Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ «ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ», ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ, ΦΩΤΟΣ, ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ  ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ  ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ-ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
bty

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ «ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ», ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ, ΦΩΤΟΣ, ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ-ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ο Σωκράτης και ο Ήλιος

Η αντιμετώπιση του ήλιου ως απογόνου του Καλού στην Πολιτεία αποκτά σημασία όταν σχετίζεται με τον ρόλο που έπαιξε στη ζωή του Σωκράτη. Το σύμβολο της πιο θεμελιώδους πλευράς της φιλοσοφίας του Πλάτωνος μπορεί να σκιαγραφηθεί στην Απολογία και στο Συμπόσιο, όπου ο ήλιος αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην βιογραφική αναφορά του Σωκράτη. Στην Απολογία (26d) ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι αυτός, όπως και οι υπόλοιποι Αθηναίοι (ώσπερ και οι άλλοι), λατρεύει τον ήλιο. Στη Πολιτεία (508a) ο Σωκράτης ρωτά τον Γλαύκων, «ποιον  μπορείς  να ονομάσεις από  τις θεότητες του ουρανού  ως τον κύριο και την αιτία αυτού…; ».

 Ο Γλαύκων απαντά, « Γιατί, αυτό που κι εσύ και οι άλλοι άνθρωποι εννοούν, … ο ήλιος».

Η θρησκευτική πτυχή του ήλιου επομένως υποβλήθηκε ρητώς ξανά από τον Σωκράτη και ο Γλαύκων παρατηρεί  ( όνπερ και συ …και οι άλλοι) προσθέτει έναν σημαντικό υπαινιγμό στις παρατηρήσεις του Σωκράτη στην Απολογία.  Σε αυτό το απόσπασμα της Πολιτείας ο  Πλάτων, σε σχεδόν την ίδια φράση, αντικατοπτρίζει μια βεβαίωση στη δήλωση του Σωκράτη στην Απολογία.

Βρίσκει  την ευκαιρία, όπως ήταν, για να επιβεβαιώσει την πίστη του Σωκράτη και λατρεία του ήλιου, ο οποίος είναι αμφισβητούμενος στην Απολογία.

Μια μελέτη στα πλαίσια αυτών των παράλληλων ερωτήσεων και απαντήσεων δείχνει μια οργανική σχέση. Μια έρευνα στα τεκμήρια μπορεί να μας δώσει κάποια σιγουριά στο να υποθέσουμε ότι όταν ο Πλάτων τοποθετεί τον Σωκράτη να αντιλαμβάνεται τον ήλιο ως θεό in excelsis τότε ίσως να εμπλέκει στο δράμα ενός πνευματικού συμβόλου μιας υφής που βρίσκεται κοντά στην καρδιά του Σωκράτη.

Μια σύντομη εξέταση των αντιλήψεων του ήλιου έως την εποχή  του Σωκράτη δείχνει ότι αντιμετωπίζονταν με δύο πτυχές, την θρησκευτική και την επιστημονική. Η σημασία του στη θρησκεία εκφράζεται  καταλλήλως από τον Σοφοκλή ·«πας προσκυνεί δε τον στρέφοντα κύκλον ηλίου» (A, Nauck, Fragmenta Tragicorum Graecorum θρ. 672).  Ως πηγή ζωής, φωτός, διαύγειας και αιτίας της ανάπτυξης στη φύση ο Ήλιος λατρεύεται με κάτι περισσότερο από μια απλή λατρεία. Στην σκέψη των ποιητών όπως ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής ο ήλιος γίνεται σύμβολο ηθικών και ποιητικών αξιών, και η θρησκευτική του σημασία εμβαθύνεται από την ευσέβεια τους. Η επιστημονική έννοια του ήλιου αναπτύχθηκε στις διάφορες κοσμολογικές καταγραφές και μαρτυρίες  των προ-Σωκρατικών φιλοσόφων, ιδιαίτερα των Ιώνων, που ενδιαφέρθηκαν για τα  μετέωρα. Οι θεωρίες τους σχετικά με η φύση του ήλιου συγκρούστηκε τελικά με την θρησκευτική αντίληψη.  Αυτή η σύγκρουση ήρθε στο φως στη δίκη του Αναξαγόρα, – 450 έτος, του οποίου η αντίληψη για τον ήλιο ως μια καυτή πέτρα συγκλόνισε τους συντηρητικούς Αθηναίους που μεγάλωσαν πιστεύοντας και λατρεύοντας τον ήλιο ως θεό.  Η κατηγορία της ασέβειας  που εισήγαγε ο Διοπείθης σηματοδότησε την έναρξη της αποστροφής των Αθηναίων στους μετεωρολόγους.

Ο Σωκράτης ασπάζονταν και στις δύο παραδόσεις για τον ήλιο. Από τον Φαίδων (96c) λαμβάνουμε  μια εικόνα του γενικού ενδιαφέροντος του Σωκράτη στην επιστήμη στα νιάτα του, από τις Νεφέλες  (225) λαμβάνουμε μια συγκεκριμένη μορφή που έλαβε το ενδιαφέρον του και ο στοχασμός του για τον  ήλιο.  Από την Απολογία, ωστόσο, έχουμε μια δήλωση του Σωκράτη σχετικά με τη λατρεία του στον ήλιο, και στο Συμπόσιο (220c), που είναι γραμμένο πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Σωκράτη, έχουμε μια λεπτομέρεια που απεικονίζει συγκεκριμένα τη δήλωση του στην Απολογία. Μια καταγραφή του ρόλου που παίζουν  οι πτυχές του ήλιου στη ζωή του Σωκράτους θα δείξει ότι η επιλογή του ήλιου στον επιστημονικό και στον θρησκευτικό χαρακτήρα του ως σύμβολο του Καλού στη Πολιτεία είναι εν μέρει παρακινούμενη από τη ίδια την ζωή του Σωκράτους.

Η σύγκρουση μεταξύ της θρησκευτικής και επιστημονικής αντίληψης του ήλιου επικεντρώθηκε στη δίκη του Σωκράτους ως μέρος της κατηγορίας ότι πίστευε σε καινά δαιμόνια. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο αντιλήψεων αναπαριστώνται έντονα στο «ανάγλυφο» της Απολογίας  (26d). Προκαλώντας την δήλωση του Μέλητου ότι δεν πιστεύει στην ύπαρξη των θεών (ως το παράπαν ου νομίζει θεούς) ο Σωκράτης λέει:

Ω θαυμάσιε Μέλητε, ίνα τι ταύτα λέγεις; ουδέ ήλιον ουδέ σελήνην άρα νομίζω θεούς είναι, ώσπερ οι άλλοι άνθρωποι;  Ο Μέλητος απαντάει,

―Μα Δι’,ω άνδρες δικασταί, επεί τον μεν ήλιον λίθον φησίν είναι, την δε σελήνην γην. Στη συνέχεια, ο Σωκράτης αντικρούει αυτήν την κατηγορία λέγοντας:

Αναξαγόρου οίει κατηγορείν, ω φίλε Μέλητε; και ούτω καταφρονείς τώνδε και οίει αυτούς απείρους γραμμάτων είναι ώστε ουκ ειδέναι ότι τα Αναξαγόρου βιβλία του Κλαζομενίου γέμει τούτων των λόγων;

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτήν την πρόταση είναι ο Σωκράτης που ρωτά και εκφράζει την ερώτηση, έτσι ώστε ο Μέλητος να τον κατηγορήσει λέγοντας ότι ο ήλιος είναι μια πέτρα και το φεγγάρι είναι γη. Ο Burnet προκρίνει τις επιπτώσεις αυτού του αποσπάσματος σε σχέση με τα κίνητρα τόσο του Σωκράτη όσο και του Μέλητου:

«Ο Σωκράτης έχει παγιδεύσει επιδέξια τον Μέλητο με το να τον θολώσει και να διατυπώσει αυτό που πραγματικά εννοούσε (ότι δηλαδή ότι ο Σωκράτης έχει τις ίδιες απόψεις με τον Αναξαγόρα). Τα δόγματα του Αναξαγόρα ήταν διαβόητα, και ο Σωκράτης ήταν ο εταίρος του διαδόχου του Αρχέλαου, αλλά ήταν αδύνατο γι αυτόν να κατηγορηθεί για αυτό σε αυτό το έδαφος. Αν η δίωξη βασιζόταν στον ψεφισμό του Διοπείθη, ο Σωκράτης θα μπορούσε να απαντήσει ότι είναι άκυρη σύμφωνα με την Αμνηστία και θα είχε το δικαίωμα να προσφύγει σε μια παραγραφή, η οποία θα του έδινε το δικαίωμα να μιλήσει πρώτα και να αναστείλει περαιτέρω διαδικασίες μέχρι να καθοριστεί αυτό το ζήτημα».

Έτσι, ο Σωκράτης θέτει το ζήτημα σκόπιμα για να αποκαλύψει τον πραγματικό χαρακτήρα του παλαιού προβλήματος (διαβολή) δείχνοντας ότι ο Μέλητος σκέφτεται πραγματικά την σύνδεσή του με τον Αναξαγόρα, αν  δεν τολμά να το φέρει στην επιφάνεια.

Αν και ο Burnet έχει καταλάβει τη νομική στρατηγική του αποσπάσματος, παρέλειψε τους περααιτέρω υπαινυγμούς. Ο Μέλετος επικεντρώνεται στο σημείο ότι ο ήλιος είναι μια πέτρα για να δείξει ότι ο Σωκράτης δέχτηκε την αναξαγόρεια επιστημονική αντίληψη του ήλιου που ήταν αντίθετη με την παραδοσιακή θρησκευτική αντίληψη. Ο Μέλητος, μόλις ο Σωκράτης ανέφερε τον ήλιο, χρησιμοποιεί τη γραμμή αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία ήταν αποτελεσματικά εναντίον του Αναξαγόρου, για να ενισχύσει την κατηγορία  του για τα καινά δαιμόνια. Σε αυτό το απόσπασμα ο ήλιος θεωρείται σύμφωνα με δύο διαφορετικές έννοιες· από τον Μέλητο σύμφωνα με την επιστημονική έννοια και από τον Σωκράτη σύμφωνα με την επίσημη θρησκευτική αντίληψη, στην οποία προσχώρησε.

Επαναφέρει  και πάλι ενώπιον  των ενόρκων το αίτιο της δημοφιλούς δίκης του Αναξαγόρου, όπου, ανεξάρτητα από τα πραγματικά κίνητρα, η επίσημη κατηγορία ενέπλεκε την σύγκρουση της θρησκευτικής αντίληψης του ήλιου με την επιστημονική αντίληψη. Ο Μέλητος το επανατοποθετεί  με μια αμβλεία επανάληψη της ίδιας κατηγορίας, σχεδόν με τα ίδια τα λόγια της κατηγορίας εναντίον του Αναξαγόρου. Ο ψηφισμός του Διοπείθη αναγνώσεται· εισαγγέλεσθαι τους τα θεία μη νομίζοντας, ή λόγους περί των μεταρσίων διδάσκονται. Ο Σωκράτης πιστεύει ότι ο ήλιος είναι πέτρα και ότι η σελήνη είναι γη. Υπολόγιζε  να έχει ψυχολογική επίδραση στους ενόρκους, που ενθυμώνται την ύπαρξη του Σωκράτους να γελοιοποιείται από τον Αριστοφάνη ως κάποιον  που μελετά τον ήλιο από ένα καλάθι που κρέμονταν από ψηλά· που μπορεί να γνώριζαν ότι ο Σωκράτης σε μικρή ηλικία ήταν προσκολλημένος στον Αρχέλαο, τον διάδοχο του Αναξαγόρου στην Αθήνα, και στα νιάτα του είχε έντονο ενδιαφέρον για την επιστήμη. Επαναφέρει την επιστημονική αντίληψη του  ήλιου, για την οποία κάποτε ενδιαφερόταν ο Σωκράτης και είναι ενάντια στη θρησκεία της Αθήνας, όχι ως αυτοσκοπός αλλά ως σημείο ενδεικτικό της σύγκρουσης μεταξύ των δύο παραδόσεων. Αν μπορούσε να το πετύχει αυτό, θα μπορούσε να κάνει καλή χρήση του σημείου που είχε επαναφέρει  ο ίδιος ο Σωκράτης στην επιφάνεια.

Η απάντηση του Σωκράτη σε όλα αυτά συνίσταται πρώτα στην γελοιοποίηση του Μέλητου που προσπαθεί να του προσδώσει δόγματα που θα μπορούσε να βρει στα βιβλία του Αναξαγόρου  αν ήθελε να ξοδέψει μερικές δραχμές. Μετά την αποποίηση ως ο επινοητής αυτής της άποψης, ο Σωκράτης αρνείται επίσης ότι την διδάσκει στους νέους, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια επιστημονική αντίληψη για τον ήλιο ως άτοπα όντα (26e 2). Αυτό τονίζεται από τον ίδιο τον Σωκράτη. Αναφερόμενος στον ρόλο που του δίδεται στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ως μετεωρολόγος, αποποιείται κάθε γνώση τέτοιων θεμάτων· ων εγώ ούτε μέγα ούτε μικρόν πέρι επαϊω (Απολογία 19c 4). Η αντιπάθεια του Σωκράτους για τους μετεωρολόγους διαφαίνεται στην Πολιτεία του Πλάτωνος 488e 4, Πολιτικός 299b, όπου ο Πλάτων αναφέρεται στον Σωκράτη. Η επιστημονική αντίληψη του ήλιου είναι άτοπον στην Απολογία, όπως και στο Φαίδων, όπου ο Σωκράτης αφηγείται τη συνάντησή του με την η περί φύσεως ιστορία  και το συμπέρασμα του· τελευτών ούτως εμαυτώ έδοξα προς ταύτην την σκέψιν αφυής είναι ως ουδέν χρήμα.  Κάνει έκκληση στους δικαστές, μερικούς από τους οποίους ήξερε, ως μάρτυρες ότι δεν είχε συζητήσει ποτέ τέτοια πράγματα.

Θέτοντας το ζήτημα της πίστης του στον ήλιο ως θεό, μια πίστη η οποία μοιράζονταν και από άλλους ανθρώπους, το κίνητρο του Σωκράτη ήταν να απαντήσει  στην προκατάληψη των ενόρκων, ειδικά σε εκείνους που σχετίζονταν με την επιστήμη των Ιώνων και παραμελούσαν την πολιτειακή θρησκεία: οι γαρ ακούοντες ηγούνται τους ταύτα ζητούντας ουδέ θεούς νομίζειν (18c3). Απευθύνονταν  να απαντήσει  επίσης στη διατύπωση του Μέλητου  για αυτή την προκατάληψη έτερα δαιμόνια  (26b5), τα δαιμόνια  εδώ ισοδυναμούν  με τα θεία  στον ψηφισμό του Διοπείθη, δηλαδή θρησκευτικούς κανονισμούς ή πρακτικές.

Ο Σωκράτης αμφισβητεί τόσο τους ενόρκους που διασκεδάζουν την παλιά προκατάληψη όσο και τον Μέλητο θέτοντας επίσης μια ερώτηση που προορίζεται για να εκφράσει την πίστη του στον ήλιο ως θεό αλλά και την λατρεία του σε αυτόν,  (Απολογία 18c3· Η ερμηνεία της φράσης νομίζειν θεούς αποτελεί το αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο Burnet, ο οποίος ακολουθεί τον Taylor, θεωρεί το νομίζειν θεούς  ως «λατρεύει τους θεούς»,« τους αναγνωρίζω δίνοντάς τους τη λατρεία που ορίζει ο νόμος. “το διακρίνει από το νομίζειν θεούς είναι (Απολ. 26c2), το οποίο θεωρεί «πιστεύοντας στην ύπαρξη τους. Ο J. Tate (Κλασ. Επιθ. τομ.. 10 ,1936, 3-5 και τομ. 11, 1937, 3-6) παίρνει και τα δύο νομίζειν θεούς και νομίζειν θεούς είναι ως την έννοια  «πιστεύοντας στην ύπαρξη των θεών». Η νέα έκδοση του Liddell and Scott lexicon μεταφράζει το νομίζειν με το είναι ως  «πιστεύει στην ύπαρξη του..» «και χωρίς το είναι  ως : ως «να πιστεύεις σε κάποιον ως θεό», δηλαδή. «αναγνωρίζω», «Θεωρώ ως».  (Πρβλ. Ηρόδοτος 2. 50.) Η χρήση των δύο φράσεων στην Απολογία δείχνει ότι όχι μόνο η πίστη της ύπαρξης των θεών εμπλέκεται αλλά επίσης και η λατρεία τους. Το να πιστεύεις στην ύπαρξη των θεών περιλαμβάνει αναγνώριση μέσω λατρείας, όπως δείχνουν οι Νόμοι 887d) :

«Είναι σημαντικό για το επιχείρημα (λέει ο Burnet) ότι ο Ήλιος και η Σελήνη δεν είναι  τακτικά αντικείμενα λατρείας στη δημόσια θρησκεία στην Αθήνα. Σε αυτήν την περίοδο αυτά τα ουράνια σώματα δεν ταυτοποιούνται με τον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα (C.G.S. iv 136 τ.μ., ii 457 ), και τα λιγοστά ίχνη λατρείας του Ήλιου στην Αθήνα είναι αρκετά μεταγενέστερα. Στον Αριστοφάνη, Ειρήνη 406, μαθαίνουμε ότι ο Ήλιος και η Σελήνη προδίδουν την Ελλάδα στους βαρβάρους, και ο λόγος που δίνεται είναι οτίη νη Δία ημείς μεν υμίν (οι Ολύμπιοι θεοί)  θύομεν, τούτοισι δε οι βάρβαροι θύουσιν ….Κανένας Αθηναίος δεν αναμενόταν να λατρεύει τον Ήλιο ή τη Σελήνη, αλλά αναμενόταν να τους θεωρεί θεούς,  αφού ο Ήλιος είναι  ο μεγάλος θεός της Ρόδου, και η Σελήνη λατρευόταν στην Ήλιδα και σε άλλα μέρη».

Δεδομένου ότι είναι θεμελιώδες στο ζήτημα, είναι απαραίτητο να διερευνηθούν διεξοδικά όλα τα στοιχεία σχετικά με τον ρόλο που παίζει η λατρεία του ήλιου στη ζωή του Σωκράτη, Το πρόβλημα που έθεσε ο Burnet δεν είναι αυτό που αποδεικνύει ότι οι Έλληνες πίστευαν ότι ο ήλιος ήταν θεός, ή ότι λατρευόταν στην Ελλάδα, με τα οποία όλοι συμφωνούν, αλλά αν ο Ήλιος,  ήταν ή δεν ήταν, τακτικό αντικείμενο λατρείας στη θρησκεία της Αθήνας τον -5ο αιώνα.

Η δήλωση του Burnet ότι οι Αθηναίοι τους θεωρούσαν ως θεούς χωρίς να τους λατρεύουν με οποιονδήποτε τρόπο, δημιουργεί μια διάκριση όπου δεν υπάρχει πουθενά. Κάποιος μπορεί να τους θεωρήσει ως θεούς στην Ιώνια επιστημονική έννοια χωρίς να τους λατρεύει, αλλά η θρησκεία περιλαμβάνει λατρεία· και είναι μόνο στην επιστήμη των Ιώνων, όπου  θεός μπορεί να σημαίνει ένα φυσικό στοιχείο, και τα στοιχεία της φύσεως  θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως θεοί χωρίς να λατρεύονται. Η παρατήρηση του Σωκράτη αναφέρεται στον ήλιο στην θρησκευτική πτυχή, όπως δείχνει η φράση ώσπερ οι άλλοι. Στην Ειρήνη του  Αριστοφάνη, 406-413, στο έργο το  οποίο ο Burnet αναφέρει ως απόδειξη ότι ο Ήλιος και η  Σελήνη δεν είναι  τακτικά αντικείμενα λατρείας στη δημόσια θρησκεία στην Αθήνα, δεν υποστηρίζει την άποψή του. Σε αυτό το απόσπασμα  ο Αριστοφάνης έρχεται σε αντίθεση με τους Ολύμπιους θεούς, που είναι οι αντιπροσωπευτικοί θεοί της Ελλάδος, με τον Ήλιο και τη Σελήνη, που είναι οι αντιπροσωπευτικοί θεοί των Περσών. Από τον Ηρόδοτο (1, 131) μαθαίνουμε ότι ο ήλιος είναι ένας από τους μεγάλους θεούς μεταξύ των Περσών. Ο Ηρόδοτος δίνει επίσης το τεκμήριο ότι ο ήλιος δεν είναι αποκλειστικά μια περσική θεότητα. Οι Μάγοι (Πέρσες ιερείς), όταν καλούνται να λογοδοτήσουν για την έκλειψη του ήλιου, καλούν τον Ήλιο ως  προδέκτορα Ελλήνων (7, 37, 16). Όλα αυτά που μπορούν να συναχθούν από το απόσπασμα του Αριστοφάνη είναι μια έκφραση της εθνικής αίσθησης παρά το ότι ο ήλιος και η σελήνη δεν λατρεύονταν Αθήνα. Όταν τα αποσπάσματα  του Ηρόδοτου ερευνώνται δίπλα-δίπλα με αυτό του Αριστοφάνη μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι σε σύγκριση με τους Ολύμπιους θεούς ο Ήλιος και η Σελήνη  είναι πολύ μικρές θεότητες, ένα γεγονός που υποστηρίζεται από όλα τα στοιχεία που υπάρχουν. Η λατρεία του Σωκράτη ακόμη και των μικρών θεών της επίσημης θρησκείας, θα φανεί ότι είναι εξίσου το σημείο της ερώτησής του προς τον Μέλητο.

Μια έρευνα για τα αληθή δεδομένα  σχετικά με τη θέση του ήλιου στην Ελληνική θρησκεία δείχνει, όπως δηλώνει ο Farnell, «ότι υπήρχε κάποτε η λατρεία του ήλιου κυρίαρχη και ισχυρή μεταξύ των ανθρώπων του πρώτο-ελληνικού έθνους, αλλά πολύ λίγες από τις κοινότητες των μεταγενέστερων ιστορικών περιόδων την διατήρησε ως δραστικό παράγοντα της πολιτειακής θρησκείας».  Μόνο στην Ρόδο και σε άλλες περιοχές που κάποτε ήταν τα κέντρα του Μινωϊκού και Μυκηναϊκού πολιτισμού υπάρχουν ισχυρά ίχνη της λατρείας του Ήλιου. Ο ρόλος που παίζει στον Όμηρο ως δωρητής της ζωής μέσα από το φως του (Ιλιάς. 14, 188) είναι απόδειξη ότι κάποτε είχε προεξέχουσα θέση λόγω αυτής της ισχυρής δύναμης της φύσης στις πρώτο-ελληνικές θρησκείες.

Στον Όμηρο βρίσκουμε αυτή τη δύναμη της φύσης να περνά από τη συνηθισμένη ανθρωπόμορφη θεοποίηση. αλλά, παρόλο που ο Ήλιος είναι ένας μεγάλος θεός στον Όμηρο, η θέση του στη λατρεία γίνεται δευτερεύουσα αργότερα στην  Ελληνική θρησκεία.

Η αιτία για αυτό, όπως προτείνουν οι Jessen και Kern, βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατή η προσωπική ένωση μεταξύ του ανθρώπου  και του Ήλιος λόγω της φύσης του έργου του.  Η τακτική περιπλάνηση  όλη την ημέρα στον ουρανό δεν έδωσε στον Ήλιο καμία ευκαιρία μείνει σε οποιοδήποτε γήινο λατρευτικό μέρος ή την εμφάνιση σε κάποια εορτή· η κατοικία του βρίσκεται στις κορυφές των βουνών.(Kern op. 94 αρ. 2).  Συνεπώς βυθίζεται στο παρασκήνιο της Ελληνικής θρησκείας, η οποία είναι ανθρωπόμορφη, και παραμένει εξέχουσα θεότητα στη φύση λατρεία της Ανατολής. (Ηρόδοτος 1. 131).  Αν και βυθίζεται στο υπόβαθρο της λατρείας μετά τον Όμηρο, ο Ήλιος συνεχίζει να είναι ένας σημαντικός θεός στις λατρείες της Ρόδου, της Πελοποννήσου και σε άλλα μέρη. Μεταξύ αυτών των τελευταίων είναι και η Αθήνα, όπου διατηρείται για τον ήλιο μια δευτερεύουσα μικρή λατρεία στην πολιτειακή θρησκεία. Το πρόβλημά μας δεν είναι το ζήτημα αυτού γεγονότος  αλλά της χρονολογίας.  Όσο αφορά την Απολογία το ζήτημα  που πρέπει να λυθεί είναι αν ο ήλιος λατρευόταν στη θρησκεία του πολιτείας στην Αθήνα του -5ου αιώνος.  Το ζήτημα θα μπορούσε να λυθεί με την μία αν μπορούσαμε να πιστέψουμε τα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται στους Καταστερισμούς του  ψευδο-Ερατοσθένη σχετικά με την πλοκή του του έργου του Αισχύλου «Βασσαρίδαι». Η πλοκή του έργου επικεντρώθηκε στο θάνατο του Ορφέως από τα χέρια των Βασσαρίδων επειδή «δεν τιμούσε τον Διόνυσο αλλά λάτρευε τον Ήλιο τον μεγαλύτερο από τους θεούς, τον οποίο τον  ονόμασε επίσης Απόλλωνα» (Καταστ. 24).  Αν ο Απόλλωνας ήταν όντως ο θεός του ήλιου αυτήν την περίοδο, το πρόβλημα έχει λυθεί. Μια κριτική όμως εξέταση των πληροφοριών που περιέχονται στους Καταστερισμούς από τους τεράστιους ειδικούς μελετητές Linforth και Kern (Ι, M. Linforth,(1951), 11-17, O. Kern, Orphens, 7 (1920),) έδειξε οριστικά ότι ο Ήλιος δεν ταυτοποιούταν με τον Απόλλωνα εκείνη την περίοδο (Farnell 4. 136-139),  και ότι οι πληροφορίες που περιείχαν είναι μια Ορφική παρεμβολή από μεταγενέστερη περίοδο.

Τα τεκμήρια για τη λατρεία του Ήλιου στην Αθήνα βρίσκονται στα σχόλια και στις επιγραφές. (Jessen,  65 f.).  Ο Burnet βασίζει το συμπέρασμά του στο γεγονός ότι επειδή τα στοιχεία είναι σε μεταγενέστερη χρονολογία, επομένως και η λατρεία του Ήλιου στην Αθήνα είναι μεταγενέστερη. Ωστόσο, σε θέματα θρησκείας, η καθυστέρηση των τεκμηρίων δεν δείχνει απαραίτητα την καθυστέρηση της πρακτικής, όπως δείχνουν οι χρυσές πλάκες του Θουρίων (Guthrie, Orpheus and Greek Religion (1935), 172). Καταρχάς, έχουμε μια επιγραφή, IG II² 4962, που χρονολογείται στις αρχές του -4ου αιώνος, η οποία μας δίνει σαφή στοιχεία ότι ο Ήλιος αποτελούσε μέρος της λατρευτικής πρακτικής της Αθήνας στην εποχή που πέθανε ο Σωκράτης. Αυτό από μόνο του αρκεί για να διαψεύσει την υπόθεση του Burnet. Μια μελέτη της λατρείας του Ήλιου στην Αθήνα δείχνει ότι ήταν μέρος αυτών των εορτών που συνδέονταν με τη γονιμότητα της γης (Deubner, Aitische Feste (1932), 48, 190 f, 201). Στην πομπή της Σκίρας, μιας εορτής  προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης, που πραγματοποιείται την δωδέκατη του Σκιροφοριώνος, οι ιερείς του Ήλιου λαμβάνουν μέρος  στην πομπή μαζί με  την ιέρεια της Αθηνάς και τον ιερέα του Ποσειδώνος (Σχ. Αριστ. Θεσμ. 834).  Έχει υποτεθεί ότι ο Ήλιος είναι μια σχετικά μεταγενέστερη προσθήκη σε αυτήν την εορτή (Deubner 48, αρ. 6), αλλά είναι προφανές ότι ο Ήλιος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της τελετής λόγω της σπουδαιότητάς του για την ανάπτυξη των καλλιεργειών.

Επιπλέον,  ο Ήλιος συνδέεται με την εορτή των Θαργηλίων (Σχ. Αριστ. Ιπ. 729), που πραγματοποιείται τον μήνα Θαργηλιώνα (Μάιο), όταν τα πρώτα δημητριακά και καρποί είναι ώριμα στην Ελλάδα. Σε αυτή την εορτή οι Αθηναίοι θυσιάζουν στον Ήλιο και τις Ώρες, οι οποίοι, αν και μικρές θεότητες, βρήκαν μια θέση στην εορτή συγκομιδής επειδή είναι απαραίτητες θεότητες για την ανάπτυξη των καρπών και του πυρού του κρίθου. Είναι λοιπόν φυσικό να συνδέεται η λατρεία του Ήλιου με αυτές τις εορτές συγκομιδής. Ότι δεν είναι μεταγενέστερη προσθήκη μπορεί να διαφανεί στον Αισχύλο, ο οποίος περιγράφει τον Ήλιο ως θεό που είναι η αιτία της ανάπτυξης στη φύση, μια αντίληψη που βρίσκεται επίσης στον Σοφοκλή, στον Πλάτωνα και στον Υπερείδη (Αγαμ. 634, Οιδ.Τυρ. 1425,  Πολιτεία 509Β,  Υπερ. Επιτ. 5,  Θρ. Τραγ. Αδεσπ. 452).  Αυτή, η προφανώς συνηθισμένη πίστη στον ήλιο ως θεός της ανάπτυξης μας δίνει έδαφος να πιστέψουμε ότι ο ήλιος είχε θέση στις εορτές συγκομιδής ήδη από τον -5ο αιώνα, αν όχι και νωρίτερα. Η λατρεία του Ήλιου είναι συνεκτική με τη θρησκευτική πίστη.

Πρόσθετα τεκμήρια για την επίσημη λατρεία του ήλιου βρίσκονται σε επιγραφές, οι οποίες επιβεβαιώνουν τα λογοτεχνικά τεκμήρια. Εκτός από την επιγραφή IG II² 4962, που βεβαιώνει λατρευτικές θυσίες στον Ήλιο στις αρχές του -4ου αιώνος, έχουμε επιγραφικά τεκμήρια για έναν βωμό στον Ήλιο τον -3ο αιώνα IG II² 5093.  Χωρίς αμφιβολία, αυτός ο βωμός ήταν παρόμοιος με αυτόν του Βορέα, τον οποίο αναφέρει ο Σωκράτης στον Φαίδρο 229c. Εάν στον -5ο αιώνα υπήρχε ένας βωμός στον Βορέα, ο οποίος είναι μόνο μια μικρή δύναμη της φύσης σε σύγκριση με τον ήλιο, είναι πολύ πιθανό ότι ένας βωμός στον Ήλιο τον -3ο αιώνα, δεν υποστηρίζει την μεταγενέστερο εισαγωγή της λατρείας. Η επιγραφή «ιερείας Ηλίου» (IG² II 5093) χαραγμένη σε μια θέση στο θέατρο του Διονύσου, μπορεί να αντικατοπτρίζει μια παραδοσιακή τιμητική θέση για την ιέρεια του Ηλίου, παρόλο που η επιγραφή χρονολογείται από τη ρωμαϊκή περίοδο.

Η πιο πειστική απόδειξη, ωστόσο, ότι η μικρή λατρεία του Ήλιου δεν είναι μεταγενέστερη βρίσκεται στους Νόμους του Πλάτωνος. Συζητώντας για το πώς θα επιλεγούν τους εξεταστές (εύθυνοι), λέει:

― κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἕκαστον μετὰ τροπὰς ἡλίου τὰς ἐκ θέρους εἰς χειμῶνα συνιέναι χρεὼν πᾶσαν τὴν πόλιν εἰς Ἡλίου κοινὸν καὶ Ἀπόλλωνος τέμενος, τῷ θεῷ ἀποφανουμένους

― «κάθε χρόνο, μετά το θερινό ηλιοστάσιο, ολόκληρη η πολιτεία πρέπει να συγκεντρωθεί στους κοινόχρηστους χώρους του Ήλιου και του Απόλλωνος» (945Ε).

 Όταν επιλεγούν, οι εξεταστές θα μετεγκατασταθούν στους χώρους του Ήλιου και του Απόλλωνα (946P) και, μεταξύ άλλων, θα είναι ιερείς του Απόλλωνα και του Ήλιου και θα έχουν μπροστινές θέσεις σε κάθε σε κάθε (947Α), γεγονός που δίνει ισχυρή υποστήριξη στην παραδοσιακή τιμητική θέση για τους ιερείς του Ήλιου στο θέατρο του Διονύσου. Αν και αυτές οι δηλώσεις γίνονται για τον καθορισμό της ιδανικής ρύθμισης της ανακατασκευασμένης πόλης της Μαγνησίας στην Κρήτη, είναι προφανές ότι ο Πλάτων δεν επινοεί εδώ, αλλά, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, παίρνει τα προϋπάρχοντα έθιμα και θέτει μια ιδανική ρυθμιστική χρήση. Η βάση για τέτοιες δηλώσεις υπήρχε στην Αθήνα τη στιγμή που ο Πλάτων το έγραψε, και έχουμε στοιχεία για τους αξιωματούχους που διενεργούσαν την «ευθύνη» (Αριστ. Αθην. Πολ. 48, 4), οπότε πρέπει να υπήρχαν εκείνη την εποχή οι ιερείς του Ήλιου και ένας ιερός περίβολος (τέμενος) όπου ασκούνταν οι λατρείες του Απόλλωνα και του Ήλιου. Είναι προφανές ότι ο Πλάτων εδώ αναφέρεται στη λατρεία του Ήλιου ως μέρος των της εορτής Θαργηλίων, η οποία ήταν μια εορτή προς τιμήν του Απόλλωνα. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν ότι οι πληροφορίες για τη λατρεία του Ήλιου που περιέχονται στα ύστερα σχόλια εφαρμόζονται στον -5ο και -4ο αιώνα.

Στους Νόμους ο Πλάτων μας δίνει επίσης την καλύτερη εικόνα και βιογραφικά σχόλια για τη δήλωση του Σωκράτη στην Απολογία. Οι δηλώσεις του Πλάτωνος στους Νόμους μας δίνουν το ιδανικό πορτραίτο του δασκάλου του σε σχέση με τη λατρεία του ήλιου. Η συζήτηση της λατρείας του ήλιου ως μέρος της γενικής θέσης του Αθηναίου ξένου ότι «κάποιος που πιστεύει, όπως ορίζουν οι νόμοι, στην ύπαρξη των θεών δεν έχει κάνει ποτέ μια ασεβή πράξη με την θέλησή του, ή δεν ξεστόμισε ποτέ μια παράνομη λέξη» (885Β ) είναι γεμάτη με υπαινιγμούς για την Απολογία. Κατά τη συζήτηση της παιδείας στην ανακατασκευασμένη ιδανική πόλη, ο Πλάτων βάζει τον Αθηναίο ξένο να κάνει δηλώσεις για τα αστρικά σώματα που αποκαλύπτουν πώς ο ήλιος μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο της επιστήμης και ταυτόχρονα και αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας. Ο Αθηναίος ξένος στη συζήτηση της αστρονομίας λέει ότι είναι «δίκαιο και αληθινό και ευεργετικό για την Πολιτεία και εντελώς ευχάριστο για τον Θεό» (821Β), και η μελέτη του δεν σας κάνει άπιστους (967Α κ.τ.λ 896Ε όπου το ουράνιο σώμα του ήλιου λέγεται ότι αντικατοπτρίζει, στην ομαλή κίνησή του, την καλή ψυχή, η οποία αναφέρεται σωστά ως θεός.  Έτσι η αστρονομία γίνεται η βάση για τον θεϊσμό).  Αυτές οι δηλώσεις σίγουρα αναδεικνύουν  την δίκη του Σωκράτη και ρίχνει φως σε ένα ερώτημα που ο Σωκράτης απορρίπτει με λίγες μόνο παρατηρήσεις στη δίκη.  Εν μέσω της εξέλιξης του θέματος του, ο Αθηναίος ξένος κάνει σαφείς υπαινιγμούς στη δίκη και την πίστη του Σωκράτη και τη λατρεία των αστρικών σωμάτων. Παίρνει την ευκαιρία να εκφράσει τη λύπη του για την έλλειψη αληθινής γνώσης για «αυτές τις πανίσχυρες θεότητες, τον Ήλιο και τη Σελήνη», και λέει «οι πολίτες μας και τα παιδιά μας θα έπρεπε να μάθουν τόσα πολλά σχετικά με όλα αυτά τα γεγονότα για τους θεούς του Ουρανού (θεών των κατ΄ουρανόν) ) για να τους επιτρέψει να μην βλασφημούν γι ‘αυτούς, αλλά πάντα να μιλούν ευσεβώς τόσο στις θυσίες όσο και όταν προσεύχονται με σεβασμό» (821CD). Αυτές οι λέξεις στο στόμα του Αθηναίου ξένου όχι μόνο μας βοηθούν να ανακατασκευάσουμε τη θέση του Ήλιου και της Σελήνης στην κρατική θρησκεία της Αθήνας αλλά και στο μυαλό του Σωκράτη. Η μορφή που παίρνει αυτή η λατρεία και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται δείχνει ότι ο Πλάτων είχε κατά νου τη δίκη του Σωκράτη όταν έγραψε τις λέξεις. Ο Αθηναίος ξένος συζητώντας  για την Ασέβεια υπαινίσσεται, στη δίκη του Σωκράτη, την απόρριψη των υλιστών φιλόσοφων:

Εμείς θα ασκήσουμε κριτική στα λεγόμενα των νέων  και σοφών που είναι αιτίες πολλών κακών· γιατί, να, τι καταφέρνουν οι λόγοι τους: Δηλαδή όταν εγώ και εσύ φέρνουμε τεκμήρια για την ύπαρξη των θεών, λέγοντας για τον ήλιο, την σελήνη, τ΄αστέρια, και την γη ότι είναι θεοί και θεϊκά όντα, εκείνοι που τα μυαλά τους έχουν διαστρέψει αυτοί οι σοφοί, θα μας απαντήσουν ότι είναι χώμα και πέτρες και δεν έχουν καμιά ικανότητα να ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα πράγματα (886D).

Η παραπάνω και η περαιτέρω παρατήρηση του Αθηναίου ξένου, «άραγε να απολογηθούμε ενώπιον του δικαστηρίου ασεβών ανθρώπων»(886Ε), δείχνουν ότι οι υπαινιγμοί για την Απολογία είναι αυτονόητες. Εάν όντως έτσι είναι, τότε είναι πολύ σημαντικό ότι ο Πλάτων ακολουθεί με μια διαφωνία αυτού του αθεϊσμού, στον οποίο μιλάει για γονείς:

―  βλέποντας  τους γονιούς να φροντίζουν γι αυτές με μεγάλο ενδιαφέρον και ν΄απευθύνουν με όλη τους την καρδιά, στους θεούς, σα να ήταν βέβαιοι για την ύπαρξη περισσότερο από κάθε τι άλλο, τις προσευχές και τις ικεσίες τους. Ακόμη κι όταν ανέτελλε ή βασίλευε ο ήλιος και η σελήνη είχαν ακούσει και είχαν δει πως όλοι οι Έλληνες κι οι βάρβαροι όταν τους χτυπούσαν κάθε λογής συμφορές αλλά κι όταν ήταν ευτυχισμένοι γονάτιζαν και προσκυνούσαν, όχι σαν να μην υπήρχαν, αλλά σα να ήταν τα πιο υπαρκτά όντα και με τρόπο που να φαίνονται ότι δεν υποψιάζονται καν πως είναι δυνατό να μην υπάρχουν θεοί (887DE).

Αυτά τα αποσπάσματα στους Νόμους αναφέρονται στην επιθυμία του Αθηναίου ξένου να αποκαταστήσει την παλαιότερη πίστη του -5ου αιώνος, όπως φαίνεται στο πρόσωπο του Σωκράτη, ο οποίος πίστευε στα αστρικά σώματα ως θεούς και τους λάτρευε ως μέρος της Πολιτειακής θρησκείας. Ρίχνουν απροσδόκητο φως στον ιστορικό Σωκράτη, στη ζωή του οποίου η λατρεία του ήλιου ως θεού και ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η Απολογία δηλώνει το γεγονός της λατρείας του ήλιου και στους Νόμους επεκτείνεται αυτό το σημείο. Αν και τέτοιες δηλώσεις εμφανίζουν μονάχα μια ψηφίδα  από ένα μεγαλύτερο πλαίσιο, όταν απομονώνονται, δίνουν την αληθινή εικόνα του ενδιαφέροντος του Σωκράτη για τον ήλιο ως αντικείμενο επιστημονικής σκέψης και ως θεού, δύο γεγονότα που ήταν αρμονικά στο μυαλό του. Επιπλέον, τα αποσπάσματα στους Νόμους αποτελούν άμυνα ενάντια στις παρατηρήσεις του Μέλητου(26D5), μια άμυνα που δίνει στην Αθήνα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης σε σχέση με στον Σωκράτη σε αυτό το σημείο. Έτσι στον Αθηναίο ξένο έχουμε  ένα πραγματικό πορτραίτο του Σωκράτη σε σχέση με ένα μικρό αλλά σημαντικό σημείο που τέθηκε στην Απολογία 26CD.

Η εικόνα που έδωσε ο Πλάτων για τον Σωκράτη και τον ήλιο στην Απολογία και τους Νόμους εμπλουτίζεται με μια αναφορά στο Συμπόσιο. Στους νόμους ο Αθηναίος ξένος δείχνει ότι η λατρεία του ήλιου εκφράζεται από «προσκυνήσεις» και «προκυλίσεις» κατά την ανατολή και την δύση του ήλιου. Αυτά ήταν αναμφίβολα μια προσωπική μορφή λατρείας από την Ανατολή. Ο Σοφοκλής δηλώνει ότι είναι σύνηθες να λατρεύει κάποιος (προσκυνεί) (Σοφ. θρ. 672 Nauck) τον ήλιο. Η χρήση της ίδιας λέξης τόσο στον Σοφοκλή όσο και στον Πλάτωνα δείχνει ότι ήταν η επικρατούσα μορφή λατρείας μαζί με τις άοινες (νηφάλιες) προσφορές (θρ. 42 Σχόλια Οιδ. επί Κολ. 100, Σχολ. Αριστ. Πλ. 729, Αθην. 693ef).  Αυτή η μορφή λατρείας, όπως μαθαίνουμε από τον Λουκιανό («την χείρα κύσαντες» Λουκ. περί Ορχ. 17) πήρε τη μορφή φιλώντας το χέρι κάποιου στον ήλιο (J. A. Scott, The Gesture of Proskynesis 403).  Στο Συμπόσιο (220D) έχουμε μια εικόνα αυτής της μορφής λατρείας προς τον ήλιο. Σε ένα βιογραφικό επεισόδιο ο Σωκράτης φαίνεται να αναδύεται από διαλογισμό είκοσι τεσσάρων ωρών στην Ποτίδαια— «στάθηκε μέχρι την αυγή και την ανατολή του ήλιου· έπειτα έφυγε, αφού προσέφερε μια προσευχή στον Ήλιο» (προσευξάμενος τω ηλίω). Αυτή η λατρευτική πράξη αναμφίβολα πήρε τη μορφή και μιας τυπικής «προσκύνησις» ή «προκύλησις» και μιας προσευχής που έληξε με βαθιά εμπειρία. Στην Απολογία εισάγεται η λατρεία του ήλιου·  στους Νόμους εξηγείται, εξιδανικεύεται και προβάλλεται ως βασικό στοιχείο της θρησκείας της ανακατασκευασμένης ιδανικής  πόλης· στο Συμπόσιο έχουμε μια συγκεκριμένη απεικόνιση αυτού· και στη Πολιτεία έχουμε μια επέκταση του ήλιου ως σύμβολο της βασικής αντίληψης της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Ο ήλιος ως αντικείμενο της επιστήμης, της θρησκείας και της σκέψης αποτελεί ένα συνδετικό πρότυπο στη ζωή και τη σκέψη του δασκάλου και του μαθητή.

 Μια μελέτη των σχολίων και των επιγραφών σχετικά με τον ήλιο αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον σημείο με αναφορά στην υπεράσπιση του Σωκράτη. Αποκαλύπτει ότι, σε σύγκριση με τις Ολυμπιακές θεότητες, οι λατρείες του Ήλιου και της Σελήνης είναι αρκετά ασήμαντες, αν όχι αμελητέες. Η μεγάλη ασημαντικότητα  τους, ωστόσο, είναι σημαντική για τη δίκη του Σωκράτη. Εκτός από την επιθυμία, όπως επισημαίνει ο Burnet, «να αποκαλύψει τον αληθινό χαρακτήρα του παλαιάς «διαβολής», δείχνοντας ότι ο Μέλητος σκέφτεται την σχέση του με την σχολή του Αναξαγόρα», ο Σωκράτης μπορεί να ήθελε να δείξει από την μεγάλη ασημαντότητα  των λατρειών την εμπεριστατωμένη προσήλωσή του στη θρησκεία του Πολιτείας. Στην Απολογία του Ξενοφώντος (Ξεν. Απολ. 10f) ο Σωκράτης φαίνεται να λέει ότι έχει πεποίθηση  (νομίζει) στους θεούς της πόλης και ότι ο καθένας θα μπορούσε να βρεί στις δημόσιες εορτές, μεταξύ των οποίων, χωρίς αμφιβολία, ήταν αυτή των Θαργηλίων.  Αλλά ακόμη και η συμπερίληψη της Σελήνης, η οποία λατρευόταν λιγότερο από τον Ήλιο (Farnell II. 457), δείχνει τη συμμόρφωση του Σωκράτη με τις μικρές λατρείες. Αυτή η πτυχή της ευσέβειας του Σωκράτη ακόμη και στην περίπτωση των μικρότερων θεοτήτων φαίνεται και από άλλες λεπτομέρειες στον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης δείχνει την εμπεριστατωμένη ευσέβειά του στο αίτημά του πριν από το θάνατό του, με το να προσφερθεί ένας κόκορας στον Ασκληπιό, με την προσευχή του στον Πανα, και  με την αποδοχή του στις εθιμικές πεποιθήσεις στις ιστορίες για τον Βορέα (Φαίδ. 118Α, Φαιδρ. 279Β, 229Β). Η λατρεία του για μικρές θεότητες τονίζουν στην Απολογία την ευσεβή αποδοχή της πολιτειακής θρησκείας της Αθήνας. Αντί να είναι απλώς μια απλή νομική στρατηγική, το ζήτημα του Σωκράτη αναδεικνύει ένα σημαντικό γεγονός που προοριζόταν να μιλήσει από μόνο του σε ένα κοινό που θεώρησε τη λατρεία του Ήλιου και της Σελήνης ως πολύ μικρή.

 Σε αντίθεση με τη μικρή του θέση στη θρησκεία, ο ήλιος είναι ένας από τους μεγαλύτερους θεούς στη φαντασία, τη σκέψη και την τέχνη της Ελλάδας. Μια μελέτη για τα επίθετα των θεών αποκαλύπτει την εντυπωσιακή αντίθεση μεταξύ του Ήλιου ως θεού λατρείας και του Ήλιου ως θεού στη σκέψη των ποιητών. Οι ποιητές είδαν τις ομοιότητες μεταξύ των ακτινών του ήλιου και των βελών του Απόλλωνα και ξεκίνησαν τη διαδικασία αναγνώρισης του Ήλιου και του Απόλλωνα (Rose, A Handbook of Greek Mythology 1929, 33 σελ.), Στον Ευριπίδη (θρ. 781 Nauck) λαμβάνουμε μια νύξη αυτής της συνένωσης, στα μέσα του -5ου αιώνα, μια ταυτοποίηση όμως που δεν αντικατοπτρίζεται στην Ελληνική θρησκεία μέχρι τη συγκρητική Ελληνιστική περίοδο.

Οι ποιητές αναπτύσσουν τον ήλιο όχι μόνο ως θεός αλλά και ως σύμβολο. Ο ήλιος και το φως του γίνονται το σύμβολο της αγνότητας,  της αθανασίας και της αλήθειας. Ο Πίνδαρος είναι ο ποιητής κατ ‘εξοχήν του ήλιου και του φωτός του (Πινδ. Πυθ. 9, 20· 8. 95-97· Ολ. 7, 60· θρ. 214). Ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής αναπτύσσουν περαιτέρω τη συμβολική του σημασία και ο Σοφοκλής αναδεικνύει τον Ήλιο στον δημιουργό των πάντων. Περιγράφει τον Ήλιο ως «τον πάντων θεών πρόμον Άλιον» (Οιδ. Τυρ. 660) και απευθύνεται σε αυτόν ως έναν από στον οποίο «οι σοφοί λέγουσι γεννητήν θεών –και- πατέρα πάντων» (θραύσμα 1017). Αυτός ο υπαινιγμός στους «σοφοί» είναι προκλητικός. Θα μπορούσε ο Σωκράτης να θεωρηθεί ως ένας από τους «σοφοί» που αντιλήφθησαν τον Ήλιο με τέτοιο φως; Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα στοιχεία που παρουσίασε ο Αθηναίος ξένος στους Νόμους δείχνουν το ίδιο συμπέρασμα. Ονομάζει τον ήλιο και το φεγγάρι «μεγάλοι θεοί» (821Β), και ο ήλιος αντικατοπτρίζει στην ομαλή του κίνηση την θεϊκή ψυχή (897D ff.). Στην Πολιτεία  ο ήλιος είναι θεός και απόγονος του Καλού (508). Λαμβάνοντας υπόψη τη σύγκριση με το θρ. 1017 του Σοφοκλή είναι σχεδόν αδύνατη η αντίληψη του ήλιου ως της μεγαλύτερης θεότητας να είναι αρχέτυπη με τον ίδιο τον Πλάτωνα, ανεξάρτητα από το ερώτημα αν ο Σωκράτης είναι η πηγή των μεταφυσικών απόψεων που εκφράζει ο συμβολισμός του ήλιου στη Πολιτεία. Είναι χαρακτηριστικό του Σωκράτη να εξετάζει τις εσωτερικές σφαίρες των αντικειμένων, και λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω σκέψεων, είναι απίθανο να αποκλείσουμε τον Σωκράτη από τη λίστα των ποιητών και φιλοσόφων που εμβαθύνουν και επέκτειναν τον ήλιο σε έναν μεγάλο θεό και σύμβολο. Εν μέσω αυτών των πιθανοτήτων έχουμε μια συγκεκριμένη πρόταση – ότι οι αντιλήψεις του ήλιου στην Απολογία και τη Πολιτεία συνδέονται ολοκληρωτικά πάνω στο πρόσωπο του Σωκράτη. Ο παραλληλισμός της φράσης «ώσπερ και οι άλλοι» (26D) με την «όνπερ και συ…και οι άλλοι» (506D) δείχνει ότι ο Σωκράτης μπορεί να έχει φυτέψει το σπόρο του συμβόλου αν όχι την αντίληψη που απεικονίζει.

Συνοψίζοντας, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Σωκράτης χαρακτηρίζει τόσο τις θρησκευτικές όσο και τις επιστημονικές παραδόσεις για τον ήλιο. Στην θρησκευτική του αντίληψη, ο Σωκράτης είναι επίσημος λατρευτής και στοχαστής πάνω από την κυριαρχία των μορφών· αντιλαμβάνεται τον ήλιο ως μεγάλο θεό, ίσως αυτό που φτιάχτηκε για να εκφραστεί στη Πολιτεία. Στην επιστημονική παράδοση μελέτησε τον ήλιο ως στοιχείο της επιστημονικής κοσμογονίας, μια αντίληψη που χρησιμοποιείται για επεξηγηματικούς σκοπούς. Αυτή είναι  η χρήση του ήλιου που ο Πλάτων κληρονόμησε από τον δάσκαλό του και αργότερα επεκτάθηκε μεταφυσικά στο δικό του έργο. Στην Απολογία και στο Συμπόσιο έχουμε συγκεκριμένα βιογραφικά γεγονότα που αφορούν την λατρεία του Σωκράτη  για τον ήλιο. Ο Πλάτων αντικατοπτρίζει την επίσημη και θρησκευτική του φύση στους Νόμους· την κοσμολογία του στον Τίμαιο. Μόνο στη Πολιτεία, ωστόσο, το σύμβολο είναι ενωμένο σε όλες τις φάσεις του. Εκεί προσδίδει το σύμβολο με ένα δικό του βάθος, ωστόσο, με μια σημασία που βγήκε από τη ζωή του Σωκράτη.

Ο Ήλιος στην Ελληνιστική  Ρωμαϊκή περίοδο

Η λατρεία του Ήλιου ως κύρια λατρεία σε όλες τις πτυχές του θρησκευτικού βίου  κατ’ ουσίαν  είναι προϊόν της ελληνιστικής εποχής, που συνδέθηκε και σχετίστηκε με τη γενική εξάπλωση κοσμικών και αστρικών πεποιθήσεων την εποχή του Αλεξάνδρου.  Η Ροδιακή λατρεία είναι μια εξαίρεση.  Ο θεός υπόκυπταν  σε ειδικό σεβασμό στην Ελληνιστική Αίγυπτο, όπου ταυτίστηκε με τον παλιό αιγυπτιακό θεό του Ήλιου στις διάφορες εκδηλώσεις του.  Ο Ήλιος- Σεράπις ήταν μια από τις πολλαπλές συγκριτικές πτυχές υπό τις οποίες διαδόθηκε η λατρεία του Ήλιου από την Πτολεμαϊκή δυναστεία,  που είδε στη θεότητα ένα μέσο για την ένωση των δύο εθνικών στοιχείων του βασιλείου τους στο όνομα μιας κοινής θρησκείας.  Είναι μια βασική πολιτική πτυχή ανάμεσα στην γεωπολιτική σφαίρα των Πτολεμαίων, που εκείνη την εποχή τον -3ο αιώνα, στην Μίλητο, ιδρύουν έναν βωμό στον Ήλιο.

Όμως, μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, και πιο συγκεκριμένα την εποχή των αυτοκρατόρων, ο Ήλιος είχε ανυψωθεί  στην τάξη μιας καθολικής θεότητας και λατρευόταν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία  orbis  terrarium.  Ενώ ο Καρακάλλα ήταν λατρευτής του Ήλιου, ο Ηλιογάβαλος (+218/+299 ) ήταν στην πραγματικότητα ο πρώτος αυτοκράτορας που έκανε τον Sol (Ηλιο) το αντικείμενο της λατρείας του αρχηγού του  κράτους. Μέχρι το +400  η λατρεία του Ήλιου είχε ωθήσει τον Μακρόβιο για να  γράψει ότι όλοι οι θεοί  «sub caelo sunt» « βρίσκονται κάτω από τον παράδεισο» (Σάτ 1, 17, 2). Επίσης ο Ιουλιανός δήλωνε στα ποιήματα του τους «Ζευς, Άδης, Ήλιος, Σεράπις ως έναν θεό. (Νίλσσον Opuscula III, 31ff). Ο  Ήλιος αναγράφεται ως κοσμοκράτωρ στους Μαγικούς Πάπυρους (Νίλσσον Opuscula III, 149ff). Ο Παυσανίας που έζησε τον 2ο αιώνα καταγράφει ήδη αρκετούς ρωμαϊκούς ναούς  και βωμούς για τον Ήλιο στην Περιήγησή του.

Οι αιγυπτιακές σχέσεις του θεού Sol Ήλιου δεν ξεχάστηκαν ποτέ, και ο Sol όπως ονόμαζαν οι Ρωμαίοι  τον  ήλιο, συνέχισε να συνδέεται με την  Αίγυπτο μέχρι το τέλος της αρχαιότητας.  Ο  Sol αναφέρεται σε επιγραφή του Περγάμου μεταξύ αιγυπτιακών θεοτήτων και εμφανίζεται να συντροφεύεται με αιγυπτιακούς θεούς σε μια τοιχογραφία στην Πομπηία.  Στα εμβλήματα  του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, ο Sol  Ήλιος παριστάνεται πάνω σε έναν κροκόδειλο, το σύμβολο της Αιγύπτου.

James Notopoulos

Αφήστε μια απάντηση