Η ENNOIA TOY «ΒΑΚΧΟΥ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΒΑΚΧΕΥΕΙΝ» ΣΤΟΝ ΟΡΦΙΣΜΟ. Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ.

Η ENNOIA TOY «ΒΑΚΧΟΥ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΒΑΚΧΕΥΕΙΝ» ΣΤΟΝ ΟΡΦΙΣΜΟ. Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ.

Οι έννοιες του προσδιορισμού «β ά κ χ ο ς» και του ρήματος «β α κ χ ε ύ ε ι ν» στο ορφικό  πλαίσιο διαφέρουν στην αξία τους από άλλους θρησκευτικούς κύκλους. Σε γενικές γραμμές, το επίθετο «βάκχος» υποδηλώνει όσους έχουν βιώσει τελετουργίες καθαρμού ή τελετουργικές εκστάσεις. Ο «Βάκχος» και το ρήμα «βακχεύειν» περιγράφουν καταστάσεις μυστικιστικής και καθαρτικής ανύψωσης που είναι ιδιαίτερες με τους ορφικούς ενθουσιώδεις λάτρεις του «Διονύσου Βάκχου». Στην πραγματικότητα, παρά την αντίθεση να συμπεριληφθεί στο πεδίο του Διονυσιακού κύκλου πριν από τον -4ο αιώνα, το όνομα «βάκχος» εφαρμόζεται πάντα – όταν αναφέρεται σε θνητούς – στους οπαδούς του Διονύσου και όχι άλλων θεών. Επομένως, δεν είναι θεωνύμιο  αλλά ένα χαρακτηριστικό που εκδηλώνει μια συγκεκριμένη κατάσταση ανθρώπων ή θεών. Προφανώς, το «βάκχος» συνδέεται με τους λάτρεις του Διονύσου, ο οποίος ονομάζεται «Βάκχος» και «Βάκχιος» σε πολλές μαρτυρίες. Ακόμα, το «Βάκχος» δεν είναι πανομοιότυπο με τον Διόνυσο, γιατί ένας μυημένος μπορεί να λάβει το όνομα «Βάκχος» αλλά ποτέ το «Διόνυσος».

 Όσον αφορά το ρήμα «βακχεύειν», στις παλαιότερες μαρτυρίες δηλώνει την κατάσταση που επιτεύχθηκε όταν κάποιος εμπνεύστηκε ή κατακτήθηκε από ένα θεό. Μεταξύ των πρώϊμων συγγραφέων, η Βακχική γλώσσα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη Διονυσιακή ποίηση και το τελετουργικό·, αλλά μόνο με τον Ευριπίδη αποκτά η βακχική ορολογία την ιδιαίτερη αίσθηση που της δίνει η παραδοσιακή κριτική, βάσει της λατρείας του Διονυσιακού πλαισίου. Σε αυτό το πλαίσιο, το ρήμα «βακχεύειν» μπορεί να αναφέρεται, τόσο στο συναίσθημα όσο και στην απόδοση των βακχικών τελετών που προκάλεσαν τέτοιο ενθουσιασμό. Στην πραγματικότητα, το ρήμα είναι ένας παλιομοδίτικος όρος για το όνομα  που δηλώνει την άσκηση, την άσκηση μιας δραστηριότητας. Προέρχεται από το «βακχεύς», ένα παράγον όνομα που έλαβε ο Διόνυσος όταν ενεργεί ως «βάκχος», καθώς, και οι οπαδοί του όταν τον μιμούνται και συμπεριφέρονται ως «βάκχοι».  Ο λατρευτής και ο θεός περιγράφονται από την τελετουργική δραστηριότητα. Σε γενικούς όρους, το ρήμα «βακχεύειν» μπορεί να μεταφραστεί ως «για να βιώσετε βακχική ψευδαίσθηση  ή έκσταση», που επιτυγχάνονται εκτελώντας αρκετές τελετές, όπως να φέρει κάποιος τον θύρσο, να κοσμεί κάποιος τον εαυτό του με τον κισσό ή με τη «νεβρίς» (Ευρ. Φοιν. 792.12· νεβρίς ἐστι δέρμα ἐλάφου κατάστικτον ὃ φοροῦσιν οἱ βακχευταί), να  φωνάζει κάποιος  «ευοί» (Ησύχ. εὔσαμα: ἀναφώνημα εὐαστικόν, καὶ βακχικὸν ἐπίφθεγμα. καὶ γὰρ τὸ βακχεύειν εὐάζειν, καὶ σαβαῖοι βακχεύοντες),  «σαβοί» (Ησυχ. σαβάξειν: εὐάξειν βακχεύειν),  να χορεύει (Ησυχ. ὀρχεῖται: διασείεται. βακχεύει) ή να πίνει, κυρίως κρασί (Σχολ. Αριστ. Νεφ. 606.1: κωμαστὴς· Ὅτι καὶ μεθύοντες βακχεύονται καὶ ὥσπερ ἐκμαίνονται).

Αλλά υπάρχουν επίσης περιπτώσεις, μερικές από αυτές πρώϊμες, μιας εικονιστικής χρήσης του «βακχεύειν» για να περιγράψει το παραλήρημα και την έκσταση των λυριστών (Πλ. Ίων 534a, Νομ. 700d) ή την κατάσταση της τελειότητας της ανθρώπινης ψυχής (Προκλ. 3.11).

 Μετά από αυτήν τη σύντομη εισαγωγή, θα προσπαθήσουμε να βρούμε τις ιδιαιτερότητες που εμφανίζονται από to βάκχος και τo βακχεύειν στις μαρτυρίες που συνδέονται με τον ορφισμό. Πάνω απ ‘όλα, πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελούνται από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό κειμένων, τα οποία περιλαμβάνουν αποσπάσματα του Ηράκλειτου (θρ. 27), Ηρόδοτου (4.79),  Ευριπίδη (Ιππ.952-954, Κρητ. θρ. 472.15),  Πλάτων (Φαιδ. 55, 69c), και Κλήμης της Αλεξάνδρειας (Προτ. 2.16.3), το έλασμα  Ιππώνιον (Ο.Α. 474.15-16) (-5ος αιώνας) και επιγραφές στην Κύμη της Καμπανίας (Μεγάλη Ελλάδα) (περίπου μέσα του -5ου αιώνα) και στο Λάτιο (Μεγάλη Ελλάδα) ( Torre Nova +2ος αιώνας). Επομένως, εάν εξαιρέσουμε το κείμενο Κλήμεντος Αλεξ. και την επιγραφή της Torre Nova, το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων ανήκει σε μια περιορισμένη περίοδο, μεταξύ του -6ου και του -4ου αιώνα. Ομοίως, το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται οι όροι είναι πολύ ακριβείς, γιατί περιορίζονται σχεδόν πάντα στις τελετές και τις κηδείες.

Βάκχος

Ας ξεκινήσουμε με τον όρο «βάκχος». Εάν σκοπεύουμε να κάνουμε μια σύγκριση με τα βασικά στοιχεία άλλων μυστηρίων, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι με τι είδους τελετές συνδέονται οι βάσεις των ορφικών «βάκχων» στις πηγές.  Ο Ηράκλειτος επικρίνει τους μυημένους και τους βάκχους, τους «μάγοι» και τους «νυκτιπόλους» που εκτελούν τελετές.  Σε ορφικά περιβάλλοντα, οι «μάγοι» αναφέρονται στον Πάπυρο του Δερβενίου (Τμ. 2 ,O.Α 471), σε σχέση με μιά ἐπῳδή με προσφορές και χοές. Όσον αφορά το επίθετο νυκτιπόλος, «νυχτερινός περιπλανώμενος»,  αναφέρεται σε ιδιωτικές και μυστικές τελετές (Λουκ. Περεγρ. 29.8). Σε αυτό το απόσπασμα, ο Ηράκλειτος αναφέρει επίσης το πυρ, το οποίο μερικές φορές ταυτίζεται με τον Διόνυσο. Σε ένα απόσπασμα των Κρητών του Ευριπίδη, αναφέρεται μια τελετή που αποτελείται από φέροντες τις δάδες (Κρητ. θρ. 472.13).  Σε αυτές τις τελετές προστίθενται και άλλα όπως το ποτό (Ο.Α 474.15–16) – ίσως το νερό (Ο.Α 471): ἱεροις ἐπισπένδουσιν ὕδωρ καὶ γάλα, ἐξ ὧνπερ καὶ τὰς χοὰς ποιοῦσι) ή το κρασί (O.Α  485.6) – που αναφέρονται στο πινάκιο Ιππώνιον. Μια άλλη κοινή δραστηριότητα στις εορταστικές εκδηλώσεις  είναι να φέρουν θύρσους (Πλ. Φαιδ.Pl.  69c, Πλουτ. Αλεξ.  2.9,  Κλημ. Προτ. 2.16.3, Προκλ. σχ. Ησιοδ.  52). Όπως είναι γνωστό, ο θύρσος είναι συνηθισμένος στις παραστάσεις των Μαινάδων στις λατρείες του Διονυσιακού πλαισίου (Ευρ. Βακ 113) αλλά μεταξύ των ορφικών, ένα τέτοιο όργανο αποκτά ιδιαίτερες σημασίες λόγω της ύπαρξης ενός μύθου που αφηγείται πώς οι Τιτάνες προσέλκυσαν τον Διόνυσο με τον θύρσο και τελικά τον διαμέλισαν. Οι Τιτάνες θεωρούνται οι πρόγονοι των ανθρώπων, οι οποίοι άνθρωποι , αντίστοιχα, είναι οι κληρονόμοι της τιτανικής ενοχής. Επομένως, είναι σκόπιμο να θυμάστε αυτόν τον μύθο όταν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τη χρήση του θύρσου μεταξύ των ορφικών. Ο Κλήμης της Αλεξάνδρειας αναφέρει τον θύρσο με τον οποίο στέφονται οι βάκχοι – στην περίπτωση αυτή, οι λατρευτές που εορτάζουν τα μυστήρια του Σαβάζιου – και ένα απόσπασμα από τον Πλατωνικό Φαίδο (Φαιδ.  69c)  αναφέρεται σε μια γνωστή ορφική γραμμή:

ναρθηκοφόροι με πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι

«πολλοί φέρουν τον θύρσο, λίγοι οι βάκχοι».

Σύμφωνα το πλαίσιο στο οποίο βρίσκουμε αυτή την πρόταση, είναι πολύ πιθανό η έκφραση να εκφραστεί (φασιν) από εκείνους που συμμετείχαν στο τελετουργικό (οι περί τας τελετάς). Αυτό πιθανότατα θα συνέβαινε κατά την εκτέλεση μιας τελετής στην οποία οι θύρσοι είναι μέρος της και στην οποία παίζεται η τραγική μοίρα του Διονύσου. Αυτή η υπόθεση φαίνεται να επικυρώνεται σε λίγες γραμμές από τον Πρόκλο σύμφωνα με τον οποίο όσοι εορτάζουν τον Διόνυσο φέρουν τον θύρσο (Σχολ. Ησ. 52).

Όπως είπαμε παραπάνω, ο ορφικός μύθος του διαμελισμού θα μπορούσε να δώσει ένα πλαίσιο στην προέλευση της έκφρασης που ανέφερε ο Πλάτωνας. Όχι μάταια, δύο αποσπάσματα του Δαμάσκιου επιμένουν ότι οι Τιτάνες είναι οι θύρσοι-ναρθηκοφόροι και ότι, κατ ‘επέκταση, αυτοί που ζουν σαν τους Τιτάνες ονομάζονται ναρθηκοφόροι (Σχ. Φαιδ. 1.170). Τέλος, δεδομένου ότι είναι μια αναφορά μακρά και συχνά συζητείται, δεν βλάπτει να πάμε σε κάποια διαφορετικά επίπεδα της αυτής της έκφρασης.  Ο ίδιος ο Πλάτωνας παρατήρησε τις διπλές έννοιες που προσέφερε και ερμήνευσε τους βάκχους ως αυτούς που είχαν φιλοσοφήσει σωστά. Οι περισσότεροι από τους σχολιαστές του Πλάτωνος απλώς έλαβαν από αυτήν τη φιλοσοφική ερμηνεία αυτής της αναφοράς (Κλημ Στρ. 1.19.92.3).

Δεν θα χρησιμοποιήσω αυτές τις πηγές, καθώς σκοπός μου είναι να καθορίσω το νόημα της πρότασης σε μυστικούς κύκλους. Ορισμένοι σύγχρονοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η έκφραση αντικατοπτρίζει τη διχοτομία μεταξύ των βωμολοχιών και των μυημένων, έτσι ώστε οι «θυρσοφόροι» (ναρθηκοφόροι) να είναι ισοδύναμοι με τους βέβηλους, και οι «βάκχοι» για τους μυημένους. Αν ναι, οι «θύρσοι» θα αναφερόταν στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας που φέρει πίσω του τη θλιβερή κληρονομιά των Τιτάνων.

Από την άλλη πλευρά, οι βάκχοι αυτοί που έχουν καταφέρει να απελευθερωθούν από αυτήν την ενοχή. Αυτή η επεξήγηση φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα με την αντίθεση που εξέφρασε ο Πλάτων σε προηγούμενες γραμμές μεταξύ του βέβηλου και των μυημένου, καθώς και με το πεπρωμένο που περιμένει τον πρώτο και τον δεύτερο. Ωστόσο, διαφωνώ με αυτήν την εξήγηση, πρώτα για φιλολογικούς λόγους.

 Η έκφραση δεν αναφέρεται ως αποκλειστική αντίθεση του τύπου «οι μεν. . . οἱ δὲ), αλλά σηματοδοτεί μια περιεκτική αντίθεση «πολλοί μεν….δε τε παύροι» (Πολλοί….αλλά μερικοί) – αυτό μπορεί να σημαίνει ότι, μεταξύ των πολλών θυρσοφόρων, μόνο λίγοι θα είναι ή θα γίνουν βάκχοι.

Με τον ίδιο τρόπο, η τιτανική κληρονομιά μεταφέρεται από ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τους βέβηλους, αλλά και τους μυημένους που προσπαθούν να απελευθερωθούν από αυτήν σε αυτή τη ζωή.

Δεύτερον, σύμφωνα με το απόφθεγμα που αναφέρεται στον Πλάτωνα, οι μυημένοι πιστοί παίζουν τον ρόλο των Τιτάνων, την ενσάρκωση του βέβηλου. Ωστόσο, δεν είναι αδύνατο οι πιστοί να ταυτίζονται με τον ίδιο τον Διόνυσο, στον οποίο οι Τιτάνες έδωσαν στον θύρσο. Στην πραγματικότητα, σε έναν ορφικό ύμνο (42.1), ο Διόνυσος ονομάζεται «θύρσος-φορέας» και οι Ρόδιοι λάτρευαν έναν Διονύσο Ναρθακαφόρο.

Μια δεύτερη ερμηνεία υπερασπίζεται το επιχείρημα ότι τόσο οι θύρσοι όσο και οι βάκχοι είναι μυημένοι, αλλά με διαφορές μεταξύ τους. Αυτή η ερμηνεία επιτρέπει διαφορετικές επεξηγήσεις.

Πρώτον, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η έκφραση χρησιμοποιήθηκε από τους ορφικούς οπαδούς για να ξεχωρίσουν από τους οπαδούς του Διονύσου, έτσι ώστε οι «θύρσοι» να είναι οι Διονυσιακοί οπαδοί εν γένει, ενώ ο όρος «βάκχοι» να περιορίζονται μόνο στους ορφικούς. Αν και αυτή η ερμηνεία φαίνεται αρχικά σωστή, δεν ταιριάζει καλά με το τελετουργικό πλαίσιο στο οποίο ο Πλάτων τοποθετεί την έκφραση.

Γιατί όμως οι ορφικοί να ήθελαν να εκθέσουν σε ένα τελετουργικό μια πρόταση με την οποία να εκδηλώσουν τη διαφορά τους από τους υπόλοιπους του οπαδούς του Διονύσου;

 Εξάλλου, δεν βρίσκουμε κάποια προτεινόμενη πρόθεση των ορφικών οπαδών να ξεχωρίσουν από τους Διονυσιακούς οπαδούς. Αντίθετα, αν και υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ των δύο, έχουν ξεπεραστεί από τη σύγχρονη κριτική.

Άλλοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η πρόταση αναφέρεται σε διαφορετικούς βαθμούς μύησης ανάλογα με την αυθεντικότητα της εκστατικής εμπειρίας,  έτσι ώστε οι βάκχοι να είναι μύστες υψηλότερου επιπέδου, ενώ οι ναρθηκοφόροι να ανήκουν σε χαμηλότερο. Αυτή η ερμηνεία θα ήταν αποδεκτή σε ένα μυστικό περιβάλλον όπως αυτό της Ελευσίνας, όπου οι διαφορές του επιπέδου στη μύηση αποδεικνύονται εκτενώς, αλλά όχι στην ορφική λατρεία, οι τελετές των οποίων δεν δείχνουν τέτοια εξειδίκευση.

 Η εξήγηση που βρίσκω πιο πειστική για αυτό το απολογητικό ορφικό εξάμετρο, προβλέποντας ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του βάκχου που θα αναλύσουμε σε αυτή τη μελέτη, είναι ότι η έκφραση δείχνει ότι πολλοί μπορούν να λάβουν μέρος στις μυστικές τελετές, αλλά λίγοι μπορούν να φτάσουν στην κατάσταση του βάκχου, δηλαδή, εκείνων που φτάνουν στην πραγματική ένωση με τη θεότητα.

Αυτή η ερμηνεία διαφέρει από τις προηγούμενες σε διάφορα σημεία, αλλά συμφωνεί στο θεμελιώδες: υπάρχει διαφορά μεταξύ των θύρσων και των βάκχων. Αλλά αυτό που αλλάζει δεν είναι η ίδια η ιεροτελεστία, αλλά η συμμετοχή των οπαδών σε αυτήν και στα ορφικά δόγματα. Με αυτόν τον τρόπο, ναρθηκοφόροι, «θύρσοι», υποδηλώνονται από την συνεκδοχή  εκείνων που εκτελούν τελετές, τους μυημένους που πρέπει ακόμη να ταξιδέψουν σε ένα μακρύ ταξίδι για να απελευθερωθούν από την τιτανική κληρονομιά που μοιράστηκαν με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Για να επιτευχθεί η τελική μετατροπή σε βάκχο και να πραγματοποιηθεί η επακόλουθη ένωση με τον θεό στην άλλη ζωή, είναι απαραίτητο να γίνει δέσμευση σεβασμού  στους ορφικούς κανόνες. Μόνο λίγοι από όλους τους ναρθηκοφόρους θα φτάσουν σε αυτό.

Σύμφωνα με αυτήν την επεξήγηση, η πρόταση που εκφωνείται  στο τελετουργικό μπορεί να είναι ένα είδος προειδοποίησης και ενθύμησης: οι μύστες είναι ναρθηκοφόροι, κληρονόμοι της τιτανικής ενοχής και θα συνεχίσουν να είναι ναρθηκοφόροι, όσο δεν θα σέβονται τις ορφικές αρχές.

Η περιστασιακή παράσταση μιας ιεροτελεστίας  στην οποία κάποιοι φέρουν τον θύρσο δεν είναι αρκετή.

Ο ορφισμός υπονοεί μια φιλοσοφία της ζωής που ξεπερνά τα όρια της λατρευτικής πρακτικής. Ο Πλάτων προτείνει επίσης αυτή την ιδέα με τη χρήση των τέλειων συμμετεχόντων, τον «κεκαθαρμένο», και τον «τετελεσμένο»  – θα επιστρέψουμε  ξανά στο νόημά τους – σε ένα προηγούμενο πλαίσιο στο οποίο διαπιστώνεται η ανισότητα των μοιρών του βέβηλου και του μυημένου (Πλ. Πολ.  366a).  

Αυτή η επεξήγηση, επιπλέον, φαίνεται να είναι πιο αποδεκτή από φιλολογικής απόψεως, γιατί εκφράζει μια αποκλειστική αντίθεση του είδους «πολλοὶ μὲν. . . δέ τε παῦροι», (πολλοί. . . λίγοι).  Στην πραγματικότητα, η ερμηνεία της έκφρασης, από τους χριστιανούς συγγραφείς (Κλήμης Αλεξανδρινός) «πολλοί είναι οι καλούμενοι, λίγοι είναι οι επιλεγέντες» πηγαίνει επίσης προς αυτή την κατεύθυνση.

 Και στην ιδιότυπη φιλοσοφική του επεξήγηση  της κατεύθυνσης αυτής, ο Ολυμπιόδωρος (Σχ. Φαιδ. 7.10)  ταυτίζει τους κομιστές του θύρσου με τους πολιτικούς φιλόσοφους και τον θύρσο που φέρει ο βάκχος  με τους καθαρμένους.  

Βακχεύειν

Ας ακολουθήσουμε όμως τις έννοιες  «βάκχος» και «βακχεύειν». Σε όλα τα αναλυόμενα αποσπάσματα, ο βάκχος εκτελεί τελετουργίες που είναι παρόμοιες με αυτές που βρίσκουμε σε άλλες μυστικές λατρείες, ιδίως εκείνες γύρω από τον Διόνυσο. Στην πραγματικότητα, η εκστατική εμπειρία που περιγράφεται από τον Ευριπίδη στη τραγωδία Κρήτες συμπίπτει με αυτήν που περιγράφεται στις Βάκχες (120–167). Ενώ η εμπειρία των Μαινάδων Βακχευτών  φαίνεται να έχει τον στόχο της στη δική της σφαίρα, ωστόσο, το τελετουργικό των Κρητών προσδίδει ένα μόνιμο σημάδι: περιλαμβάνει τον μυημένο στην κατηγορία του βάκχου και τον κάνει «ὅσιο».

Άλλα κείμενα τονίζουν τις διαφορές μεταξύ των ορφικών βάκχων και των Διονυσιακών Βακχών.  Για παράδειγμα, η αναφορά του Ευριπίδη στον Ιππόλυτο (Σχ. σε Ευρ. Ιππ. 954.1) φαίνεται να δείχνει ότι υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ του «βακχεύειν» και της πρακτικής του ορφικού βίου, τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής αυτής της λατρείας, ο οποίος περιλαμβάνει μια ασκητική ζωή και  τέλεση ανελλιπών τελετών.

Για τους ορφικούς, το βακχεύειν συνίσταται στο να ακολουθήσει κάποιος τις αρχές της ορφικής ζωής, μεταξύ των οποίων είναι η χορτοφαγία, η άρνηση στην αιματοχυσία και η συμμετοχή σε τελετές κατά τις οποίες διακηρύσσονται ορισμένα δόγματα. Με αυτόν τον τρόπο, η αξία του ορφικού «βακχεύειν» διαφέρει από δύο από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του: τη βίαιη δραστηριότητα και την παροδικότητα της έκστασης.

Οι ορφικοί δεν αποποιούνται τη χρήση αυτού του ρήματος, αλλά έχουν αλλάξει το νόημά του, απορρίπτοντας τις βίαιες πτυχές του. Άλλωστε, ο μη ορφικός Διόνυσος μπαίνει σε έκσταση με την αιματηρή θυσία.  Ο ορφικός, από την άλλη πλευρά, κατανοεί την έκσταση ως τελική προϋπόθεση ευλογίας που επιτυγχάνεται μέσω μιας προσωπικής πρακτικής ασκητισμού (άσκησις). Η άσκησις είναι στην πράξη ισοδύναμη με την αποδοχή του ορφικού βίου. Η εμμονή που υπονοείται στο βακχεύειν μπορεί να φανεί στη χρήση του τέλειου συμμετέχοντος, τον «βεβαχχευμένον», που βρίσκεται σε επιγραφή της Κύμης (Μ. Ελλάδα).  

Η λεκτική μορφή έχει μεταφραστεί με διαφορετικούς τρόπους, «μυημένος» είναι η πιο συνηθισμένη,  αν και αυτή η μετάφραση δεν καλύπτει όλες τις αποχρώσεις της (Nilsson 1957).  Η χρήση της τέλειας έντασης μας επιτρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι ένα απλό  ή μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια κατάσταση που προκύπτει από μια τακτική πρακτική· κάποιος που προσπάθησε να γίνει βάκχος, έζησε   αυτήν την προσπάθεια της «άσκησις».

 Με τον ίδιο τρόπο, στο απόσπασμα του Πλατωνικού Φαίδωνος , οι τέλειοι συμμετέχοντες κεκαθαρμένος και τετελεσμένος εκφράζουν τη διαρκή κατάσταση που έφτασαν οι μυημένοι που έχουν εκτελέσει τις τελετές και έχουν καθαρθεί· οι βάκχοι ταυτίζονται μόνο μαζί τους.

 Το να είσαι βεβαχχευμένος είναι το αποτέλεσμα της δράσης του ατόμου που φιλοδοξεί να επιτύχει την κατάσταση του βάκχου μέσω του βακχεύειν.

Ο Ορφισμός, λοιπόν, είναι διαφορετικός από εκδηλώσεις του Διονυσιασμού στο ότι, για τους ορφικούς, το βακχεύειν  δεν είναι μια παροδική δράση, ένα εφήμερο παραλήρημα, αλλά μια συνεχής άσκηση μέσω της οποίας μπορεί κανείς να επιτύχει μια μόνιμη κατάσταση οσιότητος, σύμφωνα με τους ορφικούς. Ο μυημένος δεν αναζητά την προσωρινή έκσταση που τελειώνει με τις συλλογικές εορτές, αλλά μια διαρκή κατάσταση που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της εσωτερικοποίησης της τελετής.

 Αυτή είναι η μεγάλη καινοτομία του ορφισμού. Το «Βακχεύειν» ξεπερνά τα όρια μιας απλής τελετουργίας ή μύησης και γίνεται αναφορά για τη συνεχή δραστηριότητα των οπαδών αυτού του τρόπου ζωής. Παρ ‘όλα αυτά, ένα απόσπασμα του Ηρόδοτου δείχνει την πιθανότητα ότι η εκτέλεση ορισμένων τελετών θα μπορούσε να προκαλέσει καταστάσεις καθαρτικής διέγερσης (Ηροδ. 4.79 (O.Α 563).  Με το ρήμα «βακχεύειν»,  ο ιστορικός περιγράφει την κρίση διέγερσης και την κατάσταση της θρησκευτικής έκστασης παρόμοια με την τρέλλα που έφτασε ο Σκύθης  βασιλιάς Σκύλης , που εξουδετερώνει το εγώ του και τον αποξενώνει από τη θεότητα.

Η μικρή διαφορά μεταξύ του αποσπάσματος του Ευριπίδη και αυτό του Ηρόδοτου συνίσταται στο ότι, στον Ευριπίδη, το «βακχεύειν»  αναφέρεται στο σύνολο και εκδηλώνει έναν τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, ενώ στον Ηρόδοτο το ρήμα αναφέρεται μόνο στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία που περιλαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο ζωής. Η σύνδεση των ορφικών βάσεων με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής επιβεβαιώνεται στο επίσημο επίπεδο από τη συχνή συσχέτιση με τον όρο «μύστης».

Στις περισσότερες από τις μαρτυρίες, ο βάκχος εμφανίζεται μαζί με τον «μύστη», το οποίο αποκαλύπτει ότι ο οπαδός ανήκε σε μια επιλεγμένη ομάδα, πρόσβαση η οποία αποκτήθηκε μέσω μύησης.  

Ο Ηράκλειτος είναι η πρώτη από τις πηγές μας που δείχνει μια σύνδεση μεταξύ μυστών και βάκχων (Burkert 1980, 37–38) και αναφέρει ρητά τη σύνδεση και των δύο όρων με τα μυστήρια. Το θραύσμα των Κρητών του Ευριπίδη  και το πινάκιο του Ιππωνίου δείχνουν ότι αυτό το είδος λατρείας ζει μια συγκεκριμένη εμπειρία,  εκστατικού χαρακτήρα, που  αλλάζει έναν μυημένο και τον μετατρέπει σε έναν «βάκχο».

 Στην Ορφική έκφραση που αναφέρεται στον Φαίδων, ο «βάκχος», σε αντίθεση με τους μη αρχάριους, ταυτίζεται με αυτούς που έχουν καθαρθεί και έχουν εκτελέσει ορισμένες τελετές. Στον Ηρόδοτο, η μύηση προηγείται και προϋποθέτει την πράξη βακχεύειν·  μπορεί κανείς να γίνει βάκχος μόνο μέσω προσωπικής μύησης.

Οι Σκύλης έπρεπε να μυηθεί πριν μπορέσει να συμμετάσχει στη τελετή και να συμπεριφερθεί σαν βάκχος. Το ρήμα «λαμβάνω» που χρησιμοποίησε ο Ηρόδοτος μπορεί να δείχνει τη συμβολική υιοθέτηση από τον θεό,  που τον παραλαμβάνει μεταξύ των μυημένων του σε αντάλλαγμα για την προσωπική «άσκησις» που εκφράζεται στο «βακχεύειν».

Οι προτεινόμενες αξίες που αποδίδονται  για τον  βάκχο και το βακχεύειν μας επιτρέπουν να λύσουμε το παλιό ερώτημα σχετικά με τις διαφορές μεταξύ «μυστών» και «βακχών». Οι μύστες και οι βάκχοι μοιράζονται τελετές και πεποιθήσεις, αλλά οι όροι δεν εκφράζουν δύο διαδοχικούς βαθμούς μύησης· μάλλον, δείχνουν ότι οι βάκχοι είναι μια ειδική ομάδα που ξεχωρίζει μεταξύ των μυστών.  Η έκφραση μύσται καὶ βάκχοι είναι διττή έκφραση στην οποία ο βάκχος αναφέρεται στον μύστη που μπόρεσε να συμπεριφερθεί  στις αρχές του ορφικού βίου.

Σύμφωνα με το θραύσμα των Κρητών, ο μυημένος (μύστης) που συμφωνεί να ακολουθήσει μια ασκητική ζωή, αποκηρύσσοντας το σεξ και τη σάρκα και αποφεύγοντας την επαφή με τους νεκρούς, ονομάζεται βάκχος. Ο όρος βάκχοι καθορίζει τους μύσται·  μόνο εκείνοι που έχουν προσπαθήσει να βακχεύσουν με συνεχή και σταθερα κραταιό τρόπο θα προχωρήσουν στο ιερό μονοπάτι που – στο πινάκιο του Ιππωνίου – οδηγεί στον παράδεισο των ευτυχισμένων.

 Το πραγματικό προνόμιο των βάκχων  είναι ότι τίθενται σε ένα  επίπεδο, ακόμη και με το όνομά τους, με τη θεότητα στην οποία είναι αφιερωμένοι· τον Διόνυσο Βάκχο.  Ο πιστός στον Βάκχο είναι ο ίδιος βάκχος ενώ ο θεός είναι, εξίσου, βάκχιος όπως ο λατρευτής του.  Ο ίδιος ο Δαμάσκιος μας λέει ότι ο λατρευτής μπορεί να φέρει το όνομα του θεού (Σχ. σε Φαιδ. 1.171) μόλις κατορθώσει και εξαγνιστεί από αυτόν. Η ταύτιση μεταξύ του μυημένου και του θεού είναι κοινή στις ορθολογικές λατρείες.  Αυτό δεν είναι νέο στον ορφισμό, όπου η αναζήτηση της θεϊκής ένωσης από τους πιστούς και τους ιερείς  φαίνεται να είναι συνεχής.

 Σε δύο φύλλα από τους Θούριους της Νότιας Ιταλίας, υπάρχει ένας χαιρετισμός στον θιασώτη που έχει αποκτήσει την κατάσταση του θεού (O.Α 487 (θρ. 32f Kern) θεὸς ἐγένου ἐξ ἀνθρώπου) μετά το θάνατό του. Στην επίγεια τελετή, επιπλέον, οι ιερείς περιγράφονται συχνά με διακριτικά χαρακτηριστικά της κύριας θεότητας. Δύο περιπτώσεις αυτού είναι ο όρος νυκτιπόλος, «νυχτερινός περιπλανώμενος», που αναφέρεται στους ιερείς του Ηρακλή και στον Διονύσο Ζαγρέα  στο θραύσμα των Κρητών του Ευριπίδη· και η περιστασιακή χρήση για τους ορφικούς ιερείς του όρου βουκόλοι, μια ονομαστική ιδιότητα του Διονύσου με κέρατα ταύρου. (Σοφ. θρ. 959).  Από την άλλη πλευρά, είναι πιθανό ότι στο επίσημο επίπεδο, η ταύτιση με τον Βάκχο αποδεικνύεται με τη χρήση του αρσενικού επιθέτου βάκχος. Στην πραγματικότητα, είναι σημαντικό  ότι το θήλειο βάκχη δεν βρίσκεται σχεδόν καθόλου στις ορφικές μαρτυρίες, αν και αυτές οι λατρείες επέτρεψαν στις γυναίκες να συμμετάσχουν και βάκχαι είναι ένας κοινός όρος σε άλλους μυστικούς κύκλους για την περιγραφή των ανδρών και γυναικών οπαδών του Βάκχου (Αλκμαν 7.14, Αισχ. Ευμ. 25, Αριστ. Νεφ. 605, Πλουτ. Ιων 534a). Η απουσία των   γυναικών φαίνεται να δείχνει ότι το βάκχος δεν είναι απλώς ένα από τα ονόματα των πιστών αλλά περιγράφει επίσης μια συγκεκριμένη ποιότητα αυτών – την ταύτιση με τη θεότητα – που η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει με την θήλεια βάκχη.  Ίσως γι΄αυτό το λόγο το θηλυκό δεν εμφανίζεται σε κάποιο ορφικό πλαίσιο, εκτός από την επιγραφή της Torre Nova, ένα μεταγενέστερο κειμένου (+2ος αιώνας), στο οποίο ο άρρεν βάκχος, που υπάρχει και σε αυτήν την επιγραφή, έχει ήδη χάσει τις αποχρώσεις του νοήματος και τόσο οι άνδρες  όσο και οι γυναίκες αναφέρονται απλώς ως μέλη μια βακχικής ομάδος.

Είναι επίσης πιθανό ότι σε ορφικούς κύκλους το θηλυκό βάκχαι δεν χρησιμοποιείται λόγω της πιθανής σχέσης του με τη βίαιη φύση των Μαινάδων (Ευρ. Βακχ. 135–140).  

Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι η σχέση των βάκχων με τον Μεταθανάτιο κόσμο. Στις προαναφερθείσες μαρτυρίες, οι βάκχοι ανήκουν σε μια ομάδα μυημένων για τους οποίους τόσο η εκτέλεση τελετών όσο και ο ασκητισμός αντιστοιχούν σε μια εσχατολογική ανάγκη. Όλες οι αρχές που τηρούν έχουν ως στόχο να ξεπεράσουν το θάνατο και τις συνέπειές του. Υπό αυτήν την έννοια, το κείμενο του Πλατωνικού Φαίδωνος συνδέει την τελετουργική πρακτική που ανέφεραν ο Ηράκλειτος και ο Ευριπίδης με το πένθιμο περιβάλλον στο πινάκιο του Ιππωνίου.  Το κείμενο του Ηρακλείτου δίνει έμφαση στη μεταθανάτια απειλή που έρχεται πάνω από το βέβηλο και αναφέρει το πυρ, μια καταστροφική δύναμη που συνδέεται στενά με το θάνατο (Ο.Α. 492.2, θρ. 47 Kern): ΤΑΤΑΙΤΤΑΤΑΠΤΑ Ζεῦ ΙΑΤΗΤΥ ἀέρ ΣΑΠΤΑ ᾝλιε, πῦρ δὴ πάντα ΣΤΗΙΝΤΑΣΤΗΝΙΣΑΤΟΠΕ νικᾶι Μ, «Ζευς, Αήρ Ηλιε, Το Πυρ κατακτά τα πάντα).

Αυτή η απειλή δεν μπορεί να είναι άλλη από τη θλιβερή μοίρα που περιμένει τον βέβηλο μετά το θάνατο, ισοδύναμη με την πλατωνική εικόνα της τοποθέτησης στη λάσπη.  Συμμετέχοντας στους μύσται καὶ βάκχοι, η νεκρή γυναίκα του Ιππωνίου εκπλήρωσε τις φιλοδοξίες της· μόνο οι μύστες και οι βάκχοι πηγαίνουν στον ιερό δρόμο που οδηγεί στα ιερά λιβάδια και τους ελαιώνες της Περσεφόνης (θρ. 487B, 5–6 (θρ. 32f Kern): χαῖρ〈ε〉 χαῖρε· δεξιὰν ὁδοπόρ〈ει〉 λειμῶνάς θ’ ε] ἱεροὺς καὶ ἄλσεα Φερσεφονείας) – ή, με τα λόγια του Πλάτωνα, η χαρούμενη μοίρα, όπου θα κατοικεί μαζί με τους θεούς.

Αυτός ο σύνδεσμος του ορφικού βάκχου με τον άλλο κόσμο επιβεβαιώνει ότι η πραγματική ένωση με τη θεότητα συμβαίνει μόνο μετά το θάνατο του σώματος. Βάκχος είναι η κατάσταση που διατηρούν οι μυημένοι στη γήινη ζωή τους μέσω του βακχεύειν.

Μόνο όσοι επιμένουν σε αυτό και επιτυγχάνουν με επιτυχία το πέρασμα τους μέσω του Άδη αποκτούν το δικαίωμα να ταυτιστούν με τον Βάκχο. Υπό το φως αυτής της αντίληψης, η φιλοδοξία των οπαδών στην Κύμη της Μ. Ελλάδος να ταφούν σε ξεχωριστό μέρος αρχίζει να έχει νόημα. Η ιδιαιτερότητα της επιγραφής έγκειται στο γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ εκείνων που έχουν γίνει βάκχοι και εκείνων που παραμένουν βέβηλοι εκδηλώνονται όχι μόνο στις αντίστοιχες μοίρες της ευτυχίας και της δυστυχίας που τους περιμένουν ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους στη γήινη ζωή, αλλά και, με πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο, στα μέρη στα οποία θα ταφούν μετά το θάνατο.

 Εάν η πραγματική ταύτιση με τη θεότητα συμβαίνει μόνο με το θάνατο του σώματος, πρέπει ακόμη να εξηγήσουμε γιατί οι οπαδοί της γήινης τελετής ονομάζονται Βάκχοι. Αυτό το φαινομενικό παράδοξο μπορεί να γίνει κατανοητό με βάση την ορφική αντίληψη της τελετής, το τελετουργικό, ως πρόβλεψη για το τι θα συμβεί στην ψυχή στον άλλο κόσμο.  Η τελετή είναι μια προπαρασκευαστική  πρακτική που προβλέπει την ταυτοποίηση του μυημένου με τον Βάκχο · αλλά η τελική ένωση θα πραγματοποιηθεί μόνο μετά το θάνατο του σώματος, οπότε και η «πραγματική ζωή»  τότε ξεκινά για τους ορφικούς.

Ana Jiménez Universidad de Madrid

Αφήστε μια απάντηση