ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΝΤΡΑ ΧΘΟΝΙΩΝ ΛΑΤΡΕΙΩΝ-ΤΟ ΔΕΛΦΙΚΟ ΙΕΡΟ ΚΑΙ Η ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ-Η ΠΕΤΡΗΕΣΣΑ ΠΥΘΩ-Η ΠΡΩΤΟΜΑΝΤΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΡΚΟΟΙ ΙΕΡΕΙΣ-ΤΟ ΠΟΤΕΙΔΑΝΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ-Η ΓΑΙΑ- ΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ-ΔΕΙΠΝΑ ΚΑΙ ΕΡΑΝΟΙ-ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ-Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΛΗΨΕΩΝ

ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΝΤΡΑ ΧΘΟΝΙΩΝ ΛΑΤΡΕΙΩΝ-ΤΟ ΔΕΛΦΙΚΟ ΙΕΡΟ ΚΑΙ Η ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ-Η ΠΕΤΡΗΕΣΣΑ ΠΥΘΩ-Η ΠΡΩΤΟΜΑΝΤΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΡΚΟΟΙ ΙΕΡΕΙΣ-ΤΟ ΠΟΤΕΙΔΑΝΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ-Η ΓΑΙΑ- ΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ-ΔΕΙΠΝΑ ΚΑΙ ΕΡΑΝΟΙ-ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ-Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΛΗΨΕΩΝ

Το δελφικό ιερό και η λαϊκή θρησκεία

Το παλαιό κέντρο των χθόνιων λατρειών, το δελφικό ιερό, στράφηκε προς τις ουράνιες θεότητες αφότου περιήλθε στον Απόλλωνα. Ο Απόλλων πρωτοεμφανίστηκε με χθόνια γνωρίσματα, τα οποία αβίαστα υποχώρησαν στα ουράνια καθώς  τα προτιμούσε η νέα εποχή των ιστορικών χρόνων. Η λαϊκή θρησκεία μας παρέμεινε εξίσου συμπαθής και στο νεότερο ιερό αφ’ ότου παρέλαβε ο Απόλλων, ως το τέλος της αρχαιότητας. Κράτησαν τη θέση τους στο ιερό και οι παλαιές και σεβάσμιες χθόνιες λατρείες. Εξαιρετικά συνετή η πολιτική του δελφικού ιερατείου προς τις δεισιδαιμονίες και προς τις μυστικές και ξένες λατρείες.

Το ιερό των Δελφών (η παλαιά ΠυΘώ), στις βραχώδεις νοτιοδυτικές παραφυάδες του Παρνασσού (εικόνα παρακάτω), είναι ο τόπος χθόνιων λατρειών στους λεγόμενους «σκοτεινούς αιώνες», αφιερωμένος στη Θεά Γαία και τον πάρεδρό της Ποσειδώνα (τον Χθόνιο ή Γαιάοχο, όχι το θεό του πελάγους).Οι Δελφοί είναι ιδεώδης τόπος για ιλαστήριες προσφορές προς τον σεβάσμιο αυτό θεό για την απαλλαγή από άγη, σαν τη μητροκτονία του Ορέστη. Αυτό σημαίνει πως ήδη στο προαπολλώνιο ιερό ήταν συνηθισμένοι και οι θρησκευτικοί καθαρμοί. Ασφαλώς ασκούνταν και η μαντική, όπως και σ᾿ άλλα ιερά της θεάς Γαίας. Οι χθόνιες ιερουργίες, οι καθαρμοί και η μαντική διαγράφουν ένα περιβάλλον κατάλληλο για την  Λ α ϊ κ ή   Θ ρ η σ κ ε ί α   των προγόνων μας, την θρησκεία δηλαδή πριν την καθιέρωση του ολυμπιακού πανθέου.

  Ο Απόλλων έγινε κύριος της Πυθούς πριν από το τέλος των σκοτεινών αιώνων ως θεός των θρησκευτικών καθαρμών και της μαντικής, ίσως και ως «ακέσιος» ή θεραπευτής θεός.

Από τότε άρχισε για το ιερό νέα εποχή. Η παρουσία ενός καινούργιου θεού ήταν ευκαιρία για την κοινωνική εκείνη τάξη που δεν συμπαθούσε τις παλιές χθόνιες θεότητες της Πυθούς να αναζητήσει σ᾿ αυτόν τον ιδανικό πάτρωνα θεό της. Ο Απόλλων δεν απεικονιζόταν ως νέος στην ηλικία θεός στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, ακόμη και η πρώιμη αρχαϊκή ελληνική τέχνη απεικονίζεται ως γενειοφόρος θεός ώριμης ηλικίας. Παρά ταύτα στην ενδοχώρα τόσο η ποίηση όσο και οι εικαστικές τέχνες δεν άργησαν να τον παρουσιάζουν ως νεαρό γνήσιο ελληνικό θεό, γεννημένο στη Δήλο και φίλο της μουσικής (μόνιμο έμβλημα του η κιθάρα), του μέτρου (άλλο έμβλημά του το «μηδέν άγαν») και της παροιμιώδους σωφροσύνης («φρόνησιν άσκει μετά δικαιοσύνης» ήταν μια δελφική υποθήκη). Πρόκειται για ένα γνήσιο δημιούργημα της ελληνικής θρησκευτικής σκέψης.

Η τάξη των ευγενών αριστοκρατών ήταν πρόθυμη να τιμήσει ένα νέο και ωραίο θεό ως τον καινούργιο κύριο των Δελφών, αρκεί να απαλλασσόταν από τον κύκλο των εκεί μελαγχολικών χθόνιων θεοτήτων και υπάρξεων. Οι πρόγονοι των ευγενών αυτών είχαν περάσει μέρες φτώχειας και στερήσεων κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων μεγάλων κοινωνικών ομάδων, με την ανάμνηση των οποίων αρχίζει την ιστορία του ο Θουκυδίδης (1, 12). Τα παιδιά όμως και τα εγγόνια εκείνων είχαν περάσει τις οικονομικές δοκιμασίες και είχαν στραφεί προς τις χαρές της ζωής. Επιδίωκαν τους αγώνες στα πεδία των μαχών, τους εγκωμιαζόμενους από τα ηρωϊκά έποι, για να εξασφαλίσουν (πάντα στην εδώ ζωή) δόξα και κοινωνική αναγνώριση. Οι ευγενείς δεν έβλεπαν τον Απόλλωνα σαν ένα καινούργιο μέλος του επί των ημερών τους χθόνιου πανθέου, αλλά σαν αντίπαλο του πανθέου εκείνου της παλαιάς Λαϊκής θρησκείας. Σ᾿ αυτό απέβλεπε ο μύθος πως στους Δελφούς ο Απόλλων είχε σκοτώσει τον δράκοντα φύλακα του παλαιού ιερού, το «πελώριον τέρας», όπως το έλεγε ο Ευριπίδης, το οποίο είχε υπό την προστασία του «το χθόνιον μαντείον» (Ιφιγ. ταύρ. 1245), και μόνο μετά το σημαντικό αυτό επίτευγμα αναγνωρίστηκε στους Δελφούς διάδοχος της Γης και του Ποσειδώνος. Το επίτευγμα αυτό έκανε τους ευγενείς τον καιρό του Ομήρου να μνημονεύουν με καμάρι τα επί των η μερών τους πλούτη του νέου θεού στην π ε τ ρ ή ε σ σ α  Π υ θ ώ  (Ιλ. Ι 404 κπ.), ενώ οι ραψωδοί δεν δίσταζαν να παρουσιάζουν (αναχρονιστικά) τους ίδιους τους αρχηγούς των Αχαιών να επισκέπτονται την Πυθώ και να ζητούν χρησμούς (Οδύσσ. θ 79 κπ.). Έτσι δημιουργήθηκε και παράδοση πως και ο ποιητής Όμηρος είχε καταφύγει στο δελφικό μαντείο για να μάθει ποια ήταν η πατρική του γη (Παυσ. 10, 7, 3 και 24, 2). Για τους ραψωδούς αυτούς η Πυθώ είχε την υπόληψη όχι μόνο των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και των ευγενών.

Ραψωδοί και επικοί ποιητές του τέλους των γεωμετρικών χρόνων και των πρώιμων αρχαϊκών αναγνώριζαν το μαντείο της Πυθούς ως ακμαίο και επί της εποχής των ηρώων. Οι ευγενείς της εποχής τους το σέβονταν ως πολύ αρχαίο. Η αλήθεια είναι μόνο πως το μαντείο είναι αρχαιότερο πολύ πριν από την εγκατάσταση του Απόλλωνα στην Πυθώ. Το αρχαιότερο μαντείο ανήκε στη θεά Γαία, την αποκαλούμενη από τον Αισχύλο «πρωτόμαντιν» (Εύμ. 2). Η χρησμοδοσία συνηθιζόταν και τότε, αλλά δεν γινόταν με έκσταση, όπως από τη Σίβυλλα και τη διάδοχό της Πυθία, αλλά με πρακτικά μέσα, όπως η παρατήρηση της φωτιάς ή του καπνού της θυσίας από τους ιερείς των Δελφών, τους αποκαλούμενους από τους λεξικογράφους «πυρκόους» (δηλ. φροντιστές ή παρατηρητές της φωτιάς). ‘H βασισμένη στην παρατήρηση μαντική είναι πολύ συνηθισμένη και στα αρχαϊκά χρόνια, οπότε πολλοί είχαν διακριθεί ως ερμηνείς των θεϊκών σημαδιών («οιωνοσκόποι» για το πέταγμά των πουλιών, «σπλαγχνοσκόποι» για την εξέταση των σπλάγχνων των θυμάτων, «ονειροκρίται» για την ερμηνεία των ονείρων, ενώ στο μαντείο της Δωδώνης οι ερμηνευτές του ψιθυρίσματος των φύλλων της «ιεράς δρυός» είναι ικανοί, κατά τον Στράβωνα 7, 328, «εκ δρυός υψικόμοιο βουλήν Διός επακούσαι». Για την ιδιομορφία της δελφικής μαντικής, τη βασιζόμενη στην έκσταση, υπάρχει στην αρχαιότητα μια εξήγηση, αναφερόμενη από το Στράβωνα 9, 419· στους Δελφούς, από μια οπή ή σχισμή του εδάφους (μη εντοπιζόμενη σήμερα) συνέβη να «αναφέρεται πνεύμα ενθουσιαστικόν» που προκαλούσε την έκσταση του ανθρώπου που το εισέπνεε. Πάνω στην οπή εκείνη, κατά το Στράβωνα, στήθηκε τρίπους «εφ᾿ δν αναβαίνουσα η Πυθία και δεχομένη το πνεύμα, συνέβαινε αποθεσπίζειν έμμετρά τε και άμετρα. Ποιηταί δε τινές, υπουργούντες τω ιερώ ενέτεινον εις μέτρον τα άμετρα». Λογικότερο θα ήταν η εκστατική μαντική να αποδοθεί σε ιδιομορφία της μικρασιατικής απολλώνιας λατρείας ή στη συνυπάρχουσα στους Δελφούς διονυσιακή, αν και η τελευταία δεν είχε κάνει νωρίς την παρουσία της στο ιερό μόνο στον -4ο αιώνα ο Διόνυσος και οι Βάκχες κυριάρχησαν στη δυτική εναέτια σύνθεση του ανοικοδομημένου ναού του Απόλλωνα. Στον αρχαϊκό ναό που είχε τελειώσει στο τέλος του -6ου αιώνα στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται γιγαντομαχία και στο ανατολικό η άφιξη του Απόλλωνος στους Δελφούς.

Πολύ περισσότερους λόγους να συμπαθούν το δελφικό ιερό είχαν στα πρώιμα ιστορικά έτη οι πολιτικά παραγκωνισμένοι από τους ευγενείς ελεύθεροι άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων, ιδίως όσοι είχαν μια φυσική προδιάθεση προς τις χθόνιες ή μυστικές λατρείες που είναι  πολλοί αυτή την εποχή. Το ιερό των Δελφών έχει χθόνιες ρίζες και παρέμεινε στα ιστορικά χρόνια φύλαξ πολλών λαϊκών λατρειών ασκούμενων στη σκιά της επίσημης θρησκείας. Σε μερικές πόλεις οι τύραννοι που επιδίωκαν τη συμπαράσταση του δήμου εναντίον των ευγενών είχαν την πρόθυμη βοήθεια του δελφικού ιερού, όπως σημειώνει ο Παυσανίας (1, 2, 5) για τον Πεισίστρατο· τον είχε ενθαρρύνει για να φέρει στην Αθήνα τη λαϊκή λατρεία του Διονύσου Ελευθερία (από τις Ελεύθερές των συνόρων Αττικής και Βοιωτίας).  Πολύ αποφασιστικότερα είχε δράσει με τη συμπαράσταση του δελφικού ιερού πριν από τον Πεισίστρατο κατά των ευγενών ο τύραννος της Σικυώνας Κλεισθένης που ήταν αγαπητός στους Δελφούς, γιατί είχε πρωτοστατήσει στον πρώτο ιερό πόλεμο (στην αρχή του -6ου αιώνος)· ο πόλεμος εκείνος είχε γίνει για να αναγνωριστεί το δελφικό ιερό ανεξάρτητο από τους περιοίκους Φωκείς, οι οποίοι απομυζούσαν τους πόρους του. Στη Σικυώνα ο Κλεισθένης έπληξε αποφασιστικότερα τους ευγενείς, όταν μετέθεσε τις τιμές που εκεί απέδιδαν στον ήρωα Άδραστο (παλαιότερο ευγενή, με ηρώο στη Σικυώνα), στον λαοφιλή θεό Διόνυσο. Προχωρώντας περισσότερο απαγόρευε στους ραψωδούς να ανταγωνίζονται με θέματα αντλημένα από τα ηρωικά έπη («αγωνίζεσθαι των ομηρείων επέων είνεκεν», κατά τον Ηρόδοτο 5, 67), γιατί αυτά τα έπη εγκωμίαζαν τους ευγενείς που ήταν εχθροί του δήμου.

Ο φιλικός προς τις χθόνιες λατρείες ρόλος του δελφικού ιερού είναι  φανερός από την διαρκή παρουσία εκεί των δυο ισχυρών χθόνιων θεών που είναι οι παλαιοί κυρίαρχοι του τεμένους.  Απ᾿ αυτούς ο Ποσειδώνας ποτέ δεν έπαψε ως το τέλος της αρχαιότητας να έχει τον δικό του βωμό μέσα στο μεγάλο ναό του Απόλλωνος, ακόμα και στον τελευταίο (μετά την ανοικοδόμησή του στον -4ου αιώνος, Παυσ. 10, 24, 4). Ο ίδιος χθόνιος θεός έχει και τέμενος δικό του, το γνωστό  Π ο τ ε ι δ ά ν ι ο ν,  στην παρά τη βόρεια πλευρά του μεγάλου ναού (αριθ. 70 στην εικ.).

Η συγκυρίαρχος του προαπολλώνιου ιερού θεά Γη είχε κι αυτή ως το τέλος της αρχαιότητας το δικό της, εξαιρετικά σεβάσμιο ιερό παρά τη νότια πλευρά του μεγάλου ναού (αριθ. 27 εικ.).

 Το μεγάλο αυτό ιερό της Γης, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η Άλως, ήταν ο κατεξοχήν χώρος επιβίωσης χθόνιων λαϊκών λατρειών μέσα στο δελφικό ιερό των ιστορικών χρόνων.

Ο μακρός αναλημματικός τοίχος με το επιμελημένο πολυγωνικό χτίσιμο που υψώθηκε κατά μήκος της νότιας πλευράς του μεγάλου ναού χώρισε με σαφήνεια το αρχαιότερα λατρευτικό κέντρο που ήταν το ιερό της Γης από το νεότερο, όπου κυριάρχησε ο επιβλητικός ναός του Απόλλωνα· το δυτικό πέρας του ναού, περνώντας μέσα από το ιερό της Γης, απέκοψε και εξαφάνισε το βορειοδυτικά πέρας του αρχαίου χθόνιου ιερού που πρέπει να συνέπιπτε με το δυτικό μέρος του σηκού του νέου ναού (όπου ήταν το άδυτο του νέου αυτού ναού). Το τέμενος της Γης που έτσι παραμερίστηκε εξακολούθησε ως το τέλος της αρχαιότητας να καλύπτει την πλαγιά, στα νότια και τα δυτικά του μεγάλου ναού.

Πυρήνας του αρχαίου εκείνου ιερού είναι μια πηγή που την είχε σεβαστεί ο πολυγωνικός τοίχος. Χαμηλότερα χρησμοδοτούσε για λογαριασμό της Γης η Σίβυλλα πάνω από ένα βράχο. Οι προσκυνητές του νέου ναού που ανηφόριζαν στην Ιερά οδό συναντούσαν την «Πέτρα της Σίβυλλας», αριστερά μόλις περνούσαν το θησαυρό των Αθηναίων και πριν φτάσουν στο σημείο, όπου η Ιερά οδός στρέφεται προς βορράν. Μέσα στο παλιό τέμενος της Γης η μικρή πόλη των Δελφών διάλεξε μια θέση για να χτίσει το βουλευτήριό της. Το ήθελε να γειτνιάζει με την Πέτρα της Σιβύλλας που είναι παλαιό σέβασμα και σιωπηλό κίνητρο ευλαβών σκέψεων. Ως κίνητρο τέτοιων σκέψεων τη χρησιμοποιεί ο Πλούταρχος, ο οποίος παρουσιάζεται να ανηφορίζει με τους συνομιλητές του στην Ιερά οδό και να σταματάει  μπροστά στην «Πέτρα» για να ανταλλάξει σκέψεις για τη μοίρα των παλαιών Σιβυλλών: «… έστημεν κατά την Πέτραν γενόμενοι, την κατά το βουλευτήριον, εφ᾿ ής λέγεται καθίζεσθαι την πρώτην Σίβυλλαν, εκ του Ελικώνος παραγενομένην, υπό των Μουσών τραφείσαν» (Περί του μη χράν έμμετρα την Πυθίαν 9). Δεξιά της Ιεράς οδού και απέναντι από την Πέτρα της Σιβύλλας και από τη Στοά των Αθηναίων είναι η Άλως, μια τεχνητά ισοπεδωμένη πλατεία, όπου κάθε οχτώ χρόνια εορτάζεται το «Σεπτήριον» ή «Στεπτήριον», μια εορτή σ᾿ ανάμνηση του φόνου του δράκοντος, ο οποίος φύλαγε την πηγή και το υπόλοιπο ιερό της Γης. Ο Πλούταρχος λέει πως κατά τη γιορτή στηνόταν η «καλιάς» του δράκοντος (η κατοικία του) που δεν ήταν απλή φωλιά, όπως των άλλων φιδιών, αλλά «μίμημα τυραννικής ή βασιλικής οικήσεως» (Περί των εκλελ. χρηστ. 14). Αυτό σημαίνει πως ο Πύθων γινόταν από μερικούς αντιληπτός ως ανθρωπόμορφος δυνάστης του παλιού χθόνιου καθεστώτος που θα το κατέλυε ο Απόλλων με την επικείμενη νίκη του. Στο τέλος της εορτής τελείται ο θρησκευτικός καθαρμός του θεού για το φόνο του Πύθωνα. Πολλοί ήθελαν την τελετή του καθαρμού εντοπισμένη στα Τέμπη και γ’ αυτό οργανώνεται πομπή από τους Δελφούς προς ένα ιερό Πύθιο των Τεμπών.

H χθόνια όμως ατμόσφαιρα κυριαρχούσε σ᾿ ολόκληρο το τέμενος, ακόμα και εκεί όπου ο κόσμος συγκεντρωνόταν για ξεκούραση ή περισυλλογή, όπως η λέσχη των Κνιδίων (αριθ. 74 στην εικόνα), μια απλή και απέριττη αίθουσα διαστάσεων 18.70 X 9.53 μ., με χτιστούς πάγκους χαμηλά, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων της, για να κάθονται όσοι ανηφόριζαν ως το βορειότερο πέρας του τεμένους και έμπαιναν στη λέσχη για να αναπαυθούν και να θαυμάσουν τις ζωγραφικές παραστάσεις του Πολυγνώτου στους τοίχους. Η λέσχη γινόταν θορυβώδης, όταν στον κεντρικό της χώρο προπονούνταν αθλητές. Σε ώρες ησυχίας οι πάγκοι της λέσχης χρησιμοποιούνταν από στοχαστικούς ανθρώπους που συζητούσαν για προβλήματα θρησκευτικά ή μυθολογικά, όπως λέει ο Παυσανίας 10, 25, 1.

Τοπογραφικό σχέδιο του δελφικού ιερού (ένα από τα πληρέστερα της γαλλικής αρχαιολογικής σχολής, όπως δημοσιεύτηκε στα 1957 από τον P. de Ia Coste—MesseIiére και στα 1963 από τους J. PouiIIoux και G.Roux). Εδώ αναφέρονται όσα σχετίζονται με το δελφικό ιερό και τη λαϊκή θρησκεία, με τις παλιές χθόνιες λατρείες και ιδίως με τη λέσχη των Κνιδίων, όπου η Νέκυια του Πολυγνώτου. Η στενή σχέση των Κνιδίων με το δελφικό ιερό, όπως φαίνεται από τα αναθήματά τους, άρχισε από τον πρώιμα -6ο αιώνα και διατηρήθηκε ως τον -5ο, τα κτίσματά τους όμως και τα γλυπτικά έργα που αφιέρωσαν διατηρούνταν και τον καιρό του Παυσανία, ο οποίος τα περιέγραψε γύρω στα +170. Έτσι δεξιά της Ιεράς οδού και κοντά στο θησαυρό των Σικυωνίων (αριθ. 11 στο σχέδιο) ο Παυσανίας είδε τα πρώτα γλυπτικά έργα που αφιέρωσαν οι Κνίδιοι, δηλ. τον οικιστή της Κνίδου Τριόπα όρθιον κοντά στο άλογό του και ένα σύνταγμα με τη Λητώ, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη και αντίκρι σ᾿ αυτούς τον Τιτυό τραυματισμένον από τον Απόλλωνα και την Άρτεμη (αριθ. 12 στο σχέδιο). Με τον αριθ. 13 σημειώνεται ο θησαυρός των Σιφνίων που είχε κι αυτός στην πρόσοψή του δυο κόρες για τη στήριξη του θριγκού, όπως και ο θησαυρός των Kνιδίων, ο οποίος βρισκόταν στην αντικρινή πλευρά της Ιεράς οδού (ίσως ο σημειωνόμενος στο σχέδιο με τον αριθ. 41. Υποτίθεται πως οι Κνίδιοι έχτισαν το Θησαυρό τους κατά τα μέσα του -6ου αιώνα, πριν υποταγούν στους Πέρσες). Τέλος τη λέσχη τους (αριθ, 74) οι Κνίδιοι την έχτισαν μετά τις ελληνικές επιτυχίες κατά των Περσών, μετά τη μάχη των Πλαταιών και πριν από τα μέσα του -5ου αιώνα, οπότε μπορεί να είχε τελειώσει και η διακόσμηση των τοίχων της λέσχης από τον Πολύγνωτο. Το προαπολλώνιο ιερό της Γης είχε για πυρήνα του μια πηγή που σημειώνεται με τον αριθμό 27). Τα θεμέλια αριθ. 28 ανήκαν σε κτίσμα που υπήρχε μέσα στο τέμενος της Γης (ίσως μικρό σηκό της θεάς). Μέσα στο ιερό της Γης πρέπει να βρισκόταν και το αψιδωτό κτίσμα αριθ. 59 που το χώρισε από το τέμενος της Γης ο μακρός πολυγωνικός τοίχος που προχωρεί προς τα ανατολικά ως τη στοά των Αθηναίων (αριθ. 33 στο σχέδιο). Μέσα στο ιερό αυτό υπήρχε στη θέση 26 κάποιο παλιό κτίσμα προτού γίνει η εκεί μεταγενέστερη κατασκευή. Υπήρχε και η «πέτρα της Σίβυλλας» (αριθ. 29), όπου γινόταν η προαπολλώνια χρησμοδοσία, συμπεριλαμβανόταν και η Άλως (παλαιότερα ισοπεδωμένος χώρος προσιτός από τη σκάλα 38 και κατάλληλος για τη εορτή του Στεπτηρίου που γινόταν κάθε οχτώ χρόνια σ᾿ ανάμνηση του φόνου του δράκοντα Πύθωνα, ο οποίος φρουρούσε το ιερό της Γης έχοντας την έδρα του κοντά στην πηγή 27). Ο πάρεδρος της Γης Ποσειδών στα ιστορικά χρόνια είχε δικό του ιερό ίσως στα βόρεια του ναού του Απόλλωνα, το «ποτειδάνιον» με πυρήνα ναΐσκο (στον αριθ. 70). Ανηφορίζοντας κανείς προς τη λέσχη των Κνιδίων από το ναό του Απόλλωνα (αριθ. 55) άφηνε αριστερά τον μεγάλο βωμό του Απόλλωνα (αριθ. 53), διάφορα αναθήματα και την κρήνη Κασσοτίδα (αριθ. 81) και δεξιά άλλα αναθήματα, μεταξύ των οποίων τα γλυπτικά του Δαόχου (αριθ. 76), καθώς και το τέμενος του Νεοπτολέμου (αριθ. 77).

Ο ζωγράφος Πολύγνωτος λίγο πριν από τα μέσα του -5ου αιώνος είχε διαλέξει τη μελαγχολική «Νέκυια» για να διακοσμήσει τον αριστερά της εισόδου δυτικό τοίχο του οικοδομήματος ήταν μια πολυμερής εικόνα του Κάτω Κόσμου, με τον Αχέροντα ποταμό διασχιζόμενον από το ακάτιον του Χάρωνα, με δαίμονες του σκοτεινού βασιλείου, όπως ο Ευρύνομος, και με μεγάλους αμαρτωλούς ανθρώπους του παρελθόντος τιμωρούμενους, όλα σε πλήρη συμφωνία με τη λαϊκή χθόνια ατμόσφαιρα του ιερού. Παριστάνονταν και δίκαιοι άνθρωποι του παρελθόντος (όχι σε ιδιαίτερο χώρο προοριζόμενο γί αυτούς) σε προσφιλείς τους ασχολίες. Στον μεγάλο ζωγραφικό πίνακα ξεχώριζε και το άλσος της Περσεφόνης με λεύκες και ιτιές. Ο Παυσανίας τελειώνει την περιγραφή του εκφράζοντας τον θαυμασμό του για την πολυμέρεια και την ευπρέπεια της σύνθεσης (10, 31, 12).

Στον ανατολικό τοίχο της λέσχης (δεξιά της εισόδου) ο Πολύγνωτος είχε παραστήσει ένα από τα σημαντικότερα, κατά τη γνώμη του, γεγονότα της επίγειας ζωής των ανθρώπων, που είναι η πτώση και η καταστροφή της Τροίας. Ο Πλούταρχος που είχε χρηματίσει μέλος του δελφικού ιερατείου, είχε διαλέξει την ίδια λέσχη των Κνιδίων, σε ήσυχες στιγμές της, για να συζητήσει με στοχαστικούς φίλους του το θέμα της επί των ημερών του παρακμής των μαντείων, όπως λέει ο ίδιος στη διατριβή του, Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων 6· «από του νεώ προϊόντες, επί ταις θύραις της Κνιδίων λέσχης έγεγόνειμεν. Παρελθόντες είσω, τους φίλους προς ους εβαδίζομεν, εωρώμεν καθημένους και περιμένοντας ημάς».

Το δελφικό ιερό, ή μαντική και οι μυστικές λατρείες

Δυο είναι οι σημαντικότερες υπηρεσίες του δελφικού ιερού προς τη λαϊκή θρησκεία στα πρώιμα χρόνια της λειτουργίας του· η δραστήρια άσκηση της μαντικής και η προώθηση των μυστικών λατρειών.

Απ᾿ αυτές, ή μαντική δεν ήταν προορισμένη να ζήσει επί πολύ. Πριν όμως από τα μηδικά την αποζητούσε μεγάλο πλήθος πιστών θεωρώντας την δώρο των θεών προς τους ανθρώπους.  Μετά τα μηδικά άρχισε γοργά να παρακμάζει· ο μικρός κύκλος των πιστών που είχαν συνέλθει μαζί με τον Πλούταρχο γύρω στο +100 έτος στη λέσχη των Κνιδίων για να βρουν για ποιο λόγο τόσα πολλά μαντεία είχαν σιγήσει επί των ημερών τους, ενώ άλλα, όπως το δελφικό (το αυθεντικότερο και ανθεκτικότερο όλων), επιζούσε με μειωμένη τη δραστηριότητά του, στην ουσία διαπίστωσαν απλώς πως οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν πάψει να νιώθουν την ανάγκη των μαντείων· όταν η μαντική ήταν στην ακμή της, το μαντείο δύσκολα ικανοποιούσε τη ζήτηση, απασχολώντας δυο προφήτιδες και έχοντας και τρίτη εφεδρική, ενώ στο τέλος του +1ου αιώνος  είχε μόνο μια και αυτή υποαπασχολούμενη. Λιγότερο από ένα αιώνα αργότερα ο Κλήμης θα αποκαλεί περιφρονητικά «μανική» την αρχαία μαντική γενικά και θα συγκαταριθμεί (κάπως πρόωρα) και το δελφικό μαντείο στα «άχρηστα χρηστήρια» της εποχής του (δηλ. που έπαυσαν να είναι σε χρήση, Προτρ. προς Έλλ. 2, σ. 10-11). Για το μαντείο της Δωδώνης ο Στράβων έγραψε πως είχε σχεδόν σιγήσει στο τέλος του -1ου αιώνος ή στην αρχή του -1ου αιώνος·  «εκλέλοιπε δε πως και το Μαντείον το εν Δωδώνη, καθάπερ τα άλλα» (7, 327).

Η δεύτερη από τις πρώιμες υπηρεσίες του δελφικού ιερού προς τη λαϊκή πίστη, δηλαδή η στήριξη των μυστικών λατρειών, είχε διαρκέστερα αποτελέσματα. Λατρείες με δογματικό περιεχόμενο αποκαλυπτόμενο κατά τη μύηση υπήρχαν και πριν από την ακμή του δελφικού ιερού (ήδη από τα προϊστορικά χρόνια). Από τα όψιμα όμως αρχαϊκά χρόνια άρχισαν να ξεχωρίζουν τρεις ως οι σημαντικότερες, η ελευσινιακή, η ορφική και η εκστατική διονυσιακή. Ζωηρότερο ενδιαφέρον έδειξε το ιερό για την παλαιότερη διονυσιακή λατρεία (την εκστατική), υψώνοντας το Διόνυσο σε σύνναο θεό. Σε πολλούς ελληνικούς τόπους η λαοφιλής λατρεία του Διονύσου είχε βρεθεί σε διωγμό την εποχή εκείνη. Οι διονυσιακοί θίασοι του Παρνασσού στηρίχτηκαν στην εύνοια του μαντείου. Στη συμπαράσταση του μαντείου υπολόγιζαν και οι οπαδοί όλων των μυστικών λατρειών. Πλήθος θιάσων του είδους αυτού έκανε την εμφάνισή του στον -5ο και στον -4o αιώνα και ανέπτυξε σπάνια δραστηριότητα, πάντα στη σκιά της επίσημης θρησκείας. Ασυνήθιστα ισχυροί δεσμοί αναπτύσσονταν ανάμεσα στα μέλη των νεοπαγών αυτών θιάσων. Οι δεσμοί ενισχύονταν από τη συναισθηματική μυστική διδασκαλία και τα συμβολικά κατά τη μύηση «δεῖπνα». Τα μέλη των θρησκευτικών θιάσων δεν αρκούνταν στο συχνά προβλεπόμενο κατά τη μύηση συμβολικό φαγητό και ποτό, αλλά οργανώνουν συνεστιάσεις με τους συνηθιζόμενους τότε «εράνους» (συμμετοχή στις δαπάνες), ώστε οι μεταξύ τους δεσμοί να γίνονται ισχυρότεροι. Οι συνεστιάσεις είχαν κι αυτές το όνομα «Έρανοι».   Σε πολλούς θιάσους θεσπιζόταν εσωτερικός νόμος που όριζε για τα μέλη, όταν πέθαιναν, να ενταφιάζονται σε ιδιαίτερα νεκροταφεία (αποκλειστικά για μυημένους και μυημένες), ώστε να μην μπορεί ούτε ο θάνατος να σπάσει τους δεσμούς.

Δελφοί και ξένες λατρείες

Στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια ενισχύεται διαρκώς όλο και περισσότερο ή στροφή προς θεότητες της Ανατολής, και τα ευλαβέστερα μέλη της κοινωνίας βεβαιώνονταν πως ήταν πια μάταιο να περιμένουν σωτηρία από τους παλιούς θεούς του Ολύμπου. Η μικρασιατική μεγάλη Μητέρα και η αιγυπτιακή Ίσις άρχισαν να ξεχωρίζουν ως οι πιο παρήγορες από τις ξένες θεότητες. Αλλοεθνείς μειονότητες με μόνιμη εγκατάσταση σε μεγάλες πόλεις μπορούσαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα λατρείες του τόπου τους, στις οποίες πρόθυμα μετείχαν και ντόπιοι κάτοικοι. Το δελφικό ιερό αναγνώριζε τις λατρείες αυτές, αρκεί να συνέβαλλαν στην τόνωση της ευλάβειας. Συγκατάθεση του μαντείου για την απλή μεταφορά δεν ήταν απαραίτητη, ‘O Ξενοφών, όταν επέστρεψε από την εκστρατεία του Κύρου και εγκαταστάθηκε στο Σκιλλούντα, διέθεσε το «ιερόν αργύριον» που από τα λάφυρα του είχε εμπιστευθεί ο στρατός, για την ίδρυση κοντά στο κτήμα του ενός ναού και βωμού για την Άρτεμη της Εφέσου. Έκρινε χρήσιμο να συμβουλευτεί το μαντείο όχι για την εισαγωγή της λατρείας, αλλά για την εκλογή της καταλληλότερης θέσης, όπου μπορούσε να τιμάται η ασυνήθιστη στην Ελλάδα Εφέσια θεά. Και «ο θεός ανείλε» για μια θέση που διαρρεόταν από ποταμό Σελινούντα (όπως στην Έφεσο): στην περιοχή μπορούσε κανείς να κυνηγήσει, διατρέχοντας τη χώρα ως τη Φολόη, αγριογούρουνα, ζαρκάδια και ελάφια. Ο ίδιος γύρω στο ναό φύτεψε άλσος από ήμερα δέντρα (καρποφόρα). Ο μικρός ναός που με τη φροντίδα του Ξενοφώντα χτίστηκε είχε το σχέδιο του ναού της Εφεσίας Άρτεμης. Το λατρευτικό άγαλμα που στήθηκε μέσα έγινε από ξύλο κυπαρίσσου και είχε κι αυτό τη μορφή του μνημειακού αγάλματος της θεάς της Εφέσου (Ανάβ. 5, 3, 7). Οι περίοικοι δέχτηκαν πρόθυμα την καινούργια λατρεία και έσπευσαν στη εορτή από τα γύρω χωριά, τα κοντινά, αλλά και τα μακρινά. Ο ναός κατά τη εορτή παρείχε δωρεάν στους προσκυνητές ψωμί από κριθάρι ή σιτάρι, κρασί και τραγήματα. Παρείχε και μερίδα από τη θυσία όχι μόνο ήμερων ζώων, αλλά και άγριων που τα χάριζαν στο ναό οι δυο γιοι του Ξενοφώντα που ήταν κυνηγοί και οι άλλοι που μετείχαν στο κυνήγι των παραμονών της εορτής. Έτσι δημιουργήθηκε μια λαοφιλής τοπική λατρεία με πρωτοβουλία ενός ξένου που εγκαταστάθηκε στην Ήλιδα.

Παρόμοια επιτυχία είχαν και άλλες ξένες λατρείες που τις είχαν μεταφέρει στην Αθήνα ή στον Πειραιά εγκαταστημένοι εκεί έμποροι από τη Μικρά Ασία, τη Συρία, την Αίγυπτο και τη Θράκη. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις σημειώθηκε αντίδραση από τους ντόπιους κατοίκους οφειλόμενη σε προστριβές μεταξύ των τοπικών αρχόντων και των προσώπων που ζητούσαν να εγκαταστήσουν τη λατρεία ή στον ανταγωνισμό της ξένης λατρείας προς κάποια συγγενή τοπική λατρεία που ήθελαν να την προστατέψουν οι φανατικοί οπαδοί της. Ήδη στον -5ο αιώνα είχε γίνει θρυλικό πρόσωπο στην Αθήνα ένας φρυγικής καταγωγής ιερέας της μικρασιατικής μεγάλης Μητέρας, η οποία ταυτιζόταν τότε με τη Ρέα της ελληνικής μυθολογίας. Ο μαχητικός εκείνος θεράπων της φρυγικής Θεάς είχε ιδρύσει ιερό με βωμό της θεάς στην αθηναϊκή αγορά και συγκρούστηκε με εξίσου μαχητικούς ευλαβείς Αθηναίους, οι οποίοι τον σκότωσαν και τον πέταξαν στο Βάραθρο, τον βραχώδη γκρεμό στα δυτικά του λόφου των Νυμφών (του αστεροσκοπείου), όπου θανάτωναν εκεί τους κακοποιούς. Το μαντείο των Δελφών παρεμβλήθηκε, όταν αργότερα ρωτήθηκε για την αιτία ενός λοιμού που έπληξε την Αθήνα· απέδωσε το λοιμό στη θανάτωση του ιερέα και υποχρέωσε τους Αθηναίους να αποκαταστήσουν τη λατρεία της θεάς στην αθηναϊκή αγορά και να τιμήσουν το νεκρό ιερέα με εικαστικό έργο. Στη θέση εκείνη έγινε το νεότερο μητρώο και το βουλευτήριο της Αθήνας.

Τη λατρεία της ίδιας θεάς, αλλά με το φρυγικό όνομα Άγδιστις, εισήγαγε στον αττικό δήμο του Ραμνούντος, πριν από τα μέσα του -1ου αιώνος, κάποιος Ζήνων Ζήνωνος Αντιοχεύς, ο οποίος οργάνωσε και τον τοπικό θίασο ανδρών και γυναικών. Αργότερα, ενώ υπηρετούσε ως ανώτερος τιτλούχος του θιάσου, στράφηκαν εναντίον του μερικοί Ραμνούσιοι, εχθροί της λατρείας ή του ιδίου, και εμπόδιζαν το έργο του. Ο Ζήνων αποτάθηκε στη βουλή των Αθηναίων και ζήτησε αναγνώριση του υπεύθυνου ρόλου του «εν τω ιερώ τω εν Ραμνούντι της Αγδίστεως», ώστε να μην «είργεται ύπό τινων παρά το καθήκον». Η βουλή με ψήφισμά της αναγνώρισε τον Ζήνωνα υπεύθυνο πρόσωπο για το τοπικό μητρικό ιερό και απαγόρευσε πράξεις παρακωλυτικές του έργου του. Μια επιγραφή, όπου αναγράφεται το ψήφισμα της βουλής, βρέθηκε στα 1927 σε παλιό σπίτι της περιοχής της ρωμαϊκής αγοράς των Αθηνών. Προοριζόταν ίσως να στηθεί στο Ραμνούντα, αφού στην Αθήνα (στο μητρώο, όπως φαίνεται από το στίχο 6, υπήρχε το πρωτότυπο του ψηφίσματος και δεν χρειαζόταν λίθινο αντίγραφο). Στην επιγραφή, μεταξύ των τιτλούχων του θιάσου, αναφέρεται ένας ακόμη άντρας, ο Καρύστιος Νικίας Νικίου (ξένος κι αυτός) και 4 ή 5 γυναίκες, αναφερόμενες χωρίς τον τόπο της καταγωγής τους, εκτός από μια που ήταν Μιλησία. Στη λατρεία περιλαμβάνεται μυστική τελετή, γιατί δυο τουλάχιστον από τις γυναίκες αποκαλούνται «αγκωνοφόροι», επειδή έφεραν σε καλάθια τα ιερά αντικείμενα τα χρησιμοποιούμενα στην τελετή της μύησης (η επιγραφή δημοσιεύτηκε από τον K.A. Ρωμαίο στα Ελληνικά 1, 1928, 233-243).

Ανάμειξη του δελφικού ιερού στην υπόθεση της ραμνούσιας λατρείας ούτε φαίνεται από την επιγραφή ούτε είναι κατανοητή, αφού η αθηναϊκή βουλή είχε επωμισθεί για το δήμο τη σχετική «πρόνοια της ευσεβείας» προς τη θεά, όπως σημειώνεται στο ψήφισμα (στίχ. 13-14).  Από την επιγραφή πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο πως ο Ζήνων Ζήνωνος (ακόμα και αν υποτεθεί πως η εισαγωγή της λατρείας δεν οφείλεται σε προσωπική του πρωτοβουλία) υπήρξε το πιο δραστήριο μέλος ενός θιάσου της Αγδίστεως στο Ραμνούντα και πως η δραστηριότητά του τον έφερε σε σύγκρουση με ομάδα Ραμνουσίων («επιβαρουμενος υπό τινων», άγνωστο αν φανατικών ετεροδόξων ή προσωπικών εχθρών του). Από τη βουλή της Αθήνας ζήτησε τη στήριξη του προσωπικού του κύρους («την καθήκουσαν φροντίδα ποιήσασθαι αυτού») και την πέτυχε. Δεν είναι γνωστό, αν οι αντίπαλοι του Ζήνωνα υποχώρησαν ή αν επέμειναν και στο τέλος κέρδισαν αυτοί τη μάχη κατά του Ζήνωνα. Το δεύτερο όμως αντίγραφο του ψηφίσματος που ο K.A. Ρωμαίος είχε ελπίσει στα 1928 πως θα βρισκόταν στο Ραμνούντα δεν βρέθηκε ούτε παλαιότερα, ούτε πρόσφατα από τον έφορο Βασ. Πετράκο, ο οποίος έφερε στο φως πλήθος άλλων επιγραφών.

Οι περισσότερες ξένες λατρείες ρίζωναν στην ελληνική ύπαιθρο χωρίς αντίδραση των κατοίκων. Έτσι ένα ιερό της αιγυπτιακής Ίσιδας που είχε ιδρυθεί σε έδαφος της Φωκικής Τιθορέας (όχι πολύ κοντά στην πόλη) είχε αποβεί κορυφαίο κέντρο της τοπικής θρησκευτικής ζωής. Με αυστηρότητα τηρούνταν και επί των ημερών του Παυσανία ο θρησκευτικός νόμος που ίσχυε στον τόπο της καταγωγής της λατρείας, να μη μπαίνουν στο άδυτο της θεάς παρά μόνο τα ευλαβή πρόσωπα που τα «καλούσε με όνειρο η ίδια η θεά». Οι παραβάτες του νόμου αυτού, κατά κοινή ομολογία, τιμωρούνταν αργά ή γρήγορα, ακόμα και με ξαφνικό θάνατο, από την ίδια τη θεά (ήταν γνωστά παραδείγματα). Έξω του σηκού, στον ευρύχωρο περίβολο του ιερού, έπρεπε να συναντώνται όσοι επρόκειτο σε κάθε εορτή της θεάς να κάνουν θυσία. Στην άμεση περιοχή γίνεται μεγάλη πανήγυρη δυο φορές το χρόνο (Παυσ. 10, 32, 13).

Δεισιδαιμονία και δελφικό ιερό

Για περιστατικά δεισιδαιμονίας είχε επικρατήσει η συνήθεια να θεωρείται αποκλειστικά αρμόδιο το δελφικό ιερό· το πεπειραμένο ιερατείο του είχε συνηθίσει να ευνοεί τη λαϊκή πίστη, χωρίς να συγκρούεται με τους παράγοντες ή τους οπαδούς της επίσημης θρησκείας.

Διδακτικό είναι ένα από τα περιστατικά που κατέγραψε ο Παυσανίας 9, 38, 5· στον Ορχομενό της Βοιωτίας ο Παυσανίας είχε μάθει για κάποιο κακοποιό πνεύμα που είχε καταλάβει ένα βράχο έξω από την πόλη και, έχοντας για ορμητήριο το βράχο, λυμαινόταν τη χώρα. Οι καταστροφές έπλητταν τους αγρότες, αλλά και όσους από τους κατοίκους της πόλης ή από τους ξένους συνέβαινε να βρεθούν κοντά στην έδρα της δραστηριότητας του κακοποιού πνεύματος. Οι ντόπιοι δεν αμφέβαλλαν πως ο εκδικητικός αυτός δαίμονας ήταν ο Ακταίων, γιος μιας κόρης του Κάδμου, ο οποίος, αγανακτισμένος για το βίαιο τέλος, στο οποίο τον είχε καταδικάσει η Άρτεμις στον Κιθαιρώνα, εκδικούνταν τώρα τους κατοίκους του Παραλιμνίου Ορχομενού (στα βορειοδυτικά της Κωπαΐδας).  Ζήτησαν από το δελφικό ιερό να τους υποδείξει τρόπο απαλλαγής από την ολέθρια δραστηριότητα του δαίμονα. Αν είχαν αποταθεί σε παράγοντες της επίσημης θρησκείας, θα έπαιρναν τη συμβουλή που απευθύνει ο Πλούταρχος στους δεισιδαίμονες στην Περί δεισιδαιμονίας πραγματεία του, δηλαδή πως κάθε φόβος από τη δραστηριότητα δαιμονικών υπάρξεων είναι αδικαιολόγητος και υπονομεύει την αγνή θρησκεία· επομένως έπρεπε να παύσουν να φοβούνται και να αφεθούν στην προστασία των αγαθών ουράνιων θεών.

Ο ονομαστός κυνηγός του Κιθαιρώνα Ακταίων (υιός της κόρης του Κάδμου Αυτονόης και του θεϊκής καταγωγής Αρισταίου) είχε υποτιμήσει την Άρτεμη καυχώμενος για τις κυνηγετικές του ικανότητες και η Άρτεμη τον κατετόξευσε και άφησε τα σκυλιά του να καταβροχθίσουν τις σάρκες του. Αργότερα οι Βοιωτοί έλεγαν πως η Άρτεμις τον εκδικήθηκε όχι γιατί περηφανεύτηκε ως καλύτερος κυνηγός από τη θεά, αλλά γιατί ενόχλησε την ίδια και τις ακόλουθές της Νύμφες, των οποίων παρακολούθησε το λουτρό σε μια πηγή των υπωρειών του Κιθαιρώνα. Στα χρόνια του Παυσανία ο Ακταίων με τη μορφή κακοποιού δαίμονα κατέστρεψε την περιουσία των Ορχομενίων και τρομοκρατούσε την περιοχή, μέχρις ότου με την παρέμβαση του δελφικού ιερού τιθασεύτηκε. Πρόκειται για σημαντική εκδήλωση ομαδικής δεισιδαιμονίας που την αντιμετώπισε ευνοϊκά για τη λαϊκή πίστη το δελφικό ιερό. Ο ερυθρόμορφος κρατήρας με την αγγειογραφία αυτή χρονολογικά ανήκει στον πρώιμο -5ο αιώνα.

Αυτό όμως δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την απλοϊκή ή λαϊκή πίστη, και ο φόβος των Ορχομενίων, η ανησυχία ή η αβεβαιότητα θα εξακολουθούσαν. Το δελφικό ιερατείο έδωσε την εξής απάντηση (που δεν θα την επιδοκίμαζε ένα φωτισμένο μυαλό, αλλά μόνον ένας ψυχολόγος αναλυτής)· πρώτα έπρεπε να βρουν, αν υπήρχε άταφο κάτι που ανήκε στον Ακταίωνα. Επειδή ο ήρωας είχε κατασπαραχθεί από τα πενήντα σκυλιά του (εικ.), ίσως υπήρχαν άταφα κόκκαλά του στον Κιθαιρώνα (είναι γνωστό πως μετά το θάνατό καμιά ψυχή δεν βρίσκει τη γαλήνη, αν δεν σκεπαστεί από τη γη καθετί που ανήκε στο σώμα όπου αυτή κατοικούσε.

Ο Ακταίων και η Άρτεμις.

Υπάρχουν άταφοι άνθρωποι που βρυκολάκιασαν και βασανίζουν αιώνια τους ζωντανούς ανθρώπους). Έπειτα, επειδή το ορμητήριο του ορχομενίου δαίμονα είχε επισημανθεί (ήταν ο συγκεκριμένος βράχος), έπρεπε οι περίοικοι να ετοιμάσουν ένα χάλκινο ομοίωμα της μορφής του και να το προσδέσουν με σιδερένιους δεσμούς στο βράχο, ώστε να μένει σταθερά εκεί (το φάσμα θα συγκρατούνταν από τη χάλκινη εικόνα του και δεν θα μπορούσε να πλανάται στα πέριξ). Οι Ορχομένιοι συμμορφώθηκαν με τη δελφική συμβουλή και αμέσως έπαυσαν να ενοχλούνται από το δαίμονα. Ο Παυσανίας προσθέτει πως είδε και ο ίδιος το χάλκινο ομοίωμα και τη σιδερένια πρόσδεσή του στο βράχο. Αυτά επηρέασαν κατευναστικά τους περιοίκους και διασκόρπισαν τους φόβους τους. Υπήρχε όμως και μια τρίτη συμβουλή του μαντείου που απέβλεπε στη συμφιλίωση των Ορχομενίων με τη δαιμονική μορφή, η οποία θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για την πόλη· το μαντείο συμβούλεψε και ετήσιους εναγισμούς για τον Ακταίωνα. ‘H εκλογή του είδους των εναγισμών υποτίθεται πως αφηνόταν στους ίδιους τους Ορχομένιους· αν διάλεγαν αιματηρή θυσία, έπρεπε μια νύχτα να σφάξουν ζώο και να το κάψουν ολόκληρο κοντά στην έδρα του δαίμονα, χωρίς κανένας Ορχομένιος να γευτεί από το κρέας. Αν προτιμούσαν υγρές προσφορές, έπρεπε να κάνουν χοές μελιού αραιωμένου με νερό ή γάλα σε βόθρο, σκαμμένον κοντά στην έδρα του δαίμονα (το μέλι, γλυκαίνοντας τη δαιμονική μορφή, μπορούσε να κατευνάζει την οργή της).

H πάντα ατελεσφόρητη καταδίκη της δεισιδαιμονίας, της  μαγείας και των προλήψεων

Πρώτος ο Θεόφραστος, γύρω στο -320 έτος,  έδωσε μια χιουμοριστική εικόνα του δεισιδαίμονος με τη διάθεση να τον καταδικάσει ως ψυχικά άρρωστο αν ξεκινήσει, λέει, για μακρινή πορεία στην ύπαιθρο, ο δεισιδαίμων φροντίζει να πάρει μαζί του μικρή λήκυθο με λάδι για να βρέχει τους «λιπαρούς λίθους» που πρόκειται να συναντήσει στα σταυροδρόμια (δηλαδή τις λίθινες ερμαϊκές στήλες, στις οποίες άλλοι δεισιδαίμονες είχαν ήδη εκδηλώσει την ευλάβειά τους με χοές λαδιού). Ο περιγραφόμενος από τον Θεόφραστο, μετά τη χοή σε κάθε λίθο, πέφτει στα γόνατα και προσεύχεται. Αν ακούσει κραυγή γλαύκας (ιερού πτηνού της Αθηνάς), ανησυχεί και δεν προχωρεί προτού προσευχηθεί στη Θεά. Αν μια γαλή του κόψει το δρόμο (περνώντας κάθετα μπροστά του), δεν προχωρεί, προτού κάποιος άλλος περάσει ή προτού ρίξει τρεις πέτρες πάνω από το δρόμο. Ανησυχεί με κάθε όνειρο που είδε και σπεύδει να συμβουλευθεί ονειροκρίτες, μάντεις, ορνιθοσκόπους για την έννοια του ονείρου ζητεί να μάθει και από ποιο θεό ή θεά μπορούσε να ελπίζει βοήθεια. Μια φορά το μήνα πηγαίνει στους «ορφεοτελεστές» για να καθαρθεί από τα αδικήματα που διέπραξε στην καθημερινή του ζωή. Παίρνει μαζί του και τη γυναίκα και τα παιδιά για τον δικό τους περιοδικό καθαρμό. Αν η γυναίκα του δεν ευκαιρεί, παίρνει τα παιδιά με την παραμάνα τους.

Ο Πλούταρχος, τετρακόσια χρόνια αργότερα (ως δοκιμιογράφος και όχι ως μέλος του δελφικού ιερατείου) έγραψε ειδική πραγματεία Περί δεισιδαιμονίας, η οποία πρέπει να άφησε αδιάφορους τους δεισιδαίμονες, αν έτυχε να τη διαβάσουν· εξετάζοντας φιλοσοφικά τη δεισιδαιμονία, τη βρίσκει «διαστροφή της ψυχής» ή «πάθος εκ λόγου ψευδούς». Ο δεισιδαίμων, βασανιζόμενος στο πέλαγος των φόβων του, χάνει και τον ύπνο του ξεχνώντας πως οι θεοί «τον ύπνον έδοσαν ημίν λήθην κακών και ανάπαυσιν». Συγκρίνοντας τον δεισιδαίμονα με τον άθεο, βρίσκει χειρότερον τον δεισιδαίμονα, γιατί ο άθεος έχει το θάρρος να πιστεύει πως δεν υπάρχουν θεοί, ενώ ο δεισιδαίμων, χωρίς να το θέλει, πιστεύει πως υπάρχουν, γιατί φοβάται να μην πιστέψει. Ο Πλούταρχος απορεί με εκείνους που θεωρούν ασέβεια την «αθεότητα», όχι όμως και τη δεισιδαιμονία. «Ανόσιος» είναι, λέει, «ο μη νομίζων θεούς, όμως οι δεισιδαίμονες ανοσιώτεροι». Ευνόητο είναι πως η δεισιδαιμονία δεν μπορεί να θεραπευθεί με το φιλοσοφικό στοχασμό. Παραμερίζεται όμως από τη ζωή με ένα καλοζυγισμένο ψυχολογικό χειρισμό, σαν εκείνον που χρησιμοποίησε το δελφικό ιερό προς τους Ορχομένιους.

 Παράλληλα προς τη δεισιδαιμονία ανθούσε στην αρχαιότητα (αλλά και σ᾿ όλες τις εποχές, ως σήμερα) ένα πλήθος  π ρ ο λ ή ψ ε ω ν  και μαγικών ιερουργιών. Πρόληψη ήταν η πίστη πως στο «φυλαχτό», το «περίαπτον» ή «περίαμμα», όπως το έλεγαν (γιατί έπρεπε να «περιάπτεται» του σώματος για να μπορεί με ασφάλεια να το προστατεύει), ενυπήρχε μυστική δύναμη δυο ειδών, μπορούσε είτε να αποτρέπει κακές επήρειες για το πρόσωπο που το φορούσε (αυτό κυρίως ήταν το λεγόμενο amulet) ή να εφελκύει ευεργετικές για το πρόσωπο αυτό εξωτερικές επήρειες (αυτό ήταν το talisman, όπου ανήκει κάθε αντικείμενο που φέρνει «γούρι»). Συνήθως ήταν αντικείμενα υλικά, πολύτιμοι λίθοι, δόντια, κέρατα, χρυσά ή αργυρά αντικείμενα (εικ.).

Κρητικό περίαπτο αποτροπαϊκού τύπου

Τα ατομικά φυλαχτά είναι στην αρχαιότητα (και σ᾿ όλες τις εποχές) τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα δυναμούχων αντικειμένων αποτροπαϊκού τύπου amulet (αποτροπής βλαβερών επηρειών). Στην εικόνα ένα χρυσό φυλαχτό από την προϊστορική Κρήτη, μικρό, κωνικού σχήματος, δοχείου, με κρίκο πώμα για ανάρτηση από το λαιμό. Στην επιφάνεια του ανάγλυφος όφις (σ᾿ άλλο φυλαχτό, χρυσό επίσης και όμοιου κωνικού σχήματος, διακρίνεται πλάι στο φίδι και μεγάλος σκορπιός. Υποτίθεται πως ο άνθρωπος που έφερε πάνω του το φυλαχτό είχε στη διάθεσή του το δηλητήριο των εικονιζόμενων ερπετών, αυτόματα στραμμένο κατά των επιβουλευόμενων τη ζωή του), . Στα ιστορικά χρόνια τα φυλαχτά του είδους ήταν εξίσου συνηθισμένα στους ανθρώπους του λαού (oι καλλιεργημένοι άνθρωποι τα περιφρονούσαν, αλλά συχνά τα χρησιμοποιούσαν κι αυτοί ενώπιον ορατού κινδύνου). Πολλά φυλαχτά ήταν άμορφα, άλλα παράξενα μικρού σχήματος φυσικά αντικείμενα και άλλα είχαν γραμμένες πάνω τους μαγικές λέξεις ή φράσεις (στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια κατακλύζονται από ανατολίτικη επίδραση και έχουν και λέξεις ακατανόητες), όλα αυτά είχαν τη μυστική δύναμη να αποτρέπουν το κακό από το πρόσωπο που φανερά ή κρυφά τα έφερε πάνω του. Στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας πολύς κόσμος είχε στραφεί με πάθος προς τα φυλαχτά.

Στην αρχαιότητα δεν ήταν πάντοτε αντικείμενα λατρείας, γίνονταν όμως πάντοτε αντιληπτά ως δυναμούχα, και η μυστική δύναμή τους είναι η ίδια που συνοδεύει τις θεϊκές ή ηρωικές υπάρξεις, καθώς και τα οστά των ηρώων που ήταν περιζήτητα από τις αρχαίες πόλεις, οι οποίες τα τιμούσαν σε εμφανή μνημεία της αγοράς τους. Στην αρχαιότητα ανάμεσα στα ιερά αντικείμενα είναι τα «ηφαιστότευκτα έργα», όσα έτυχε να διασωθούν· στη βοιωτική Χαιρώνεια τον καιρό του Παυσανία οι κάτοικοί της λάτρευαν με θεϊκές τιμές το λεγόμενο «σκήπτρο του Αγαμέμνονα»·  ό,τι κι αν ήταν στην πραγματικότητα, ο κόσμος πίστευε πως το είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος για το Δία· αργότερα το είχαν κρατήσει στα χέρια τους άλλοι θεοί και ήρωες και τελικά ο Αγαμέμνων. Ο Παυσανίας που το είδε το ξεχώρισε από όλα τα άλλα που οι πόλεις τα παρουσίαζαν ως «ηφαιστότευκτα» και πίστεψε κι αυτός πως ήταν γνήσιο. Λέει πως οι Χαιρωνείς δεν είχαν χτίσει ναό για το σκήπτρο, το φύλαγε όμως σε ειδικό κτίσμα ο ιερέας, και ο κόσμος το τιμούσε με θυσίες και άλλες προσφορές, όπως τους θεούς (9, 40, 11-12).

Η  μ α γ ε ί α  ασκείται στην Ελλάδα από μεμονωμένα άτομα του λαού, αλλά και των άλλων κοινωνικών ομάδων, συστηματικά όμως, κατά τον Πλάτωνα, από τυχοδιώκτες και αγύρτες (ορφικούς), οι οποίοι εμφανίζονταν ως ειδήμονες θρησκευτικών καθαρμών ή μάντεις και τερατοσκόποι (Νόμ. 10, 933). Έλεγαν πως μπορούσαν έναντι αμοιβής να εξοντώσουν με μαγικά μέσα κάθε εχθρό των πελατών τους. Χρησιμοποιούσαν «κήρινα μιμήματα πεπλασμένα» που τα απέθεταν ή τα έκρυβαν «επί θύραις» των προς εξόντωσιν προσώπων ή «επί τριόδοις» (απέθεταν τα κήρινα ομοιώματα των μισητών προσώπων στα σπίτια όπου έμεναν ή στους δρόμους, από όπου θα περνούσαν ή ακόμη «επί μνήμασι των γονέων αυτών», Νομ. 10, 933). Οι ίδιοι τυχοδιώκτες ισχυρίζονταν πως μπορούσαν έναντι αμοιβής να κάνουν το άδικο να υπερισχύσει του δικαίου και να πειθαναγκάσουν με «επαγωγάς και καταδεσμούς» και τους ίδιους τους θεούς να τους υπηρετούν σαν υποτακτικοί τους (Πολιτ. 2, 364). Για να εκλείψουν τα αντικοινωνικά αυτά άτομα και οι επωδές και μαγγανείες, ο Πλάτων εισηγείται αυστηρότατες ποινές στους Νόμους 10, 908-909.

Ν.Ι.Π

Αφήστε μια απάντηση