ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ : Ο Ευσεβής Ευχέτης και η Ευχή

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ : Ο Ευσεβής Ευχέτης και η Ευχή

Κατά την διάρκεια  ενός μεγάλου θυσιαστικού δράματος, η Ε υ χ ή, δίνει την έναρξη  στην πράξη που πραγματοποιείται γύρω από το βωμό μετά την πομπή. Απαγγέλλεται μελωδικά από τον ιερέα με δυνατή φωνή, η ε υ χ ή εγκαινιάζει τη σωστή θυσία θέτοντας τη διαδικασία υπό την α ι γ ί δ α των θ ε ώ ν στους οποίους προσφέρεται. Υπάρχουν πολλά τεκμήρια για τους ιερούς τύπους που αποδίδονται κατά την εκτέλεση τελετών ή τίθεται ως συνοδευτική στις κύριες λατρείες. Στην Αθηναϊκή Συνέλευση της Εκκλησίας του δήμου , για παράδειγμα, γίνεται έκκληση για σιωπή και ευχή για την Εκκλησία των πολιτών προτού οι ρήτορες απευθυνθούν σε αυτούς από το βήμα. Όπως μαθαίνουμε από την κωμική εκδοχή του, ο  Αριστοφάνης βάζει μια γυναίκα κήρυκα (Κηρύκαινα) στις Θεσμοφοριαζούσες (295-305)  να εκστομίζει τα εξής:

ΚΗΡΥΚΑΙΝΑ: Ησυχία κάντε. Ησυχία. Ευχηθείτε στις δυο Θεσµοφόρες θεές, στη ∆ήµητρα και στην Κόρη, και στον Πλούτωνα και στην Καλλιγένεια και στη Κουροτρόφο Γη και στον Ερµή και στις Χάριτες, να την ευοδώσουν τούτη, και για το καλό της Αθήνας, να έχει πολλά οφέλη, και για την δική µας καλή τύχη. Κι όποια πει και κάνει τα καλύτερα και για µας και για την πόλη, αυτή να πάρει το βραβείο. Στείλτε αυτές τις ευχές στον ουρανό και θα έχετε καλή τύχη. Ιή Παιών Ιή Παιών Ιή Παιών. Ας χαιρόµαστε.

Η Κηρύκαινα ακολουθεί με κατάρες εναντίον ανδρών ή γυναικών που παραβιάσουν τους νόμους ή προδίδουν την πόλη.

Ομοίως, κάθε ηγήτωρ του στρατού  στην πραγματική ζωή απηύθυνε μια επίσημη ευχή στους θεούς πριν από τη μάχη, ανάλογη με την ακόλουθη ευχή την οποία ο Αισχύλος βάζει στο στόμα του Ετεοκλή στο έργο του Επτά επί Θήβας (268-81):

ΕΤΕΟΚΛΗΣ:  και στους θεούς τη μόνη ευχή π᾽ αξίζει κάνε, να ᾽ναι μαζί μας σύμμαχοι· κι όταν θ᾽ ακούσεις τα τάματά μου εμένα, ψάλλ᾽ εσύ κατόπι τον άγιο ολολυγμό σαν αίσιο παιάνα, συνήθειο ελληνικό στις θυσίες επάνω, θάρρος στους φίλους, που σκορπά του εχθρού το φόβο. Λοιπόν, στης χώρας τους θεούς τους πολιούχους, στους προστάτες των κάμπων και της αγοράς μας, στης Δίρκης τις πηγές και στου Ισμηνού το ρέμα τάζω, αν μας έρθουν δεξιά και σωθεί η πόλη, ποτάμι το αίμα από τ᾽ αρνιά να τρέξει απάνω στους βωμούς των θεών, γιορτάζοντας τη νίκη, και τους αγίους των τους ναούς θε’να στολίσω μ᾽ εχθρών αρματωσιές κονταροκαρφωμένες. Τέτοιες ευχές και συ να κάνεις δίχως θρήνους, μηδέ με μάταια κι άγρια σκούγματα τρόμου, που δε γλιτώνεις πιότερο μ᾽ αυτά απ᾽ τη μοίρα.

Και πάλι, ο Θουκυδίδης (6.32), όταν περιγράφει την αναχώρηση του αθηναϊκού στόλου για τη Σικελία το -415 -έτος, μας παρέχει μια ακριβή περιγραφή του τελετουργικού πλαισίου εντός του οποίου προσφέρονται αυτές οι ευχές:

Όταν επιβιβάστηκαν όλα τα πληρώματα στα καράβια και φορτώθηκαν όλα όσα έπρεπε να πάρουν, η σάλπιγγα σήμανε σιωπή και άρχισαν να λέγονται οι συνηθισμένες πριν από κάθε ταξίδι ευχές, όχι όμως σε κάθε καράβι χωριστά, αλλά σ᾽ όλα μαζί, με τον ρυθμό που έδινε ένας κήρυκας. Σ᾽ όλο το στράτευμα είχαν αναμείξει κρασί σε κρατήρες και οι αξιωματικοί, όσο και οι οπλίτες, έκαναν σπονδές με χρυσά ή ασημένια δοχεία. Από την στεριά συνευχόταν και το πλήθος οι πολίτες και όσοι άλλοι ήταν εκεί από φιλία προς τους Αθηναίους. Αφού τραγούδησαν τον παιάνα και τέλειωσαν τις σπονδές, ανοίχτηκαν στο πέλαγος ακολουθώντας στην αρχή μονή παράταξη, αλλά έως την Αίγινα τα καράβια παράβγαιναν μεταξύ τους σε ταχύτητα.

Η Σ π ο ν δ ή που σπένδεται από τους Ευσεβείς στην αρχή της κάθε ημέρας συνοδεύεται από μια ευχή (και πάλι βλ. Ησίοδο, Έργα και Ημέρες 724-6), και με τον ίδιο τρόπο κάθε γεύμα ή συμπόσιο ξεκινά από μια σπονδή και μια ευχή που απευθύνεται στους θεούς σύμφωνα με τους καθορισμένους τύπους ευχών. Κάθε έργο, πράξη ή τελετή τίθεται έτσι υπό την προστασία των θεών που επικαλούνται, ειδικά του Διός, όπως όταν ο Ησίοδος παροτρύνει τον αγρότη πως να ξεκινήσει τις γεωργικές εργασίες του (Έργα και Ημέρες 465-8):

 «Ευχήσου στο χθόνιο Δία και στην αγνή Δήμητρα μεστός να βαραίνει της Δήμητρας ο ιερός σπόρος, μόλις αρχίζεις τ’ όργωμα, όταν την άκρη της λαβής πιάνοντας στο χέρι τη βουκέντρα κατεβάζεις στις πλάτες των βοδιών που τη δρύινη σφήνα τραβούν στις ζεύγλες».

 Τόσο στο επικό όσο και στο θέατρο αφιερώθηκε πολύς χώρος, όχι μόνο σε απλούς τύπους ευχών, αλλά και σε διάφορες σύνθετες μορφές ευχών, είτε αφιερωματική, είτε ευχετική, είτε επίκλησης  είτε αναθηματική. Ακόμα κι αν οι σκηνές που εμφανίζονται στις τραγωδίες ή στα έπη δεν μπορούν να μελετηθούν ως ακριβή αντίγραφα των τελετών και των ευχών που τις συνόδευαν, εξακολουθούν να μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, μερικές φορές υποστηριζόμενες από παραστάσεις σε αγγεία, καθώς και από τις συνοδευτικές πράξεις στις οποίες απευθύνονται. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν την ευχή που απευθύνεται στον Απόλλωνα από τον ιερέα Χρύση, ζητώντας του να δεχθεί μια εξιλαστική θυσία εκ μέρους των Αχαιών, η οποία προηγήθηκε και επιβεβαιώθηκε τελετουργικά για την αποτελεσματικότητα της θυσίας:

― Τούτα μιλώντας του την έδωκε, κι αυτός την κόρη εδέχτη

όλο χαρά· κι εκείνοι γρήγορα τ’ αγιάτικα σφαχτάρια

στήσαν αράδα, στον καλόχτιστο βωμό του Φοίβου γύρω.

Κι ως χερονίφτηκαν κι εμοίρασαν τ’ αγιοκριθάρια, ο Χρύσης

βροντόφωνα, τα χέρια ασκώνοντας, για χάρη τους ευχήθη:

«Επάκουσε μου, ασημοδόξαρε, που κυβερνάς τη Χρύσα

και την τρισάγια Κίλλα, κι άσφαλτα την Τένεδο αφεντεύεις·

κι άλλη φορά πιο πριν συνάκουσες την ευχή μου εμένα

και μου ‘δειξες τιμή παιδεύοντας ανήλεα τους Αργίτες·

όμοια και τώρα, αυτή μη μου αρνηθείς που σου ζητώ τη χάρη,

και τους Αργίτες απ’ τον άδικο χαμό πια γλίτωσέ τους.»

Είπε, και την ευχή του επάκουσεν ο Απόλλωνας ο Φοίβος·

κι ως ευχηθήκαν και πασπάλισαν μετά τ’ αγιοκριθάρια,

αναλαιμίσαν τ’ αρνοκάτσικα, τα σφάξανε, τα γδάραν,

χώρισαν τα μεριά, τα τύλιξαν τρογύρα με τη σκέπη,

διπλώνοντάς τη, κι από πάνω τους κομμάτια κρέας πιθώσαν.

ΟΜΗΡΟΣ ΙΛΙΑΣ Α 446-461

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η μακρά ευχή που απευθύνεται στον Δία Ξένιο (ο ανήκων εις φίλον ή ξένον ή εις φιλίαν και φιλοξενίαν, Ζευς, προστάτης των σκηνιτών) από τις κόρες του Δαναού, τις Ικέτιδες του Αισχύλου, το επώνυμο έργο του  (630-710). Αυτές οι γυναίκες έχουν φύγει από την Αίγυπτο στο Άργος και θέλουν ο Δίας να ανταμείψει τους Αργείους για τη βοήθεια που τους παρείχαν στην ώρα της ανάγκης τους. Εδώ βρίσκουμε επαναλαμβανόμενα τα τρία θέματα που παρουσιάζονται με τη μία ή την άλλη μορφή σε πολλές αναθηματικές ευχές: η Ευχή, η Χάρις στους θεούς, για τα παιδιά τους, τις συγκομιδές τους,  τα κοπάδια και τα κοπάδια τους να ευδοκιμήσουν και να ευημερήσουν.

Νωρίτερα, οι Δαναΐδες με τη συμβουλή του πατέρα τους είχαν καθίσει σε ένα ιερό, «κρατώντας ευσεβώς στα αριστερά κλάδους στεφανωμένους με λευκό μαλλί (ικετηρίες), χαρακτηριστικά του Δία Προστάτη των ικετών ξένων», κλάδους όπως αυτούς είχαν ήδη τοποθετήσει μπροστά στους βωμούς των θεών και στα αγάλματα, χαιρετώντας τους με  μια ευχή:

 «Ω Δία, λυπηθείτε τα δεινά μας, πριν υποκύψουμε σε αυτά εντελώς!»

Ένα τελευταίο παράδειγμα, και πάλι από τις Χοηφόροι του Αισχύλου.  Σε μια μακρά σκηνή που περιγράφει μια ταφική τελετουργία περιλαμβάνονται και οι Χοές μαζί με Ευχές (22-161), η Ηλέκτρα χέει το «καθαρτήριο ύδωρ» στον τάφο του πατέρα της Αγαμέμνονα και επαναλαμβάνει τον «καθορισμένο τύπο ευχής» :«είθε να δώσει ευτυχία σε όποιον ορκίζεται σ’ αυτήν την προσφορά».  Αλλά αυτή η ευχή από μόνη της δεν είναι αρκετή για αυτήν, και με την ενθάρρυνση του Χορού αναπτύσσει μακρό το θέμα της επιθυμίας για εκδίκηση προτού ζητήσει από το Χορό με τη σειρά της να εκφωνήσει «τους προδιαγεγραμμένες θρήνους και ταφικούς παιάνες»:

ΗΛΕΚΤΡΑ: Χθόνιε Ερμή, κήρυκα των θεών και του Άδη, φώναξε τους θεούς τους Χθόνιους που εποπτεύουν του πατέρα μου το γκρεμισμένο κράτος, στη Γη που γεννάει και θρέφει τα πάντα και παίρνει το σπόρο τους και τα ξαναγεννάει, φώναξε να ακούσουν τις ευχές μου. Και γω τις χοές ραίνω στον τάφο του πατέρα. Σε παρακαλώ. «Λυπήσου με, στείλε τον Ορέστη μου. Φως στο παλάτι. Αυτόν περιμένουμε. Μας πρόδωσε αυτή που μας γέννησε, με το φονιά σου σ’ αντάλλαξε, τον Αίγισθο, δούλα μ’ έκανε, τον Ορέστη απ’ το παλάτι τον κυνήγησε, τους μόχθους σου γλεντοκοπούν αδιάντροπα. Παρακαλώ, στον τάφο σου, τύχη καλή να φέρει τον Ορέστη.

Κάνε και μένα φρονιμότερη απ’ τη μάνα μου και να έχω χέρια καθαρά.

 Αυτά εύχομαι για μας.

Για τους εχθρούς μας, να φανεί εκδικητής σου και τους φονιάδες σου ν’ αντισκοτώσει για το δίκιο. Στις ευχές ανάμεσά τους έβαλα την κατάρα μου.

Στείλε μας την καλή βοήθειά σου όπως θέλουν οι Θεοί, η Γη και το Δίκαιο. Με τις ευχές αυτές ραίνω τις Χοές στον τάφο σου».

Εσείς κατά το έθιμο, τιμήστε τώρα το νεκρό. Ποτίστε τις ευχές με τον παιάνα του θανόντος.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΧΟΗΦΟΡΟΙ  123-151.

Όπως δείχνουν πολλά από τα παραδείγματά μας, οι Ευχές συνοδεύονται σε κάθε περίπτωση από τους κατάλληλους ύμνους και ωδές· ο μελοποιημένος  παιάνας εκτελείται ηχηρά πριν από τη μάχη και μετά τη νίκη, την κηδεία, ή τα χορικά άσματα των Χορών των  αγοριών και κοριτσιών στις εορτές της Πολιτείας.

Εν ολίγοις, η Ευχή, είτε σε σταθερή τελετουργική μορφή είτε προσαρμοσμένη για να ταιριάζει στο άτομο ή τις περιστάσεις, είναι ένα ουσιαστικό συστατικό του συμπλέγματος της τελετουργίας στο σύνολό του, μέσα στο οποίο συνήθως, όταν απαιτείται, συνδυάζεται με μια σπονδή.

Αφήστε μια απάντηση