ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Πρωτότυπα κείμενα-πηγές-μελέτη και κατανόηση

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Πρωτότυπα κείμενα-πηγές-μελέτη και κατανόηση

Υπάρχουν τρία είδη πρωτότυπων πηγών για τη μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας: λογοτεχνικά κείμενα, επιγραφικά τεκμήρια και αρχαιολογικά δεδομένα, πέραν αυτών δεν υπάρχει τίποτα άλλο και δεν διασώθηκε τίποτα άλλο από την αρχαιότητα.

Όποιος ισχυρίζεται  σήμερα ότι κατέχει ή «οιωνεί» «αρχαία θεολογικά» κείμενα ή «ιερά κείμενα» ή του «παρεδόθησαν υπογείως» τα «σκήπτρα» της Ελληνικής Θρησκείας μέσω των «σκοτεινών αιώνων» του Μεσαίωνα ή μέσω «ευκτήριων οίκων» διαδίδει ότι εκπροσωπεί την Ελληνική Θρησκεία των προγόνων μας, τα Μυστήρια και ηγείται κάνοντας τον «αρχιερέα», τον ειδικό «μυστικοπαντογνώστη» (επί αμοιβής), ή «ιεροφάντη»  για τους θεούς, τις λατρείες, τα «σύμβολα» και την «θεολογία»  (μετά από «μικρό τυπικό» όπως ισχυρίζονται) τότε αυτός ο άνθρωπος  ή αυτό το γκρουπάκι ανθρώπων είναι απατεώνες και χρήζουν ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Στην προγονική Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ θεμελιώδες αντίστοιχο κείμενο όπως η ιουδαιοχριστιανική Βίβλος και το ισλαμικό Κοράνι, ούτε κάποια κείμενα  που ήταν αυστηρά θρησκευτικά. Αντ ‘αυτού, όλο το φάσμα της Ελληνικής λογοτεχνίας και γραμματείας μας παρέχει πολύ λίγες σύντομες πληροφορίες σχετικά με τη θρησκεία. Αντί να κάνουμε έναν κατάλογο αυτής της βιβλιογραφίας εδώ, θα αναφέρουμε απλώς ορισμένα έργα που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για τη μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας.

Ό μ η ρ ο ς

Με υπερηφάνεια την πρώτη θέση κατέχει ο Όμηρος με τα επικά ποιήματα του την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αυτά τα τεράστια επικά ποιήματα, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του -8ου αιώνος, διηγούνται τις ιστορίες του Τρωικού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέως από την Τροία στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Αποτελούν την πρώτη επιζώσα γραπτή προσπάθεια ώστε να συμπληρωθεί ο κύριος τομέας της Ελληνικής Θρησκείας και να μπει μια τάξη, παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες για το πάνθεον των θεών, τα τελετουργικά και τους μύθους. Ο Όμηρος ήταν «ο ποιητής» για μεταγενέστερους Έλληνες και τα έργα του διδάσκονταν από καρδιάς ως βάση της ελληνικής εκπαίδευσης. Το όραμα του κόσμου των θεών που διαδόθηκε στα ομηρικά ποιήματα αποτέλεσε το κοινό θεμέλιο της γνώσης για όλους τους Έλληνες σε όλες τις περιόδους.

Η σ ί ο δ ο ς

Ο Ησίοδος άκμασε στη Βοιωτία το -700 έτος ή λίγο αργότερα. Τα δύο μακροσκελή ποιήματά του, η Θεογονία («Γέννηση των Θεών») και τα Έργα και Ημέρες, είναι απαραίτητες πηγές για την μελέτη της θρησκείας μας.  Η Θεογονία σχετίζεται με την προέλευση του σύμπαντος και των θεών, περιλαμβάνει κύριους σημαντικούς μύθους όπως εκείνους που περιγράφουν την εισαγωγή της αιματηρής θυσίας των ζώων και τη δημιουργία της πρώτης γυναίκας. Το ποίημα  Έργα και Ημέρες είναι σε μεγάλο βαθμό ένας «οδηγός» για τον αγρότη, αλλά περιέχει επίσης περιγραφές τελετουργιών και άλλων εκφράσεων Ευσέβειας, περιλαμβάνει μύθους όπως ο «Μύθος των Γενών του Ανθρώπου (ή των Εποχών του Ανθρώπου)».  Όσον αφορά τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ο Ηρόδοτος (Ευτ. 2,53) είπε συνοπτικά ότι «ήταν οι πρώτοι που συνέθεσαν τις θεογονίες, και έδωσαν στους θεούς τα επίθετά τους, καταχώρησαν τις διάφορες λειτουργίες τους και περιέγραψαν τις μορφές τους».

Ο μ η ρ ι κ ο ί   Ύ μ ν ο ι

Οι Ομηρικοί Ύμνοι είναι μια συλλογή ποιημάτων που συντίθενται σε διάφορες χρονολογίες μεταξύ του -7ου αιώνος και του -4ου αιώνος. Ονομάζονται «Ομηρικοί» λόγω της επικού μέτρου στον στίχο τους και όχι επειδή αποδίδονται  στον ποιητή (Όμηρο) της Ιλιάδος και της Οδύσσειας. Κάθε ύμνος είναι αφιερωμένος σε μια συγκεκριμένη θεότητα, τη Δήμητρα, τον Απόλλωνα, τον Ερμή και ούτω καθεξής, μερικοί από τους οποίους τιμούνται με περισσότερους από έναν ύμνο. Τα ποιήματα έχουν μεγάλη  ανομοιόμορφη σημασία στο περιεχόμενό τους, σε ορισμένες περιπτώσεις παρέχουν την ουσία αυτού που γνωρίζουμε για την ιστορία και τους μύθους μιας θεότητας, σε άλλους πάλι γίνεται  μια απλή περίληψη.  Εδώ, για παράδειγμα, είναι το σύνολο του Ομηρικού Ύμνου προς τον υιό του Κρόνου  τον Μέγιστο [Δία] (εις Ύπατον Κρονίδη):

ΕΙΣ ΥΠΑΤΟΝ ΚΡΟΝΙΔΗΝ

Ζῆνα θεῶν τὸν ἄριστον ἀείσομαι ἠδὲ μέγιστον,

εὐρύοπα, κρείοντα, τελεσφόρον, ὅστε Θέμιστι

ἐγκλιδὸν ἑζομένῃ πυκινοὺς ὀάρους ὀαρίζει.

Ἵληθ᾽, εὐρύοπα Κρονίδη, κύδιστε μέγιστε.

Τον Ζήνα θα υμνήσω,  τον πιο δυνατό και  μέγιστο των Θεών,

που τα πάντα βλέπει, παντοδύναμος, που σε όλα τα πράγματα ολοκληρώνει τη θέλησή του.

που με την Θέμιδα γερμένη στο πλάϊ του σοφά συνομιλεί.

να είσαι Ευγενής μαζί μας Παντεπόπτη Κρονίδη, Ενδοξότατε και Μέγιστε !

Λ υ ρ ι κ ο ί    π ο ι η τ έ ς

Στο έργο όλων των λεγόμενων λυρικών ποιητών της αρχαϊκής εποχής (-700/-500) βρίσκουμε περιγραφές τελετουργιών και μαρτυρίες μύθων. Στο τέλος αυτής της εποχής και στην αρχή της Κλασικής εποχής ο Πίνδαρος, ένας άλλος Βοιωτός, που συνέθεσε, μεταξύ άλλων, επινίκιαι ή νίκιαι Ωδαί προς τιμήν των νικητών στους μεγάλους Πανελλήνιους αγώνες. Αι Ολυμπιόνικαι, Ισθιόνικαι, Πυθιόνικαι και Νεμενιόνικαι Ωδαί του αποτελούν ένα ανεξάντλητο αποθετήριο μύθων, συχνά αναδιατυπωμένο σε πρωτότυπη ή ιδιοσυγκρασιακή μορφή.

Ηρόδοτος, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Λυσίας, Ισαίος, Δημοσθένης, Πλάτων, Αριστοτέλης

Αντί να αναθεωρούμε κάθε κείμενο της Κλασικής εποχής (-500/-330), μπορούμε να ξεχωρίσουμε για τη συμβολή τους στη μελέτη των θρησκευτικών πρακτικών τις  Ιστορίες του Ηροδότου,  τις τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλέους και Ευριπίδη, τις κωμωδίες του Αριστοφάνους (-5ου αρχές -4ου αιώνος), και των ρητόρων του -4ου αιώνος, του Λυσία, του Ισαίου, του Δημοσθένους ειδικά, και των φιλοσόφων, πάνω από όλους ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης.

Δύο συγκεκριμένα παραδείγματα που αξίζει να αναφερθούν είναι αι Βάκχαι του Ευριπίδη (-405), μια κύρια πηγή για τη λατρεία του Διονύσου, και οι Λόγοι του Αθηναϊκού Δικαίου του ρήτορα Ισαίου, που περιέχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη λατρεία που αποδίδεται στους νεκρούς.

Ελληνιστική Εποχή

Στην ελληνιστική εποχή αναπτύχθηκε η λογοτεχνική Εξήγησις, η οποία  μας παρέχει με  συλλογές και περιγραφές λατρειών και τελετών, συνοδευόμενων από γνωστά σχόλια. Όμως, από αυτήν την παραγωγική βιβλιογραφία σώζονται μόνο λίγα αποσπάσματα, ειδικά στα γραπτά του Αθηναίου (περίπου +200) και τα γραπτά μεταγενέστερων λεξικογράφων. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι η μυθογραφία, η μελέτη του μύθου και των μύθων, άκμασε στην Αλεξάνδρεια, αλλά μόνο μερικά αποσπάσματα αυτού έχουν φτάσει σε εμάς από τα πρώτα βιβλία της Ιστορίας της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Διοδώρου της Σικελίας (-1ος αιώνας), της βιβλιοθήκης του ΨευδοΑπολλόδωρου (+1ος αιώνας, άγνωστος πραγματικός συγγραφέας), και  των Σχολίων τους για κλασικούς συγγραφείς.

Ρωμαϊκή περίοδος

Τέλος, μεταξύ των έργων Ελλήνων συγγραφέων που είναι σημαντικά για την μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας της ρωμαϊκής περιόδου, συγκαταλέγονται ο Στράβων (-1ος/+1ος αιώνας), ο Πλούταρχος (+1ος/+2ος αιώνας), ο Παυσανίας (+2ος αιώνας) ο Αθηναίος μέχρι τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας (+2ος/+3ος αιώνας) και οι χριστιανοί συγγραφείς, υπάρχει μεγάλο υλικό σχετικό με τη μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας. Ο Παυσανίας, για παράδειγμα, συνέθεσε την Περιήγηση της Ελλάδος σε δέκα βιβλία, περιγράφοντας τις λατρείες και τα ιερά που εξακολουθούν να υπάρχουν στην Ελλάδα την εποχή που ζεί, μαζί με το ιστορικό τους υπόβαθρο και τους μύθους που συνδέονται. Ένα μεγάλο μέρος της ανακατασκευής μας  της λατρευτικής ζωής των ελληνικών χώρων εξαρτάται από τις έρευνες αυτού του ακατάπαυστου περίεργου ταξιδιώτη.

Επιγραφικά Τεκμήρια

Οι Έλληνες από την πρώϊμη εποχή χαράζουν σε επιγραφές. Γράφουν γραμμικά, αλφαβητικά ή ζωγραφίζουν σε πέτρες και άλλα υλικά κείμενα όλων των ειδών, κυρίως έγγραφα κοινοτικής σημασίας. Χιλιάδες από αυτές τις επιγραφές έχουν διατηρηθεί και αποκαλύπτονται συνεχώς από τους αρχαιολόγους κάθε χρόνο. Μέσα από αυτά τα κείμενα μας παρέχονται θρησκευτικά ημερολόγια, περιγραφές τελετών και εορτών, οικονομικές δαπάνες ιερών, κανόνες θρησκευτικών ενώσεων, αφιερώσεις και ευχαριστίες στους θεούς, αρχεία προφορικών δηλώσεων, ευχές, μυστικά κείμενα καθορισμένων λατρειών και πολλά άλλα θρησκευτικά δεδομένα.

Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των εγγράφων είναι τα αρχεία των επίσημων αποφάσεων, που λαμβάνονται συνήθως από τη δημοφιλή Συνέλευση μιας πόλης. Ο κύριος σκοπός αυτών των «ιερών νόμων» είναι να καθορίσουν κανονισμούς για την οργάνωση μιας λατρείας, αλλά κατά μία έννοια κάθε νόμος που ψηφίζεται στην Ελλάδα έχει ιερό χαρακτήρα, όπως θα δούμε.  Άλλες επιγραφές προέρχονται από συγκεκριμένες ομάδες μέσα στην πόλη, για παράδειγμα οι πολυάριθμες θρησκευτικές ενώσεις. Άλλες πάλι, όπως αναθήματα και  αφιερώσεις, είναι προϊόν συγκεκριμένων ατόμων. Εν ολίγοις, αυτά τα κείμενα έχουν πολλαπλές προελεύσεις και το αντικείμενο τους επηρεάζει κάθε πτυχή μιας θρησκευτικής οργάνωσης.  Σε αυτό το σημείο παρέχουμε δύο παραδείγματα από επιγραφές, διότι δεν θα γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα, ούτε για  την πολιτιστική ζωή των αττικών δήμων (χωριά) στην κλασική εποχή αλλά ούτε και  για τη διοργάνωση της εορτής της Αρτέμιδος Λευκοφρυήνης στη Μαγνησία του Μενάνδρου στην ελληνιστική περίοδο.

Αρχαιολογικά Δεδομένα

Η συμβολή της Αρχαιολογίας στη μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας είναι αναμφίβολα η πιο προφανής. Ο ταξιδιώτης στην Ελλάδα θα δει τα ερείπια ενός ναού πριν διαβάσει είτε τον Όμηρο είτε μια επιγραφή. Οι ανασκαφές ιερών, νεκροταφείων και (σε μικρότερο βαθμό) χώρων κατοίκησης, που συμπληρώνονται από αρχαιολογικές έρευνες πεδίου, μας επιτρέπουν να περιγράψουμε χώρους λατρείας, να αποκτήσουμε γνώση των τελετουργικών πρακτικών (μέσω της μελέτης αναθηκών προσφορών), και να δώσουμε πρόσβαση σε παραστατικές αναπαραστάσεις του θεού – είτε σε γλυπτά και σε παραστάσεις ζωγραφισμένες σε αγγεία, είτε σε νομίσματα, που συχνά φέρουν το ομοίωμα ή το σύμβολο μιας θεότητας. Ωστόσο, παρόλο που η αρχαιολογία δημιουργεί ένα θρησκευτικό τοπίο για εμάς, το κάνει με έναν πολύπλοκο τρόπο. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι ναοί ήταν γυψομάρμαροι και χρωματίζονταν με μια ποικιλία από φωτεινά χρώματα, και όμως,  θεωρούμε τους ναούς λευκασμένους με ένα διαχρονικό λευκό·  και τα αναθηματικά αντικείμενα ή τα πολύχρωμα αγάλματα των θεών, με τα οποία κάποτε ήταν γεμάτα ιερά, τώρα τα βλέπουμε εκτός αυτών, λευκασμένα μέσα σε μουσεία. Επιπλέον, για να κατανοήσουμε το τελετουργικό μιας ελληνικής κηδεύσεως, πρέπει να μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε ένα προγονικό νεκροταφείο, τα κτερίσματα που κατατίθενται σε έναν τάφο και τη μεταχείριση του νεκρού μας. Ευτυχώς, η τρέχουσα αρχαιολογική πρακτική είναι τώρα πιο προσεκτική από ό, τι ήταν  κάποτε στη διατήρηση του συνολικού πλαισίου των μεμονωμένων ευρημάτων και πιο προσεκτική  στις τελετές ταφής όσο και στα ίδια τα αντικείμενα και τα μνημεία.

Σύγχρονες προσεγγίσεις στην μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας

Τα υλικά αντικείμενα δεν μιλούν από μόνα τους και τα αρχαία κείμενα που έτυχαν να διατηρηθούν απαιτούν προσεκτική ερμηνεία. Η ερμηνεία της Ελληνικής Θρησκείας, ως προς τις ψυχικές δομές του οποιουδήποτε ξένου πολιτισμού, είναι ένα δύσκολο και αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ακολουθούν δύο αντιφατικές προσεγγίσεις από κορυφαίους σύγχρονους ειδικούς:

Ζαν Ρουντάρτ (Jean Rudhardt) ― Η Κατανόηση των άλλων

(Ιστορικός θρησκειών, καθ. ελληνικής φιλολογίας- ελληνιστής-παπυρολόγος)

Η κύρια δυσκολία που παρουσιάζεται από τη μελέτη της θρησκείας φαίνεται να είναι η κατανόηση του μυαλού των άλλων. Ο Θεός, ή οι θεοί – είναι απρόσιτοι σε εμάς, διότι είμαστε ιστορικοί της θρησκείας και όχι θεολόγοι. Μελετάμε λέξεις και συμπεριφορές που εκφράζουν σκέψεις, φιλοδοξίες, συναισθήματα, εν συντομία μια εμπειρία ζωής. Αυτή η ζωντανή εμπειρία ανήκει σε ένα άτομο που αισθάνεται ότι έχει σχέση με μια πραγματικότητα που θεωρείται ιερή ή θεϊκή. Με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από καθαρά υποκειμενικό τρόπο, η εμπειρία αυτού του ατόμου από μια τέτοια σχέση δεν είναι προσβάσιμη από εμάς. Παρόλα αυτά, είναι ακριβώς μια τέτοια σχέση που αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης μας. Εάν το προσεγγίσουμε αφηρημένα, μπορούμε να εξετάσουμε θεσμικά πλαίσια, μέσα έκφρασης και μορφές συμπεριφοράς ή συλλογισμού. Αλλά προχωρώντας έτσι αγνοούμε τι τα ορίζει ως θρησκευτικά και παρακάμπτουμε τον στόχο που θέσαμε. Γι΄αυτό, ανεξάρτητα από τη σημασία που μπορώ να αποδώσω στη μελέτη των δομών που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την προοπτική των ανθρώπων, πιστεύω ότι πρέπει να προχωρήσουμε πέρα ​​από τη μελέτη τους μόνοι μας. Ο στόχος πρέπει να είναι η πρόσβαση στην υποκειμενική εμπειρία, η οποία τουλάχιστον εν μέρει εξαρτάται από τις δομές και εκφράζεται μέσω αυτών. Η μελέτη των δομικών συστημάτων επομένως δεν μπορούν να μας ελευθερώσουν με κανέναν τρόπο από την υποκειμενικότητα. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αποδώσουμε τη δική μας υποκειμενικότητα σε άλλους ανθρώπους και να βοηθήσουμε εμάς να τους κατανοήσουμε με τους δικούς τους όρους, όχι τους όρους που μπορεί να υπαγορεύει το δόγμα μας.

Πως θα επιτύχουμε την ενσυναίσθηση στην κατανόηση  

Για το θέμα της θρησκείας [ο ερευνητής] πρέπει να μετατρέψει τον εαυτό του ή τον εαυτό της σε θρησκευτικό θιασώτη και να συλλάβει  φανταστικά την υπό μελέτη θρησκεία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως το άτομο που την έχει ασκήσει καθημερινά από τότε που μαθαίνει στην παιδική ηλικία τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται. Για να επιτευχθεί αυτή η ενσυναισθητική ταυτοποίηση, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση από το να γίνει  μαθητής ή μαθήτρια αυτών που θέλουμε να κατανοήσουμε. Πρέπει να τους παρακολουθούμε να ζουν και να τους αντιγράψουμε στη φαντασία μας, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Πρέπει να αγκαλιάσουμε τις εξελίξεις της σκέψης τους, τις συναισθηματικές αντιδράσεις τους και την εξωτερική συμπεριφορά τους.  Οι έννοιες τους καθορίζονται από ένα δίκτυο σχέσεων – είναι καθήκον μας να ανασυστήσουμε αυτό το δίκτυο με τη δική μας συνείδηση. Οι εικόνες τους οφείλουν το νόημά τους σε όλες τις ενώσεις που δημιουργούν – εναπόκειται σε εμάς να αποκαταστήσουμε μέσα μας έναν ανάλογο συλλογικό τομέα. Οι τελετές τους βρίσκονται μέσα σε ένα σύμπλεγμα κοινωνικής συμπεριφοράς – εμείς, λαμβάνοντας υπόψη, πρέπει να ξαναδημιουργήσουμε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο στο σύνολό του.

 Εν ολίγοις, πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ξεχάσουμε τις δικές μας ιδιαίτερες συνήθειες σκέψης, προκειμένου να ανοικοδομήσουμε – αν πρόκειται για την Ελληνική θρησκεία που μελετάμε – μια πραγματικά ελληνική νοοτροπία. Η διαδικασία μπορεί ίσως να είναι απατηλή, και σίγουρα θα είναι πάντα προσεκτική, αλλά δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι προσέγγισης.

Η δική μου εμπειρία είναι ότι αν ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, η θρησκευτική συμπεριφορά των Αθηναίων του -4ου αιώνος μπορεί να γίνει κατανοητή. Ανάμεσα στις αρχαίες πεποιθήσεις υπάρχει ένα ρεύμα νοήματος στο οποίο μπορούμε επίσης να ανοίξουμε τον εαυτό μας. Μια αξία γίνεται εμφανής, στην οποία – παρά τις ξένες εκφράσεις της, παρά τα όλα όσα διαχωρίζουν τις εκφράσεις αυτές από τις δικές μας έννοιες,  συνήθειες της σκέψης και  εικόνες  πραγματικότητας – μπορούμε ωστόσο να προσφέρουμε την προσήλωσή μας. Παρόλα αυτά, ούτε αυτό το νόημα ούτε αυτή η τιμή μπορεί να οριστεί με αφηρημένους όρους χωρίς να τα παραμορφώσετε. Διότι συνδέονται αδιάλυτα με τη ζωντανή εμπειρία μέσω της οποίας αναδύθηκαν στη συνείδηση· και αυτή η εμπειρία μπορεί να περιγραφεί μόνο στις τελετουργικές, μυθικές και εννοιολογικές γλώσσες που είναι ταυτόχρονα τόσο της έκφρασης όσο και της οργάνωσής της. (1981)

Ζαν Πιερ Βερνάντ (J. Vernant) ― Η αποκατάσταση του πολύπλοκου συστήματος των συμβόλων

(Φιλόσοφος, ιστορικός και ανθρωπολόγος, ελληνιστής, ειδικευμένος στους μύθους της Ελλάδος)

Δημοσιογ. περιοδ. L΄Obs ― Και για εσάς, σήμερα, τι είναι η θρησκεία;

Ζ.Π.Β ― Πάρτε οποιοδήποτε από τα συστήματα σημείων που αποτελούν πολιτισμό, δεν έχει σημασία αν είναι γλώσσες, εργαλεία, θεσμοί, τέχνες ή οτιδήποτε άλλο. Κάθε ένα από αυτά τα συστήματα εξυπηρετεί τη λειτουργία της διαμεσολάβησης μεταξύ των ανθρώπων και του φυσικού κόσμου, ή μεταξύ του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Αυτό που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα συστήματα είναι ότι εξαρτώνται από τη «συμβολική λειτουργία», όπως το αποκαλούν οι ψυχολόγοι. Με το οποίο εννοώ ότι μια λέξη αναφέρεται πάντα σε κάτι διαφορετικό από ότι σε  αυτό. Για παράδειγμα, η λέξη «σκύλος» δεν είναι ήχος ή φώνημα , αλλά έννοια, πλαίσιο, όργανο σκέψης που ανοίγει έναν κόσμο σημασιών και ταυτόχρονα επιτρέπει τη διαπροσωπική επικοινωνία. Ή σκεφτείτε ένα σφυρί· αυτό δεν είναι μόνο το στερεό υλικό αντικείμενο που κρατά κάποιος στο χέρι, αλλά η μεσολαβητική πηγή μιας πολλαπλής κατανόησης της πραγματικότητας, συναφές με την σχεδόν άπειρη γκάμα χρήσεων στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στις όποιες άλλες κάποιοι άλλοι θα χρησιμοποιήσουν  μετά από μένα.

Με άλλα λόγια: οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μια ολόκληρη σειρά συστημάτων που τους επιτρέπουν να ξεπεράσουν τα δεδομένα της άμεσης πραγματικότητας, να διαπεράσουν πέρα ​​από αυτά και μέσω αυτών επιδιώκουν ένα σύμπαν εννοιών, αξιών και κανόνων με τους οποίους οι δεσμοί της κοινότητας τους είναι παγιωμένοι άρρηκτα δεμένοι. Με την ικανότητά τους  κατασκευάζουν συμβολικά συστήματα, οι άνθρωποι διακρίνονται από τα ζώα, τα οποία δεν κατασκευάζουν εργαλεία και, μιλώντας κυριολεκτικά, δεν γνωρίζουν ούτε γλώσσα ούτε κοινωνικότητα ούτε ιστορία. Τώρα, για μένα, η θρησκεία είναι ένα από αυτά τα συμβολικά συστήματα. Έτσι, όταν οι Έλληνες λένε ότι ο κεραυνός «είναι ο Δίας», δεν λειτουργούν με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον τεχνίτη που βλέπει στο σφυρί του τη δυνατότητα να κάνει ένα αντικείμενο ή  κάποιο άλλο.

Όσο περισσότερο κάποιος μελετά τις θρησκείες, τόσο καλύτερα γίνεται να καταλάβει ότι, όπως και τα εργαλεία ή η γλώσσα, αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του μηχανισμού της συμβολικής σκέψης. Παρά την ποικιλομορφία τους, όλοι εκτελούν τη διπλή, και αμοιβαία ενίσχυση, λειτουργία και των δύο, δίνοντας στα πράγματα μια πληρότητα νοήματος που από μόνα τους φαίνεται να στερούνται και ξεριζώνουν τα ανθρώπινα όντα από την ατομική τους απομόνωση και τα ενσωματώνουν σε μια καθησυχαστική και υπερβατικά σημαντική κοινότητα .

Δημ. ― Γιατί μελετήσατε την Ελληνική θρησκεία;

Ζ.Π.Β. ― Ο κύριος λόγος που κατέληξα να μελετήσω την Ελληνική θρησκεία είναι ότι η πολυπλοκότητα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μου φάνηκε να εκφράζεται καλύτερα σε αυτόν τον τομέα παρά από οποιαδήποτε άλλη. Αυτό που με ενθουσίαζε ή με προσέλκυε πάντα στη μελέτη μιας κοινωνίας είναι η ετερογενής ή οι πολλαπλές της πτυχές, εκείνες οι ακτίνες του λαμπρού φωτός που συνδέονται απαραίτητα με τα σκιώδη μέρη της. Τώρα, η Ελληνική θρησκεία, όντως ο ελληνικός πολιτισμός στο σύνολό του, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο εφόσον τα περίπλοκα πολιτιστικά της στοιχεία δεν περιορίζονται σε ένα μόνο από τα συστατικά τους. Η Ελληνική θρησκεία είναι ένα θέμα όπου ο μελετητής είναι υποχρεωμένος να «αντιλαμβάνεται σε συνδυασμό» τη θρησκεία και την πολιτική, την ανθρωπολογία και την ιστορία, την ηθική και την καθημερινή ζωή.

Συνέντευξη στο εβδομαδιαίο περιοδικό L’Obs Παρίσι, 1980

Αφήστε μια απάντηση