ΟΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ-ΣΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΔΗ ΚΑΙ «ΚΑΤΑΒΑΣΕΙΣ»-Η ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ-ΟΙ ΛΑΪΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-Η ΝΕΚΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ-Η ΝΕΚΥΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ-Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ

ΟΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ-ΣΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΔΗ ΚΑΙ «ΚΑΤΑΒΑΣΕΙΣ»-Η ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ-ΟΙ ΛΑΪΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-Η ΝΕΚΥΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ-Η ΝΕΚΥΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ-Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ

Η λαϊκή Θρησκεία για το τέλος της ζωής και για το υπερπέραν

Οι λαϊκές αντιλήψεις για τη μεταθανάτια τύχη του ανθρώπου. Η επίγεια ζωή προδιαγράφει ένα μέλλον με αιώνιες τιμωρίες της ψυχής ή με αιώνιες αμοιβές. Τάρταρος και ανθισμένοι λειμώνες ή Ηλύσιο πεδίον. Συγκεκριμένες υπερβολές των λαϊκών δοξασιών χλευάζονται από τον Πλάτωνα. Η επικούρεια διδασκαλία για την ψυχή ως «συναποθνήσκουσαν» με το σώμα άφησε ανεπηρέαστη τη λαϊκή πίστη των πολλών. Ιερά χθόνιων λατρειών σε «στόμια» του Άδη (πλουτώνια ή χαρώνια). Τα «δείματα» του «Άδου και οι «καταβάσεις» τολμηρών ζωντανών ανθρώπων στον Άδη. Οι τοπωνυμίες Πύλος, Οιχαλία, Φθία, Σκοτούσσα, Κυνός Κεφαλαί και τα ονόματα Εύρυτος, Κλύμενος, Μελανεύς, Άδμητος. ‘H Νέκυια της Οδύσσειας παράδειγμα ποιητικής συνέντευξης ζωντανού ανθρώπου με ψυχές. Περισσότερο εμπλουτισμένη η όμοια συνέντευξη του Αινεία στην Αινειάδα του Βιργιλίου.


‘H δυϊστική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή ή πίστη πως ο άνθρωπος αποτελείται από υλικό σώμα και από πνευματική ή άϋλη ψυχή είναι θεμελιώδες δόγμα της λαϊκής θρησκείας, προτού από φιλοσοφικής πλευράς διατυπωθούν οι πρώτες δυϊστικές θεωρίες. Για τη λαϊκή θρησκεία η ψυχή που συνοδεύει το θνητό σώμα είναι ύπαρξη ευγενέστερη από το σώμα και αθάνατη. Μετά το θάνατο ελευθερώνεται από το σώμα και αποσύρεται στον Κάτω Κόσμο, όπου της επιφυλάσσεται ένα μέλλον υπαγορευόμενο από τη συμπεριφορά ή τις πράξεις κάθε ανθρώπου στην επίγεια ζωή του· για τους ευσεβείς και δίκαιους η ζωή συνεχίζεται σε «ανθισμένους λειμώνες», για τους ασεβείς και άδικους σε χώρο αιώνιων τιμωριών.

Οι ευλαβείς άνθρωποι των δοξασιών αυτών πίστευαν πως οτιδήποτε ήταν γνωστό για την εκεί ευδαίμονα ζωή των ευσεβών και τις τιμωρίες των ασεβών το είχε φέρει από την Αίγυπτο στην Ελλάδα ο Ορφεύς που πολλοί τον αναγνώριζαν ως θεμελιωτή αυτών των δοξασιών. Ο ίδιος έφερε από την Αίγυπτο «τα πλείστα των μυστικών τελετών» και όλη «την περί του Άδου μυθοποιία» (Διόδ. 1, 96, 4).1  

Πολύ σαφέστερες και ασφαλέστερες είναι οι πληροφορίες που παρέχουν στην Ελλάδα απευθείας οι αρχαιότερες φιλολογικές πηγές· στην Οδύσσεια ο χώρος του Κάτω κόσμου, ο προοριζόμενος για τις ψυχές των ευσεβών είναι μια γοητευτική πεδιάδα, το «Ηλύσιον πεδίον», όπου ζει κανείς χωρίς να υποφέρει, αφού ούτε χιονίζει εκεί ούτε βρέχει ούτε το πολύ κρύο είναι γνωστό, αλλά ευχάριστη Ζεφύρου αύρα από τον ωκεανό δροσίζει τους ανθρώπους («ου νιφετός ουτ᾿ αρ χειμών πολύς ούτε ποτ᾿ όμβρος, αλλ᾿ αιεί Ζεφύροιο λιγύ πνείοντας αήτας Ωκεανός ανίησιν αναψύχειν ανθρώπους» δ 563-568).  Ο Πίνδαρος ξέρει πως ο τόπος των ευσεβών είναι ένα νησί, αποκαλούμενο απ᾿ αυτόν «Νησί των μακάρων», το οποίο από παντού δροσίζεται από τις ευχάριστες αύρες του Ωκεανού («μακάρων νάσος, ωκεανίδες δ᾿ αύραι περιπνέοισιν» (Όλ. 2, 70-72).

Τα δυο ονόματα που αναφέρονται από την Οδύσσεια και από τον Πίνδαρο για τον τόπο, όπου ζούσαν οι θεάρεστοι άνθρωποι, δηλαδή «Ηλύσιον πεδίον» (ή «Ηλύσια πεδία») και «Νήσος (ή Νήσοι) των μακάρων» παρέμειναν τα συνηθέστερα ως το τέλος της αρχαιότητας σε φιλολογικά κείμενα ή σε επιτύμβιες επιγραφές. Υπήρχε όμως και ένα πλήθος άλλων ονομάτων, από τα οποία συνηθέστερο ήταν οι «ανθισμένοι λειμώνες» ή τα «πεδία μαλακών ανθέων» ή ο «λειμών ευσεβέων». Σπανιότερα αποκαλούνταν «λήθης λειμών» ή «σεμνός Φερσεφόνης θάλαμος» ή πιο αόριστα «αύραι ηλύσιαι» ή «έδραι ευαγέων», «δόμοι ευαγέων» ή «τόπος κακών απάντων έκτοσθεν». Οι εκφράσεις αυτές αντίστοιχες πάντα στο σημερινό «παράδεισο», του χριστιανικού δόγματος, τόπο επίσης των θεάρεστων ανθρώπων (αλλά προ πολλού ουράνιον).

Για τους ασεβείς ή άδικους ανθρώπους προοριζόταν το σκοτεινό ή μουχλιασμένο μέρος του Άδου που χαρακτηρίζεται ως «αναύγητον», «αλάμπετον», «κελαινότατον», «ζοφερόν», «ερεμνόν» (τόπος του ερέβους). Από τον καιρό του Ομήρου όλοι ξεχώριζαν για τους περισσότερο άδικους ανθρώπους ένα πιο βαθύν και πιο φοβερό τόπο, τον «Τάρταρον», όπου εκεί έχουν φυλακιστεί οι τιτάνες που ηττήθηκαν στην τιτανομαχία. (Αξιοσημείωτο είναι πως στη σύγχρονη λαϊκή θρησκεία ο Άδης ή Τάρταρος των σκοτεινών εγκάτων της γης παρέμεινε με τα ίδια αυτά ονόματα ως τόπος κολασμού των αδίκων.)

Τα εικαστικά μνημεία που στήνονταν στους τάφους των νεκρών αφιερώνονταν συνηθέστερα στους καταχθόνιους θεούς ή στον ψυχοπομπό Ερμή. Οι συγγενείς των νεκρών ζητούσαν με την αφιέρωση να διεγείρουν τη θεϊκή ευμένεια προς το νεκρό ή τη νεκρή. Παρεκκλίσεις από τον κανόνα είναι πολλές και ενδιαφέρουσες, οφειλόμενες συνήθως σε ευδιαγνώστους λόγους: έτσι η χήρα κάποιου Εχένικου στον -4ο αιώνα, έστησε στον τάφο του άντρα της ανάγλυφη μαρμάρινη εικόνα του που δεν την αφιέρωσε σε προστάτες του θεούς, αλλά στον ίδιο το νεκρό που τον αγαπούσε και ήθελε για ύστατη φορά να υπηρετήσει τη δεδομένη καλαισθησία του. Στο επιτύμβιο επίγραμμα εκφράζεται με πολύ σκεπτικισμό, αν πραγματικά θα τον ευχαριστούσε εκεί που ήδη αυτός βρισκόταν: «σάμα γυνά και παίδες επέστησαν Εχενίκωι, ει τις και εν Αίδα κειμένωι εστί χάρις» SEG 2:358

Ο πατέρας ενός μικρού κοριτσιού, της Αἰλίας-Πρώτης, η οποία τον +3o αιώνα, πέθανε μόλις συμπλήρωσε τα εφτά της χρόνια, την αποχαιρετάει με ένα ποίημα:

 «δεν πέθανες, αλλά μόνο ξενιτεύτηκες σε τόπο καλύτερο, στα Νησιά των μακάρων. Πανευτυχής σκιρτάς στα Ηλύσια πεδία, τα ανθισμένα, μακριά από κάθε κακό. Ούτε αρρώστια σε βασανίζει ούτε κρύο ούτε καύσωνας. Δεν ξέρεις τη δίψα ούτε την πείνα, αλλά ούτε και τη ζωή των ανθρώπων ζηλεύεις, αφού είσαι κοντά στον Όλυμπο, σε τόπο πλημμυρισμένο από φως».

Η νεκρή κόρη ζούσε σε παραδείσιο τόπο που ο πατέρας δεν ήξερε αν ήταν εκείνα που λένε Ηλύσια πεδία ή Νησιά των μακάρων (τα αναφέρει και τα δυο), ήξερε όμως πως η Κόρη του δεν βρισκόταν στον σκοτεινό Άδη, αλλά στον καταυγαζόμενο από φως Όλυμπο και κοντά στους εκεί Θεούς. (Epitaffi greci W. Peek, Grabepigrammc αρ. 1830.)

Ο Πλάτων στον πρώιμο -4ο αιώνα, ξέρει ως κοινό τόπο για όλους τους νεκρούς το βασίλειο του Άδου, όπου όμως ζουν χωριστά οι δίκαιοι από τους άδικους. Περιφρονεί όμως ως αφελή τη λαϊκή άποψη, την αποδιδόμενη στο Μουσαίο, τον ιδρυτή ορφικών τελετών, πως οι δίκαιοι ζουν χαρούμενοι μέσα σε ένα αιώνιο συμπόσιο, ενώ οι άδικοι παραμένουν αιώνια βουλιαγμένοι στη λάσπη ή υποχρεώνονται να κουβαλούν νερό με Κόσκινο (Πολιτ. 2, 363).

Χλευάζει ιδίως τη λαϊκή δοξασία για αιώνιο συμπόσιο, την οποία παρατραβάει κατηγορώντας τους οπαδούς της πως είναι αφελείς να θεωρούν ως αμοιβή των εναρέτων ανθρώπων την «αιώνια μέθη».

Οι αιώνιες όμως τιμωρίες στον Άδη ενοχλούσαν τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας και δεν άφηναν τη γαλήνη να κυριαρχήσει στην ψυχή τους. Γι’ αυτό ο Επίκουρος, γύρω στο -300 έτος, επιδιώκοντας την «αταραξία της ψυχής», πίστεψε πως θα διέλυε τους φόβους με τη θεωρία πως η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα κατά το θάνατο. Το αποτέλεσμα για τους ευλαβείς ανθρώπους ήταν αντίθετο του προσδοκώμενου· οι ανησυχίες πολλαπλασιάστηκαν από το φόβο της εισόδου στην ανυπαρξία μετά το θάνατο και του απότομου σβησίματος ονείρων και προσδοκιών και συσπειρώθηκαν περισσότερο στους θρησκευτικούς θιάσους ζητώντας παρηγοριά στις μυστικές λατρείες.

Στόμια του Άδη και «καταβάσεις»

Το υποχθόνιο βασίλειο είναι στην αρχαιότητα πλησιέστερα στους ζωντανούς ανθρώπους παρ᾿ ό,τι το αντίστοιχο σημερινό των χριστιανών  «βασίλειο των ουρανών». Ο Άδης μοιάζει με μια αρχαία πόλη που επικοινωνεί με τον έξω κόσμο διά μέσου των πυλών του τείχους. Στη θέση των πυλών η υποχθόνια πολιτεία είχε τα λεγόμενα «στόμια» του Άδου, από τα οποία μερικά είχαν γίνει ονομαστά ως χθόνια ιερά. Στα ιερά αυτά, γνωστά ως ψυχοπομπεία ή ψυχαγωγία ή νεκυομαντεία, γινόταν ανάκληση ψυχών και επικοινωνία τους με ζωντανούς. Υπήρχαν και πολλές «καταβάσεις» προς τον Άδη, από τις οποίες είχαν κατορθώσει μερικοί τολμηροί άνθρωποι να κατέβουν ζωντανοί στον κάτω κόσμο. Στην είσοδο των «καταβάσεων» είχαν επίσης δημιουργηθεί χθόνια ιερά, αποκαλούμενα «καταβάσια» ή «πλουτώνια» ή «χαρώνια». Υπήρχαν και ποιήματα στα αρχαϊκά χρόνια, αποδιδόμενα συνήθως στον Ορφέα, ο οποίος είχε κατέβει ο ίδιος στον Άδη. Ένα αποδιδόταν στον Ησίοδο και είχε τον τίτλο Θησέως και Πειρίθου κατάβασις, γιατί περιέγραφε την κάθοδο στον Άδη των δυο ηρώων που ήταν αχώριστοι σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά την επίγεια ζωή τους (Παυσ. 9, 31, 5). Οι ευλαβείς άνθρωποι του λαού παρακολουθούσαν με μεγάλη περιέργεια την επικίνδυνη πορεία των δυο ηρώων προς το βασιλικό μέγαρο του Άδου, από όπου σχεδίαζαν να απαγάγουν την Περσεφόνη. Αν το σχέδιο πετύχαινε, ο φόβος του Άδου από τους ανθρώπους θα μπορούσε να ελέγχεται. Η προσπάθεια απέτυχε και (σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου) μόνο ο Θησέας μπόρεσε να επιστρέψει στον επάνω Κόσμο. Μεγαλύτερη επιτυχία είχε ο Ηρακλής, ο κατεξοχήν ευεργέτης ήρωας των θνητών, ο οποίος θέλησε να τους απαλλάξει από τον ίδιο τον Άδη, τον πιο αδυσώπητο και αμείλιχο εχθρό τους, αλλά κατάφερε μόνο να τον τραυματίσει (Ιλ. Ε 395-401). Μπόρεσε όμως ο Ηρακλής να συλλάβει και να φέρει στον επάνω Κόσμο τον φύλακα του Άδου Κέρβερο (εικ.1). Τελικά επανέφερε και τον Κέρβερο στη θέση του, γιατί και στους θνητούς δεν συνέφερε να ανατραπεί το καθεστώς του υποχθόνιου βασιλείου. Ο Κέρβερος αποδείχτηκε ιδεώδης φρουρός του βασιλείου εκείνου επιτρέποντας την είσοδο σ᾿ αυτό και απαγορεύοντας την έξοδο.

Εικ. 1. Γιγαντόσωμο τέρας είναι ο Κέρβερος στα αρχαϊκα χρόνια, όπως αρμόζει για το φύλακα του υποχθόνιου βασιλείου. Στην επιβλητική καιρετανή υδρία του -530 έτους, φόβο εμπνέει το εμπρόσθιο μέρος του με ανοιχτά τα τρία στόματά του, ώστε να φαίνονται τα απειλητικά δόντια και με τα φίδια να ορθώνονται, έτοιμα να επιτεθούν από τα ρουθούνια και από τα μπροστινά του πόδια. Η εμφάνισή του μπορούσε να τρομοκρατήσει και ήρωες σαν τον Ευρυσθέα. Μετά τον -5ον αιώνα ο Κέρβερος, αν και τρικέφαλος, μοιάζει με ακίνδυνο σκυλί, κάποτε παιχνιδιάρικο, όπως σε απουλικούς αμφορείς και κρατήρες.

Καταδικασμένη σε αποτυχία υπήρξε και η προσπάθεια του Ορφέα να φέρει στον επάνω κόσμο τη νεκρή σύζυγό του.

Ένα στόμιο του Άδου περιγράφει ο Στράβων κοντά στην πόλη της Καρίας Θυμβρία (απέναντι από το νησί της Κω και όχι πολύ νοτιότερα από τη Μίλητο)· εκεί βρίσκεται ένα ιερό σπήλαιο που ο Στράβων το λέει «άορνον», γιατί το απέφευγαν τα πουλιά. Οι ντόπιοι το έλεγαν Χαρώνιον και απέφευγαν και αυτοί να το πλησιάσουν, γιατί είχε «ολεθρίους αποφοράς» (14, 636).

Τα περισσότερα ιερά που έχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα μπροστά στα στόμια ή τις πύλες του Άδου βρίσκονται στη Μεσσηνία και την Ήλιδα, όπου ο Στράβων αναφέρει, εκτός της ηλειακής, άλλες δυο πόλεις με το όνομα Πύλος (ίσως γιατί όλες γειτνίαζαν αρχικά με χθόνια ιερά του είδους), τη λεπρεατική της Τριφυλίας και τη μεσσηνιακή του Κορυφασίου (8, 339, 343  και 350). Η πρώτη μπορεί ίσως να ταυτιστεί με την πόλη του Κακόβατου, όπου ανασκάφηκαν θολωτοί μυκηναϊκοί τάφοι, η δεύτερη στα μυκηναϊκά χρόνια ανήκε στην Πύλο του Νέστορα, η οποία ανασκάφηκε στον Πάνω Εγκλιανό της Χώρας. Η συχνή τοπωνυμία Πύλος των ιστορικών χρόνων (που υπήρξε η αφορμή του αναφερόμενου από το Στράβωνα λογοπαιγνίου «έστι Πύλος προ Πύλοιο, Πύλός γέ μεν εστι και άλλος» 8, 339) μπορεί στις περισσότερες περιπτώσεις να έχει τη ρίζα της στα πολλά ιερά «πυλών» ή «στομίων» του Άδου. Σε άλλα συγγενή χθόνια ιερά πρέπει να έχει τη ρίζα της η πολύ συνηθισμένη τοπωνυμία Οιχαλία που θα μπορούσε να συνδέεται με ιερά ηρώων, οι οποίοι είναι οι «οιχόμενοι» (δηλ. οι απελθόντες από τη ζωή, όπως προ πολλού ύποστηρίχθηκε). Βασιλιάς σε καθεμιά από τις πέντε γνωστότερες Οιχαλίες ήταν ο Εύρυτος (δηλαδή ο άσφαλτος τοξότης για άλλα πρόσωπα χρησιμοποιείται ο τύπος Εύρυτίων) που είναι από τα συνηθέστερα ονόματα του βασιλιά του Κάτω Κόσμου. Σε όμοιο χθόνιο ιερό οφείλεται το όνομα της πόλης Φθίας.  «Φθίμενοι» είναι οι νεκροί. Το ίδιο και το όνομα της Θεσσαλικής πόλης Σκοτούσσα που πρέπει να οφείλεται σε γειτονικό ιερό θεοτήτων του σκότους. Το πλησιέστερο στη Σκοτούσσα βουνό έχει το όνομα Κυνός Κεφαλαί που θυμίζει τον τρικέφαλο Κέρβερο, ενώ η πλησιέστερη μεγάλη πόλη των Φερών είχε βασιλιά τον Άδμητο (δηλαδή τον ακαταδάμαστο που αρμόζει στο βασιλιά του Κάτω Κόσμου σαν τον ακατάβλητο νεότερο Χάρο). Άλλο όνομα βασιλιά του Κάτω Κόσμου είναι ο  Μελανεύς (όπως επίσης λεγόταν ο πατέρας του «οιχαλιήος» Ευρύτου). Ο Μελανεύς ήταν επίσης  ύπαρξη του σκότους.  Παρόμοιο όνομα είναι και  ο Νηλεύς (δηλαδή άσπλαχνος), όπως λεγόταν ο βασιλιάς της Πύλου, ο πατέρας του Νέστορα. Καθένα από αυτά τα ονόματα εξαίρει μια βασική ιδιότητα του ίδιου του ηγεμόνα του Κάτω Κόσμου ή του βασιλείου του (εικ. 2).

Εικ. 2. Τον -4o αιώνα ο πλάστης Βρύαξις είχε δημιουργήσει ένα τύπο του θεού Άδη Πλούτωνα με άφθονα και ατημέλητα μαλλιά και γένεια και με τον τρικέφαλο Κέρβερο πλάι του.
Ο εικαστικός αυτός τύπος έγινε δεκτός και για τον αιγυπτιακό Σάραπι ως καλόβουλο θεό του Κάτω Κόσμου και ως πλουτοδότη (με έμβλημα τον μόδιο στο κεφάλι). Στην εικόνα ειδώλιο που αποδίδει τη μορφή που δημιούργησε ο Βρύαξις. Αξιοσημείωτο είναι πως ο Κέρβερος περιβάλλεται στο λαιμό με φίδι που δεν εμπνέει πια το φόβο, όπως τα πολλά φίδια της προηγούμενης εικόνας.

Η Νέκυια της Οδύσσειας

‘H επικοινωνία ζωντανών ανθρώπων με τις ψυχές είναι δυνατή με δυο τρόπους, ή με τις παραπάνω μνημονευόμενες «καταβάσεις» ζωντανών ανθρώπων στον Άδη ή με ανακλήσεις των ψυχών στον επάνω κόσμο. Και οι δυο τρόποι εξέθεταν τους ζωντανούς ανθρώπους σε κινδύνους. Οι κίνδυνοι μπορούσαν να προέλθουν είτε από πλημμελή εκτέλεση των ιερουργιών που προετοιμάζουν τη συνέντευξη με τις ψυχές είτε από κατάχρηση του παραχωρούμενου από τις θεότητες του Κάτω Κόσμου δικαιώματος αναστροφής με τις ψυχές, οπότε, κατά την Οδύσσεια, η «αγαυή Περσεφόνεια» μπορούσε να θανατώσει εκείνον που αναλαμβάνει την επικοινωνία στέλνοντας εναντίον του τερατώδεις υπάρξεις του κάτω κόσμου, όπως την «Γοργείην κεφαλήν» που σκοτώνει με ένα βλέμμα της (λ 633-635).

Οι ενδεικνυόμενες ιερουργίες είτε για την κάθοδο ζωντανού ανθρώπου στον Άδη είτε για την ανάκληση των ψυχών σε ιερούς χώρους που υποκαθιστούσαν τον Άδη περιγράφονται στη Νέκυια της Οδύσσειας αυθεντικά, γιατί συνεργάστηκε γι’ αυτές με συμβουλές της η Κίρκη που ήταν θεά. Αυθεντικά περιγράφονται οι ίδιες ιερουργίες στην εξιστόρηση της καθόδου του Αινεία στον Άδη, γιατί η σεβάσμια προφήτισσα και χρησμολόγος Σίβυλλα της Κύμης όχι μόνο υπέδειξε τις ιερουργίες, αλλά και συνόδεψε η ίδια στην πορεία του τον Αινεία και έθεσε στη διάθεσή του την πείρα της από παλαιότερες καταβάσεις.

Μια συνέντευξη με τις ψυχές κρινόταν πολύτιμη στην αρχαιότητα, είτε για την αποκάλυψη του μέλλοντος είτε για τις συμβουλές που οι άνθρωποι θα έπαιρναν από τις ψυχές που διαθέτουν ένα είδος θεϊκών ικανοτήτων. Ο Πλάτων στο τελευταίο μεγάλο έργο του (τους Νόμους) υποστηρίζει πως οι ψυχές έχουν πρόσθετες ικανότητες που δεν τις είχαν κατά την επίγεια ζωή τους, γιατί τότε η ψυχή ήταν φυλακισμένη στο σώμα.2

Από τις πρόσθετες αυτές ικανότητες ζητούσαν να επωφεληθούν οι ζωντανοί άνθρωποι.

«Νέκυιες» αυτοτελείς μπορεί να υπήρχαν ως λαϊκά αναγνώσματα, όπως οι «Καταβάσεις». Πιο συνηθισμένες όμως ήταν οι παρεμβολές σε κοινά επικά ποιήματα τμημάτων σχετιζόμενων με ανάκληση ψυχών. Το εκτενέστερο παρέμβλητο τμήμα του είδους αυτού είναι ολόκληρη σχεδόν η ενδέκατη ραψωδία της Οδύσσειας (οι 640 στίχοι του λ). Παρεμβολές υπήρχαν και στα έπη Νόστοι και ιδίως Μινυάς. Η Μινυάς σωζόταν και τον καιρό του Παυσανία, ο οποίος την αναφέρει συχνά, ιδίως κατά την περιγραφή της πολυγνώτειας Νεκυίας των Δελφών (10, 28, 2). Πρέπει να διέφερε από τη Νέκυια της Οδύσσειας, γιατί η Μινυάς είχε μια προτίμηση για τα «δείματα» του Άδου, δηλαδή για τις εκεί φοβερές δαιμονικές υπάρξεις και για τα βασανιστήρια ασεβών και άδικων ανθρώπων.

Η λέξη νέκυια χρησιμοποιούνταν ιδίως για την απαιτούμενη ειδική ιερουργία που προετοίμαζε την ανάκληση των ψυχών (για το είδος των θυσιών που είναι κυρίως τα ολοκαυτώματα).

Χωρίς τις ιερουργίες υπάρχει και άλλη παρεμβολή στην Οδύσσεια που είναι απλός διάλογος μεταξύ ψυχών. Βρίσκεται στην αρχή του τελευταίου βιβλίου της (ω 1-204) και είχε επικρατήσει η συνήθεια να χαρακτηρίζεται ως «δεύτερη νέκυια».3

Η Κίρκη, πρωτοστατώντας στην προετοιμασία της κύριας νέκυιας, βρήκε τα απαιτούμενα για τη θυσία δυο ζώα που ήταν ένα κριάρι και μια προβατίνα τελείως μαύρου χρώματος, το κριάρι για τις ψυχές των νεκρών αντρών και η προβατίνα για τις ψυχές γυναικών. Ο Οδυσσέας επιβίβασε τα ζώα στο πλοίο, μαζί με το κρασί, το μέλι και ό,τι άλλο θα ήταν απαραίτητο στον έρημο τόπο, όπου θα ανακαλούνταν οι ψυχές. Ο Οδυσσέας διάλεξε μερικούς συντρόφους του ως βοηθούς, και όλοι ανέβηκαν «αχνύμενοι» στο μαύρο πλοίο «θαλερόν κατά δάκρυ χέοντες» («αχνύμενοι», γιατί κάθε πειραματισμός με καταχθόνιες δυνάμεις ήταν επικίνδυνος και δεν ήξεραν αν θα επέστρεφαν ζωντανοί). Η Κίρκη τους έδωσε ούριον άνεμο και ξεκίνησαν νωρίς το πρωί. Με τη δύση του ηλίου έφτασαν στα «πείρατα του βαθυρρόου ωκεανού». Μόλις νύχτωσε καλά («επεί νυξ ολοή ετέτατο») τράβηξαν στη στεριά το πλοίο και προχώρησαν σ᾿ ένα ιερό του Κάτω Κόσμου που ήταν το προσιτότερο από το νησί της Κίρκης.

Οι ιεροπραξίες που περιγράφει η Οδύσσεια (λ 23 κπ.) προϋποθέτουν ύπαιθρο χώρο ελεύθερο ή μέρος μεγάλου χθόνιου ιερού που ήταν ύπαιθρο και διευκόλυνε την περιγραφόμενη λατρεία και -χρησμοδοσία. Άρχισε ο Οδυσσέας χαράζοντας επί του εδάφους με οξύ άορ χώρο «όσον πυγούσιον ένθα και ένΘα» (με πλάτος και μήκος όχι μεγαλύτερα του μισού μέτρου). Με μικρή εκβάθυνση ο χώρος αυτός πήρε τη μορφή του απαιτούμενου για κάθε χθόνια προσφορά «βόθρου». Έπειτα περιέχυσε το βόθρο με μικρή ποσότητά «μελικρήτου» (μελιού αραιωμένου με γάλα). Μετά το μελίκρητο έχυσε γλυκό κρασί και στο τέλος νερό. Πάνω στην τριπλή χοή πασπάλισε «λευκά άλφιτα» (χοντροαλεσμένο κριθάρι). Όλα αυτά έπρεπε στο τέλος να σκεπαστούν με το αίμα των δυο ζώων που θα θυσιάζονταν. Πριν από τη θυσία ο Οδυσσέας εξευμένισε με προσευχές και με τάματα για μελλοντικές προσφορές τα «έθνεα των νεκρών» που θα προσελκύονταν από την ιεροπραξία, καθώς και την ψυχή του Τειρεσία, την οποία ιδιαίτερα επιθυμούσε να συναντήσει. Έπειτα έφερε στο βόθρο τα δυο μαύρα πρόβατα και έκοψε το λαιμό τους κρατώντας τα σε κατάλληλη θέση, ώστε το αίμα να καλύψει την επιφάνεια του βόθρου. Πλήθος ψυχών κατέκλυσε γρήγορα την περιοχή του βόθρου, με ένα εκπληκτικό και απόκοσμο θόρυβο, ώστε ο Οδυσσέας να φοβηθεί για τη ζωή του. Πρόλαβε να φωνάξει τους συντρόφους του να γδάρουν τα σφαγμένα ζώα και να τα κάψουν πάνω σε πυρά προσευχόμενοι στον Άδη και στη φοβερή Περσεφόνη να συμπαρασταθούν. Ο ίδιος έβγαλε το ξίφος και στάθηκε πάνω από το βόθρο εμποδίζοντας τις ψυχές να πλησιάσουν στο αίμα, προτού φτάσει η ψυχή του Τειρεσία. Πριν συναντήσει τον Τειρεσία ο Οδυσσέας είδε την ψυχή του συντρόφου του Ελπήνορα, ο οποίος είχε ξαφνικά χάσει τη ζωή του στο νησί της Κίρκης από ατύχημα. Η ψυχή αυτή είχε φτάσει πριν από τον Οδυσσέα στον τόπο της νέκυιας με το σκοπό να συναντήσει τον Οδυσσέα και να τον παρακαλέσει, πριν φύγει από το νησί της Κίρκης να αναζητήσει εκεί το πτώμα του και να το θάψει, ώστε να μπορέσει η ψυχή του να κατέβει στον Άδη. Ο Οδυσσέας έσπευσε να υποσχεθεί πως θα εκπληρώσει το ιερό αυτό καθήκον, και πραγματικά το εκπλήρωσε, όπως αναφέρει παρακάτω ο ποιητής της  Οδύσσειας. Μετά τον Ελπήνορα ο Οδυσσέας είδε την ψυχή της μητέρας του Αντίκλειας. Δάκρυσε μόλις την είδε, αλλά δεν την άφησε να πλησιάσει στο βόθρο, πριν δει τον Τειρεσία. Τρίτη είδε την ψυχή του Τειρεσία, την οποία ο Οδυσσέας διευκόλυνε να πιει από το αίμα. Μόλις γεύτηκε το αίμα, του είπε πως ο γυρισμός του στην Ιθάκη δεν θα γίνει γρήγορα, γιατί ο Ποσειδώνας θα εκδικηθεί το θάνατο του γιου του Πολύφημου. Και μετά την εκδίκηση όμως του Ποσειδώνα θα μπορούσε ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του να φτάσουν στην πατρίδα, αν δεν βλάψουν τα κοπάδια των βοδιών και των προβάτων του Ηλίου που βόσκουν στη νήσο Θρινακία, όπου θα προσορμιστεί ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του. Αν τα βλάψουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες συμφορές, στις οποίες ο Οδυσσέας θα χάσει όλους τους συντρόφους, και ίσως φτάσει στην Ιθάκη μόνος «οψέ και κακώς» και με ξένο πλοίο. Στην Ιθάκη τέλος θα συγκρουστεί με «υπερφιάλους άνδρας, οι τοι βίοτον κατέδουσιν μνώμενοι αντιθέην άλοχον».

Ακολούθησε η συγκινητική συνάντηση του Οδυσσέα με την ψυχή της μητέρας του, με την οποία είχε μακρά και θερμή συνομιλία. Ο Οδυσσέας είχε αφήσει ζωντανή τη μητέρα του, όταν έφυγε για την Τροία. Τώρα έμαθε για την αφοσιωμένη Πηνελόπη που τον περίμενε «τετληότι θυμώ» στο μέγαρό τους, όπου «δακρυχέουσα» περνούσε τις νύχτες και τις μέρες της, για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Τηλέμαχος με τους μνηστήρες και για τον πατέρα του που ζούσε με πολλές στερήσεις στα κτήματά του, μακριά από την πόλη. Δακρυσμένος στο τέλος ο Οδυσσέας, θέλησε να αποχαιρετήσει με εναγκαλισμό τη μητέρα του, αλλά εκείνη χάθηκε σα σκιά και σαν όνειρο. Μετά την Αντίκλεια πέρασαν από το βόθρο του αίματος πολλές ονομαστές γυναίκες του παρελθόντος, όπως η Τυρώ, σύζυγος του αιολίδη βασιλιά Κρηθέα, η Αντιόπη, η μητέρα των Θηβαίων ηρώων Αμφίονα και Ζήθου, οι οποίοι είχαν περιτειχίσει τη Θήβα, η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, και έπειτα η Μεγάρα, η σύζυγός του, κόρη του Κρέοντα. Πέρασε επίσης η μητέρα του Οιδίποδα Επικάστη, η σύζυγος του Νηλέα Χλώρις, η μητέρα του Κάστορα και του Πολυδεύκη Λήδα, η κόρη του Μίνωα Αριάδνη4.

Ευνόητο είναι πως η παρακολούθηση των λεπτομερειών μιας «καταβάσεως» ή μιας επικοινωνίας με ψυχές από ποιητικό έργο της εποχής (όπως η Οδύσσεια ή η Αινειάδα) είναι συναρπαστικότερη από μια ψυχρή καταγραφή των περιστατικών από τρίτο πρόσωπο που από μακριά τα μελετάει.

Η Κάθοδος του Αινεία στον Κάτω Κόσμο

Πολλές ομοιότητες προς τη Νέκυια της Οδύσσειας και σχετικά λίγες διαφορές5 έχει ένα  από τα οψιμότερα έργα της αρχαιότητας που περιγράφει την κατάβαση του Αινεία στον Άδη.

Το ότι η Αινειάδα χρονολογικά απέχει 700 περίπου χρόνια από την Οδύσσεια αποτελεί απόδειξη της στασιμότητας που κυριαρχεί στη λαϊκή θρησκεία. Ο Βιργίλιος για την τελευταία αυτή κατάβαση διέθεσε ολόκληρο σχεδόν το έκτο βιβλίο της Αινειάδας, του μεγαλύτερου επικού ποιήματός του, του οποίου ως το θάνατό του, στο -19 έτος, είχε συμπληρώσει δώδεκα βιβλία, χωρίς να το τελειώσει6.

Ο ποιητής παρουσιάζει τον Αινεία ως τον μυθικόν γενάρχη του ρωμαϊκού έθνους. Μετά την πτώση της Τροίας έφτασε με ομάδα συντρόφων του στις δυτικές ακτές της κεντρικής Ιταλίας (υποτίθεται στον -12ο αιώνα) και από εκεί, προχωρώντας στα ενδότερα, έθεσε τα θεμέλια μιας αυτοκρατορίας, η οποία επρόκειτο να φτάσει στη μεγαλύτερή της ακμή επί των ημερών του, δηλαδή στην εποχή του Αυγούστου. Ο Αύγουστος είχε ζητήσει δείγματα του ετοιμαζόμενου μεγάλου έπους και ο Βιργίλιος είχε θέσει στη διάθεσή του μέρη του ποιήματος, μεταξύ των οποίων το έκτο βιβλίο με την κατάβαση του Αινεία στον Άδη.

Κατά την Αινειάδα, ο Αινείας και οι σύντροφοί του στην περιοχή όπου προσορμίστηκαν βρήκαν την άκρη ενός δάσους και λόφο με ιερό του Απόλλωνα. Χαμηλά υπήρχε σπηλιά, όπου χρησμοδοτούσε ή Σίβυλλα, εμπνεόμενη από τον Απόλλωνα. Οι Τρώες σύντροφοι του Αινεία κατευθύνθηκαν στο δάσος, ο ευλαβής όμως Αινείας (Aeneas pius) έσπευσε προς την έδρα της Σίβυλλας, της οποίας ζήτησε τη βοήθεια για να κατέβει στον Άδη και να συναντήσει την ψυχή του πατέρα του Αγχίση, από την οποία ήθελε να μάθει ποιο θα ήταν το μέλλον της νέας τρωικής πατρίδας που σχεδίαζε να ιδρύσει λίγο βορειότερα (στο Λάτιο). Η ιέρεια προέβλεψε νέα βάσανα και πολέμους και αίμα, ώσπου να εξασφαλιστεί ή μόνιμη εγκατάστασή τους (στίχ. 77 κπ.). Για την κάθοδό του στον Άδη είπε πως η είσοδος εκεί είναι εύκολη, η επιστροφή όμως ενός ζωντανού ανθρώπου στον επάνω κόσμο πολύ δύσκολη, γιατί, εκτός του Κωκυτού και της Στύγας, τη ζωή του απειλούν και φοβερές καταχθόνιες υπάρξεις.

Τη μεγαλύτερη προστασία από τους παντοειδείς κινδύνους μπορεί να προσφέρει μόνο το «χρυσό κλαδί» (ramus aureus, στίχ. 187, εικ. 3) με τη σπάνια μαγική δύναμη, με την οποία το έχει εφοδιάσει ή θεά Juno inferna, δηλ. ή Ήρα, η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου και πάρεδρος του Jupiter Stygius (4, 638) ή καταχθόνιου Δία, των Ελλήνων και όπως τον λέει ο Όμηρος (Ιλ. Ι 457).

Εικ. 3. Το μαγικό χρυσό κλαδί (ramus aureus του Βιργιλίου γνωστό στους λαούς της δυτικής Ευρώπης με τα ονόματα Ie rameau d’or ή der goldene Zweig ή the golden bough), χωρίς το οποία ο Αινείας δεν θα μπορούσε να αποφύγει τους πολλούς κινδύνους της κατάβασης στον
Άδη. Τα υποπράσινα μικρά φύλλα του παραμένουν και το χειμώνα στη θέση τους, ενώ τα φύλλα των δέντρων, πάνω στα οποία φυτρώνει, πέφτουν. Οι άνθρωποι μπορούν να βρουν προστασία και από τους μικροσκοπικούς καρπούς του, αν φέρουν μερικούς πάνω τους σα φυλαχτό. Ο Βιργίλιος φοβούμενος μήπως υποβαθμίσει την υπερκόσμια δύναμη του κλαδιού εκείνου αποφεύγει στην Αινειάδα να το ταυτίσει ρητά και απερίφραστα με το κλαδί του παρασιτικού viscum (VI, 205), δηλαδή του ιξού. Το viscum όμως διατήρησε σ’ όλη την ευρωπαϊκή Δύση ως σήμερα την ευεργετική για τον άνθρωπο δύναμή του με τα ονόματα Mistel ή gui ή mistle-toe. Στην Ελλάδα με το όνομα gui θεωρείται απλώς κλαδί που φέρνει γούρι.

Φέρνοντας κανείς μαζί του το κλαδί αυτό δεν φοβάται τους κινδύνους της καθημερινής ζωής, αλλά ούτε και τους κινδύνους του ταξιδιού στον κάτω κόσμο, όπου πλεονάζουν τερατώδεις υπάρξεις με απάνθρωπες διαθέσεις. Το μαγικό κλαδί έπρεπε να το αναζητήσει ο Αινείας στο ψηλότερο μέρος του φυλλώματος των δέντρων του εκεί δάσους7.

 Ο Αινείας άρχισε αμέσως το ψάξιμο στο δάσος και κατόρθωσε με τη βοήθεια και δύο περιστεριών που τα είχε στείλει η μητέρα του Αφροδίτη να βρει και να κόψει το χρυσό κλαδί. Το παρέδωσε αμέσως στη Σίβυλλα που θα τον συνόδευε στο υποχθόνιο βασίλειο.

Μπροστά στο στόμιο του Άδη, μέσα στο δάσος, υπήρχε λίμνη «μαύρου» νερού, ονομαζόμενη Avernus, από την ελληνική λέξη «άορνος» που σημαίνει «χωρίς πουλιά», τα οποία πραγματικά δεν πετούσαν πάνω από τα νερά της λίμνης και από όλη την περιοχή, όπου βρισκόταν το στόμιο καθόδου προς τον Κάτω Κόσμο. Μπροστά στο στόμιο η ιέρεια Σίβυλλα επιστάτησε σε μια θυσία τεσσάρων νεαρών μαύρων ταύρων (ζώων που έπρεπε να μην είχαν ζευχθεί ακόμη σε αλέτρι ή σε όχημα). Η Σίβυλλα πριν από τη θυσία έκανε χοή κρασιού στα κεφάλια των ζώων και στόλισε τα κέρατά τους. Έπειτα έκοψαν τους λαιμούς των ζώων και κράτησαν σε δοχεία το αίμα που έρευσε. Θα το χρησιμοποιούσαν για τις ψυχές, με τις οποίες ήθελαν να μιλήσουν. Έσφαξε και ο Αινείας με το ξίφος του ένα μαύρο αρνί και το προσέφερε στις θεότητες του Κάτω Κόσμου για να έχει την εύνοιά τους (στίχ. 250). Στη φωτιά που άναψαν έριξαν όλες τις σάρκες των θυσιασμένων πέντε ζώων για να γίνουν ολοκαύτωμα, για τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Οι θυσίες έγιναν κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Μόλις τελείωσαν, ο Αινείας και η ιέρεια προχώρησαν στο βάθος της σπηλιάς περιβαλλόμενοι από ψυχές νεκρών και ειδεχθείς υπάρξεις του σκότους. Ανάμεσα στις υπάρξεις αυτές άνοιγε δρόμο ο Αινείας κρατώντας γυμνό το ξίφος του (στίχ. 291). Διέσχισαν μέρος του Άδου καθώς κατευθύνονταν προς τα νερά του Αχέροντα (295). Μεγάλος συνωστισμός ψυχών αντρών, γυναικών και μικρών αγοριών και κοριτσιών υπήρχε μπροστά στο πλοιάριο του πολύ ατημέλητου Χάρωνα. Υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν ταφεί και δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν θέση στο πλοιάριο. Όταν ο Χάρων αντίκρισε και τον Αινεία με τη Σίβυλλα που ήταν ζωντανοί άνθρωποι, τους απώθησε από το σκάφος επαναλαμβάνοντας πως αυτό προοριζόταν για τις ψυχές. Το αυστηρό φέρσιμό του προκάλεσε την επέμβαση της ιέρειας, η οποία προσπαθούσε να τον πληροφορήσει για την περίπτωση του Αινεία, επειδή όμως έβλεπε ασυγκίνητο τον θεϊκό πορθμέα, έβγαλε το δυναμούχο χρυσό κλαδί που το είχε κρυμμένο στο φόρεμά της.

Στο αντίκρυσμα του μυστικού κλαδιού ο οργισμένος Χάρων κάμφθηκε και απώθησε από το ακάτιον τις συνωστιζόμενες ψυχές. Μέσα μπήκε ο Αινείας και η Σίβυλλα και το ελαφρό σκάφος στέναξε κάτω από το βάρος δυο ζωντανών ανθρώπων (cymba suti1is sub pondere gemuit, 413-414). Ο Χάρων έσπευσε να τους αποβιβάσει σώους στην αντικρινή όχθη, ενώ ο γιγαντόσωμος Κέρβερος οργισμένος υλακτούσε με τα τρία στόματά του από την αντικρινή σπηλιά.

Συνεχίζοντας την πορεία τους ο Αινείας και η Σίβυλλα άκουσαν τους Θρήνους αδικοχαμένων ανθρώπων, μεταξύ των άλλων και εκείνων που αυτοκτόνησαν από «μη ευοδωθέντα έρωτα» (όπως πρόσφατα της Διδούς, η οποία είχε ερωτευθεί τον Αινεία, 450-476). Εκτός της Διδούς, ο Αινείας είδε και μερικούς σύγχρονούς του Τρώες, οι οποίοι ζητούσαν να μάθουν γιατί κατέβηκε στον Άδη ζωντανός. Με ιδιαίτερη συγκίνηση μίλησε με το γιο του Πριάμου Δηίφοβο, για τον οποίο ο Αινείας είχε ιδρύσει κενοτάφιο. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας με το Δηίφοβο, η Σίβυλλα υπενθύμισε στον Αινεία πως η όλη τους διαδρομή στον κόσμο των νεκρών πρέπει να τελειώσει πριν ξημερώσει, και ο Δηίφοβος τη βεβαίωσε πως δεν προτίθεται να τους απασχολήσει περισσότερο και αμέσως αποχώρησε κατευθυνόμενος προς τις άλλες ψυχές. Ο δρόμος τους εκεί διακλαδιζόταν· αριστερά ήταν ο Τάρταρος με τις τιμωρίες των μεγάλων αμαρτωλών και με επικεφαλής τον Κνώσιο Ραδάμανθυ, τον αλύπητα αυστηρό δικαστή των άδικων ή ασεβών ανθρώπων, και δεξιά το παλάτι του Πλούτωνα και το Ηλύσιο πεδίο για τις ψυχές των ευσεβών και δίκαιων ανθρώπων. Η Σίβυλλα είπε στον Αινεία πως όταν η Εκάτη της είχε αναθέσει την ευθύνη της περιοχής του Αόρνου, την είχε οδηγήσει και στο χώρο του Ραδάμανθυ με τις τιμωρίες των ασεβών (όπου οι ευσεβείς και δίκαιοι δεν είναι όσιο να μπαίνουν) και είδε εκεί, μεταξύ των άλλων μια τερατώδη ύδρα με πενήντα μαύρα στόματα, καθώς και τον αχανή Τάρταρο με τους τιτάνες και τους δυο γιγάντιους γιους του Αλωέα, καθώς και τον Σαλμωνέα, τον Τιτυό, τον Ιξίονα, τον Τάνταλο και άλλους αμαρτωλούς.

Πήραν το δεξιό δρόμο και αφού προσπέρασαν το παλάτι του Πλούτωνα, όπου ο Αινείας δεν επιτρεπόταν να μπει, έφτασαν στον τόπο της χαράς, στα καταπράσινα λειβάδια, τα καταυγαζόμενα από φως, και στα άλση των μακάρων (devenere locos laetos et amoena vireta fortunatorum nemorum, sedesque beatas, στίχ. 638-639). Από τις εκεί ενδιαιτώμενες ψυχές άλλες αναπαύονταν και άλλες προτιμούσαν ασχολίες αναψυχής, όπως τραγούδια και χορούς (εκεί ήταν και ο Ορφεύς με τη λύρα του). Είδε εκεί και μερικές μακάριες ψυχές της πατρίδας του Τρωάδας, όπως του Τεύκρου (του πρώτου εκεί βασιλιά), του Ίλου και του Δαρδάνου. Η Σίβυλλα ρώτησε τον Μουσαίο που συνάντησαν που θα μπορούσαν να βρουν τον Αγχίση και πήρε την απάντηση πως οι ψυχές δεν έμεναν σε ορισμένο τόπο. Συνέπεσε τότε να πλησιάζει ο Αγχίσης, ο οποίος είδε πρώτος το γιο του Αινεία, και τους πλησίασε. Ο Αινείας, συγκινημένος, προσπάθησε να τον αγκαλιάσει, αλλά ο πατέρας του ήταν απλή σκιά. Με τη σκιά του πατέρα του είχε μακρά και θερμή συνομιλία, κατά την οποία εκείνος του αποκάλυψε λεπτομέρειες για το κοντινό μέλλον, όπως οι πολεμικές περιπέτειες στο Λάτιο μέχρις ότου τεθούν οι βάσεις του μελλοντικού ρωμαϊκού μεγαλείου, αλλά του προφήτεψε και το μέλλον της γενιάς του ως τα χρόνια της μεγάλης ακμής της Ρώμης (ως την εποχή του Αυγούστου). Τελικά ο Αγχίσης συνόδεψε τον Αινεία και τη Σίβυλλα να επιστρέψουν στον επάνω Κόσμο όχι από τον ίδιο δρόμο, από τον οποίο είχαν έρθει, αλλά από την «κερατίνη» πύλη, όπως τη λέει η Οδύσσεια (ω 12 κπ.), από όπου βγαίνουν τα αληθινά και όχι τα απατηλά όνειρα. Βγαίνοντας από την πύλη αυτή, βρέθηκαν στην ακροθαλασσιά, από όπου προχώρησαν κατά μήκος της παραλίας, ώσπου ο Αινείας συνάντησε τους συντρόφους του.

Η συμβολή των εικαστικών τεχνών

Στη Δύση (στην κάτω Ιταλία και τη Σικελία) υπήρχαν από τα αρχαϊκά χρόνια περισσότεροι (παρά στην Ελλάδα) άνθρωποι ενδιαφερόμενοι για τα πράγματα του Kάτω Κόσμου. Η παράδοση αυτή διατηρούνταν και στο τέλος του πρώτου προχριστιανικού αιώνα, οπότε ο Βιργίλιος σ᾿ αυτούς κυρίως απευθύνθηκε με το έκτο βιβλίο της Αινειάδας.

Γενικότερα στο έργο του έπους συμπαραστάθηκαν οι εικαστικές τέχνες, ιδίως η αγγειογραφία και η ζωγραφική. Μνημειακοί πίνακες ζωγραφικής, όπως η Νέκυια του Θασίου Πολυγνώτου στα μέσα του -5 αιώνος, και το ομώνυμο έργο του Αθηναίου Νικία στο τέλος του -4 αιώνος,  δεν ήταν απλή εικονογράφηση των σκηνών του Κάτω Κόσμου που καθένας διάβαζε στην Οδύσσεια, στη Μινυάδα και στους Νόστους, αλλά προήγαγαν γενικότερα τις λαϊκές αντιλήψεις για το υπερπέραν, μετά τα αρχαϊκά χρόνια. Στις πλατιές μάζες του λαού πιο πολύ γινόταν αυτό από τις αγγειογραφίες, ιδίως τις κατωιταλικές που πάντοτε με αδιάπτωτο ζήλο εντρυφούσαν στα θέματα του Κάτω Κόσμου. Η αλληλεπίδραση ποιητών και ζωγράφων ήταν αναπόφευκτη, αλλά μόνο μετά τις νέκυες του αρχαιότερου έπους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η Νέκυια του Πολυγνώτου, η οποία σημαντικά ωφελήθηκε, όπως φαίνεται από τις κρίσεις του Παυσανία, από την Οδύσσεια, τη Μινυάδα και τους Νόστους, ίσως και από άλλα έπη, απρόσιτα και στον Παυσανία, στον +2 αιώνα. Η πολυγνώτεια σύνθεση άρχιζε με μια σκηνή του Αχέροντα, όπου φαίνονταν τα άφθονα νερά του ποταμού, με καλάμια στις όχθες, η βάρκα του Χάρωνα και ο ίδιος ο Χάρων στα κουπιά (Εικ.4).

Εικ. 4. Την ιδέα πως ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και στον κόσμο των ψυχών υπάρχουν τα νερά ενός ποταμού Αχέροντα ή μιας λίμνης Αχερουσίας, που πρέπει να τα περάσει όποιος πεθαίνει, μάταια την είχε αναζητήσει ο Παυσανίας στην παλιότερη επική ποίηση και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως την είχε εισαγάγει ο ποιητής της Μινυάδας. Επομένως και η πίστη σε Κάποιον θεϊκό πορθμέα Χάρωνα, επιφορτισμένον με το έργο της διαπορθμεύση των ψυχών, είναι δημιούργημα του πολυσήμαντου για τη γνώση του υπερπέραν έβδομου προχριστιανικού αιώνα. Ελάχιστα μέρη της Ελλάδας αγνοούσαν στα προχωρημένα
ιστορικά χρόνια τον Χάρωνα και το ακάτιό του. Στην παρούσα, αγγειογραφία ο ψυχοπομπός Ερμής με το κηρύκειο και το πλατύγυρο κάλυμμα της κεφαλής που το συνήθιζαν οι οδοιπόροι παραδίδει μια νεκρή γυναίκα στο Χάρωνα, ενώ γύρω πετάει ένα πλήθος φτερωτών ψυχών.

Αυτά ο Πολύγνωτος τα ήξερε από τη Μινυάδα (Παυσ. 10, 28, 2), αφού στην Οδύσσεια ο Χάρων και το σκάφος του ήταν άγνωστα (όπως και στην Ιλιάδα). Στην Αινειάδα (γύρω στα -50 έτος) το σκάφος εμφανίζεται πολύ ελαφρό, ίσως γιατί ήταν κατασκευασμένο με δέρματα συρραμένα σε ελαφρό ξύλινο σκελετό, όπως φαίνεται από το επίθετο sutilis του Βιργιλίου. Ο Πολύγνωτος δεν αρκέστηκε να απεικονίσει το Χάρωνα με το ακάτιό του πάνω στα νερά του ποταμού ή της λίμνης, αλλά χρησιμοποίησε ως επιβάτες του ακατίου δυο πολύ γνωστά πρόσωπα στον ίδιο, στους συμπατριώτες του της Θάσου και στους κατοίκους της μητρόπολης των Θασίων, της Πάρου των Κυκλάδων. Ο Τέλλις ήταν ο πατέρας ή ο παππούς του Πάριου ποιητή Αρχίλοχου, και η Κλεόβοια ήταν μια παριανή παρθένος που την τιμούσαν στη Θάσο, γιατί είχε μεταφέρει εκεί από την Πάρο (πριν από το -650 έτος) τις μυστικές τελετές της Δήμητρας (ο Πολύγνωτος την παρέστησε να κρατάει στα γόνατά της, μέσα σε πλεχτό καλάθι τα ιερά αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν για τη μύηση, Παυσ. 10, 28, 3). Ο Πολύγνωτος όμως χρησιμοποίησε στον πίνακά του και μορφές του Κάτω Κόσμου άγνωστες στα μεγάλα έπη, όπως τον δαίμονα Ευρύνομο,  τοπική υποχθόνια μορφή που καταβρόχθιζε τις σάρκες των νεκρών και άφηνε μόνο τα κόκκαλα (Παυσ. 10, 28, 7). Θέμα που εισήγαγε ο ίδιος ο Πολύγνωτος είναι η παράσταση ενός πατραλοία νέου (δηλ. νέου, ο οποίος είχε σκοτώσει στην επίγεια ζωή του τον πατέρα του)· τον παρέστησε να πνίγεται στον Άδη από τον πατέρα του (10, 28, 4). Ο ίδιος πρέπει να εισήγαγε και την παράσταση μιας γυναίκας να ξυλοκοπεί άγρια έναν ιερόσυλο (ασφαλώς ένα περιφρονητή των αυστηρά γυναικείων μυστικών τελετών, ο οποίος τις είχε παραβιάσει με την παρουσία του σ᾿ αυτές, 10, 28, 5).

Από την Οδύσσεια ο Πολύγνωτος εμπνεύστηκε αρκετές σκηνές της δικής του Νεκυίας (όπως τους δύο συντρόφους του Οδυσσέα που μεταφέρουν ισάριθμα μαύρα αρνιά για τη θυσία (λ 23, Παυσ. 10, 29, 1), τον ίδιο τον Οδυσσέα σκυμμένον πάνω από το βόθρο του αίματος να εμποδίζει με το ξίφος τις ψυχές να πλησιάσουν στο αίμα, προτού φτάσει ο Τειρεσίας, τον ίδιο τον Τειρεσία να έρχεται προς τον Οδυσσέα, τη μητέρα του Οδυσσέα να περιμένει τη σειρά της, το σύντροφο του Οδυσσέα Ελπήνορα και πολλούς φημισμένους από την επική ποίηση ήρωες και ηρωίδες. Αξιοσημείωτο είναι πως ο Πολύγνωτος δεν είχε παραστήσει τους κακούς ή ασεβείς ανθρώπους σε ιδιαίτερο χώρο, όπως με σαφήνεια το έκανε ο Βιργίλιος, ο οποίος ξεχώρισε τον σκοτεινό τόπο της «κόλασης» (στίχ. 562 κπ.) από το υπέρλαμπρο «Ηλύσιο», το καταυγαζόμενο από ένα ιδιαίτερο δικό του ήλιο (solem suum, στίχ. 641), τελείως ανέφελον και πιο λαμπερόν από τον επίγειον ήλιο. Από το ίδιο υπέρλαμπρο φως καταυγαζόταν, κατά την Αινειάδα, και η κατοικία του βασιλικού ζεύγους του κάτω κόσμου. Οι αγγειογράφοι της κάτω Ιταλίας συνήθιζαν σε κεντρική θέση της σύνθεσής τους να παριστάνουν τον Πλούτωνα με την πάρεδρό του, αναπαυόμενους μέσα σε περίστυλη πολυτελή κατασκευή. Από την πολυγνώτεια σύνθεση έλειπε εντελώς το βασιλικό ζεύγος του Άδη, καθώς και η κατοικία του.

Η πολυγνώτεια σύνθεση για τον κάτω κόσμο στη δελφική λέσχη των Κνιδίων, όπως σωζόταν στο -2ο αιώνα

Οι Κνίδιοι είχαν παλιές σχέσεις με το δελφικό ιερό και είχαν ιδρύσει γύρω στα μέσα του -6ου αιώνα ένα θησαυρό, ίσως αντίκρι από τον λίγο μεταγενέστερο θησαυρό των Αθηναίων (αριθ. 41 στην εικ. 4).

Εικ. 4. Τοπογραφικό σχέδιο του δελφικού ιερού, ένα από τα πληρέστερα της γαλλικής αρχαιολογικής σχολής, όπως δημοσιεύτηκε στα 1957 από τον P. de Ia Coste—MesseIiére και στα 1963 από τους J. PouiIIoux και G. Roux.

Οι Κνίδιοι είχαν στήσει και γλυπτικά αναθήματα, επίσης κοντά στην Ιερά οδό. Υπήρξαν και από τους πρώτους Μικρασιάτες που εκατό χρόνια αργότερα (μετά τα μηδικά) στόλισαν το δελφικό τέμενος με τη λέσχη, ένα μη θρησκευτικό, αλλά χρήσιμο οικοδόμημα (εικ.5).

Εικ. 5. Η λέσχη των Κνιδίων, κατέχοντας τα βορειότερα κράσπεδα του τεμένους και έξω από χώρους λατρείας και εικαστικών αναθημάτων και επιπλέον προσιτή όχι πολύ άνετα (με ανηφορικό μονοπάτι), επέτρεψε στον Πολύγνωτο να αφιερωθεί στις δυο μνημειακές συνθέσεις του ανενόχλητος από το πλήθος των προσκυνητών ή των περιέργων Θαμώνων του ιερού. Σχετικά ανενόχλητοι μπορούσαν να εργαστούν στη λέσχη και στους επόμενους αιώνες όσοι ανηφόριζαν ως εκεί, χάριν των συνθέσεων του Πολυγνώτου, όπως ο Παυσανίας, ή όσοι αναζητούσαν μια ήσυχη γωνιά για να συζητήσουν φιλοσοφικά ή θρησκευτικά προβλήματα, όπως η στοχαστική συντροφιά του Πλουτάρχου. Ο Παυσανίας από το ναό άφησε δεξιά πρώτα τον μεγάλο βωμό του Απόλλωνα και ψηλότερα το τέμενος του Νεοπτολέμου (του γιου του Αχιλλέα, ο οποίος είχε θανατωθεί στο δελφικό ιερό, όπου τιμήθηκε με ηρωικές τιμές) και το χώρο όπου ήταν στημένη μια σειρά γλυπτικών έργων, αναθημάτων του Δαόχου, και αριστερά την Κασσοτίδα κρήνη. Μπαίνοντας στη λέσχη, είδε δεξιά την Άλωση της Τροίας του Πολυγνώτου και αριστερά τη Νέκυια. Βγαίνοντας από τη λέσχη κατευθύνθηκε προς το θέατρο που ήταν κι αυτό στα βόρεια κράσπεδα του ιερού.

Το χτίσιμο της λέσχης υποτίθεται πως είχε τελειώσει πριν από τα μέσα του -5ου αίωνα, ώστε περίπου στα μέσα κλήθηκε ο Πολύγνωτος για να κοσμήσει τους τοίχους του. Ο Πολύγνωτος άρχισε από τα δεξιά της εισόδου με την Ιλίου πέρσιν, oνομαστὴ από τα μετά την Ιλιάδα έπη Αιθιοπίς, Μικρά Ιλιάς και Ιλίου πέρσις. Από τα έπη αυτά διάλεξε σκηνές που μπορούσαν να παραταχθούν σε μακρά σειρά στην εσωτερική επιφάνεια του νότιου, του ανατολικού και ίσως ενός μέρους του βόρειου τοίχου της λέσχης. Πρέπει να υπήρχαν και σκηνές και πρόσωπα που επινόησε ο ίδιος. Παρέστησε την προετοιμασία του Μενελάου για τον απόπλουν προς την Ελλάδα, τη διάλυση των επί τρωικού εδάφους σκηνών και τα λάφυρα. Τα γνωστότερα από τα πρόσωπα που απεικόνισε, εκτός του Μενελάου και του Αγαμέμνονα, ήταν η Ελένη, η Βρισηίς, ο μάντης Έλενος, η Ανδρομάχη, η Κασσάνδρα, ο Νέστωρ, ο Οδυσσεύς, ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος, ο Πρίαμος (που σύντομα θα τον σκότωνε ο Νεοπτόλεμος), ο Επειός να κατεδαφίζει το τείχος της Τροίας και ο δούρειος ίππος πίσω από το κατεδαφιζόμενο τείχος. Φαίνονταν και πολλοί Τρώες νεκροί, καθώς και Τρώες να φορτώνουν σε ζώα την οικοσκευή τους προκειμένου να εκπατρισθούν. Ο ίδιος ο Πολύγνωτος, υπογράφοντας τη σύνθεση, την αποκαλεί «περθομένην Ιλίου ακρόπολιν», δηλαδή «η ακρόπολη της Τροίας την ώρα που κυριεύεται».

Αριστερά της εισόδου, ο Παυσανίας παρουσιάζει τη σύνθεση της Νεκυίας ως εμπνευσμένη από την «κατάβαση στον Άδη» του Οδυσσέα, η οποία έγινε με το σκοπό «όπως Τειρεσίου την ψυχήν περί της ες την οικείαν επέρηται σωτηρίας». Η συνέχεια όμως που αρχίζει με τις λέξεις «έχει δε ούτω τα ες την γραφήν» σημαίνει πως ο Πολύγνωτος φιλοδόξησε να δώσει μια εικόνα του υποχθόνιου βασιλείου, πολύ διαφορετική από εκείνη που θα δίνουν μετά από 150 χρόνια οι σχετικές κατωιταλικές αγγειογραφίες. Η Νέκυια του Πολυγνώτου αποτελεί τον τελευταίο απόηχο της σφοδρής εκείνης επιθυμίας που είχε κυριεύσει στον -7ο αιώνα τις λαϊκές ιδίως μάζες να μάθουν όσο γίνεται περισσότερα για τον κόσμο του ύπερπέραν. Στον -7ο αιώνα ή στον πρώιμο -6ο είχαν γραφεί τα έπη με τις περισσότερες αναφορές στον Κάτω Κόσμο, από τα οποία ο Παυσανίας μπόρεσε να γνωρίσει καλύτερα τη Μινυάδα και τους Νόστους. Τα έπη αυτά εξακολουθούσαν να διαβάζονται και επί των ημερών του, 800 ή 700 έτη μετά την εποχή που γράφηκαν. Τον καιρό του Πολυγνώτου (200 χρόνια μετά την πρώτη «ψύχωση» για τη γνωριμία με τη ζωή του επέκεινα) ήταν εξαιρετικά μεγάλος ο αριθμός εκείνων που αρέσκονταν να εντρυφούν στα πράγματα του Άδου. Γι’ αυτό ο Πολύγνωτος δεν δίστασε να διαλέξει τη Νέκυια για να διακοσμήσει μ᾿ αυτή τον εσωτερικό χώρο ενός κοσμικού (όχι θρησκευτικού) Κέντρου. Η λεπτομερής περιγραφή του Παυσανία επέτρεψε στον μελετητή της μυθολογίας Kar1 Robert και στον σχεδιαστή Η. Schenck βοηθημένους από σύγχρονες του Πολυγνώτου αγγειογραφίες, να αναπαραστήσουν την πολυγνώτεια Νέκυια, όπως φαίνεται στον πίνακα, ο οποίος εδώ έχει κατανεμηθεί σε δυο μέρη (βλ. 17tes Hallisches WinckelmannS—Programm 1893).

Η περιγραφή της Νεκυίας του Πολυγνώτου

Η περιγραφή της Νεκυίας από τον Παυσανία (10, 28-31) περιληπτικά είναι η εξής (βλ. εικ. 6)· στην αρχή της όλης σύνθεσης ο Πολύγνωτος παρέστησε τα νερά του ποταμού Αχέροντα, και πάνω σ᾿ αυτά το σκάφος του Χάρωνα, με τον ίδιο το Χάρωνα στα κουπιά.

Εικ. 6. Υποθετική όψη της δελφικής Νεκυίας του Πολυγνώτου (το αριστερό μέρος της).

Η ιδέα πως ο κάτω κόσμος άρχιζε από την αντιπέραν όχθη του ποταμού Αχέροντα (ή της λίμνης Αχερουσίας) ήταν άγνωστη στα παλαιότερα έπη και πρέπει να την εισήγαγε ο ποιητής της Μινυάδας, όπως πιστεύει και ο Παυσανίας (Ιθ, 28, Ι). Στην ακτή πέραν του Αχέροντα ο Πολύγνωτος παρέστησε ένα ηλικιωμένον άντρα να πνίγει νεαρό άτομα. Το άτομο αυτό (ίσως ένας πατραλοίας) είχε κακομεταχειριστεί στην επίγεια ζωή τον πατέρα του και ο πατέρας τον τιμωρεί αιώνια στον Άδη. Κοντά σ᾿ αυτούς παρέστησε μια γυναίκα να τιμωρεί (ίσως να ξυλοκοπεί) έναν ιερόσυλο (άντρα που δεν σεβάστηκε την ιερότητα των γυναικείων μυστικών τελετών, την οποία παραβίασε με την παρουσία του εκεί).

Πιο ψηλά απεικόνισε τον Ευρύνομο, ένα σαρκοβόρο δαίμονα του κάτω κόσμου ξαπλωμένον πάνω σε δέρμα όρνιου (ο Πολύγνωτος ίσως τον ήξερε από τοπικές λαϊκές παραδόσεις, αφού ο Παυσανίας δεν βρήκε το όνομά του ούτε στη Μινυάδα ούτε στους Νόστους). Έπειτα παρέστησε τις γνωστές από τη μυθολογία ηρωίδες Αύγη και Έφιμέδεια και πιο ψηλά τους συντρόφους του Οδυσσέα Περιμήδη και Ευρύλοχο να φέρνουν τα δύο πρόβατα που κατά την Οδύσσεια θα θυσίαζε ο Οδυσσέας για την ανάκληση των ψυχών. Έπειτα παρέστησε τον Όκνο των λαϊκών παραδόσεων, ο οποίος στον Άδη είχε τιμωρηθεί με μια από τις αιώνια ατελεσφόρητες προσπάθειες (όπως το αιώνια νεροκουβαλητό των Δαναΐδων που δεν μπορούσε να γεμίσει το τρύπιο πιθάρι)· ο Όκνος είχε καταδικαστεί να πλέκει τριχιά με σχοίνους ή άλλους ανθεκτικούς βλαστούς, και την τριχιά που έπλεκε την καταβρόχθιζε ένας όνος που στεκόταν πίσω. Παρέστησε έπειτα ξαπλωμένον στο έδαφος τον μεγάλο αμαρτωλό Τιτυό να του κατασπαράξουν τα εντόσθια οι γύπες. Έπειτα απεικόνισε την Αριάδνη καθιστή σε βράχο να κοιτάζει την αδελφή της Φαίδρα που αιωρείται σε κούνια. Παρέστησε και την ηρωίδα Χλώρι ξαπλωμένη στα γόνατα της Θυίας και πίσω από τη Θυία την Κόρη του Ερεχθέα Πρόκρι. Με τα νώτα προς την Πρόκρι ο Πολύγνωτος παρέστησε την Κλυμένη, για την οποία ο Παυσανίας ήξερε από τους Νόστους πως ήταν κόρη του Μινύα, σύζυγος του Κέφαλου και μητέρα του Ίφικλου. Μετά την Κλυμένη ο Πολύγνωτος παρέστησε τη γυναίκα του Ηρακλή Μεγάρα, ο Παυσανίας όμως δεν αναφέρει και τα παιδιά της που οι αγγειογράφοι συνήθιζαν να παριστάνουν μαζί με τη Μεγάρα. Πιο ψηλά από τις πέντε τελευταίες ηρωίδες φαινόταν καθιστή σε βράχο η ηρωίδα Τυρώ, κόρη του Σαλμωνέα, και όρθια κοντά στην Τυρώ η Εριφύλη με το ονομαστό περιδέραιο. Πιο ψηλά από τις δυο τελευταίες απεικόνισε τον σύντροφο του Οδυσσέα Ελπήνορα και έπειτα τον ίδιο τον Οδυσσέα με το ξίφος πάνω από το βόθρο του αίματος. Προς τον Οδυσσέα πλησίαζε ο μάντης Τειρεσίας και πίσω από αυτόν η μητέρα του Οδυσσέα Αντίκλεια. χαμηλότερα από τον Οδυσσέα και τον Τειρεσία απεικόνισε καθιστούς σε θρόνους τους αχώριστους ήρωες Θησέα και Πειρίθουν και έπειτα τις κόρες του Πανδάρεω Καμειρώ και Κλυτίη, στεφανωμένες με άνθη, να παίζουν αστραγάλους.

Μετά τις Πανδαρίδες ο Πολύγνωτος παρέστησε πέντε ήρωες της Ιλιάδας, τον Αντίλοχο να πατάει το ένα πόδι πάνω σε μεγάλη πέτρα, τον Αγαμέμνονα να στηρίζεται στο σκήπτρα του και να κρατάει ραβδί στα χέρια (εικ. 7), τον Πρωτεσίλαο καθιστόν να κοιτάζει προς τον επίσης καθιστόν Αχιλλέα, και πιο ψηλά τον Πάτροκλο.

Εικ. 7. Υποθετική αναπαράσταση της Νεκυίας του Πολυγνώτου, βασισμένη στην περιγραφή του Παυσανία (το δεξιό μέρος της).

Ψηλότερα απ᾿ αυτούς παρέστησε αντικρυστούς τους συνδεόμενους με τον τόπο του μεγάλου ιερού ήρωες Φώκο και Ιασέα και ακόμα πιο ψηλά καθιστή σε βράχο τη Μαίρα, την Κόρη του Προίτου κατά τους Νόστους. Έπειτα απεικόνισε τον φημισμένον κυνηγό Ακταίωνα να κάθεται με τη μητέρα του πάνω σε δορά θηράματος και να κρατεί μικρό ελάφι στα χέρια. Κοντά τους είναι ξαπλωμένο ένα από τα κυνηγετικά σκυλιά του Ακταίωνα. χαμηλότερα ο Πολύγνωτος παρέστησε καθιστόν τον Ορφέα, με τη ράχη στηριγμένη στον κορμό μιας ιτιάς (συνηθισμένης σε ιερά θεοτήτων του κάτω κόσμου), ενώ στην άλλη πλευρά του κορμού στηριζόταν ένας ήρωας Προμέδων, ο οποίος άκουγε το άσμα του Ορφέα. Ο Ορφέας τραγουδούσε και έπαιζε τη λύρα. Εντύπωση έκανε στον Παυσανία πως ο Ορφέας είχε παρουσιαστικό τελείως ελληνικό, χωρίς τα συνηθιζόμενα επί των ημερών του θρακικά ενδύματα και θρακικό κάλυμμα της κεφαλής (10, 30, 6, εικ. 8).

Εικ. 8. Σε αττικής τέχνης αγγείο που βρέθηκε στη Γέλα και χρονολογείται λίγο μετά τα μέσα του -5ου αιώνα, ο Ορφέας δεν έχει ούτε θρακικά χαραχτηριστικά ούτε το ιερατικό σχήμα του ιδρυτή θρησκευτικών τελετών, όπως στα μεγάλα Απουλικά αγγεία (βλ. την εικ. 10), αλλά τη μορφή απλού τραγουδιστή με λύρα και ελληνικό ιμάτιο, όπως τον είχε απεικονίσει λίγο πριν από τον παρόντα αγγειογράφο ο Πολύγνωτος στη δελφική λέσχη των Κνιδίων. Θρακικό κάλυμμα της κεφαλής φέρουν οι παριστανόμενοι εδώ τέσσερις άνδρες που κρατούν καθένας δυο ακόντια.

Χαμηλότερα ο Πολύγνωτος παρέστησε να κοιτάζουν προς τον Ορφέα τον τοπικά ομηρικό ήρωα Σχεδίο με ξίφος στο χέρι, και τον Πελία καθιστόν σε θρόνο. Μετά τον Πελία παρέστησε τον τραγουδιστή Θάμυρι, τυφλόν από τις Μούσες, με αχρηστευμένη πλάι του τη λύρα. Πιο πάνω παρέστησε τον επίσης τιμωρημένον αυλητή Μαρσύα με τον μικρό γιο του Όλυμπο. Στην πιο πάνω ζώνη μετά τον Ακταίωνα ο Πολύγνωτος παρέστησε τον Παλαμήδη και τον Θερσίτη να παίζουν κύβους, και τους δυο Αίαντες να κοιτάζουν προς αυτούς, ο Σαλαμίνιος από τα αριστερά και ο Λοκρός από τα δεξιά. Μετά το Λοκρό Αίαντα ο Πολύγνωτος παρέστησε τον ήρωα Μελέαγρο. Στη χαμηλότερη ζώνη, μετά το Θάμυρι, παρέστησε καθιστούς τον Τρώα ήρωα Έκτορα, το βασιλιά των Αιθιόπων Μέμνονα και το βασιλιά των Λυκίων Σαρπηδόνα (συμμάχους των Τρώων). Κοντά στο Μέμνονα παρέστησε και ένα νέο από την Αιθιοπία. Μετά τους τρεις αυτούς συμμάχους απεικόνισε την αμαζόνα Πενθεσίλεια (τέταρτη σύμμαχο), η οποία κοίταζε με περιφρόνηση το νεαρό γιο του Πριάμου Πάρι που φαινόταν ψηλότερα να χτυπάει τις παλάμες των χεριών του, σα να θέλει να τραβήξει την προσοχή της Πενθεσίλειας. Ψηλότερα από την Πενθεσίλεια απεικονίστηκαν γυναίκες που δεν είχαν μυηθεί ή που περιφρονούσαν τα ελευσίνια μυστήρια και είχαν καταδικαστεί να κουβαλούν νερό σε σπασμένα αγγεία.

Ανάμεσα στους περιφρονητές των μυστηρίων ήταν και ένας γέρος, καθώς και ένα παιδί που κι αυτοί, μαζί με τις γυναίκες, παριστάνονταν να κουβαλούν νερό με σπασμένα δοχεία στο μεγάλο τρύπιο πιθάρι. Ψηλότερα από τους περιφρονητές των μυστηρίων παριστάνονταν καθιστές οι Νύφες Καλλιστώ (πάνω σε γούνα άρκτου), Νομία και Πηρώ και μετά την Πηρώ φαινόταν ο Σίσυφος να προσπαθεί να ανεβάσει σε ύψωμα μεγάλο λίθο, και στο κάτω μέρος της σύνθεσης ο άλλος μεγάλος αμαρτωλός Τάνταλος να βασανίζεται από τη δίψα, από την πείνα και από το φόβο μήπως καταπλακωθεί από επικρεμάμενο βράχο. Η μορφή του Άδου-Πλούτωνα (βλ. εικ. 9) έλειπε εντελώς από τη Νέκυια του Πολυγνώτου, ενώ στην Κάτω Ιταλία του επόμενου αιώνα οι αγγειογράφοι που παρίσταναν τον κάτω κόσμο την είχαν στο κέντρο της σύνθεσής τους (βλ. παρακάτω).

Εικ. 9. Σε τοιχογραφία μικρού τάφου των Αιγών (της Βεργίνας) είχε απεικονιστεί τον -4ο αιώνα η γνωστή μυθολογική σκηνή της αρπαγής της Κόρης-Περσεφόνης από τον Άδη-Πλούτωνα. Ο θεός, με πολλά και ατημέλητα μαλλιά και γένεια, όπως συνήθως, στέκεται πάνω στο τέθριππο και κρατεί την Κόρη με το αριστερό χέρι και τα ηνία με το δεξί. Η Κόρη φωνάζει αναστατωμένη και απλώνει τα χέρια προς τις συμπαίκτριές της. Μια απ᾿ αυτές, πεσμένη στο έδαφος κάτω δεξιά, παρακολουθεί τρομαγμένη το περιστατικό. Ελάχιστα ίχνη διατηρήθηκαν από τον Ερμή που προπορεύεται αριστερά, οδηγώντας το τέθριππο. Η σκηνή της απαγωγής επαναλαμβανόταν επί αιώνες από ζωγράφους τυπικά, όπως εδώ, με τον Ερμή προπορευόμενο αριστερά και την τρομαγμένη κόρη δεξιά του τεθρίππου.

Ο Πολύγνωτος ήξερε πως δεν έδινε πλήρη εικόνα του Άδου, αφού έπρεπε να αντιπαρέλθει τα «δείματά» του, εκτός του Ευρυνόμου, ο οποίος άλλωστε μόνο για τη θνητή σάρκα αποτελούσε φόβητρο, ενώ ήταν ακίνδυνος για τις ψυχές που ήταν οι κανονικοί κάτοικοι του Άδου (και ο Βιργίλιος περιορίστηκε στην «τερατώδη ύδρα» με τους πενήντα μαύρους φάρυγγες, στίχ. 576). Περισσότερα από τα «δείματα» αυτά θα είχαν θέση σε ένα τελεστήριο, όπου τα μέλη κάποιου θιάσου θα συγκεντρώνονταν για τη μύηση και τη λατρεία.

Ανεξάρτητα απ’ αυτά, εντύπωση κάνει σήμερα το πλήθος των ηρωϊκών μορφών που συμπεριέλαβε στη σύνθεσή του ο Πολύγνωτος (ασφαλώς όχι όπως ένας μέτριος ζωγράφος, ο οποίος απλώς θα εκμεταλλευόταν την προσφερόμενη από τη μυθολογία ευκαιρία να διακοσμήσει με θρυλικές μορφές μια δεδομένη επιφάνεια). Ο Πολύγνωτος θέλησε με τις μορφές του μυθικού παρελθόντος να παρακινήσει τους θεατές να αναπολήσουν τη φύση και το έργο των απεικονιζόμενων προσώπων (ιδίως των πολλών αλαζόνων, των ασεβών και των περιφρονητών των μυστηρίων, όπως ο Σαλμωνεύς, ο Σίσυφος και ο Τάνταλος, ο Θησέας και ο Πειρίθους, ο τερατώδης Τιτυός, ο Ακταίων, η Εριφύλη, ο Θάμυρις, ο Μαρσύας)· από την αναπόληση θα προκύψει η ωφέλεια, η θετική ή η αρνητική. Στην ωφέλεια των αναγνωστών του απέβλεπε και ο Παυσανίας που περιγράφοντας τη σύνθεση βρισκόταν κάποτε στην ανάγκη να προβάλλει ήρωες άγνωστους στον εαυτό του, γνωστούς όμως και ιδιαίτερης σημασίας σ᾿ άλλους.

Μπορούμε να υποθέσουμε πως στη λέσχη των Κνιδίων, αιώνες μετά τον Πολύγνωτο, πολλοί φιλομαθείς άνθρωποι ή ευλαβείς προσκυνητές συγκινούνταν αναγνωρίζοντας τις ονομαστές μορφές με τη βοήθεια των σημειωνόμενων κοντά στις μορφές ονομάτων, τα οποία κατά καιρούς ξαναγράφονταν, όταν καταντούσαν εξίτηλα από την πολυκαιρία.

Ο Άδης στις κατωιταλικές αγγειογραφίες

Το αληθινό πάθος για τη μελέτη του Κάτω Κόσμου που είχε κυριεύσει τα λαϊκά στρώματα στον -7ο και στον πρώιμο -6ο αιώνα ξαναπαρουσιάστηκε φλύαρο και ανερμάτιστο στην Κάτω Ιταλία του -4ου αιώνα.

Την πρώτη φορά (στα αρχαϊκά χρόνια) ήταν πηγαία απόρροια της παλιάς ευλάβειας, την οποία τροφοδοτούσε μια κατηγορία επικών ποιημάτων, όπως η Μινυάς, οι Νόστοι και ένα πλήθος πιο λαϊκών αναγνωσμάτων, όπως οι ονομαστοί Ιεροί λόγοι των «ορφικών» σε εικοσιτέσσερις ραψωδίες και οι πολλές Καταβάσεις στον Άδη. Απ᾿ αυτά εμπνέονταν και μερικοί ζωγράφοι, όπως ο Πολύγνωτος για τη δελφική Νέκυια.

Στην Κάτω Ιταλία το ζωηρό ενδιαφέρον για τον Άδη εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων επεκτατικών πολέμων της Ρώμης (στον -4ο αιώνα), στην περιοχή της Απουλίας, δηλαδή στα νοτιοανατολικά της Ιταλικής χερσονήσου και βορειότερα του Τάραντα και του Μεταποντίου. Ελληνικές αποικίες δεν υπήρχαν εκεί, πολλοί όμως Έλληνες αγγειογράφοι φαίνεται πως εγκαταστάθηκαν σε πόλεις Ιαπύγων και Μεσσαπίων, όπου τα έργα τους έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό και βρήκαν μιμητές από ντόπιους αγγειογράφους.

Άλλοι αγγειογράφοι συνέχισαν εκεί και στον -4 αιώνα την εγχώρια αρχαιότροπη αγγειογραφική διακόσμηση. Στην Απουλία, που είναι εύφορη χώρα, υπήρχαν αρκετοί ευκατάστατοι κάτοικοι που παράγγελναν μεγάλα αγγεία (κρατήρες ή αμφορείς) με παραστάσεις του κάτω κόσμου είτε για να τα στήσουν σε τάφους (όπως παλαιότερα στην Αθήνα έστηναν τα μεγάλα γεωμετρικά αγγεία σε τάφους του Κεραμεικού) είτε για να κοσμήσουν μ᾿ αυτά τα σπίτια τους, χωρίς να ενοχλούνται από τα μελαγχολικά θέματα του διακόσμου τους.

Μερικά έχουν διασωθεί σε πολλά κομμάτια και έχουν συγκολληθεί (συχνά αποκαταστάθηκαν και φθαρμένες παραστάσεις τους). Η εδώ παράσταση ανήκει σε κρατήρα προερχόμενον από την Canosa της βόρειας Aπουλίας και φυλασσόμενον στην Πινακοθήκη του Μονάχου. Χρονολογείται γύρω στο -320 έτος, οπότε οι κάτοικοι της Απουλίας είχαν συμμαχήσει με τους Ρωμαίους (κατά τον δεύτερο Σαμνιτικό πόλεμο, του -326 έτους). Μετά μια δεκαετία οι Ρωμαίοι είχαν υποτάξει και το μεγαλύτερο μέρος της Απουλίας, αλλά η παραγωγή των μεγάλων αγγείων με τις παραστάσεις του Κάτω Κόσμου εξακολούθησε χωρίς διακοπή και στην αρχή του επόμενου αιώνα. Στη μέση της κύριας όψης των αγγείων αυτών (εικ. 10) κυριαρχεί η απεικόνιση του θεϊκού ζεύγους του Άδη (του Πλούτωνα και της Περσεφόνης), μέσα σε είδος περιπτέρου, πάντοτε περιστύλου, που επικράτησε να αποκαλείται «ανάκτορο» του βασιλιά του Κάτω κόσμου· σε ένα χαμηλό κρηπίδωμα υψώνονται συνήθως τέσσερις, κάποτε έξι κίονες (εδώ έξι ιωνικοί) που βαστάζουν θριγκό με τριγωνικό αέτωμα και ανθέμια ως ακρωτήρια. Μέσα στο περίπτερο φαίνονται καθιστοί σε θρόνους ο Πλούτων και η Περσεφόνη (εδώ όρθια η Περσεφόνη, σ᾿ άλλο όρθιος ο Πλούτων και καθιστή η Περσεφόνη, πλάι στην οποία όρθια η θεά Εκάτη).

Εικ. 10. Τυπική απεικόνιση του Κάτω Κόσμου σε απουλικό κρατήρα του Μονάχου.

Γύρω από το περίπτερο με το ζεύγος των υποχθόνιων θεών αναπτύσσονται μερικά άλλα θέματα, όλα σχετιζόμενα με τον Κάτω Κόσμο, ώστε το σύνολο της κύριας όψης του αγγείου να δίνει μια συμβατική εικόνα του Άδου, χωρίς τάξη όμως και χωρίς λογική. Αριστερά του περιπτέρου την κυριότερη μορφή αποτελεί ο Ορφεύς με τη λύρα του που υποτίθεται πως παίζει χάριν του βασιλικού ζεύγους. Ο Ορφεύς δεν έχει το «ελληνικό» παρουσιαστικό που αναφέρει ο Παυσανίας για τον Ορφέα του Πολυγνώτου, αλλά μάλλον μια ιερατική εμφάνιση, όπως αρμόζει σε θεμελιωτή μυστικών τελετών. Κάτω από το βασιλικό περίπτερο απεικονίζεται πάντοτε η απαγωγή του Κερβέρου (εδώ τρικέφαλου) από τον (Ηρακλή. Αριστερά του θέματος Ηρακλῆ-Κερβέρου φαίνεται ο Ερμής με το κηρύκειο, δεξιά η Εκάτη με τις δάδες. Σ΄άλλα αγγεία αντί της Εκάτης φαίνονται στη θέση αυτή οι Δαναΐδες να κουβαλούν νερό με τις υδρίες τους. Εδώ το όλο θέμα Ερμῆ-Ηρακλῆ-Κερβέρου- Εκάτης έχει αριστερά τον Σίσυφο που αγωνίζεται να κυλίσει προς τα πάνω τον βράχο, ενώ μια Ερινύς με μαστίγιο αναγκάζει τον Σίσυφο να μην αργοπορεί, και δεξιά τον άλλο μεγάλο αμαρτωλό, δηλαδή τον βασιλιά του Σιπύλου Τάνταλο. Ψηλά, αριστερά του περιπτέρου, φαίνεται πρώτα μια κρήνη (η γνωστότερη στον Άδη ήταν της Λήθης) και έπειτα η άμοιρη σύζυγος του Ηρακλή Μεγάρα και τα επίσης άτυχα δυο παιδιά της. Και στις άλλες αγγειογραφίες του είδους η θέση αυτή καταλαμβάνεται από τη Μεγάρα και τους γιους της. Στην αμέσως πιο κάτω ζώνη και σε προνομιακή θέση (πλάι στον Ορφέα) απεικονίζεται ένας άντρας με τη σύζυγο και το παιδί του που θα μπορούσε να είναι μια οικογένεια μυημένων (εκείνων που παρήγγειλαν το αγγείο). Δεξιά, εντελώς επάνω, φαίνονται πρώτα οι παλιοί φίλοι Θησεύς και Πειρίθους που είχαν παραβιάσει το υποχθόνιο βασίλειο στα πιο παλιά χρόνια. Πλάι τους κάθεται μια «Δίκη», αυστηρή μορφή του Κάτω Κόσμου με ξίφος στο δεξί χέρι. Σ’ άλλες αγγειογραφίες του είδους η μορφή αυτή δεν συνοδεύει το ζεύγος των δυο ηρώων, άλλα έχει τη θέση της πλάι σε καταπατητές του θειου νόμου. Αμέσως κάτω από τον Θησέα και τον Πειρίθου είναι η θέση των τριών δικαστών του Άδου, του Τριπτόλεμου, του Αιακού και του Ραδάμανθυ, όπως και στις άλλες αγγειογραφίες του είδους.

Οι δυο τροχοί που φαίνονται αναρτημένοι πλάι στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη επικράτησε να σχετίζονται με τον λεγόμενο «κύκλο της γενέσεως» της «ορφικής» μυστικής λατρείας. Το νόημά τους αποκαλυπτόταν κατά τη μύηση. Οι «ορφικοί» και οι πυθαγόρειοι πιστεύουν πως οι άνθρωποι που πέθαιναν ένοχοι για βαριά παραπτώματα έπρεπε να επανέλθουν στη ζωή για να εξαγνισθούν· η ψυχή τους ενσαρκωνόταν σε κατώτερα ζωικά είδη για να βασανιστεί. Ο Νέρων, που βαρυνόταν με μεγάλα εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία και με το φόνο της μητέρας του, προοριζόταν να μετενσαρκωθεί σε οχιά ή σε βάτραχο (Πλουτάρχου, Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων 22). Πίστευαν ότι ο κύκλος των διαδοχικών γεννήσεων συνεχιζόταν, ώσπου ο αμαρτωλός να εξαγνισθεί. Η ασκητική ζωή των ορφικών επιτάχυνε την έξοδο των μυστών από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων, ώστε να μπορούν γρηγορότερα να ενστερνισθούν τη φράση που εμπεριέχεται σε ένα από τα γνωστά ενεπίγραφα χρυσά φύλλα, τα οποία έθαβαν μαζί με τους νεκρούς τους οι μυημένοι: «κύκλου δ᾿ εξέσταν βαρυπενθές αργαλέοιο». Αν φυλασσόταν σε ορφικά τελεστήρια κάποιο κυκλικό σύμβολο για τις μυήσεις υποτίθεται πως προβλεπόταν το συμβολικό πέρασμα του μύστη από τον μυστικό εκείνο «κύκλο». Στις αγγειογραφίες του είδους ο τροχός ή οι τροχοί δεν απεικονίζονται σε ορισμένη θέση. Σε μια απ᾿ αυτές ο τροχός φαίνεται πάνω δεξιά του περιπτέρου των θεών, όπου είναι η θέση του Θησέα και του Πειρίθου. Δυο τροχοί όμως φαίνονται και στην παράσταση ενός από τους επιβλητικοτέρους αμφορείς της Κάτω Ιταλίας (που το ύψος του, μαζί με τη βάση, πλησιάζει το 1.5 μέτρο), επίσης του -4ου αιώνος, με κύριο θέμα την πυρά του Πατρόκλου και πλήθος ανθρώπων, Αχαιών και Τρώων, σε τρεις ζώνες, όχι όμως και με τα συνηθισμένα θέματα του Κάτω Κόσμου.

Αλλά και τα μεγάλα αγγεία με συνθέσεις αναφερόμενες αποκλειστικά στον Άδη είναι φανερό από την παραπάνω περιγραφή πως δεν διδάσκουν τίποτε χρήσιμο ή τίποτε καινούργιο για τις εσχατολογικές δοξασίες της εποχής. Από τα φανταχτερά αυτά αγγεία γίνεται μόνο φανερό πως πολλοί μπορούσαν να τα προβάλλουν και μέσα στις οικίες τους ως έργα τέχνης, χωρίς να ενοχλούνται από τα σκυθρωπά ή κατηφή θέματά τους.

Η ιδέα του Άδου στο λυκόφως της αρχαιότητας

Στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η ιδέα για το υποχθόνιο βασίλειο του Άδου παρέμεινε ουσιαστικά η παλιά ελληνική, όπως φαίνεται από την ειδική πραγματεία του Λουκιανού Περί πένθους, γραμμένη λίγο πριν από το +180 έτος.  Ο Λουκιανός λέει πως όσα αναφέρει στο όχι πολύ σκωπτικό αυτό ευθυμογράφημά του είναι απόψεις συγχρόνων του ανθρώπων του λαού ή «ιδιωτών», όπως τους έλεγαν οι τότε μορφωμένοι. Κατ᾿ αυτούς ο Άδης βρισκόταν βαθιά στη γη και ήταν απλόχωρος, ζοφερός και ανήλιος, περιρρεομένος από μεγάλα ποτάμια που και τα ονόματά τους προκαλούν φόβο (όπως ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθων). Μεγαλύτερη ήταν η Αχερουσία λίμνη με τόσο μεγάλο βάθος που δεν μπορεί κανείς να την περάσει περπατώντας και τόσο μεγάλη έκταση που δεν μπορεί να την περάσει κολυμπώντας. Μπαίνει κανείς στο βασίλειο του Άδου από αδαμάντινη πύλη που τη φρούρησή της ο βασιλιάς Πλούτων την εμπιστεύτηκε στον Αιακό που ήταν ανεψιός του (ως γιος του Δία). Ο Αιακός βοηθούνταν από φοβερό τρικέφαλο σκυλί που επέτρεπε την είσοδο στον Άδη και απαγόρευε την έξοδο. Όσοι έμπαιναν, περνούσαν πρώτα με κάποιον πορθμέα την Αχερουσία και αποβιβάζονταν σε μεγάλον λειμώνα, κατάφυτον με ασφοδέλους. Αξιόπιστες πληροφορίες γι’ αυτά έδωσαν άνθρωποι που κατέβηκαν στον Άδη και μπόρεσαν να επιστρέψουν ζωντανοί στον επάνω κόσμο, όπως η Άλκηστις, ο Πρωτεσίλαος, ο Θησεύς και ο Οδυσσεύς. Όλοι αυτοί, όταν έφτασαν στον Άδη, είχαν αποφύγει να πιουν νερό από την εκεί πηγή της Λήθης (και επομένως θυμούνταν όσα είδαν). Τους θεούς Πλούτωνα και Φερσεφόνη υπηρετεί όχλος υποχθόνιων δαιμόνων, Ερινύων, Ποινών και Φόβων. Υπό τις διαταγές του Πλούτωνα υπηρετούν ως «εντολοδόχοι» και ταυτόχρονα δικαστές ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς, οι οποίοι τους «κατ᾿ αρετήν βεβιωκότας» στέλλουν στο Ηλύσιο πεδίον, τους κακούς τους παραδίδουν στις Ερινύες για να κολασθούν ανάλογα με τις πράξεις τους. Οι τιμωρίες που επιβάλλονται είναι, μεταξύ των άλλων, η στρέβλωση και το κάψιμό τους στο φλογισμένο ποτάμι, το γνωστό ως «Πυριφλεγέθων ποταμός» (γιατί στην κοίτη του κυλάει φλόγα αντί νερού). Άλλοι σπαράζονται από όρνια ή προσδένονται σε περιστρεφόμενους τροχούς ή υποχρεώνονται να «ανακυλίουν» βράχους σε ανηφόρες. Στην ακρολιμνιά ο παλιός Τάνταλος, αν και μέσα στο νερό, κινδυνεύει να πεθάνει από δίψα. Οι του «μέσου βίου» (ως μη βαρυνόμενοι με σοβαρά ανομήματα) αφήνονται να πλανώνται ως σκιές. Τρέφονται με τις προσφορές που κάνουν στους τάφους τους οι συγγενείς του επάνω κόσμου. Όσοι δεν έχουν συγγενείς, βασανίζονται από ασιτία.

Αν κάποιος νεκρός δεν εφοδιάστηκε κατά την ταφή του με τον οβολό του ναύλου, δεν φοβάται πως μπορεί να θεωρηθεί «αναπόμπιμος» στον επάνω κόσμο. Επομένως οι νεκροί δεν χρειάζονται τον οβολό. Δεν χρειάζονται τίποτε εκεί που βρίσκονται, γιατί ούτε διψούν ούτε πεινούν ούτε κρυώνουν ούτε ενδύματα φορούν. Δεν αρρωσταίνουν ούτε φοβούνται επιδρομές βαρβάρων και σφαγές, όπως οι ζωντανοί άνθρωποι.

Φανερό είναι πως ο Λουκιανός με την Περί πένθους αυτή πραγματεία του επιδίωξε να σατιρίσει μερικά πένθιμα έθιμα (όπως είναι ο εφοδιασμός του νεκρού με τον οβολό του ναύλου, τον οποίο βρίσκει περιττό), αλλά και να διασύρει τις κοινότερες λαϊκές δοξασίες της εποχής του για τον Κάτω Κόσμο.

Ν. Παπαχατζής

Υποσημειώσεις

  1. Οι ελληνικοί «λειμώνες των ευσεβών» θυμίζουν τους αποκαλούμενους από τον Διόδωρο «καλλίστους λειμώνας», κοντά στην αιγυπτιακή Μέμφι και την εκεί λίμνη, την οποία διέσχιζε η «βάρις» (είδος ακατίου του Χάρωνα) που έφερνε κάθε νεκρόν στους 42 δικαστές. Οι δικαστές ήταν καθισμένοι «επί τινός ημικυκλίου», πέραν της λίμνης, και άκουγαν καταγγελίες εις βάρος κάθε νεκρού. Βασιζόμενοι σε όσα άκουγαν, επέτρεπαν ή απαγόρευαν την ταφή κάθε νεκρού (1, 92, 1-6 και 96, 6-8).
  2. Νόμοι 11, 927: «αἱ τῶν τελευτησάντων ψυχαὶ δύναμιν ἔχουσί τινα τελευτήσασαι, ᾗ τῶν κατ᾿ ἀνθρώπους πραγμάτων ἐπιμελοῦνται» και παρακάτω: «ταῖς τῶν κεκμηκότων ψυχαῖς ἐν τῇ φύσει ἐστὶν τῶν αὑτῶν ἐκγόνων κήδεσθαι διαφερόντως».
  3. Όταν ο Ερμής οδηγούσε στον Άδη τις ψυχές των φονευθέντων από τον Οδυσσέα μνηστήρων της Πηνελόπης, έτυχε να τις δουν πέντε άλλες ψυχές προαποθανόντων ηρώων, του Αγαμέμνονα, του Αχιλέα, του Πατρόκλου, του Αντιλόχου και του Αίαντα, οι οποίες την ώρα εκείνη συνδιαλέγονταν «κατ ασφοδελόν λειμώνα, ένα ναίουσι ψυχαί». Ο διάλογος των πέντε διακόπηκε, όταν ο Αγαμέμνων είδε μεταξύ των νεκρών που οδηγούσε ο Ερμής την ψυχή του Αμφιμέδοντα, γιου ενός Ιθακήσιου φίλου του. Ο Αγαμέμνων ζήτησε να μάθει γιατί ο Αμφιμέδων βρίσκεται στον Άδη. Όταν έμαθε πως τον είχε εκδικηθεί ο Οδυσσέας, γιατί προσπαθούσε να σφετεριστεί τον θρόνο νυμφευόμενος την Πηνελόπη, ο Αγαμέμνων, αρκέστηκε να κακολογήσει την δική του γυναίκα που τον σκότωσε μαζί με τον εραστή της και να παινέψει την πιστή σύζυγο του Οδυσσέα.
  4. Όλοι στα αρχαϊκά χρόνια γοητεύονταν από ιστορίες για τον Κάτω Κόσμο και ιδίως για συνεντεύξεις με ψυχές ονομαστών ηρώων. Και στη Νέκυια της Οδύσσειας όλοι όσοι παρευρέθηκαν στη συγκέντρωση που είχε οργανώσει ο βασιλιάς Αλκίνους στο μέγαρό του προς τιμήν του Οδυσσέα άκουσαν με ζωηρό ενδιαφέρον επί ώρες την αφήγηση του ήρωα, η οποία σταμάτησε μόνο, επειδή είχε περάσει πολύ η ώρα. Παρά ταύτα, όταν οι περισσότεροι ακροατές αποσύρθηκαν, ο ίδιος ο Αλκίνους παρακάλεσε τον Οδυσσέα να συνεχίσει περιγράφοντας τη συνάντησή του με τις ψυχές των παλιών συμπολεμιστών του στην Τροία. Ο Οδυσσέας πρόσθεσε τότε πως από τις ψυχές αυτές πρώτη είχε πλησιάσει στο βόθρο του αίματος του Αγαμέμνονα η ψυχή, στη θέα της οποίας ο ίδιος αναλύθηκε σε δάκρυα. Ο Αγαμέμνων, βαθιά συγκινημένος, διηγήθηκε με ποιο τρόπο ο Αίγισθος με τη βοήθεια της Κλυταιμήστρας τον σκότωσέ στο μέγαρό του «ώσπερ βούν επί φάτνη» και μακάρισε τον Οδυσσέα για τη δική του «πινυτή και περίφρονα Πηνελόπεια». Εξίσου συγκινητική ήταν η συνάντηση με την ψυχή του Αχιλλέα, την οποία ο Οδυσσέας προσπάθησε να παρηγορήσει εγκωμιάζοντας τη γενναιότητα και τα άλλα χαρίσματα του γιου του Νεοπτόλεμου. Η ψυχή του Αχιλλέα ήταν φειδωλή σε εκδηλώσεις, αλλά ο Οδυσσέας κατάλαβε πως στο τέλος ικανοποιημένη «φοίτα μακρά βιβάσα κατ᾿ ασφοδελόν λειμώνα». Είδε έπειτα την ψυχή του Αίαντα, η οποία ήταν πάντα θυμωμένη και στεκόταν μακριά από τον βόθρο του αίματος (γιατί ο στρατός είχε εγκρίνει να πάρει ο Οδυσσέας τα όπλα του Αχιλλέα και όχι ο Αίας που τα διεκδικούσε). Ο Οδυσσέας, μετανιωμένος που δέχτηκε τα όπλα εκείνα, καταδίκασε τον εαυτό του που συνέβαλε τότε να χάσει ο στρατός των Αχαιών ένα πολεμιστή σαν τον Αίαντα. Προσπάθησε να κατευνάσει την ψυχή του Αίαντα, αλλά εκείνη χωρίς να δώσει απάντηση, απομακρύνθηκε μαζί με άλλες ψυχές.
  5. Ο προβαλλόμενος από την Αινειάδα ρόλος του «χρυσού κλωναριού» (ramus aureus) με τη μεγάλη μαγική δύναμη που βοήθησε τον Αινεία και τη Σίβυλλα κατά την κάθοδό τους στον Άδη δεν αποτελεί ουσιαστική διαφορά, γιατί και η εποχή της Οδύσσειας ήταν εξοικειωμένη με τη μαγεία, και επιπλέον την ανάκληση των ψυχών από τον Οδυσσέα οργάνωσε η θεά Κίρκη που ήταν μάγισσα
  6. Ο Βιργίλιος χρησιμοποίησε τον ονομαστό ήρωα της Τροίας Αινεία ως αρχηγό της ομάδας των Τρώων πολεμιστών που είχαν επιζήσει της καταστροφής της Τροίας και κατόρθωσαν με μερικά πλοία να φτάσουν στην παραλία της κεντρικής Ιταλίας και από εκεί να προχωρήσουν ως τη θέση, όπου ίδρυσαν τη νέα τους πρωτεύουσα Ρώμη. Η Ιλιάδα ξέρει τον Αινεία ως επιφανή «Τρώων αγόν» (Ε 217), «ατάλαντον Άρηι» (Ν 500), ο οποίος μαζί με τον Έκτορα έμπαινε επικεφαλής των Τρώων σε νικηφόρες προελάσεις τους (Ρ 754 κπ.). Από τους πρώτους αναχαίτιζε τον επιτιθέμενον Αχιλλέα (Υ160). Ο ίδιος ο Αχιλλέας, όταν αντιλήφθηκε πως με
    θεϊκή επέμβαση ο Αινείας είχε αποφύγει μεγάλο κίνδυνο, ομολόγησε πως ήταν «φίλος αθανάτοισι θεοίσι» (Υ 347). Ο Αινείας ήταν γιος του ευγενούς Τρώα Αγχίση και της θεάς Αφροδίτης. Στην Αινειάδα η Αφροδίτη είναι η θεϊκή προστάτρια των Τρώων, ενώ η Ηρα (Juno) ήταν εχθρική προς τον Αινεία και τους Τρώες. Μετά την πτώση της Τροίας τα πλοία του Αινεία με τους επιζήσαντες Τρώες, αφού ανασυντάχθηκαν στη Θράκη, διέπλευσαν το Αιγαίο με σταθμούς στη Δήλο και στην Κρήτη, από όπου κατευθύνθηκαν στο Ιόνιο πέλαγος. Όταν φάνηκαν τα ηπειρωτικά Κεραύνια όρη, στράφηκαν προς τα δυτικά και παρέπλευσαν τη Σικελία. Σ᾿ ένα λιμάνι, κοντά στο ακρωτήριο Δρέπανο, στα δυτικά της Σικελίας, πέθανε και θάφτηκε σε ηρώο ο εξαντλημένος από τις περιπέτειες πατέρας του Αινεία Αγχίσης (3, 707 κπ.). Όταν απέπλευσαν από τη δυτική Σικελία, ισχυροί βόρειοι άνεμοι τους απώθησαν στις ακτές της Αφρικής, όπου επί αρκετούς μήνες τους φιλοξένησε η Διδώ, βασίλισσα της εκεί φοινικικής αποικίας Καρχηδόνας. Απέπλευσαν από την Καρχηδόνα μετά ένα έτος και κατευθύνθηκαν προς βορράν. Προσήγγισαν πάλι στη δυτική ακτή της Σικελίας και τίμησαν την επέτειο του θανάτου του Αγχίση στο ηρώο του. Συνέχισαν έπειτα το ταξίδι προς βορράν, με κατεύθυνση τη δυτική ακτή του Λατίου και αποβιβάστηκαν στον τόπο, όπου αργότερα βρισκόταν η ελληνική ευβοϊκή αποικία Κύμη, σε μικρή απόσταση βορειότερα της σημερινής Νεάπολης
  7. Ευδιάκριτο είναι το φθινόπωρο και το χειμώνα, οπότε πέφτουν τα φύλλα πολλών δένδρων, ενώ τα φύλλα του μαγικού φυτού παραμένουν κιτρινοπράσινα(γιατί είναι φυτό παρασιτικό). Το επιστημονικό όνομά του είναι viscum album. Σήμερα με ποικίλα ονόματα που κατά τόπους έχει είναι γνωστό στη λαογραφία ολόκληρο ή οι μικροί του καρποί)· αναρτώμενο στο ανώφλι του σταύλου, αποτρέπει μαγικές επήρειες κατά των αγελάδων ή αλόγων. Μπορεί να προσδεθεί στις κούνιες των νηπίων για προστασία από παντοειδείς κινδύνους.

Αφήστε μια απάντηση