ΟΙ ΘΕΟΙ: ΧΕΙΡΩΝ- ΠΗΛΕΥΣ- ΑΙΑΚΟΣ-ΤΟ ΟΡΟΣ «ΠΗΛΙΟΝ»-ΟΙ ΧΘΟΝΙΕΣ ΑΡΧΕΓΟΝΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ-ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΣΤΟ «ΠΗΛΙΟΝ»-ΟΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΠΙΘΕΣ-ΟΙ ΠΡΩΪΜΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΪΜΟΙ ΠΑΤΡΙΟΙ ΘΕΟΙ ΣΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

ΟΙ ΘΕΟΙ: ΧΕΙΡΩΝ- ΠΗΛΕΥΣ- ΑΙΑΚΟΣ-ΤΟ ΟΡΟΣ «ΠΗΛΙΟΝ»-ΟΙ ΧΘΟΝΙΕΣ ΑΡΧΕΓΟΝΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ-ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΣΤΟ «ΠΗΛΙΟΝ»-ΟΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΠΙΘΕΣ-ΟΙ ΠΡΩΪΜΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΪΜΟΙ ΠΑΤΡΙΟΙ ΘΕΟΙ ΣΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Ο Χείρων, ο Πηλεύς, ο Αιακός, οι χθόνιες αρχέγονες λατρείες τους, Μύθος και λατρεία στο «Πήλιον», οι Κένταυροι και οι Λαπίθες

Ο μύθος των Κενταύρων, αρχικά δεμένος αποκλειστικά με το «Πήλιον» το χωματοβούνι για τους αρχέγονους πρόγονούς μας όπως δηλώνει η ονομασία του, έγινε γνωστός στη νότια Ελλάδα, όταν ομάδες Λαπιθών διασκορπίστηκαν νοτιότερα (διφυείς υπάρξεις κατά τον μύθο μόνο και ήταν γνωστές και σ᾿ άλλα μέρη της  Ελλάδος, καθώς και στις αποικίες, όχι όμως Κένταυροι ). Ο προϊστορικός λαός των Λαπιθών που νωρίς αποσπάστηκε και αργότερα απορροφήθηκε από άλλους λαούς έφερνε μαζί του ένα έπος παλαιότερο της Ιλιάδας που εγκωμίαζε τους Λάπιθες ήρωες της κενταυρομαχίας. Οι ζωγράφοι και οι πλάστες των αρχαϊκών χρόνων βρήκαν την κενταυρομαχία ιδεώδες θέμα για την κόσμηση στενών και επιμήκων επιφανειών (όπως οι ζωφόροι των ναών ή τα διαζώματα με μετόπες εναλλασσόμενες με τριγλύφους, ακόμα και οι εναέτιες συνθέσεις των ναών και η κατά ζώνες διακόσμηση των αγγείων) και συνέβαλαν στη μακραίωνη επιβίωση του μύθου. Η παρουσία Κενταύρων σ᾿ άλλα βουνά (όπως στη Φολόη και στο Μαλέα) αποδίδεται από τον ίδιο το μύθο σε επιβίωση υπολειμμάτων της αρχικής Θεσσαλικής ομάδας (Διόδ. 4, 70, Απολλόδ. 2, 5, 4).

Ακόμα και οι Κένταυροι που σύμφωνα με τοπικούς μύθους έδρασαν μεμονωμένοι (όπως ο Νέσσος του Ευήνου ποταμού και ο Ευρυτίων της αχαϊκής πόλης Ωλένου) θεωρούνταν μέλη της αρχικής ομάδας που είχαν διαφύγει «άλλος αλλαχή» (Απολλόδ. 2, 5, 4, Παυσ. 7, 18, 1). Η εξόντωση όλων των εκτός Θεσσαλίας Κενταύρων, καθώς και των μεμονωμένων, αποδόθηκε από νεώτερους μύθους στον Ηρακλή.

Για την  ε ρ μ η ν ε ί α  των Κενταύρων εξακολουθούν συχνά να προβάλλονται θεωρίες που είναι κατάλοιπα ενός παλιού πάθους να αναγνωρίζονται σε θεούς και ήρωες και στη δράση τους μετεωρολογικά ή καιρικά φαινόμενα· οι Κένταυροι θεωρούνται οι προσωποποιήσεις των ορμητικών (αυρών) χειμάρρων του Πηλίου κεντήσοντες προς τη θάλασσα και τα παράλια παρασύροντας βράχους και ξεριζώνοντας δένδρα. Οι προσωποποιήσεις αυτών των χειμάρρων που διέτρεχαν το χωματοβούνι του Πηλίου με ορμή κατέληξαν στη δημιουργία βίαιων δαιμονικών υπάρξεων των πηλιορείτικων δασών. Ή ερμηνεία όμως αυτή παραμερίζει περιστατικά πραγματικά, όπως τις αναμνήσεις από τους αγώνες που είχαν κάνει στα προϊστορικά χρόνια οι μικροί λαοί για να επικρατήσουν και για να εγκατασταθούν σ᾿ ένα τόπο μόνιμα· στην ορεινή Μαγνησία, πριν από την εισβολή των Μαγνήτων, κατοικούσε ένας λαός που το προϊστορικό του όνομα είναι άγνωστο, οι Έλληνες όμως της μυθοπλαστικής περιόδου (των πρωτογεωμετρικών και των γεωμετρικών χρόνων) τους αποκαλούσαν «Κένταυροι».

Οι «Κένταυροι» αυτοί, ως ολιγάριθμοι, αναγκάστηκαν μετά την εγκατάσταση των Μαγνήτων, να αποσυρθούν ψηλότερα. Το Πήλιο, ως «χωματόβουνο», όπως μαρτυρεί το όνομά του, καλύπτεται με σκιερά και δυσκολοδιάβατα δάση (και στα ιστορικά χρόνια η βλάστησή του ήταν οργιώδης). Καθώς τα μονοπάτια έλειπαν ή σπάνιζαν, ήταν και δύσκολο και επικίνδυνο να εισδύσει κανείς στις δασωμένες  πλαγιές αναζητώντας τα κρησφύγετα των φυγάδων. Οι Κένταυροι, αντίθετα, γνώστες του δασωμένου χώρου, μπορούσαν χρησιμοποιώντας τον ως ορμητήριο, να λεηλατούν είτε τις παραλιακές πολίχνες των Μαγνήτων είτε τις πλουσιότερες των Λαπιθών στη δυτική πλαγιά του Πηλίου, του Μαυροβουνίου και της Όσσας, κατεβαίνοντας ως το «εύδαιμον» Δώτιον πεδίον. Οι Κένταυροι επομένως είναι μια ημιάγρια φυλή που αποστερούσε τους άμεσους γείτονές της (ιδίως τους πλούσιους και πολιτισμένους Λαπίθες) από κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή του βουνού. Όταν η φυλή αυτή εξέλιπε, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι περίοικοι τους μυθοποιούσαν. Ως διφυή όντα άργησαν πολύ να τους φανταστούν. Τετρακόσια χρόνια μετά την εγκατάσταση των Μαγνήτων, ο ποιητής της Ιλιάδας φανταζόταν ακόμη τους Κενταύρους ως αγριανθρώπους «ωμοφάγους», ως «φήρας λαχνήεντας» (Β 743), Φήρας-τους Φήρες, δηλαδή θηρία και συνοδεύει το ουσιαστικό με το επίθετο  Λαχνήεντας δηλαδή  τριχωτούς – μάλλινους, καθώς η Λάχνη είναι το τρίχωμα ή το μαλακό μαλλί και απαλό χνούδι, όχι όμως αλογόμορφους. Οι εικαστικές τέχνες διδάσκουν πως ακόμη και στα αρχαϊκά χρόνια οι καλλιτέχνες τους είχαν στο νου τους ως ανθρώπους με σώμα και πόδια ανθρώπινα, αλλά με απόφυση κορμού και μόνο πισινών ποδιών αλόγου στο κάτω μέρος της σπονδυλικής στήλης [Εικ.]. Μόνο από τα κλασικά χρόνια και έπειτα, ως το τέλος της αρχαιότητας, οι εικαστικές τέχνες ήξεραν Κενταύρους αρσενικούς και θηλυκούς, μὲ ανθρώπινο κεφάλι και στήθος και κορμό αλόγου με τέσσερα αλογίσια πόδια.

Ο Χείρων, η λατρεία και ο μύθος

Πολλοί Λαπίθες και πολλοί Κένταυροι είναι γνωστοί με τα ονόματά τους από αρχαίες φιλολογικές πηγές. Όλοι ανήκουν στην μυθολογία εκτός από τον Χείρωνα. Ο Χείρων είναι  τ ο π ι κ ό ς   θ ε ό ς, με έδρα το «σεμνόν άντρον» (Πίνδ. Πυθ. 9, 30) της κορυφής του Πηλίου.  Περιβάλλεται από Κενταύρους και έχει και ο ίδιος τη δική τους μορφή. Οι επήλυδες Μάγνητες τον παρέλαβαν από τους πολιτιστικά καθυστερημένους παλαιούς κατοίκους του βουνού και τον λάτρεψαν ως ύψιστο θεό, πριν γνωρίσουν τους θεούς του Ολύμπου. Εξακολουθούσαν να τον τιμούν και στα χρόνια του Πλουτάρχου, προσφέροντάς του «απαρχές» των καρπών της γης (Συμποσ. Προβλ. 3,1,3).

Ο Χείρων είναι χθόνια ύπαρξη, όπως και άλλες που είναι δεμένες με σπηλιές, και γνωρίζει την θεραπευτική δύναμη των βοτάνων και των ριζών μερικών φυτών, «δι ων ιάτο τους κάμνοντας» (Πλουτ. ό.π.). Και άλλοι χθόνιοι θεοί (όπως ο Ασκληπιός ), καθώς και

ήρωες, εξελίχτηκαν σε θεραπευτές θεούς και ήρωες. Ο Χείρων λατρεύονταν με  πολύ αυστηρή λατρεία του Χείρωνα όπως και ο Πηλέας στο τελετουργικό τους των προϊστορικών χρόνων και δεν αποκλείεται οι δυο χθόνιες θεότητες να ήταν αρχικά εξίσου αυστηρές. Με τη λατρεία όμως ο Χείρων εξελίχτηκε σε καλόβουλο θεραπευτή θεό, ενώ ο Πηλέας, όταν οι σκληρές χθόνιες θεότητες παραμερίστηκαν, υποβιβάστηκε σε θνητό ήρωα και επέζησε ως μυθολογική μορφή.

Στα μυθοπλαστικά χρόνια της αυγής των ιστορικών χρόνων διατηρείται η ανάμνηση πως ο Χείρων ήταν ένας πολύ παλιός θεός, και γι’ αυτό οι μύθοι τον έκαναν υιο του Κρόνου και επομένως ετεροθαλή αδελφό του Διός και του Ποσειδώνος. Στα ιστορικά χρόνια, όταν είχαν τελείως διαμορφωθεί οι μύθοι για τους Κενταύρους και για τον Χείρωνα, ο Χείρων αποκαλείται «θεός», ενώ οι άλλοι Κένταυροι είναι απλώς «θήρες»· η Δηιάνειρα στις Τραχίνιες του Σοφοκλέους, μιλώντας για τον «θήρα» Κένταυρο Νέσσο, προσθέτει για τον «θεό» Χείρωνα· «οίδα και θεόν Χείρωνα πημήναντα», 709 -715.

Στη Μαγνησία, όταν η φυλή των Κενταύρων εξέλιπε, ο Χείρων δεν ήταν θεός ορισμένης φυλής και γι’  αυτό είχε θερμή λατρεία και από τους Αχαιούς και από τους Αιολείς και Μινύες που ζούσαν εκεί. Από τους Μινύες η λατρεία του Χείρωνα μεταφέρθηκε και στο νησί Θήρα, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, μαζί με τους Δωριείς, προερχόμενους από την Λακωνία και την Αργολίδα.  Ο Ηρόδοτος 4, 145 κπ. αναφέρει την παράδοση πως με την ομάδα των Λακώνων αποίκων, η οποία είχε οικιστή τον Σπαρτιάτη Θήρα ήταν και Μινυες, απόγονοι των αργοναυτών της Λήμνου. Οι Λάκωνες άποικοι μετέφεραν στη Θήρα τη λατρεία του τοπικού τους Καρνείου Απόλλωνα και οι Μινύες τη λατρεία του Χείρωνα. Η ανασκαφή του ιερού του Καρνείου Απόλλωνα της παλιάς πόλης της Θήρας έδειξε πως, πριν χτιστεί ο ναός του Απόλλωνος, είχαν χαραχτεί σε βράχους του ιερού χώρου ονόματα διαφόρων θεοτήτων, μεταξύ των οποίων και του Χείρωνα (Κ Η Ι Ρ Ο Ν), με γράμματα του -7ου αιώνος.

 Υπήρχε σπηλιά και στη θέση αυτή της Θήρας, όπως στο Πηλιο· ο πρώτος θεός της Θηραϊκής σπηλιάς είναι ο Χείρων.

Οι Λάκωνες άποικοι που ήταν πολυπληθέστεροι είχαν χαράξει και το όνομα των Διοσκούρων. Επειδή ο χώρος είχε παραμείνει ιερός και αργότερα, χαράχτηκαν και αρκετές νεώτερες επιγραφές, όπως «Γάς ιαρόν» (IG 12, 3, 30 ). Αξιοσημείωτο είναι πως όταν οι Θηραίοι αποίκισαν την Κυρήνη, στον αποικισμό είχαν μετάσχει και Μινύες της Θήρας· γι’ αυτό ο μύθος της επιστροφής της Αργούς παρουσιάζει τους αργοναύτες να προσεγγίζουν και στην Κυρήνη και στη Θήρα, πριν καταπλεύσουν στην Ιωλκό.

Μικρότερης σημασίας λατρεία του Χείρωνα στα προχωρημένα ιστορικά χρόνια είναι μαρτυρημένη και σε «άντρο», σε μικρή απόσταση προς νότον της Φαρσάλου, σε λόφο της Φθιώτιδας Αχαΐας, κοντά στο δρόμο προς το χωριό Βρυσιά, τον Δόμοκό και τη Λαμία. Ο σπηλαιώδης αυτός χώρος είναι αφιερωμένος στις Νύμφες ήδη στο τέλος των αρχαϊκών χρόνων ή στην αρχή των κλασικών. Η λατρεία του Χείρωνα στο ιερό αυτό δεν είναι η κυριότερη. Ο ποιητής ενός εικοσαστίχου επιγράμματος, χαραγμένου σε βράχο παρά την είσοδο της σπηλιάς, την παρουσιάζει (μαζί με τη μικρή πλατεία που βρίσκεται μπροστά στην είσοδο) αφιερωμένη στις Νύμφες, στον Πάνα, στον Ερμή, στον άνακτα Απόλλωνα, στον Ηρακλή και σε τρεις θεότητες της υγείας, τον Χείρωνα, τον Ασκληπιό και την Υγεία. Ο ποιητής, που είναι ίσως ο Παντάλκης μιας άλλης επιγραφής χαραγμένης επίσης στο βράχο, είναι ο ανακαινιστής του ιερού και είχε μια προσωπική συμπάθεια στο Χείρωνα, στον οποίο λέει πως χρωστούσε τη «σοφία» του και την ποιητική του διάθεση. Στον Απόλλωνα χρωστούσε την υγεία και τον «βίον εσθλόν».

Στη σπηλιά του Πηλίου ο προολυμπιακός θεός παραγκωνίστηκε στα ιστορικά χρόνια από τον Δία ακραίο (χωρίς να εκτοπιστεί). Υπήρχε ως το τέλος της αρχαιότητας ένα μέρος του ιερού, αφιερωμένο στο Χείρωνα, ή χρυσή όμως εποχή της ακμής του είχε περάσει οριστικά. Πολλοί από τους παλιούς θεούς, όταν παραγκωνίζονται από τους επιβλητικούς θεούς του Ολύμπου (τη λατρεία των οποίων προθυμοποιούνταν να εισάγουν οι ελληνικές πόλεις για να μη θεωρούνται καθυστερημένες) έπαιρναν κάποια θέση στη μυθολογία (έξω από τη σφαίρα της θρησκείας). Ο Χείρων, όπως δεν μπόρεσε να περάσει τα σύνορα της Μαγνησίας σε μεγάλη κλίμακα ως μεγάλος θεός, έτσι δεν μπόρεσε και να εξελιχτεί σε μεγάλη μυθολογική μορφή. Στην ανάμνηση των Ελλήνων παρέμεινε ο αγαθός ερημίτης του «χειρώνειου άντρου», ο «δικαιότατος των Κενταύρων», όπως τον είχε αποκαλέσει ο Όμηρος, που μπόρεσε να δώσει τη σωστήανατροφή σε ονομαστούς ήρωες, αλλά προπάντων ο θεϊκός δάσκαλος της θεραπευτικής δύναμης των βοτάνων, στον οποίο ο ίδιος ο Απόλλων είχε εμπιστευθεί το γιο τουΑσκληπιό.

Οι μυθοπλασίες που τον είχαν κάνει γιο του Κρόνου του έδωσαν ως μητέρα τη Φιλύρα, τη Νύμφη του προνομιούχου δέντρου (της φλαμουριάς) που όλοι ξέρουν την ευώδη και μαλακτική ιδιότητα των ανθέων και των φύλλων του. Παλιοίποιητές (και μερικοί μεταγενέστεροι που μιμούνται τους παλιούς) προτιμούν συχνάνα τον αποκαλούν Φιλυρίδη κι όχι Κρονίδη (πρώτοι τον είχαν ονομάσει Φιλυρίδη οποιητής της Θεογονίας, στ. 1002, και ο Πίνδαρος, Πυθ. 3,1).

 Ή Νύμφη Φιλύρα έφερεσε δύσκολη θέση τους μυθοπλασίες ποιητές που ήθελαν το Χείρωνα διφυή ύπαρξηαναγκάστηκαν άλλοι να παρουσιάσουν τον Κρόνο να μεταμορφώνεται σε άλογο πρινσυνευρεθεί μ᾿ αυτή και άλλοι να δώσουν στη Φιλύρα αλογίσια μορφή (πράγμα ασυνήθιστο για τις δρυάδες Νύμφες).

Η αλήθεια είναι πως για τους προολυμπιακούς ή«προτέρους» θεούς (όπως τους έλεγαν οι αρχαίοι) είναι προσφυέστερη η τερατώδηςεμφάνιση. Παρά την εμφάνιση αυτή που τον κατατάσσει στα παλιά «δεινά πέλωρα»,ο Χείρων εξελίχτηκε σε θεό καλοκάγαθο και καλόβουλο, γιατί μπορούσε να εξευμενίζεται με τη λατρεία. Η Ρ. Phi1ippson (Thessa1ische Mytho1ogie, 1944, 143 – 145), ευθυγραμμισμένη με τους μυθογράφους, δέχτηκε το Χείρωνα από την αρχή διφυή ύπαρξη, ενώγια τους πολλούς Κενταύρους πιστεύει, μαζί με τους μελετητές της τέχνης, πως μόνομετά το -675 έτος απεικονίστηκαν ως αλογόμορφοι από τους καλλιτέχνες. ΩΣ πρότυπογια τους άλλους Κενταύρους χρησίμεψε η μορφή του Χείρωνα, ο οποίος έγινε και ο «αρχηγέτης» τους. 

Όταν οι Λαπίθες έδιωξαν τους Κενταύρους από το Πήλιο, έδιωξαν,κατά το μύθο, και το Χείρωνα, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην απώτατη άκρη του όρουςΜαλέα. Εκεί είχαν ζητήσει καταφύγιο και οι Κένταυροι που τους κυνηγούσε ο Hρακλής, ο οποίος κατά τη σύγκρουση τραυμάτισε με βέλος τον Χείρωνα. Ενδεικτική τουάδοξου τέλους που είχε ο αρχικά μεγάλος αυτός θεός είναι η κατακλείδα του όλουμύθου· είναι γνωστό πως τα τραύματα που προξενούσε με τα βέλη του ο Ηρακλήςήταν αγιάτρευτα. Αυτό για το Χείρωνα που ήταν αθάνατος σήμαινε αιώνια ζωή βασανιστική. Για ν᾿ αποφύγει τον αιώνιο πόνο, ο ίδιος ο Χείρωνας ζήτησε από το Δία νατου επιτρέψει να προσφέρει την αθανασία στον Προμηθέα και να πάρει σ᾿ αντάλλαγματον θάνατο. Αυτό έγινε, και ο Χείρωνας πέθανε ως κοινός θνητός και αναπαύτηκε στονΆδη (Απολλόδ. 2, 5, 4).

Οι Λαπίθες και η κενταυρομαχία

Οι Λάπιθες στα προχωρημένα μυκηναϊκά έτη είναι οι πλησιέστεροι προς δυσμάς γείτονες των Μαγνήτων. Η συμπαγέστερη μάζα τους είχε παλαιότερα μετακινηθεί από τα δυτικά προς τα βορειοανατολικά της Θεσσαλίας. Κατείχαν τις χαμηλότερες δυτικές πλαγιές του Πηλίου, την περιοχή της Αγιάς και του Αγιόκαμπου, το έφορο Δώτιον πεδίον (από όπου είχαν διώξει τους Αινιάνες, Στράβ. 9, 442) και την κατόπιν περραιβική περιοχή του παραποτάμου του Πηνειού Τιταρήσιου. Η Ιλιάδα αποδίδει σ᾿ αυτούς τις πόλεις Άργισσα (δυτικά της Λάρισας, κοντά στον Πηνειό ), Γυρτώνη (βόρεια της Λάρισας και δυτικά της Νεσσωνίδας και του Δωτίου πεδίου), Όρθη (βόρεια επίσης της Λάρισας, κοντά στον Πηνειό) και ακόμα βορειότερα τις κατόπιν περραιβικές Ηλώνη και Ολοοσσόνα. Αρχηγός των πολεμιστών που πήγαν στην Τροία από τις πόλεις αυτές ήταν 6 Πολυποίτης, γιος του Πειρίθου (Β 738 – 744), του εξολοθρευτή των Κενταύρων. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής της Ιλιάδας που ζούσε γύρω στο -750 έτος, θεωρούσε τη σύγκρουση των Κενταύρων και των Λαπιθών κατά μια γενιά αρχαιότερη του τρωικού πολέμου (με την παραδοσιακή χρονολόγηση του τρωικού πολέμου στην αρχή του -12ου αιώνος, η κενταυρομαχία πρέπει να χρονολογηθεί στο τέλος του -13ου).

 Υπήρχε έπος παλαιότερα της Ιλιάδας που εγκωμίαζε τους ήρωες των Λαπιθών, τους νικητές των Κενταύρων. Η Ιλιάδα θεωρεί τους ήρωες εκείνους πολύ ανώτερους από τους Αχαιούς πολεμιστές της Τροίας. Ο Νέστωρ που ήταν ο μακροβιότερος στο στρατόπεδο των Αχαιών καυχάται πως όταν ήταν νέος είχε γνωρίσει μερικούς από τους θρυλικούς Λαπίθες πολεμιστές, όπως τον Πειρίθουν, τον Δρύαντα, τον Καινέα, τον Εξάδιο και τον Πολύφημο· δεν είδε, προσθέτει, ούτε πρόκειται να δει γενναιότερους: «κάρτιστοι μεν έσαν και καρτίστοις εμάχοντο, φηρσίν όρεσκώοισι, και εκπάγλως απόλεσαν». Από τους ανθρώπους της εποχής του κανένας δεν θα τολμούσε να αναμετρηθεί με κείνους: «κείνοισι δ᾿ ου τις των, οι νυν βροτοί εισίν επιχθόνιοι μαχέοιτο» (Α 260 – 272).

Εφάμιλλοι των παλιών Λαπιθών ηρώων θεωρούνταν και οι γιοι τους· δυο απ᾿ αυτούς, ο γιος του Πειρίθου Πολυποίτης και ο εγγονός του Καινέα και γιος του Κορώνου Λεοντεύς (Β 746) είχαν αναλάβει τη φρούρηση των πυλών στο στρατόπεδο των Αχαιών στην Τροία, όταν οι Τρώες ετοίμασαν τη μεγάλη επίθεση για να το κυριέψουν.

Ο Όμηρος τους παρομοιάζει με δυο «υψικάρηνες δρύες» που αντέχουν στους ανέμους και στις καταιγίδες, γιατί είναι βαθιά ριζωμένες στο βουνό· «εν δε πύλησι δυο ανέρας εύρον (οι Τρώες), υίας υπερθύμους Λαπιθάων αιχμητάων, τον μεν Περιβόλουυία κρατερόν Πολυποίτην, τον δε Λεοντήα, βροτολοιγώ ίσον Άρηΐ τω μεν άρα προπάροιθε πυλάων υψηλάων έστασαν ως ότε τε δρύες ούρεσιν υψικάρηνοι αι τ᾿ άνεμον μίμνουσι και υετόν ήματα πάντα, ρίζησιν μεγάλησι διηνεκέεσσ᾿ αραρυίαι» (Ιλ. Μ 182 – 194 ).

Σκοτωμούς Τρώων σε αναμετρήσεις σώμα με σώμα με Λαπίθες συχνά περιγράφει ο Όμηρος (Μ 182 κπ., 188 – 194). Στα «άθλα επί Πατρόκλω» στους τρεις πρώτους δισκοβόλους νικητής είχε αναδειχτεί ο γιγαντόσωμος Τελαμώνιος Αίας. Μετά τον Αίαντα σηκώθηκε ο Λαπίθης Πολυποίτης, 6 οποίος δεν δυσκολεύτηκε να νικήσει και τον Αίαντα, και η επιτυχία του συνοδεύτηκε με βοή θαυμασμού από όλους τους Αχαιούς που παρακολουθούσαν τον αγώνα (Ψ 836 – 849 ).

Την  κ ε ν τ α υ ρ ο μ α χ ί α  ο αρχαίος μύθος την παρουσιάζει σαν μια φονική σύγκρουση στη χώρα των Λαπιθών, όχι μακριά από τη δυτική πλαγιά του Πηλίου. Ως αιτία δεν πρόβαλε μόνο την προκλητική βία των Κενταύρων κατά το γάμο του Πειρίθου, αλλά και εδαφικές απαιτήσεις του λαού των Κενταύρων σε βάρος των Λαπιθών· οι Κένταυροι ζητούσαν μέρος «της πατρώας αρχής», κατά το Διόδωρο 4, 69 – 70, γιατί οι γενάρχες τους Λαπίθης και Κένταυρος (επώνυμοι των δυο φυλών) είναι υιοι, του Απόλλωνα και μιας κόρης του Πηνειού ή γιατί (κατ᾿ άλλους μύθους) ο Λαπίθης Ιξίων είναι πατέρας και του Πειρίθου (από την ηρωΐδα Δία του Ήιονέα), αλλά και των Κενταύρων (από τη νεφέλη που είχε στείλει στον Ιξίονα ο Ζευς). Στους μύθους αυτούς, όποια κι αν είναι ή ηλικία τους, υπόκειται η άποψη πως οι Κένταυροι είναι αρχικά συνηθισμένοι άνθρωποι, αφού ο γενάρχης τους είχε την ίδια μητέρα με το γενάρχη των Λαπιθών και αφού η γυναίκα που επρόκειτο να νυμφευθεί ο Πειρίθους καταγόταν από τους Κενταύρους και ο Πειρίθους είχε καλέσει τους Κενταύρους στο γάμο του «ως συγγενείς όντας αυτή» (Απολλόδ. Επιτ. 1, 21).

Η συνύφανση όμως των ουσιωδών μύθων για τους Λαπίθες που είχαν σαφώς ιστορικό πυρήνα με θρύλους τελείως ξένους από την πραγματικότητα (όπως η συμπεριφορά του Ιξίονα προς την Ήρα και τον Δία και προπάντων η απεικόνιση της κενταυρομαχίας από τις εικαστικές τέχνες ως πάλης των Λαπιθών εναντίον τερατωδών υπάρξεων) αδικαιολόγητα έκανε μερικούς ερευνητές να χαρακτηρίσουν όχι μόνο τους Κενταύρους, αλλά και τους Λάπιθες ψευδώς ως «μυθικό λαό».

Οι Λάπιθες υπήρξαν ένας δραστήριος ελληνικός λαός με την ίδια ανταπόκριση προς την πραγματικότητα που είχαν οι «καρηκομόωντες Αχαιοί» του Ομήρου. Η διαφορά είναι πως το όνομα των Αχαιών επέζησε και στα ιστορικά χρόνια στη θεσσαλική Φθιώτιδα Αχαΐα και στην πελοποννησιακή Αχαΐα, ενώ των Λαπιθών από την αυγή των ιστορικών χρόνων άρχισε να ξεχνιέται, γιατί η φυλή τους απορροφήθηκε από άλλες μετά τον κατακερματισμό και τη διασκόρπιση της στη νοτιότερη Ελλάδα. Μαζικά εγκαταστάθηκαν Λάπιθες κατά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής στην Αττική μεταφέροντας εκεί τους μύθους τους και τα ονόματα των ηρώων τους, ανάμεσα στα οποία του Θησέα, του κατόπιν εθνικού ήρωα της Αθήνας.

Στα μυθοπλαστικά χρόνια (γύρω στα -900/ -850) δημιουργήθηκαν άλλοι γενεαλογικοί μύθοι για τους ήρωες της Αττικής και η συμμετοχή του Θησέα στον πόλεμο κατά των Κενταύρων αποδόθηκε σε απλή φιλία του προς τον Πειρίθουν. Από εγκατάσταση Λαπιθών στη Βοιωτία είχε φτάσει εκεί ο επώνυμος της Κορωνείας Κόρωνος, γιος του παλιού Λαπίθη Καινέα και πατέρας του εγκωμιαζόμενου από τον Όμηρο Λεοντέα (Β 745 κπ. ).

Λάπιθες υπήρξαν οι επώνυμοι και πολλών πελοποννησιακών τοπωνυμίων. Τα ονόματα των ηρώων επέζησαν περισσότερο από τη φυλή τους, γιατί οι ήρωες είχαν τραγουδηθεί από έπος, ονομαστό και στα γεωμετρικά χρόνια (την εποχή του Ομήρου).

Η λατρεία και ο μύθος του Πηλέως, οι λατρείες στην Ιωλκίτιδα.

Η αξιολογότερη πεδιάδα σ᾿ ολόκληρη τη χερσόνησο της Μαγνησίας είναι η μικρή προσχωσιγενής του μυχού του Παγασιτικού. Η πεδιάδα περιβάλλει την εσοχή του κόλπου από τα ανατολικά, τα βόρεια και τα δυτικά.

Ενώ η ορεινή Μαγνησία κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Μάγνητες, η περιοχή της Ιωλκού κατοικήθηκε από πολλά ελληνικά φύλα (Μάγνητες, Αχαιούς, Αιολείς, Μινύες) και υπήρξε η πλουσιότερη σε μύθους σε σύγκριση όχι μόνο με τη Μαγνησία, αλλά και με πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στους Αχαιούς ανήκουν οι μύθοι του Πηλέως και του Αχιλλέως, στους Μινύες και τους Αιολείς οι μύθοι του Πελία, του Ιάσονα και της αργοναυτικής ἐκστρατείας, καθώς και η τοπική παραλλαγή του μύθου του Κύκνου, η δεμένη με το δυτικό τμήμα της πεδιάδας (με την περιοχή των Αφανών και των Παγασών) που αποκαλούνταν Κυκνίτις, όταν έπρεπε να διακριθεί από την υπόλοιπη Ιωλκίτιδα. Κοινό γνώρισμα όλων των μύθων της βορειότερης εσοχής του Παγασιτικού, είναι οι στενοί δεσμοί των εμπλεκόμενων σ᾿ αυτούς θεών και ηρώων με τον Κάτω Κόσμο.

Ο Πηλεύς και ο Αιακός ,η λατρεία, οι θεοί, οι μύθοι

Η μορφή του Πηλέως είναι καθαρά τοπική, με διαφανή την έννοια του ονόματός του που τον παρουσιάζει σαν χθόνια ύπαρξη, ο Πηλεύς είναι ο κυρίαρχος θεός στο όρος «Πήλιον». Ακόμα και όσοι ξενόγλωσσοι μελετητές δεν δέχονται την ετυμολογική σχέση του ονόματος «Πηλεύς» με το Πήλιον  τον αναγνωρίζουν ως το στοιχειό του βουνού ή ως δαιμονική ύπαρξη αξεχώριστη από το βουνό. Κατά τον Robert Heldensage, ο Πηλεύς, σύμφωνα με την αρχική μορφή του μύθου, δεν κατοικεί ούτε στην Ιωλκό ούτε στη Φθία, αλλά μόνο στο Πήλιο ή στη σπηλιά του Χείρωνος.  Πλανώμενος στις ακρογιαλιές του βουνού, συνάντησε στη Σηπιάδα άκρα την Θέτιδα, την οποία μπόρεσε να δαμάσει (όπως παλαιότερα ο Αιακός τη Νηρηίδα Ψαμμάθη) και να έχει μ᾿ αυτή εκεί μια και μόνη ερωτική συνάντηση, μετά την οποία ή Θέτις πήδησε στη θάλασσα και βρήκε τις αδελφές της Νηρηίδες, χωρίς να ξανασυναντηθεί με τον Πηλέα.  Όταν γεννήθηκε ο Αχιλλεύς, η Θέτις τον άφησε, νεογέννητο βρέφος, στην ακρογιαλιά, και ο Χείρων με τον Πηλέα μπόρεσαν να τον μεγαλώσουν.

Νεώτεροι ποιητές έπλασαν το μύθο του «γάμου» του Πηλέως και της Θέτιδας, στον οποίο παρευρέθηκαν και οι θεοί, όχι όμως σε κάποια πόλη, όπου μπορούσε να έχει την κατοικία του ο Πηλεύς, αλλά πάλι στην κορυφή του Πηλίου, στη σπηλιά του Χείρωνα.

Πατήρ του Πηλέως είναι ένας επίσης τοπικός θεός του Κάτω Κόσμου, ο Α ι α κ ό ς.

Το όνομά του σημαίνει ύπαρξη μελαγχολική που στέλνει στους ανθρώπους τα «αιακτά πήματα», κατά την έκφραση του Αισχύλου, δηλαδή τον θάνατο και παρόμοιες μεγάλες συμφορές που προκαλούν οιμωγές ή οδυρμούς (από το ρήμα αιάζειν που σημαίνει θρηνείν). Ο Αιακός αυτός δεν είχε μεγάλη φήμη έξω από τη Μαγνησία και τη Φθιώτιδα Αχαΐα.

Οι ποιητές και οι μυθογράφοι έκαναν πανελλήνια γνωστόν τον Αιακό της Αίγινας που είναι η ίδια μυθική μορφή, μεταφερμένη στην Αίγινα από άποικους Αχαιούς από τη Θεσσαλία, μαζί με τον «πατέρα Δία ελλάνιον» (όπως τον λέει ο Πίνδαρος, Νεμ. 5, 10 κπ.), δηλ. τον καταγόμενο από την Ελλάδα του Αχιλλέα (Ιλ. Ι 395).

Η μεταφορά έγινε σε μια εποχή, οπότε είχε ήδη εγκατασταθεί ο Ζευς ακραίος στην κορυφή του Πηλίου. Στην κορυφή του ψηλότερου βουνού της Αίγινας ίδρυσαν πρώτοι «βωμόν Ζηνός ελλανίου» (του γνωστού στα ιστορικά χρόνια «πανελληνίου Διός») οι άποικοι από τη Φθιώτιδα Αχαΐα. Στο μεταξύ ο Αιακός της Μαγνησίας, ο πατέρας του Πηλέως, επισκιάστηκε, και ο Πηλέας έγινε γιος του Αιακού της Αίγινας. Τα γνωρίσματα της αρχικής υποχθόνιας φύσης του επισκιασμένου παλιού Αιακού δεν λησμονήθηκαν, αλλά μερικά από τα εκφραστικότερα πέρασαν στον Αιακό της Αίγινας, αν και, παραγκωνισμένος κι αυτός από τους ολυμπίους θεούς, είχε πάρει τη θέση του στην ηρωική μυθολογία· κατά τον Ισοκράτη (Ευαγ. 15) ο Αιακός είναι ο παρακαθήμενος του Πλούτωνα και της Περσεφόνης στον ᾿Άδη («λέγεται παρά Πλούτωνι και Κόρη, μεγίστας τιμάς έχων, παρεδρεύειν εκείνοις»). Ο Πλάτων (Γοργ. 523) παρουσιάζει τον Αιακό με την περισσότερο γνωστή ιδιότητα του δικαστή του Άδη. Για τους μεταγενέστερους ποιητές και μυθογράφους είναι απλώς ο κλειδούχος του Άδη («τιμάται παρά Πλούτωνι Αιακός, και τας κλεις του Άδου φυλάττει», Απολλόδ. 3, 12, 6). Αυτό αποτελεί την ανάμνηση της ηγετικής μορφής του Κάτω Κόσμου, γιατί άλλοι θεωρούσαν κλειδούχο τον Πλούτωνα· ο Παυσανίας είδε στο ηραίο της Ολυμπίας εικόνα του Πλούτωνος με τα κλειδιά του Άδου στα χέρια (5,2Ο,3). Ο Λουκιανός παρουσιάζει τον Αιακό μόνον ως αυστηρό φρουρό των πυλών του Άδου, με τη βοήθεια του Κερβέρου (Νεκρ. Διάλ. 3 και Διάλ. Αἰακοῦ-Μενίππου, 1 κπ. ).

Οι πρώιμες παραδόσεις των Αχαιών της Μαγνησίας ήθελαν το δικό τους Αιακό στενά δεμένον με το Χείρωνα·ο  Αιακός εδώ έχει νυμφευθεί την κόρη του Χείρωνος Ενδηίδα (Σχόλ. Ιλ. Π 14) και ο Πηλεύς είναι ο υιος «Αιακού και Ενδηίδος, της Χείρωνος θυγατρός» (Σχολ. Πινδ. Νεμ. 5, 10 κπ.). Οι σχέσεις αυτές της αγχιστείας εξηγούν το ζωηρό ενδιαφέρον του Χείρωνος για τον εγγονό του Πηλέως και τον δισέγγονό του Αχιλλέως· είχε σώσει τον Πηλέα βρίσκοντας και παραδίδοντας σ᾿ αυτόν το ξίφος που το είχε κρύψει ο Άκαστος με το σκοπό να μη μπορεί ο Πηλεύς να αμυνθεί κατά των Κενταύρων και να εξοντωθεί απ᾿ αυτούς· αργότερα αποκάλυψε στον Πηλέα με ποιον τρόπο θα μπορούσε να δαμάσει τη Νηρηίδα Θέτιδα, τέλος είχε σπεύσει να εξασφαλίσει κατάλληλες τροφές για το βρέφος Αχιλλέα, όταν το είχε εγκαταλείψει η Θέτις. Οι ποιητές και οι μυθογράφοι των ιστορικών χρόνων που δεν ήξεραν τις πρώιμες παραδόσεις των Αχαιών, παρουσίασαν τον Αιακό της Αίγινας να νυμφεύεται μια άλλη Ενδηίδα, την κόρη του Σκίρωνα που ήταν εκεί γείτονάς του. Από την Ενδηίδα αυτή ο Αιακός της Αίγινας είχε γιους τον Πηλέα και τον Τελαμώνα (Απολλόδ. 3,12,6). Η γενεαλογία όμως αυτή αμφισβητούνταν ήδη από λόγιους προκλασικών χρόνων, όπως από τον Φερεκύδη, ο οποίος θεωρούσε τον Τελαμώνα όχι αδελφό, αλλά φίλο του Πηλέως (Απολλόδ. ὅ.π.).

Ο Πηλεύς, είναι κατά τις τοπικές παραδόσεις των Αχαιών της Μαγνησίας, μια αυστηρή θεότητα του τόπου. Στη λατρεία πλάι του βρίσκεται όχι ο πατέρας του Αιακός, αλλά ο παππούς του Χείρων. Ο χριστιανός συγγραφέας Κλήμης της Αλεξάνδρειας (του +2ου αιώνος,  αναζητώντας  απελπισμένα δείγματα της αγριότητας της προχριστιανικής λατρείας, αναφέρει στον Προτρεπτικό του την πληροφορία κάποιου λόγιου Μόνιμου (ίσως του συγγραφέα του -4ου αιώνος, με τον οποίο ασχολείται ο Διογένης Λαέρτιος στο έργο του για τους φιλοσόφους β, 82 κπ. ), σύμφωνα με την οποία ένας Αχαιός είχε φονευθεί στον Πηλέα και στο Χείρωνα, στην «Πέλλη της Θετταλίας» (κεφ. 3, σ. 36 )· μια παλιά πόλη «Πέλλη» αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος στο κράτος του Αχιλλέα και μια δεύτερη με το ίδιο όνομα στο κράτος του Ευρυπύλου που όμως αυτό βρισκόταν στη θεσσαλική ενδοχώρα (Ιλ. Β 736), μακριά από τη Μαγνησία. Οι φόνοι όμως αιχμαλώτων στα προϊστορικά χρόνια ήταν συνηθισμένοι και έχουν τη θέση ύψιστης προσφοράς προς πολύ αυστηρούς θεούς για την εξασφάλιση της εύνοιάς τους. Αν η πληροφορία του Μόνιμου βασίζεται σε κάποια ανάμνηση, το θετικό συμπέρασμα απ᾿αυτή θα ήταν πως οι δυο θεότητες του Πηλίου ανήκαν πραγματικά στην κατηγορία των αυστηρών χθόνιων θεοτήτων.

Η Φίλιπσον, Θεσσαλική Μυθολογία 148 σχετίζει με τους παραδιδομένους φόνους  για τον Πηλέα και μια πληροφορία του Ηρακλείδη, αποδιδόμενη στο γεωγράφο Δικαίαρχο του -4ου αιώνος (Geographi minores του Μίλλερ, 1, 107).

Η πληροφορία αναφέρει στην κορυφή του Πηλίου «σπήλαιον Χειρώνειον και ιερόν Διός ακραίου». Ο ιερεύς του ακραίου Διός που είχε την έδρα του στη Δημητριάδα οργάνωνε μια πομπή από τη Δημητριάδα προς την κορυφή του βουνού (κάθε καλοκαίρι ), την εποχή του μεγάλου καύσωνα «κατά το ακμαιότατον καύμα» . Στην πομπή μετέχαν «οι επιφανέστατοι των πολιτών και ταις ηλικίαις ακμάζοντες, επιλεχθέντες υπό του ιερέως, ενεζωσμένοι κώδια τρίποκα καινά». Επειδή δηλαδή η ανάβαση στην κορυφή του βουνού είναι κοπιαστική (απαιτείται μισής ημέρας συνεχής ανηφορική πορεία), ο ιερεύς διάλεγε νέους στην ακμή της ηλικίας τους, οι οποίοι ανέβαιναν προςτο ιερό ζωσμένοι με δορές κριών πρόσφατα θυσιασμένων. Η Φίλιπσον πιστεύει πως ο ιερέας διάλεγε νέους επιφανών οικογενειών για να «θυσιαστούν» στο Δία ακραίο, επομένως κάτι που πίστευε ότι γινόταν και παλαιότερα στον Πηλέα, τον αρχικό κύριο του ιερού, επρόκειτο όμως για προσφορές και πομπές φρεσκοσφαγμένων κωδίων (προβιών) και όχι για υποτιθέμενες «ανθρωποθυσίες».

Πρόκειται για συνηθισμένες λιτανείες όχι μόνο για προολυμπιακές θεότητες, αλλά και για θεότητες του παλαιότερου ολυμπιακού πανθέου (όπως για το Δία), στο απόσπασμα  του ψευδο-Δικαίαρχου φαίνεται πως περιγράφεται μια συνηθισμένη λιτανεία για υετό τηνεποχή της μεγάλης ξηρασίας, απευθυνόμενη προς το θεό των καιρικών μεταβολών,ως «νεφεληγερέτη» και «όμβριο». Όταν καθιερώθηκε η πομπή, μπορούμε να υποθέσουμε είτε πως ο ιερέας ήθελε να εμφανίσει τους επιλεγέντας νέους ως υποκατάσταταθυμάτων είτε πως οι νέοι φορούσαν τα κώδια για τη μαγική τους δύναμη και να εφελκύουντην βροχή.

Ο γάμος του Πηλέα με μια Νηρηίδα αποτελεί κανόνα για μεγάλες χθόνιες υπάρξεις, οι οποίες νυμφεύονται θεότητες των νερών (ο πατέρας του Πηλέα Αιακός είχε γεννήσει τον ήρωα Φώκο από τη Νηρηίδα Ψαμάθη και ο Ποσειδών που πριν γίνει θεός του πελάγους είναι θεός του Κάτω Κόσμου, νυμφεύτηκε τη Νηρηίδα Αμφιτρίτη).

Η Θέτις του Πηλέως, κατά την παράδοση, είναι η δυναμικότερη από τις κόρες του Νηρέως, για την οποία είχαν ερίσει ο Ποσειδώνας και ο Δίας. Ο παραδιδόμενος μύθος ξέρει τον Πηλέα ως θνητό ήρωα και βάζει τη Θέτιδα να αποκρούει το γάμο της με θνητό, ώστε να χρειαστεί πάλη για την κατάκτηση της. Η μορφή αυτή του μύθου πλάστηκε μετά την επικράτηση των ολυμπίων θεών, όταν οι περισσότεροι από τους παλιούς θεούς, μαζί με τον Αιακό και τον Πηλέα, είχαν μεταπηδήσει στον κόσμο των ηρώων. Στο ιερό της κορυφής του Πηλίου ο Πηλεύς δέχτηκε τους θεούς και τα δώρα τους υπό τη νέα του ιδιότητα. Ταυτόχρονα παραχώρισε το ιερό στον ολύμπιο Δία για να το μοιράζεται στο μέλλον με τη σκιά του «δικαιότατου των Κενταύρων».

Ως θνητός ο Πηλεύς αποσπάστηκε από το Πήλιο, του οποίου ήταν η ψυχή, και έγινε βασιλιάς στο πολύ μεγαλύτερο κράτος της Φθιώτιδας Αχαΐας, στο οποίο ανήκε η νοτιοανατολική ορεινή Θεσσαλία, ως το Σπερχειό. Στην Ιλιάδα το κράτος αυτό φέρει το μυθικό όνομα της Φθίας. Η Φθία δεν είναι χώρα πραγματική αλλά έχει εξηγηθεί ως ο τόπος των «φθιμένων», δηλαδή των μακάριων ανθρώπων του παρελθόντος που «έχουν πεθάνει» (όνομα ταυτόσημο με τον «Αδη»). Οι μεταγενέστεροι μπορούσαν να αποκαλούν Φθία μια πόλη ή χώρα ασύγκριτου κλέους ή θρυλική που όμως ανήκε στο παρελθόν.

Άλλη μυθική πόλη του είδους αυτού έφερε το περισσότερο συνηθισμένο όνομα Οιχαλία, δηλαδή ο τόπος των «οιχομενων» (εκείνων που «έχουν φύγει από τη ζωή»). Στον Ηρακλή, ο οποίος είχε τολμήσει να κατέβει στον Άδη και να απαγάγει τον Κερβερο ή να συγκρουστεί με τον εκεί βασιλιά και να τον τραυματίσει αποδιδόταν ή παρήγορη για τους θνητούς καταστροφή της Οιχαλίας από το επικό ποίημα «Οιχαλίας άλωσις»). Οι μύθοι αναφέρουν πολλές Οιχαλιές στήν Ελλάδα των προγόνων, καμιά όμως δεν μπορούσαν να ταυτίσουν προς συγκεκριμένα ερείπια, έστω και με σχετική βεβαιότητα, ούτε οι αρχαίοι μελετητές του παρελθόντος ούτε οι νεώτεροι. Καθεμιά από τις Οἰχαλιές (απὸ τις οποίες οι γνωστότερες είναι δυο στη Θεσσαλία, μια στην Εύβοια, μια στη Μεσσηνία και μια στην Ευρυτανία) είχε βασιλιά τον Ευρυτίωνα, του οποίου το όνομα χρησιμοποιείται για τον κυρίαρχο του Κάτω Κόσμου.

Ευρυτίων ονομάζεται και ο βασιλιάς της Φθίας, όταν έφτασε εκεί ο Πηλέας για το θρησκευτικό του καθαρμό (Απολλόδ. 3, 13, 1). Και της Φθίας η θέση δεν είναι με βεβαιότητα γνωστή. Στην αρχαιότητα ή Φάρσαλος που είναι η μεγαλύτερη πόλη της Φθιώτιδας Αχαΐας διακήρυσσε πως είναι χτισμένη στη θέση της Φθίας· στους Δελφούς ο Παυσανίας έχει δει ανδριάντα έφιππο του Αχιλλέως, αφιέρωμα των Φαρσαλίων, οι οποίοι θεωρούν δικό τους τον ήρωα (10, 13, 5).

 Σε μικρή απόσταση από την πόλη τους οι Φαρσάλιοι έχουν και ιερό της Θέτιδας, συχνά αναφερόμενο ως «Θετίδειον» (Στράβ. 9, 431). Ο μελετητής της θεσσαλικής τοπογραφίας Στάχλιν ταύτισε την Φθία με τη Φάρσαλο, επειδή σε χαμηλό λόφο αμέσως πάνω από τις πηγές του Απιδανού, μέσα στην πόλη της Φαρσάλου, βρήκε προϊστορικά όστρακα.  Η Φίλιπσον δέχτηκε τον ταυτισμό, επειδή η θέση είναι η πλησιέστερη στο Πήλιο, στη Μαγνησία και στην Ιωλκό, δηλαδή τους τόπους με τους οποίους έχει συνδεθεί το όνομα του Πηλέως ως θεού και ως θνητού. Η αντικειμενική όμως αξία του ταυτισμού περιορίζεται από τη φύση της τοπωνυμίας, η οποία είναι δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας.

Ν. Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση