικατάσταση του ονόματός τους με τον τίτλο της ιεροσύνης τους.  

Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον κανόνα της ιερωνυμίας, το όνομα του Ιεροφάντη λαμβάνει τα εξής: «Ιεροφάντης, Πατρώνυμο, δημότης».  Εάν ήταν Ρωμαίος πολίτης,  θα μπορούσε να προηγηθεί το κανονικό όνομά του  και το γένος του. για παράδειγμα· «Τιβέριος Κλαύδιος Ιεροφάντης Καλλικρατίδου Τρικορύσιος».

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όλα αυτά τα στοιχεία ενός ιερώνυμου ονόματος δεν χρειάζεται να είναι παρόντα, αλλά το αρχικό του ελληνικό όνομα δεν υπάρχει ποτέ, αφού αντικαταστάθηκε από τον τίτλο της ιεροσύνης του (στην περίπτωση του δίδεται  «Ιεροφάντης»). Το έθιμο ίσχυε από τη στιγμή που ο ιερέας κατείχε τη θέση  στην ιεροσύνη μέχρι να πεθάνει.  Μετά το θάνατό του θα μπορούσε και πάλι να χρησιμοποιηθεί το αρχικό του όνομα.

Αυτό το έθιμο δεν χρησιμοποιήθηκε σε όλη την ιστορία της λατρείας και δεν ξεκίνησε ταυτόχρονα για όλες τις ιερατείες που τελικά το υιοθέτησαν. Στην περίπτωση του ιεροφάντη, προφανώς άρχισε να παρατηρείται αυστηρά κάποια στιγμή μεταξύ του -148 έτους, και του τελευταίου τέταρτου του -2ου αιώνος, μετά από αυτό το χρονικό διάστημα όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι τηρούνταν και δεν υπάρχουν ενδείξεις για την μη τήρηση του.

Στην περίπτωση του Δαδούχου, η ιερωνυμία  δεν παρατηρείται πριν από τις αρχές του +1ου αιώνος, και δεν υπάρχουν θετικές ενδείξεις για την τήρησή του έως τα τεκμήρια των καταλόγων των αεισίτων  στα μέσα του +2ου αιώνος.

Ο  Κήρυξ ή Ιεροκήρυξ δεν έγινε ιερώνυμος  μέχρι κάποια στιγμή μεταξύ του +119/20 και του +166 έτους.

Η ιερωνυμία για τον Ιερέα του βωμού πιστοποιήθηκε για πρώτη φορά για τον Λ. Μέμμιο,  ένα Ιερέα επί τω Βωμώ από τον Θορικό, ο οποίος υπηρέτησε από το +121-124 έως το +191 ή το +192 έτος, αλλά δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τίτλο του πριν από το +168/9 έτος.  Ο ιερέας του βωμού δεν ήταν ιερώνυμος  στα τέλη του -1ου αιώνος.

Η πρώτη απόδειξη ιερωνυμίας για τον Πυρφόρο προέρχεται από το τέλος του δεύτερου αιώνα μ.Χ. δεν ήταν ιερομόνος στα τέλη του πρώτου αιώνα.

Η πρώτη επιγραφή για ιερωνυμία Ιεροφάντιδος  είναι από τα τέλη του +1ου αιώνος.

Στην περίπτωση του Ιεροφάντου η ιερωνυμία συνέβη, σε τουλάχιστον μία περίπτωση, πολύ πριν από την εποχή που άρχισε να τηρείται αυστηρά. Τουλάχιστον μία επιγραφή δείχνει ότι η πρακτική ήταν σε χρήση γύρω στα τέλη του -4ου αιώνος.  Αυτό με οδηγεί να πιστέψω, ότι αρχικά μπορεί να ήταν μια έννοια σεβασμού που δόθηκε στον Ιεροφάντη, στην αρχή δεν απαιτείται και δεν τηρείται επίσημα, αλλά τελικά καθιερώθηκε ως έθιμο και ως επίσημος κανόνας. Στην περίπτωση του ιεροφάντη, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αυστηρή επίσημη τήρηση της ιερωνυμίας ξεκίνησε το τρίτο ή τέταρτο τέταρτο του -2ου αιώνος.

Με την πάροδο του χρόνου  έγινε έγκλημα η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος ενός ιερωνύμου ιερέα, έτσι στην εποχή του Λουκιανού (Λεξιφάνης 10)  μπορούσε να περιγραφεί μια σκηνή  τα ακόλουθα: ― Ειτ’ ευθύς εντυγχάνω δαδούχω τε και εροφάντη και τοις άλλοις αρρητοποιοίς Δεινίαν σύρουσιν άγδην επί την αρχήν έγκλημα επάγοντας ότι ωνόμαζεν αυτούς, και ταύτα ευ ειδώς ότι εξ ούπερ ωσιώθηκαν, ανώνυμοι τε είσι και ουκέτι ονομαστοί ως αν ιερώνυμοι ήδη γεγενημένοι.

α΄. Ο Ιεροφάντης

Μέχρι λίγο πριν από τα τέλη του -4ου αιώνα, δεν υπάρχει βεβαιωμένη παραβίαση του προγονικού εθίμου που υπαγορεύει ότι ο  Ιεροφάντης έπρεπε να λαμβάνεται μόνο από τα γένη των Ευμολπιδών. Η πιο ξεκάθαρη δήλωση αυτού του γεγονότος γίνεται από τον Αίλιο Αριστείδη Ελευσίνιοι Λόγοι, 4.  Ο Ελλάνικος έγραψε για το γένος των Ιεροφαντών στο δεύτερο βιβλίο του Ατθίδος του (Αρποκρατίων· λήμ. ιεροφάντης).

1. Ζάκορος (Ψευδο-Λυσίας, Κατά Ανδοκίδου 54. Γύρω στις αρχές του -5ου αιώνος.

Ο Ζάκορος, είναι ο πρώτος γνωστός ιεροφάντης, ήταν ο προπάππους ενός άγνωστου Ευμολπίδα που έδωσε ομιλία εναντίον του Ανδοκίδη το -400 έτος ·― Βούλωμαι τοίνυν ειπείν ά Διοκλής ο Ζακόρου του ιεροφάντου, πάππος δε ημέτερος, συνεβούλευσε βουλευόμενος υμίν ό,τι δει χρήσθαι Μεγαρεί ανδρί ησενηκότι.

Ήταν νυμφευμένος, αλλά ούτε ο εγγονός του ούτε ο γιος του, ο Διοκλής, ο οποίος αναφέρεται στην ομιλία του εγγονού ότι είχε δώσει συμβουλές σε ένα δικαστήριο που άκουσε μια υπόθεση ασεβείας, ήταν ιεροφάντες. Παρόλο που δεν είναι γνωστό αν ο Ζάκορος ήταν ακόμη νυμφευμένος ή χήρος όταν έγινε ιεροφάντης, είναι τουλάχιστον προφανές ότι ένας άντρας που είχε νυμφευθεί  δεν αποκλειόταν από την ιεροσύνη του Ιεροφάντη.

Ηλικία και διάρκεια υπηρεσίας του Ιεροφάντη.

Κατά την έναρξη των Μυστηρίων στην Φλειούς κοντά στην Κόρινθο ο Παυσανίας  δηλώνει (2, 14) ότι διέφεραν από εκείνα της Ελευσίνας και τελούνταν τέσσερις φορές το χρόνο,  επίσης όσον αφορά τη διάρκεια της θητείας του ιεροφάντη γράφει : ― ιεροφάντης ουκ ες βίον πάντα αποδέδεικται, κατά δε εκάστηην τελετήν άλλοτέ εστιν άλλος σφίσιν αιρετός, λαμβάνων ην εθέλη και γυναίκα.

Το γεγονός ότι ο διορισμός ενός ιεροφάντη στην Ελευσίνα ήταν για τη ζωή υποδηλώνεται επίσης από τα στοιχεία σχετικά με τον Απολλώνιο, (τον 29ο ιεροφάντη), , τον Γλαύκο (τον 32ο ιεροφάντη) και τον Νεστόριο (τον 36ο ιεροφάντη), και από το γεγονός ότι δεν είναι γνωστοί  πρώην εν ζωή ιεροφάντες. Επιπλέον, στην περίπτωση του Απολλώνιου (29ος) μια επιγραφή αναφέρει ότι η ιερωνυμία μπορούσε να αρθεί μόνο μετά το θάνατό του. Αυτό ήταν ένα έθιμο που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη την θητεία του ιερέα και διατηρήθηκε αυστηρά για όλους τους ιεροφάντες από περίπου στο τέλος του -2ου αιώνος.

Κανονικά, ο ιεροφάντης δεν ήταν νεαρός άντρας και είναι ξεκάθαρο από ένα απόσπασμα του Επικτήτου στο οποίο ο Επίκτητος απευθύνεται σε έναν υποθετικό νεαρό άνδρα που προτείνει να αναπαραγάγει τα Μυστήρια σε ένα άλλο μέρος εκτός από την Ελευσίνα, απλώς αναπαράγοντας τους ήχους που έκαναν οι ιεροφάντες (Αρριανός, Επικτήτου Διατριβαί 3.21.16: ― ουκ εσθήτα έχεις δει τον ιεροφάντην, ου κόμην, ου στρόφιον οιον δει, ου φωνήν, ουχ ηλικίαν, ουχ ήγνευκας ως εκείνος.

Ως εκ τούτου, διορίζονταν μόνο ηλικιωμένοι άνδρες, και τα στοιχεία για τους μεμονωμένους ιεροφάντες δείχνουν ότι στην πραγματικότητα αρκετοί από αυτούς ήταν επίσης προχωρημένης ηλικίας· ο Λακρατίδης, ο υπ’ αριθμόν 4ος στη σειρά ιεροφάντης ήταν πάνω από εξήντα ετών όταν διορίστηκε· ο Αμυνόμαχος , ο υπ’ αριθμόν 12ος ιεροφάντης στη σειρά, ήταν πάνω από πενήντα· ο ιεροφάντης του Αγνούντος, ο υπ’ αριθμόν 23ος στην σειρά, ήταν πάνω από πενήντα ετών όταν διορίστηκε  και ο Απολλώνιος, ο υπ’ αριθμόν 24ος στην σειρά, μπήκε στην «ιεροφαντεία»~ ήδη γηράσκων  και πέθανε σε ηλικία περίπου εβδομήντα πέντε ετών. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι ορισμένοι ήταν πιθανώς κάτω από εξήντα ετών όταν διορίστηκαν, δηλαδή, ο Αριστοκλής ο Πηριθοίδης (ο 11ος) του οποίου η θητεία ήταν διήρκεσε τουλάχιστον 35 χρόνια και ο Γλαύκος (ο 32ος) που πέθανε μετά από εννέα χρόνια θητείας, ενώ το σώμα του ήταν «ακόμα στην αρχή». Ο Απολλινάριος (ο 26ος ), όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ίσως να ήταν αρκετά νέος. Ωστόσο, καμία από τις τελευταίες περιπτώσεις δεν δικαιολογεί την υπόθεση ότι οι ιεροφάντες ήταν νεότεροι από 45-50 κατά το χρόνο του διορισμού τους.

Όσον αφορά αρκετούς από τους άλλους ιεροφάντες, για τους οποίους δεν μπορούν να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα για την ηλικία τους, οι διακεκριμένες σταδιοδρομίες που είχαν ήδη από τη στιγμή που εμφανίστηκαν σε επιγραφές μαρτυρούν ότι  οι ιεροφάντες σίγουρα δεν ήταν νεαροί άνδρες. Επιπλέον, οι μικρές θητείες αρκετών από τους ιεροφάντες προς τα τέλη του +2ου και στις αρχές του +3ου αιώνος οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η ηλικία ήταν μια σημαντική προϋπόθεση για το διορισμό στην ιεροφαντεία, η σημασία της  διαφέρει ανάλογα με την περίοδο.

Συζυγική κατάσταση και Έγγαμος βίος

Ο Παυσανίας (2, 14) φαίνεται να λέει ότι ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι ιεροφάντες της Φλειούς διέφεραν από εκείνους στην Ελευσίνα ήταν ότι οι πρώτοι θα μπορούσαν να νυμφευθούν αν το επιθυμούσαν. Ωστόσο, πολλοί από τους ιεροφάντες στην Ελευσίνα είχαν παιδιά, και έτσι η μαρτυρία του Παυσανία εγείρει το ερώτημα αν ήταν ακόμη νυμφευμένοι ή ήταν χήροι όταν υπηρετούσαν ως ιεροφάντες. Μια δήλωση του Υπερίδη μας δείχνει ότι ο γάμος επιτρέπεται τον -4ο αιώνα. Η αφιέρωση προς τιμήν του Μενεκλείδη (ο 13ος) που ανεγέρθηκε από τη σύζυγό του, δείχνει ότι ο γάμος δεν απαγορευόταν στα τέλη του -2ου αιώνος και μια αφιέρωση του +2ου δεύτερου αιώνος (I.G. ΙΙ² 3628), ίσως από την σύζυγο του ιεροφάντη και εγείρει το ερώτημα στην εποχή του Παυσανία.

Ο Παυσανίας επισκέφθηκε την Αθήνα πιθανότατα λίγο πριν από τα μέσα του +2ου αιώνος, σίγουρα πριν από το +160/161.  Είναι πιθανό ότι αυτή τη στιγμή ο αξιωματούχος δεν ήταν νυμφευμένος και είναι επίσης πιθανό ότι η γνωστή αγνότητα που παρατηρείται από τον ιεροφάντη κατά τη διάρκεια της εορτής ήταν μια πηγή σύγχυσης.

Διαδικασία διορισμού

 Μόνο τέσσερις ιεροφάντες ήταν στενοί συγγενείς μεταξύ τους· οι αδελφοί Αμυνόμαχος και Αριστοκλής του -2ου αιώνος. Αυτός ο μικρός αριθμός, σε αντίθεση με τον σχετικά μεγάλο αριθμό άσχετων ιεροφάντων, ειδικά εκείνων του -4ου αιώνα π.Χ. και του +150/+230 ετών, οι δύο περίοδοι για τις οποίες τα τεκμήρια μας είναι τα πληρέστερα, μας οδηγούν να συμπεράνουμε ότι η κληρονομικότητα δεν ήταν ο τρόπος διορισμού των ιεροφαντών.

Ταυτόχρονα, ο αριθμός των σχετικών ιεροφάντων είναι αρκετά μεγάλος για να προκαλέσει αμφιβολίες για την κατανομή ως τον τρόπο διορισμού, τουλάχιστον για την περίοδο μετά τον -3ο αιώνα. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες, αν και όχι πολύ ισχυρές, ενδείξεις ότι η κατανομή μπορεί να είχε χρησιμοποιηθεί πριν από την εποχή του Αριστοτέλη. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι τουλάχιστον για την μεταγενέστερη περίοδο οι ιεροφάντες εκλέγονται και,  κατά συνέπεια,  περιστασιακά μια οικογένεια των Ευμολπιδών, μεγάλου κύρους και δημοτικότητας μεταξύ αυτών κατάφερνε να εκλέξει περισσότερα από ένα μέλη της.  Είναι ενδιαφέρον παρόλα αυτά ότι η επικράτηση ορισμένων οικογενειών των Ευμολπιδών στην ιεροφαντεία σημειώθηκε τον -2ο αιώνα δεύτερο, και συμπίπτει με μια κάπως παρόμοια, αλλά πιο μακροχρόνια κυριαρχία ορισμένων οικογενειών των Κηρύκων στους δαδούχους  περίπου την ίδια εποχή.

Πολιτικές δραστηριότητες και κοινωνική θέση

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή των ιεροφάντων. Ο Αρχιάς (ο 3ος στη σειρά ιεροφάντης) διατηρούσε  καλές σχέσεις με τους ολιγάρχες·  ο Ευρυμέδων  (ο  7ος στη σειρά ιεροφάντης) άσκησε αγωγή εναντίον του Αριστοτέλους· ο Ευρυκλείδης (ο 8ος στη σειρά ιεροφάντης) ήταν ανεκτικός στά φιλοσοφικά πνευματικά ευφυολογήματα πάνω στα Μυστήρια. Το μόνο πολιτικό αξίωμα που πιστοποιήθηκε για τους ιεροφάντες της περιόδου πριν του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα, είναι η υπηρεσία στη Βουλή.  Το 86/5 ένας ιεροφάντης είναι και Άρχων και, γενικά, είναι χαρακτηριστικό ότι οι ιεροφάντες της ρωμαϊκής περιόδου αποκτούν μεγάλες πολιτικές διακρίσεις.

Ο Κλαύδιος Οινόφιλος (ο 18ος στην σειρά ιεροφάντης) κατείχε σχεδόν κάθε σημαντική πολιτική θέση που υπήρχε στη εποχή του , ενώ και αρκετοί άλλοι κατείχαν πολλές από αυτές. Τουλάχιστον τρεις (οι 18ος, ο 24ος και ο 29ος στη σειρά ιεροφάντες) υπηρέτησαν ως πρεσβευτές, δύο από αυτούς στη Ρώμη. Σε τουλάχιστον μία περίπτωση, αυτή του Κλαύδιου Οινόφιλου (ο 18ος), ο οποίος ήταν πιθανώς ο πρώτος αθηναίος έφιππος ιεροφάντης, πριν αναλάβει αυτό το αξίωμα, είχε μια ρωμαϊκή σταδιοδρομία. Ο Φλάβιος Λεωσθένης (ο 24ος στη σειρά ιεροφάντης), ο Απολλώνιος (ο 29ος στη σειρά ιεροφάντης) και ο Νεστόριος (ο 36ος στη σειρά ιεροφάντης) διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους αυτοκράτορες.  Ο ιεροφάντης Απολλώνιος  ήταν σοφιστής και αρκετοί (32ος , ο 34ος και ο 36ος ) ήταν γνωστοί για τη σοφία τους. Ο Νεστόριος είναι  ο τελευταίος νόμιμος ιεροφάντης (36ος), που  διακρίθηκε για τις δυνάμεις της προφητείας του και ..της μαγείας του. Ο Ιούλιος ιεροφάντης (ο 25ος)  επαινέθηκε ιδιαίτερα για την σαφήνεια στη σκέψη και το θάρρος του ενάντια στην εχθρική επίθεση στο ιερό. Είναι σαφές ότι ο ιεροφάντης στη ρωμαϊκή περίοδο ήταν γενικά ένα άτομο που απολάμβανε σημαντικό κύρος. Ο Πλούταρχος και ο Δίων Χρυσόστομος αναφέρουν ότι η ι ε ρ ο φ α ν τ ε ί α ήταν η πιο σημαντική και πιο σεβαστή ιεροσύνη στην Αθήνα εκείνη την εποχή.  Ήταν επίσης σεβαστή στην Κλασική και ιδιαίτερα στην Ελληνιστική περίοδο, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό που γνωρίζουμε για την μεταγενέστερη ρωμαϊκή περίοδο.

Απαιτήσεις και προσόντα για τον διορισμό ενός ιεροφάντη

Η πολιτική και πνευματική διάκριση (κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο) ήταν αναμφίβολα πολύ χρήσιμη για τον επηρεασμό του διορισμού, αλλά προφανώς ήταν επίσης απαραίτητες και οι ικανότητες στις θρησκευτικές και τελετές. Ο Φιλόστρατος θεώρησε ότι μια ευχάριστη ή μελωδική φωνή (ευφωνία) ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή από έναν ιεροφάντη και απαρίθμησε  τρεις ιεροφάντες που το είχαν (ο 30ος Ηρακλείδης,  ο 31ος Λόγιμος,  ο 32ος Φλαύβιος Γλαύκος) και έναν τέταρτο (ο 29ος Απολλώνιος) που υστερούσε σε σχέση  με τους τρεις προαναφερθέντες. Ο Επίκτητος  έθεσε την φωνή ~ ως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ιεροφάντη. Ο Φιλόστρατος τόνισε επίσης την «σοβαρότητα, μεγαλοπρέπεια και  την ένδυση».

Η Ένδυση

Στην ένδυση του ιεροφάντη αναφερθήκαμε σε προηγούμενο μελέτημα, εδώ θα υπογραμμίσουμε ένα βασικό στοιχείο. Προφανώς το πιο σημαντικό μέρος της τελετής της αποδοχής του αξιώματος του ιεροφάντη ήταν η παραλαβή του Στροφίου· στην περίπτωση του Φλαβιου Λεωσθένους (ο 24ος) φαίνεται να ήταν σχεδόν συνώνυμο με το να γίνει ιεροφάντης. Κατά τη διάρκεια της επίσημης παραλαβής της περιβολής του ο ιεροφάντης να «ρίχνει» το προηγούμενο όνομά του στη θάλασσα και να γίνει «ιερώνυμος». Η παραλαβή της περιβολής του δεν περιοριζόταν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, όπως φαίνεται από την περίπτωση του Φλάβου Λεωσθένους, ο οποίος αποδέχτηκε το  στρόφιό του στη Ρώμη παρουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορος Αντωνίνου του Ευσεβούς.

Μισθός και αμοιβές

Η κύρια πηγή αμοιβών του ιεροφάντη είναι οι ίδιοι οι μύστες.  Παρόλο που αυτή η  αμοιβή του δεν είναι σταθερή, ένα ποσό που αντιστοιχεί σε πέντε οβολούς ή κάτι περισσότερο θα ήταν ίσο με  αυτό που λάμβανε επίσης η ιέρεια της Δήμητρας και της Κόρης. Ένα μέρος των εσόδων από τη συγκομιδή του Ράριου πεδίου δίδεται στον ιεροφάντη, καθώς και στους άλλους ιερείς και ιέρειες της λατρείας. Αναμφίβολα λάμβανε  επίσης ένα μέρος των θυσιών που προσφέρονταν  κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, όπως συνέβαινε για κάθε μέλος των Ευμολπιδών, και ίσως ως ιερόφαντης το μερίδιό του να ήταν μεγαλύτερο.  Στην εποχή του Αισχίνη, ο ιεροφάντης υποβάλλεται και  σε οικονομικό έλεγχος, Αισχ. Κατά Κτησ. 18·― οίον τους ιερές και τας ιερείας υπευθύνους είναι κελεύει ο νόμος, και συλλήβδην άπαντας και χωρίς εκάστους κατά σώμα, τα γερά μόνον λαμβάνοντας και τας ευχάς υπέρ υμών προς τους θεούς ευχομένους, και ου μόνον ιδία, αλλά και κοινή τα γένη, Ευμολπίδας και Κήρυκας και τους άλλους άπαντας.

Τον +2ο αιώνα,  είχε μερίδιο στις δωρεές των Ελευσίνων, εκτός αυτού τίποτα δεν είναι γνωστό για πληρωμές κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και είναι φυσικό διότι αρκετοί είναι πλούσιοι και εύποροι ρωμαίοι. Ίσως τα τέλη να εισπράττονταν ακόμη από τους μυημένους, αλλά η ανάγκη για έναν π α ν η γ υ ρ ι ά ρ χ η (Ιουλιαν. Λόγ. 5.173) δείχνει ότι αυτά τα τέλη δεν πλήρωναν τα πλήρη έξοδα της εορτής όπως συνέβαινε στην Κλασική εποχή.  Λόγω του γενικού πλούτου των ιεροφάντων αυτής της περιόδου, οι αμοιβές των μυημένων ενδέχεται να ήταν ασήμαντες. Ίσως μια σαφέστερη εικόνα να προκύψει από μια ολοκληρωμένη μελέτη των οικονομικών του ιερού.

Θρησκευτικά καθήκοντα και ιεροπραξίες

Στην εποχή των Μυστηρίων ο ιεροφάντης ασκεί την Αγνεία (Ιουλιαν. Λόγ. 5.173).  Μαζί με τον δαδούχο, ανακοίνωνε τα Μυστήρια (την  πρόρρησις) από την Ποικίλη Στοά μέσω της τελετουργίας του Κήρυκος ή ιεροκήρυκος· Ισοκρ. Πανηγ. 157― Ευμολπίδαι δε και Κήρυκες εν τη τελετή των μυστηρίων διά το τούτων μίσος και τοις άλλοις βαρβάροις είργεσθαι των ιερών ώσπερ τοις ανδροφόνοις προγορεύουσιν. 

Ο ιεροφάντης και το γένος του, οι Ευμολπίδαι, ήταν πρωταρχικά υπεύθυνοι για την κατεύθυνση της πομπής· αυτός και ο δαδούχος βαζίζουν στην κεφαλή της πομπής.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε θέσουμε τα πιο αξιόπιστα (μη χριστιανικά) αποδεικτικά τεκμήρια που αναφέρονται συγκεκριμένα στον ιεροφάντη και στη δραστηριότητά του μέσα το Τ ε λ ε σ τ ή ρ ι ο ν.

 Όπως δηλώνει και ο τίτλος του, ο Ιεροφάντης, φ α ί ν ε ι ν δηλαδή εμφανίζει στο φως  τα  ιερά στους μυημένους. Τα ιερά φυλάσσονταν μέσα στο Ανάκτορον, στο οποίο  μόνο ο ιεροφάντης είχε την δικαιοδοσία να εισέλθει (Αίλιος Ποικ. Ιστ. θραύσμ. 10).

Είχε έναν σημαντικό ρόλο ομιλίας κατά τη διάρκεια αυτής της πιο ιερής πράξης, για την οποία είναι  απαραίτητη η ευχάριστη και μελωδική φωνή (Rhetores Graecae, 8, σελ.. 123, σειρ. 3) Έπρεπε να αποκαλύψει ορισμένα ομιλούμενα μυστικά (λεγόμενα) στους συγκεντρωμένους μυημένους (Ψευδο-Λυσίας Κατά Ανδοκ. 54).  Ένα πολύ σημαντικό μέρος της ομιλίας του πραγματοποιείται στο Ανάκτορον· ο Φιλόστρατος χρησιμοποιεί την φράση «αι εξ ανακτόρου φωναί» ως συνώνυμο για την «ι ε ρ ο φ α ν τ ε ί α».

 Τη στιγμή που εμφανίζεται, το Ανάκτορο φωτίζεται από ένα λαμπρό φως και η εμφάνιση του ιεροφάντη που «λούζεται» με αυτό το φως είναι η δραματική στιγμή που υπενθυμίζεται  ιδιαίτερα : ο Απολλώνιος, ο 29ος ιεροφάντης, περιγράφεται σε ένα επίγραμμα ως «ανακτόρου εκ προφανέντα νυξίν εν αργενναίς», και ο Γλαύκος, ο 32ος ιεροφάντης ονομάζεται «ο ιεροφάντης από το ακτινοβόλο ανάκτορο». Ο Γλαύκος ονομάζεται επίσης αυτός που «αποκάλυψε σε όλη την ανθρωπότητα το φως της Δηούς».  Το λαμπρό φως ήταν ένα πολύ σημαντικό μέρος της εορτής  σε αυτό το σημείο. Αυτό το φως αναφέρεται επίσης στην επιγραφή I.G. ΙΙ² 4058, στον Πλούταρχο, περ. Αρετής, 81e (που πιθανώς αναφέρεται στα Μυστήρια των Ελευσινίων), στον Δίων Χρυσόστομο, Λόγ. 12. 33 (αν και δεν είναι σαφές ότι αναφέρεται συγκεκριμένα στη Ελευσίνα).

Έχοντας «αναδυθεί» από το Ανάκτορο, ο ιεροφάντης υποβοηθείται από τις Ιεροφάντιδες  για να δείξει τα ιερά.  Ίσως σε αυτό το σημείο περπατά  γύρω από το Τ ε λ ε σ τ ή ρ ι ο ν, αποκαλύπτοντας τα ιερά σε πομπή με τον δαδούχο και τις ιεροφάντιδες και μερικά ή όλους τους άλλους  ιεροποιούς.

 Κάθεται σε έναν ειδικό θρόνο κατά τη διάρκεια των τελετών.  Σε κάποιο σημείο ηχεί «το χαλκόκροτον (χάλκινο τάσι) καθώς καλεί την Κόρη» (Απολλόδωρος περί θεών , θρ. 244 Φ110β). Η φράση χαλκοκρότου…Δαμάτερος στον Πίνδαρο, Ισθμ. 7. 3-4 αναφέρεται σε αυτό το χάλκινο κρουστό όργανο. Στις αγωνιώδεις οξείες κραυγές της Δήμητρος καθώς αναζητά την Κόρη.

 Άλλα καθήκοντα σε σχέση με τα Μυστήρια περιλαμβάνουν τη σύνταξη των ομιλιών των σ π ο ν δ ο φ ό ρ ω ν  ( S.I.G. 3, 704ε,  I.G. II², 1231, σειρ. 9-13 και 1078, σειρ. 35-36).

 Στα περισσότερα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα  βασίζεται στην ενθουσιώδη βοήθεια από το γένος των Ευμολπιδών (Σοφ. Ανδριανός Φιλόστρ. Βίοι Σοφ. 91 ― εθεράπευον, ώσπερ τα γένη της Ελευσίνος ιεροφάντην λαμπρώς ιερουργούντα).  

Ο ιεροφάντης παίρνει επίσης μέρος στον εορτασμό των Καλαμέων (I.G. II² 949, σειρ. 10), και στα Προηρόσια, αυτές οι εορτές στην Ελευσίνα είναι οι μόνες που συνδέονται με στοιχεία σε αυτόν.

Γύρω στα τέλη του -4ου αιώνος,  ο ιεροφάντης πηγαίνει ως μέλος αντιπροσωπείας από το ιερό της Ελευσίνας, δηλαδή, αυτός και οι «ιέρειες από την Ελευσίνα», στην εορτή των Πυανεψίων I.G. II² 1363, σειρ.  9-19.

 Μόνο οι «ιέρειες» είναι οι συνεργάτες του και στα Καλαμαία.

 Κατά τη διάρκεια της πανήγυρις των Μυστηρίων, αυτός και μια ομάδα «διορισμένων ατόμων» επέβλεπαν τη χρήση κατάλληλων βαρών και μέτρων, σύμφωνα με νόμο που εκδόθηκε γύρω στα τέλη του -2ου αιώνος.

Αρχείο Ιεροφαντών στα Ελευσίνια Μυστήρια των Αθηναίων

1. Ζάκορος

Αρχή τον -5ο αιώνα , -460 έτος (ΙG. Ι² 6, -430 ή -420 έτος, -421 έτος, -416/5 ή -415/4)

2. Θεόδωρος

3. Αρχίας

-373/-371

Πριν τα μέσα του -4ου αιώνος

4. Λακρατείδης

5. Ιεροκλείδης

IG. ΙΙ² 1188

6. [….]οττος

-329/8, -330 έως -320, -370 έως -322

7. Ευρυμέδων

8. Ευρυκλείδης

9. Ιεροφάντης Νουφράδου Περιθοίδης ; Μνήσαρχος

-330 έως -270, -300 έτος

10. Χαιρήτιος

-3ος αιώνας

11. Αριστοκλής

S.E.G. XXII. 124

12. Αμυνόμαχος

-129/8

13. Μενεκλείδης

14. Ιεροφάντης Ευστρόφου Πειραιεύς

15. Θεόφημος

Τέλος -2ου αιώνος. Πριν τα μέσα του -1ου αιώνος.

16. Ιεροφάντης

Γύρω στο τέλος του -1ου αιώνος. -1ος ή -2ος αιώνας.

-38/7

17. Ιεροφάντης

+1ος αιώνας.

18. Οινόφιλος

19. [Ιού]λιος Ιεροφάντης

20. Φλάβιος Στράτων

21. Φίρμος

22. Ιεροφάντης Δ. Ιο[ύ

23. Ιεροφάντης Αγνούσιος (Ανάθημα Αγνούντος)

Μέσα του +2ου αιώνος

24. Φλάβιος Λεωσθένης

25. Ιούλιος Ιεροφάντης

26. Κλαύδιος Απολλινάριος Αχαρνεύς

27. Νούμμιος Ιεροφάντης

28. Κλαύδιος Ιεροφάντης Μαραθώνιος

29. Απολλώνιος

+220 έτος, +230 έτος

30. Ηρακλείδης

31. Λόγιμος

32. Φλάβιος Γλαύκος

33. Ιεροφάντης

34. Ερώτιος

35. Ιεροφάντης Ξεναγόρου

36. Νεστόριος

Department of Classics, Cornell University «Οι επίσημοι αξιωματούχοι των Μυστηρίων της Δήμητρος και Κόρης

Αφήστε μια απάντηση