ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: «Πολύθεος δόξα», Θεοί, Δαίμονες, Ήρωες

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: «Πολύθεος δόξα», Θεοί, Δαίμονες, Ήρωες

Οι Έλληνες δεν ορίστηκαν ούτε ορίζονται ως «πολυθεϊστές». Το πλησιέστερο αρχαίο ισοδύναμο με τον «πολυθεϊσμό» μας, δηλαδή το «πολύθεος δόξα» («πίστη σε πολλούς θεούς»), επινοήθηκε από τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, έναν φιλόσοφο του +1ου αιώνος, του οποίου η προγονική θρησκεία, ο Ιουδαϊσμός, ήταν μονοθεϊστική. Έτσι, πολυθεϊστές είναι οι κλασικοί Έλληνες, δεδομένου ότι μια πολυθεϊστική θρησκεία χαρακτηρίζεται από το πλήθος των θεϊκών δυνάμεων που αναγνωρίζει αλλά και από τις λατρείες που διατηρεί. Πράγματι, για εμάς τους Έλληνες τα πάντα, σύμφωνα με έναν τύπο που αποδίδεται στον Θαλή (-6ος αιώνας), είναι «γεμάτα θεούς». Αυτή η ποικιλομορφία των θεών, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα ασυμβίβαστη με την ιδέα της ενότητας του θείου. Οι Έλληνες, παρατήρησαν, ότι το θεϊκό εκδηλώθηκε απλώς σε πολλές διαφορετικές πτυχές.

Οι Έλληνες λατρεύουν περισσότερους από έναν τύπους θεϊκής δύναμης, εκ των οποίων υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες: οι θ ε ο ί, οι δ α ί μ ο ν ε ς και οι ή ρ ω ε ς. Σε κάθε κατηγορία διακρίνουμε διάφορες υποκατηγορίες. Επιπλέον, κάθε θεότητα μπορεί να επικαλείται τίτλους ή επίθετα που υπογραμμίζουν διαφορετικές πτυχές της δύναμής και αντιστοιχούν σε λατρείες για τους θνητούς. Η Αθηνά, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι έχει τιμηθεί με πενήντα περίπου τέτοια λατρευτικά προσωνύμια, συμπεριλαμβανομένων των: Απατουρία, Βουλαία, Χαλκίοικος, Εργάνη, Παρθένος και Πολιάς. Η πολύθεος δόξα επομένως εσωκλείει πολλές πτυχές θεϊκών δυνάμεων, κάθε μια ξεχωριστή και διαφορετική. Θα εξετάσουμε τώρα καθεμία από τις θεϊκές κατηγορίες με τη σειρά.

Θ ε ο ί

Οι Έλληνες καλούμε τους θεούς μας «αθάνατους». Ένα άλλο όνομα για αυτούς είναι το «Μάκαρες» (οι ευλογημένοι). Αν και γεννήθηκαν σε μια συγκεκριμένη ημέρα, δεν πέθαναν ποτέ. Οι θεοί τρέφονται με αμβροσία, νέκταρ και «διὰ τῆς κνίσης ἱερείου» από τους βωμούς (Ἀριστοφ. Ἱππ. 1320, Ορν. 1233) – τον καπνό που θυμίζει θυμίαμα και ανυψώνεται από τα βωμούς των ανθρώπων που τους προσφέρουν θυσίες. Μέσα στις φλέβες τους διατρέχει, όχι αίμα, αλλά ένας αιθέριος χυμός που ονομάζεται «(ο) ιχώρ», όπως περιγράφεται παραστατικά στην Ιλιάδα στη σκηνή όπου ο Διομήδης αναγνωρίζει την Αφροδίτη στο πεδίο της μάχης πριν από τα τείχη της Τροίας και την πληγώνει:

και ξώδερμα στο χέρι τη λαβώνει το τρυφερό· και το κοντάρι του μεμιάς στο δέρμα εμπήχτη μέσ’ απ’ το θείο μαντί, που κάποτε της το ‘χαν φάνει οι Χάρες, απάνω στον αρμό· και χύνουνταν το αθάνατό της αίμα, ο ιχώρας, που μες στων τρισεύτυχων θεών κυλάει τις φλέβες. (Όμηρος Ηλιάς Ε.337-45).

Οι θεοί, ωστόσο, παρά την ανθρωπόμορφη εμφάνισή τους, δεν λογίζονται τόσο ως άτομα όσο ως δυνάμεις, κατατάσσονται και ταξινομούνται σύμφωνα με το σύστημα της ελληνικής θρησκευτικής σκέψης. Οι διαφορετικοί τύποι υπερφυσικής ισχύος έχουν την δική τους δυναμική, τους δικούς τους ιδιαίτερους τρόπους και πλαίσια λειτουργίας αλλά και τους εγγενείς περιορισμούς τους. Κάθε θεότητα έχει το δικό της όνομα, τα χαρακτηριστικά και τις περιπέτειες, αλλά όλοι χρωστάνε την ύπαρξή τους αποκλειστικά στους δεσμούς που τους συνδέουν συστηματικά με το σύνολο του θεϊκού σύμπαντος. Ωστόσο, η έννοια της εξατομικευμένης θεότητας δεν είναι ασυμβίβαστη με την ύπαρξη θεϊκών δυνάμεων που είναι συλλογικές, αόρατες και άρρηκτα συνδεδεμένες. Οι Χάριτες, για παράδειγμα, είναι μια ομάδα τριών θεοτήτων που επικαλούνται συνήθως από τους θνητούς με τον συλλογικό τους τίτλο, αν και μπορούν επίσης να εμφανίζονται και χωριστά με τα δικά τους ονόματα. Ομοίως, οι Μούσες και οι Νύμφες λατρεύονται συλλογικά σε μια ποικιλία τοπικών μορφών, διαφορετικές δηλαδή σε κάθε τόπο.

Οι θεοί των οποίων οι ταυτότητες τονίζονται εξατομικευμένες μπορούν με τη σειρά τους να αναλάβουν ένα πλήρες φάσμα ειδών που καθορίζονται από τις ιδιαίτερες λατρείες τους, ανάλογα με τον τόπο όπου εορτάζεται η λατρεία καθώς και την ιερή πράξη που εκπληρώνει. Έτσι, στην Αθήνα, ο κατάλογος των λατρευτικών παραστάσεων του Δία περιλαμβάνει και τον Δία Ύπατο («Ύψιστος»), ο οποίος λατρεύεται με αναίμακτες θυσίες, ο Ζευς Σωτήρ («Σωτήρας»), τιμάται στην εορτή Διϊσωτήρια τον μήνα του Σκιροφοριώνα, (Ιούνιος-Ιούλιος), ο Ζευς Πολιεύς («της πόλεως»), που εορτάζεται στα Διϊπόλια που πραγματοποιούνται τον ίδιο μήνα και ο Ζευς Μειλίχιος («Πράος»), που λατρεύεται στην εορτή Διάσια στο Ανθεστηριώνα (αρχές Μαρτίου). Μέσα σε μια αθηναϊκή οικία βρίσκεται ο Δίας Φίλιος («Φιλικός»), ο άρχων της εορτής, ο Δίας Σωτήρ, ο οποίος λαμβάνει την τρίτη σπονδή κατά τη διάρκεια των Συμποσίων, ο Ζευς Κτήσιος, ο ηγεμών της κτήσης μας (περιουσίας), ο Ζευς Έρκειος, ο προστάτης του περιβόλου μας, του χώρου μας, ο Ζευς Καταιβάτης, ο αποτρεπτών της αστραπής και ούτω καθ΄εξής, σχεδόν άπειρες οι πτυχές του Διός.

Δ α ί μ ο ν ε ς

Εκτός από τους θεούς, οι Έλληνες Ευχέτες αναγνωρίζουν την ύπαρξη μυστηριωδών μορφών θεϊκών δυνάμεων, τόσο ευεργετικών όσο και κακόβουλων, με την ικανότητα παρέμβασης στις ανθρώπινες υποθέσεις. Ο Όμηρος χρησιμοποίησε την λέξη «δαίμων» με αυτήν την έννοια, αν και τη χρησιμοποίησε πολλές φορές και αόριστα για να ορίσει τη θεότητα. Μερικές φορές, οι δαίμονες θεωρούνται ότι σχηματίζουν μια κατηγορία ενδιάμεσων θεϊκών όντων, μεταξύ θεών και ανθρώπων, αλλά ο Πλάτων, πολλές φορές ενώνει τους θεούς, τους δαίμονες, τους ήρωες και τους νεκρούς, από τη μία πλευρά, προκειμένου να τους αντιτάξει κατηγορηματικά , από την άλλη πλευρά, στην ανθρωπότητα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Θαλής είναι ο πρώτος που καθιέρωσε την τριμερή διαίρεση μεταξύ θεών, δαιμόνων και ηρώων. Από την εποχή του κωμικού δραματουργού Μενάνδρου (τέλη -4ου / αρχές -3ου αιώνος) και μετά, οι δαίμονες εμφανίζονται ως «φύλακες των θνητών ανθρώπων», ένα είδος προστατευτικού πνεύματος ή προσωπικής «νοήσεως».

Στη σφαίρα της φιλοσοφικής κερδοσκοπίας, η λέξη και η έννοια των δαιμόνων έλαβε εκτεταμένη ανάπτυξη σε σχέση με τη στωική ιδέα, δηλαδή την ιδέα ενός προσωπικού, εσωτερικού δαίμονα. Στη λατρεία, ωστόσο, η λέξη εμφανίστηκε σπάνια, εντωμεταξύ ένας άλλος διαφορετικός τύπος θεϊκής δύναμης, ο ήρως, βρίσκεται παντού.

Ή ρ ω ε ς

Ο ήρως είναι ένα νεκρό άτομο, είτε αναγνωρίσιμο με το όνομα είτε ανώνυμο. Η ζωή και ο θάνατός του, εξίσου ένδοξα και αφιερωμένα στην λειτουργία της κοινότητας, συνδέονται με μια εποχή του μακρινού παρελθόντος. Ένας ήρωας μπορεί να αναγνωριστεί από τον τύπο λατρείας που του προσφέρεται, η οποία διαφέρει από αυτήν που αποδίδεται στους κοινούς νεκρούς σε σχέση με τη μακροβιότητα της, τη συχνότητα και τη σημασία των τελετών λατρείας και, τέλος, την φύση της λατρευτικής κοινότητας. Το κέντρο της λατρείας είναι ο τάφος του ήρωος, το Η ρ ώ ο, ή, ελλείψει αναγνωρισμένου ταφικού τόπου, ο τόπος όπου πρέπει να βρίσκονται τα οστά του νεκρού.

Η πλειονότητα των ηρώων είναι συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη τοποθεσία και άγνωστη, έξω από την κοιλάδα ή το χωριό όπου λατρεύεται. Κάθε αττικός δήμος, για παράδειγμα, έχει τον ήρωά του – ή μάλλον τους ήρωες του. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι ήρωες, όπως ο Ηρακλής, είναι φημισμένες προσωπικότητες, αναγνωρισμένες σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι ήρωες κατατάσσονται στην «Χθόνια» λατρεία σε αντίθεση με την «Ολυμπιακή» λατρεία που αποδίδεται στους θεούς, αλλά στην πραγματικότητα τα τελετουργικά δεν διαφέρουν πάντα από αυτή την άποψη. Μερικές φορές, πράγματι, λατρεύονται ολύμπιοι θεοί και ήρωες στις ίδιες εορτές. Η αντίστοιχη μεγαλοπρέπεια της λατρείας τους είναι συνάρτηση της μεγαλύτερης ή μικρότερης φήμης των ηρώων και της σημασίας που του αποδίδεται από την κοινότητας για να τους τιμήσει και να τους εορτάσει. Έτσι, η εορτή του ήρωος Θησέως στην Αθήνα, τα Θ ή σ ε ι α, είναι πέρα από κάθε άλλη άποψη συγκρίσιμη με τις εορτές προς τιμήν της θεάς Αθηνάς.

Επιπλέον, αυτό που αναμένεται από τους ήρωες είναι της ίδιας τάξης με αυτό που αναμένεται από τους θεούς· η σφαίρα παρέμβασής τους στις ανθρώπινες υποθέσεις είναι συγκριτικά τεράστια και διαφορετική. Παραδίδουν χρησμούς, τελούν θεραπείες, παρέχουν προστασία και διαμοιράζουν την τιμωρία. Δεν είναι απλοί μεσολαβητές μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού κόσμου, αλλά μάλλον εντελώς ανεξάρτητες θεότητες από μόνες τους, οι οποίες έχουν, πολλές φορές, λατρευτικό προσωπικό, αφιερωμένο στην υπηρεσία τους, που ιερουργούν μέσα από ακμάζοντα ιερά. Έχουν ακόμη και τη δική τους μυθολογική σφαίρα συνδεδεμένη πάνω τους, αποτελούμενη από διάφορους επεξεργασμένους κύκλους επικών περιπετειών. Οι ιστορίες για τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Κάδμο, τον Ιάσονα και τον Περσέα, για παράδειγμα, είναι άπειρες· για να τις καταγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια θα χρειαστεί να συγγράψουμε αντί για ένα μελέτημα ένα ατέλειωτο πολύτομο κατάλογο. Τα κοινά θέματα διατρέχουν τους ηρωϊκούς κύκλους, αλλά οι τοπικές παραδόσεις και οι παραλλαγές είναι επίσης ανιχνεύσιμες. Ο ηρωικός μύθος έχει ένα συγκεκριμένο εύρος από ότι η μυθολογία των θεών. Παρόλα αυτά όμως είναι τόσο προσαρμόσιμος και ευέλικτος που θα μπορούσε ακόμη και να επεξεργαστεί και σε ένα ειδύλλιο όπως τα Αργοναυτικά του +3ου αιώνος από τον Απολλώνιο της Ρόδου.

Τόσο μεγάλη είναι η πολλαπλότητα και η ποικιλομορφία των ηρώων που υπήρξε μια παρατεταμένη ανησυχία από τους σχολάρχες για την «εισαγωγή κάποιας ταξινόμησης» στην αφειδή αφθονία τους. Τέτοιες ταξινομικές προσπάθειες είναι ενδιαφέρουσες για τον τρόπο που αντικατοπτρίζουν την αναπτυσσόμενη ιστοριογραφία της θρησκείας. Μερικές φορές έχει δοθεί έμφαση στην υποτιθέμενη «φύση» των ηρώων, δηλαδή κάποιες φορές αν νοούνται ως ισχνοί θεοί, άλλες ως πνεύματα βλάστησης, άλλες ως επικοί ήρωες, άλλες ως ήρωες της ανθρώπινης ιστορίας ή οτιδήποτε άλλο. Άλλες φορές αυτό που έχει τονιστεί είναι η ανοιχτή κοινωνική λειτουργία τους, για παράδειγμα, στον πόλεμο, ή σε άθλο (αγώνα), ή στη μύηση, ή σε συγγενικές σχέσεις, και ούτω καθεξής. Η πρόσφατη έρευνα, ωστόσο, προτιμά να τοποθετεί τις ηρωικές λατρείες στο ιστορικό τους πλαίσιο, τονίζοντας τη σχέση μεταξύ της πρώτης εμφάνισης των λατρειών και του μετασχηματισμού της ελληνικής πόλης κατά τον -8ο αιώνα.

Μεταξύ περίπου του -750 και του -700, οι τάφοι που έχουν κατασκευαστεί στη μυκηναϊκή εποχή (περίπου -1600/-1100) παρέχουν μια νέα λειτουργία ως επίκεντρο της λατρείας, οι νεκροί είναι χαρισματικοί με ηρωικές ταυτότητες που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με τον βίο τους στην ιστορική πραγματικότητα. Η κατανομή αυτών των λατρειών σηματοδότησε την κατοχή ενός εδάφους από τις πόλεις, ενώ η ωμή φυσική κατοχή του εδάφους κοσμείται με μια αύρα θρησκευτικής νομιμοποίησης μέσω της λατρείας ενός ήρωος. Αυτή η στενή σχέση μεταξύ ηρωικής λατρείας και της ανάπτυξης της κοινότητας των πολιτών είναι ιδιαίτερα σαφής στην περίπτωση των λατρειών των ιδρυτών-ηρώων. Αλλά σε οποιαδήποτε πόλη μια πλειάδα ηρώων επιβεβαιώνει τα στάδια της εξελικτικής της ιστορίας, από εκείνη της πρωτόγονης ανθρωπότητας έως την εμφάνιση του πολιτισμού, και στη συνέχεια από τον πολιτισμό έως τη γέννηση της πόλης. Η μελέτη ενός συστήματος λατρείας και ηρωικών μύθων μιας πόλης μπορεί επομένως να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι πρόγονοι αντιλήφθηκαν τη δική τους ιστορία στο παρελθόν.

Κάθε πόλη, είναι αυτονόητο, το έκανε με τον δικό της τρόπο. Η Αθήνα, για παράδειγμα, δημιούργησε από μόνη της έναν θρυλικό ιστό μύθων προέλευσης γύρω από τους χαρακτήρες του Εριχθονίου και του Θησέως. Ο Εριχθόνιος είναι αρχέγονη θεότητα που γεννήθηκε από τη Γη, αλλά γεννήθηκε ως αποτέλεσμα της επιθυμίας του Ηφαίστου για την Αθηνά. Αυτή η αυτόχθονα μορφή έγινε ο πρώτος βασιλεύς των Αθηναίων και της πόλης τους που εξελίχθηκε και τελικά έλαβε λατρεία με τον τίτλο του Ποσειδώνος Ερεχθέως. Ο Θησεύς, από την πλευρά του, είναι ο υιός του Αιγέως (ή, εναλλακτικά, του Ποσειδώνος) και της Αίθρας, της κόρης του βασιλέως της Τροιζήνας. Μετά από πολλούς άθλους, που παραθέτει παρακάτω ο Παυσανίας, αναγνωρίστηκε τελικά από τον Αιγέα και τον διαδέχθηκε στον αθηναϊκό θρόνο:

Μία από τις παραδόσεις της Τροιζήνος σχετικά με τον Θησέα είναι και αυτή: κάποτε που ο Ηρακλής βρισκόταν στην Τροιζήνα φιλοξενούμενος του Πιτθέως, όταν κάθησε να δειπνήση ακούμπησε πλάϊ του το τομάρι του λιονταριού· εκείνη τη στιγμή μπήκαν να τον δουν μερικά παιδιά Τροιζηνίων μαζί με αυτά και ο Θησεύς που ήταν τότε επτά ετών· τα άλλα παιδιά, λέει η παράδοση, μόλις είδαν το τομάρι, το έβαλαν στα πόδια, ο Θησεύς όμως, χωρίς να πολυφοβηθεί βγήκε έξω, άρπαξε ένα τσεκούρι από τους υπηρέτες και όρμησε αμέσως επάνω στο τομάρι νομίζοντας ότι πρόκειται για ζωντανό λιοντάρι. Αυτή είναι η πρώτη από τις παραδόσεις των Τροιζηνίων, για τον Θησέα. Μια άλλη είναι ότι ο Αιγεύς έβαλε κάτω από ένα βράχο τα πέδιλα και το ξίφος του, που θα ήταν τα σημάδια αναγνωρίσεως του υιού του, και έφυγε για την Αθήνα· ο Θησεύς όταν έγινε δεκαέξι ετών σήκωσε τον βράχο, πήρε τα σημάδια που είχε βάλει ο Αιγεύς και έφυγε. Την παράδοση αυτή την αναπαριστάνει στην ακρόπολη ένα γλυπτό, που είναι ολόκληρο από χαλκό εκτός από τον βράχο. (Παυσανίας Α΄ Αττικά .27.8 )

Ως βασιλιάς, ο Θησέας πραγματοποίησε έναν από τους Συνοικισμούς των Αθηναίων και επανίδρυσε στην ουσία σωστά την πόλη της Αθηνάς. Η συνέχιση του παραπάνω αποσπάσματος από τον Παυσανία παρέχει μια θεϊκή αιτιολογία για μια αφιέρωση στην Ακρόπολη των Αθηναίων από έναν από τους ανατολικότερους αττικούς δήμους, του Μαραθώνος:

Υπάρχει και άλλο αφιέρωμα που παριστάνει άθλο του Θησέως. Η σχετική παράδοση είναι η εξής: Την χώρα των Κρητών και ιδιαίτερα την περιοχή γύρω από τον ποταμό Τεθρίνα, την λυμαίνονταν ένας ταύρος. Στα παλιά τα χρόνια βέβαια, τα θηρία ήταν πιο φοβερά για τους ανθρώπους, όπως λόγου χάρη το λιοντάρι της Νεμέας, το λιοντάρι του Παρνασσού, δράκοντες σε πολλά μέρη της Ελλάδος, τα αγριογούρουνα της Καλυδώνος και του Ερυμάνθου και του Κρομμυώνος στην Κορινθία· τόσο ώστε έλεγαν ότι άλλα από αυτά τα έβγαλε η γη, άλλα ότι ήταν ιερά διαφόρων θεών και άλλα ότι τα είχαν στείλη για τιμωρία των ανθρώπων. Και γι αυτόν το ταύρο οι Κρήτες έλεγαν ότι τον έστειλε στη χώρα τους ο Ποσειδών, γιατί ο Μίνως, που είχε την κυριαρχία στην ελληνική θάλασσα, δεν τιμούσε τον Ποσειδώνα περισσότερο από τους άλλους θεούς.

Αυτός ο ταύρος λοιπόν μεταφέρθηκε λένε από την Κρήτη στην Πελοπόννησο και ότι η μεταφορά του ήταν ένας από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλέους. Όταν τον άφησαν ελεύθερο στην Αργολική πεδιάδα, έφυγε περνώντας τον ισθμό της Κορίνθου και ήρθε στη Αττική, στον δήμο των Μαραθωνίων, και εκεί σκότωσε όσους βρέθηκαν μπροστά του, μαζί με αυτούς και το παιδί του Μίνωος, τον Ανδρόγεω.

Ο Μίνως κίνησε με στόλο εναντίον των Αθηνών· μη πιστεύοντας ότι οι Αθηναίοι δεν έφταιγαν για τον θάνατο του Ανδρόγεω· και ρήμαξε την χώρα τους ώσπου εκείνοι συμφώνησαν να του στέλνουν στην Κρήτη επτά κορίτσια και άλλα τόσα αγόρια για τον θρυλικό ταύρο του Μίνωος που κατοικούσε στον Λαβύρινθο της Κνωσού. Του Μαραθώνος τον ταύρο τον έφερε αργότερα ο Θησεύς στην ακρόπολη και τον θυσίασε στην θεά· το σχετικό αφιέρωμα έναι του δήμου των Μαραθωνίων. (Παυσανίας Α΄ Αττικά .27.9)

Τότε ο Θησέας πολέμησε – μεταξύ άλλων αντιπάλων – τις Αμαζόνες, κατέβηκε στον Άδη και τελικά πέθανε στο νησί της Σκύρου.

Έτσι, αυτοί οι δύο ήρωες, ο καθένας με τον ατομικό του τρόπο, σηματοδοτούν σημαντικά στάδια στην καταγωγή της Αθήνας. Μέσω του Εριχθονίου οι Αθηναίοι προσδιορίστηκαν ως «αυτόχθονες», δηλαδή γεννήθηκαν από το ίδιο το έδαφος και επομένως κατοικούσαν στο έδαφος της Αττικής από την αυγή της ιστορίας τους. Αυτός είναι ένας μύθος που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αθηναϊκή πολιτική ιδεολογία της κλασικής περιόδου. Στον Θησέα οι Αθηναίοι ανακάλυψαν έναν πολιτισμένο ήρωα πάνω στα χνάρια του Ηρακλέους (έναν κυρίως Πελοποννήσιο παραδοσιακό-ήρωα) που παρείχε υποστήριξη στις ηγεμονικές τους φιλοδοξίες την ίδια περίοδο. Αλλά η ιστορία της λατρείας του στην Αθήνα είναι μια ιστορία με αναλαμπές και λήθη. Την μια τιμάται, την άλλη ξεχνιέται, μόλις στο τέλος του -5ου αιώνος ο Θησέας πέτυχε την οριστική ενσάρκωση του ως πρότυπο ενός ιδρυτή-βασιλιά μιας δημοκρατίας.

Ε π ί λ ο γ ο ς

Και άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα είχαν γράψει τεράστιες σε όγκο σελίδες στον ηρωικό θρύλο. Για παράδειγμα, ο μύθος της προέλευσης της Θήβας επικεντρώνεται στα κατορθώματα του Κάδμου. Αυτά έδωσαν ώθηση στην αναζήτηση του για την Ευρώπη, τη νίκη του επί του δράκου, τη γέννηση των Σπαρτών («Σπαρτοί Άντρες») από τη σπορά των δοντιών του δράκοντος, την εδραίωσή του στη Θήβα, τον γάμο του με την Αρμονία, τους απογόνους τους, τους πρώτους θρυλικούς βασιλιάδες του της πόλης του και τους διαδοχικούς αγώνες τους, που οδηγούν στην ιστορία του Οιδίποδα και των απογόνων του.

Ένα τελευταίο παράδειγμα: Άργος. Εδώ βρίσκεται ο Φορωνεύς, ο πρώτος άνθρωπος που βασιλεύει στη γη, ο οποίος μυθικά καθιέρωσε μια αρχέγονη μορφή κοινοτικής ζωής, εφηύρε την φωτιά, πραγματοποίησε την πρώτη θυσία των ζώων και σφυρηλάτησε την πανοπλία και τα όπλα. Αργότερα επήλθε παρατεταμένη ξηρασία που τελικά την σταμάτησε ο Δαναός και οι κόρες του, συγκεκριμένα η Αμυμώνη, όπου για χάρη της ο Ποσειδώνας της φανέρωσε, με την τρίαινα του, ως θέλγητρο για να την κάνει δική του, τις περίφημες πηγές της Λέρνης, από τις οποίες υδρεύεται μέχρι και σήμερα ακόμα ο αργολικός κάμπος. Τότε και μόνο τότε θα μπορούσε το Άργος να γίνει μια πραγματική πόλη.

Αφήστε μια απάντηση