Η ΧΘΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ- Η ΠΟΛΙΑΣ-Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ-Η ΠΡΟΜΑΧΟΣ- ΤΑ ΠΑΝΔΗΜΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΛΑΒΕΙΑ-Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΛΚΗ ΑΘΗΝΑ

Η ΧΘΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ- Η ΠΟΛΙΑΣ-Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ-Η ΠΡΟΜΑΧΟΣ- ΤΑ ΠΑΝΔΗΜΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΛΑΒΕΙΑ-Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΛΚΗ ΑΘΗΝΑ

H μετά τα μηδικά ανοικοδόμηση της Ακρόπολης ανοίγει νέα εποχή για τη θρησκευτική ζωή της Αθήνας. Από την αρχή της περιόδου ξεχωρίζουν με σαφήνεια οι δυο υποστάσεις της Αθήνάς·  η παλιά χθόνια, σύνναος του γηγενούς Ποσειδώνα-Ἐρεχθέα και της Πανδρόσου, και η ουράνια. Στην πρώτη οι Αθηναίοι αναγνωρίζουν την αληθινή θεά των πατέρων τους, την κατεξοχήν Αθηνά Πολιάδα (για τις άλλες μορφές της θεάς απρόθυμα χρησιμοποιούν το επίθετο «Πολιάς»). Η άλλη, για την οποία προσφορότερες είναι οι προσωνυμίες «Παρθένος» ή «Πρόμαχος», έχει ουσιώδεις διαφορές και είναι η περισσότερο ευνοούμενη από τη νέα εποχή· είναι η θεά μεγαλειώδης, πολεμικού τύπου και χωρίς διασυνδέσεις με τις παντού παραμεριζόμενες  χθόνιες θεότητες. Οι προοδευτικοί Αθηναίοι έκριναν πως αυτή είναι η καταλληλότερη να υψωθεί σε επίσημη θεά του νέου αθηναϊκού κράτους και προστάτρια της τότε δημιουργούμενης αθηναϊκής ηγεμονίας.

H ανάγκη μιας νέας, επιβλητικής θεάς, που θα παραμέριζε τη χθόνια των αρχαϊκών χρόνων, είχε γίνει αισθητή από το -507 έτος, όταν είχε οριστικά αποκατασταθεί η δημοκρατία. Και παλαιότερα η επίσημη λατρεία, η ασκούμενη κάτω από το βλέμμα των τυράννων, είχε εκφράσει μια όμοια τάση χτίζοντας τον πρώτο επιβλητικό ναό της Αθηνάς στη μέση του λόφου. Η τάση εκφράστηκε εντονότερα στον ίδιο ναό, ανοικοδομημένο ή ανακαινισμένο από τους Πεισιστρατίδες, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει και μια συναρπαστική, υπερφυσικού μεγέθους, μαρμάρινη εικόνα της Αθηνάς ως την κυριότερη μορφή σε εναέτια σύνθεση γιγαντομαχίας. Η επιβλητική αυτή μορφή μαχόμενης Αθηνάς επηρέασε τη μελλοντική απεικόνισή της ως πολεμικής.

Μετά τη νίκη του -490 κατά των Περσών γί αυτή τη νέα θεά είχε αρχίσει να χτίζεται ο Παρθενώνας, στη θέση ενός παλιότερου ναού που ίσως έφερε το ίδιο όνομα, δεν είχε όμως την επιθυμητή μεγαλοπρέπεια. Στο  -480 έτος, οι Πέρσες βρήκαν το ναό εκείνον ημιτελή και τον πυρπόλησαν. Έτσι ο Παρθενώνας χρειάστηκε να περιμένει το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή, τριάντα τουλάχιστο έτη αργότερα, για ν᾿ αρχίσει να χτίζεται στη σωζόμενη μορφή του. Με το ίδιο πρόγραμμα είχε προβλεφτεί και δεύτερος επιβλητικός ναός για την Αθηνά, προορισμένος όμως να αφιερωθεί στην παραδοσιακή λατρεία της, μαζί με την Πάνδροσο και με τον γηγενή Ερεχθέα, τον ήδη ταυτισμένο με τον Ποσειδώνα. Για τον δεύτερον αυτόν ναό είχε φυλαχθεί ο βόρειος χώρος της Ακρόπολης που είναι ο ιερότερος (με όλες τις ταπεινές, αλλά προσφιλείς στο λαό χθόνιες και μυστικές λατρείες). Κατά τα μέσα του -5ου αιώνος ο Ηρόδοτος είχε βρει στη θέση αυτή «νηόν Ερεχθέος του γηγενέος», οι Αθηναίοι όμως των κλασικών χρόνων δεν χρησιμοποιούσαν για το ναό το όνομα «Ερέχθειον» ή «ναός Ερεχθέως». Στο τέλος του -5ου αιώνος είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν επίσημα την ονομασία: «ναός Πολιάδος Αθηνάς, εν ω το αρχαίον άγαλμα».  Όταν οι δυο ναοί υψώθηκαν στην Ακρόπολη, φάνηκε η διαφορά των δυο λατρειών· στο Ερέχθειο αναζωογονήθηκε μια παλιά, σεμνή και εγκάρδια λατρεία που δεν είναι ούτε πάνδημη ούτε φανταχτερή. Με τον Παρθενώνα (που είχε προβληθεί ως το καύχημα της αρχιτεκτονικής) συνδέθηκε η πάνδημη εορτή των μεγάλων Παναθηναίων και η επιδειχτική θυσία στον ανακαινισμένο βωμό του παλαιού ναού της Αθηνάς. Ο «παμποίκιλος πέπλος» που βρίσκεται στο κέντρο της πομπής προορίζεται για την παραδοσιακή λατρευτική εικόνα της Πολιάδας (για το σεβάσμιο διιπετές ξόανο), δεν παραδίνεται όμως στην ταπεινή ιέρειά της, την επιφορτισμένη με τη λατρεία της, αλλά στον προϊστάμενο των «ιεροποιών, των διοικούντων τα Παναθήναια» που είναι ο άρχων βασιλεύς του έτους, ένας από τους εννέα άρχοντες που είναι και ερασιτέχνης ιερέας. Η γνήσια ιεροσύνη είναι εμπιστευομένη στήν ιέρεια της Πολιάδας που το έργο της είναι υψηλό λειτούργημα ισόβιο.

Οι ιέρειες της Πολιάδος ζούν αθόρυβα και πολλές φορές είναι άγνωστες, ακόμα και στην εποχή τους, εκτός από μερικές που συνέπεσε να τιμηθούν από την πόλη. Γνωστότερη από τα κλασικά χρόνια είναι η Λυσιμάχη που έχει ασκήσει την ιεροσύνη επί εξήντα τέσσερα έτη. Στον -4ον αιώνα, ο ανδριαντοποιός Δημήτριος την είχε απεικονίσει ως πολύ γριά (Πλίν, 34, 76).  Εικόνα μιας άλλης γριάς που είχε διακριθεί στην υπηρεσία της Λυσιμάχης είχε δει ο Παυσανίας πεντακόσια χρόνια αργότερα, στημένη στην Ακρόπολη, κοντά στο ναό της Πολιάδος (1, 27, 4).

 Η εορτή των Παναθηναίων, αφότου έγινε πεντετηρική, με πάνδημη πομπή και με αγώνες (από τα -566) είχε αρχίσει να μην εκφράζει την ευλάβεια των Αθηναίων, αλλά την εθνική τους υπερηφάνεια. H επιδειχτική συμμετοχή των αρχόντων και του λαού στη μεγάλη πομπή και στη θυσία περνούσε για είδος λατρείας προς την τιμώμενη θεά. Πολλοί όμως δεν έβλεπαν γνήσια θρησκευτική συγκίνηση στους πολίτες (άντρες και γυναίκες) που διεκδικούσαν την τιμή να συμμετάσχουν επίσημα στην πομπή, οι άντρες ως νεαροί ιππείς ή ως υπερήλικες θαλλοφόροι και οι γυναίκες ως νεαρές κανηφόροι (με καλάθια που περιείχαν τα σκεύη της θυσίας) ή ως σκαφηφόροι (με χάλκινες ή ασημένιες «σκάφες», γεμάτες «κηρία και πόπανα», δηλαδή κομμάτια κερηθρών με το μέλι τους και γλυκίσματα προοριζόμενα για όσους θα είναι παρόντες στη μεγάλη θυσία) ή ακόμα ως νεαρές υδριαφόροι (με υδρίες νερού για τις ιεροπραξίες).

H συρροή χιλιάδων κόσμου στα Παναθήναια από την Ελλάδα και από τις αποικίες είναι ισχυρό κίνητρο για προσωπική προβολή και επίδειξη, πράγμα που παραμερίζει την γνήσια θρησκευτική συγκίνηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις γινόταν φανερό πως η πατροπαράδοτη λατρεία της Πολιάδας Αθηνάς έχει βαθύτερες ρίζες και μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη θρησκευτικότητα των λίγων σχετικά πολιτών που έχουν παραμείνει πιστοί σ᾿ αυτήν ή που εξακολουθούν ενεργά να συμμετέχουν στις μυστικές τελετές του Ερεχθείου και του Πανδροσείου.

Στους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας οι τελετές αυτές, ιδίως των Αρρηφορίων, έχουν τόσο πολύ επισκιασθεί από την υπόλοιπη επιδειχτική λατρεία της Αθηνάς, ώστε επί των ημερών του Παυσανία έχουν καταντήσει σχεδόν άγνωστες στην πλειονότητα και των ίδιων των Αθηναίων (1, 27, 3).

 Την διαφορά της Πολιάδος Αθηνάς (του Ερεχθείου) από την Αθηνά του Παρθενώνα, καθώς και από τη λεγόμενη Πρόμαχο την κάνουν αισθητότερη τα λατρευτικά τους αγάλματα.  Η χρυσελεφαντίνη φειδιακή του Παρθενώνος έχει ύψος (μαζί με το βάθρο) 12 μέτρα. Καθένας καταλάβαινε πως στην πραγματικότητα δεν είναι γνήσιο λατρευτικό άγαλμα, αλλά χειραφετημένο έργο τέχνης απευθυνόμενο στην καλαισθησία. Την ευλάβεια δεν την προκαλεί ούτε το μέγεθος ούτε ο πλούτος. Στη φειδιακή Αθηνά είχε χρησιμοποιηθεί, εκτός του ελεφαντοστού που κάλυπτε το πρόσωπο, το λαιμό και τους βραχίονες της θεάς, και χρυσάφι βάρους 40 ταλάντων, δηλ. πάνω από ένα τόννο. Η ίδια υπόσταση της επίσημης Αθηνάς είχε κάνει και παλιότερα (πριν από τα -438 , οπότε στήθηκε η χρυσελεφαντίνη Αθηνά στον Παρθενώνα) μια πανηγυρική εμφάνιση· ήταν άλλο υπερφυσικού μεγέθους χάλκινο πλαστικό έργο, ή λεγόμενη Πρόμαχος Αθηνά, η οποία είχε στηθεί στο ύπαιθρο λίγο πριν από τα μέσα του -5ου αιώνος, αποτελούσε όμως τάμα στη θεά από τον καιρό της νίκης του Μαραθώνα που οι αντιξοότητες δεν είχαν επιτρέψει να στηθεί νωρίτερα. Δεν είχε την στάση «προμάχου» (όπως η Αθηνά που παριστάνεται στους παναθηναϊκούς αμφορείς προβάλλοντας το δόρυ). Γι’ αυτό οι Αθηναίοι προτιμούσαν να την ονομάζουν «η μεγάλη χαλκή Αθηνά». Με την καθυστέρηση μπόρεσε να εκφράσει και την υπερηφάνεια για τη συντριβή του Ξέρξη στη Σαλαμίνα, στην οποία πάλι οι Αθηναίοι συνέβαλαν περισσότερο από τους άλλους Έλληνες. Το άγαλμα έχει ύψος 9 περίπου μέτρων (μαζί με το βάθρο), αναδεικνυόταν όμως από τη θέση του, επειδή ήταν το πρώτο που αντικρίζει  κανείς μόλις περνά τα Προπύλαια και φαίνεται να δεσπόζει σ᾿ όλο τον ιερό βράχο. Η εντύπωση είναι κι αυτή τη φορά μόνο αισθητική, καθώς μάλιστα το άγαλμα δεν προορίζεται για λατρευτικό σε ναό ούτε συνοδεύεται με βωμό.

Αντίθετα, το λατρευτικό άγαλμα της Πολιάδος απευθύνεται α π ο κ λ ε ι σ τ ι κ ά στην ευλάβεια·  έχει γίνει από ξύλο ελιάς και είναι μικρό και ελαφρό. Ως θαυματουργό μερικοί το θεωρούν «αχειροποίητο» (ουρανοπετές ή διιπετές). Είναι στημένο στον παλαιό ναό της Αθηνάς, τον ανακαινισμένο λίγο πριν από το -520,  από τους Πεισιστράτιδες και παριστάνει την θεά καθιστή (τουλάχιστο το παλαιότερο, το μέχρι της περσικής εισβολής)· για όλες τις παλαιές «πότνιες» θεές οι πλάστες προτιμούν παλαιότερα την καθιστή στάση. Ο Ομηρος δεν ξέρει άγαλμα της Αθηνάς άλλου τύπου εκτός εκείνου που την παρίστανε να κάθεται σε θρόνο σαν σεβάσμια δέσποινα του Κάτω Κόσμου, όπως το στημένο στην ακρόπολη της Τροίας, στα γόνατα του οποίου η ιέρεια είχε αποθέσει τον πέπλο της Εκάβης (Ζ 303). Αυτό δεν εμπόδιζε τον Όμηρο να περιγράφει τη θεά ως αεικίνητη στα πεδία των μαχών, όπως την ήθελε το ευγενές ιδανικό. Η αναφερόμενη από τον Παυσανία (1, 26, 4) λίθινη καθιστή θεά, έργο του Ενδοίου που την είχε αφιερώσει ένας Καλλίας λίγο μετά τα μέσα του -6ου αιώνος στον παλιό ναό της Αθηνάς πρέπει να είχε μιμηθεί τη μορφή του διιπετούς ξοάνου που ήταν στημένο ως λατρευτικό άγαλμα στον ίδιο ναό. Την ίδια μορφή της καθιστής Αθηνάς μιμούνταν και τα πολλά πήλινα ειδώλια των αρχαϊκών χρόνων που βρέθηκαν στην Αθήνα.

Τα παλιότερα καθιστά ξόανα της Αθηνάς έμοιαζαν με τα καθιστά της Ήρας, της οποίας φημισμένο είναι ένα της Τίρυνθας που έχει γίνει από ξύλο αγριαχλαδιάς (Παυσ. 2, 17, 5). Από τα δυο λίθινα αγάλματα της ᾿Ηρας που υπάρχουν στο ναό της των Πλαταιών αρχαιότερο είναι ένα του Καλλιμάχου (του -5ου αιώνος) που την παριστάνει καθιστή, ενώ το νεότερο που είναι του Πραξιτέλους (του -4ου αιώνος), την παριστάνει όρθια (Παυσ. 9, 2, 7). Το υπερφυσικού μεγέθους χρυσελεφάντινο του Ηραίου του Άργους παρίστανε τη θεά καθιστή, με ρόδι στο ένα χέρι και σκήπτρο στο άλλο και ήταν έργο του Πολύκλειτου (Παυσ. 2, 17, 4).

Στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχει άγαλμα που συγκλονίζει περισσότερο το νου και την καρδιά των Αθηναίων από το άτεχνο ξόανο, το στημένο αρχικά στον παλιό ναό της Αθηνάς και αργότερα στο ΕρέχΘειο. Η χρυσελεφαντίνη θεά του Παρθενώνος τους έκανε απλώς περήφανους για τον πλούτο και την τεχνική πρόοδό τους, χωρίς να χτυπάει τις χορδές της ευλάβειας, ενώ το φτωχό ξόανο του Ερεχθείου ανήκε στα εικαστικά έργα που, κατά τον Παυσανία, είναι «ατοπώτερα ες την όψιν, αλλά ένθεα» (2, 4, 5). Οι Αθηναίοι πιστεύουν πως το άγαλμα αυτό κρατά ημέρα και νύχτα την πόλη υπό την προστασία του. Στη εορτή των Πλυντηρίων κάθε δραστηριότητα των Αθηναίων παραλύει, γιατί τότε το άγαλμα κατεβάζεται από το βάθρο και τυλίγεται σε λινό ύφασμα για να μεταφερθεί στο Φάληρο, όπου οι νεαρές «πλυντρίδες» θα το πλύνουν στη θάλασσα για να απαλλαγεί από το ρύπο της χρονιάς, αλλά και από τον ηθικό ρύπο, τον οποίο επί ένα έτος έχει απορροφήσει το άγαλμα από την πόλη. Όλοι θεωρούν αποφράδα την ημέρα της απουσίας του αγάλματος από το ναό και δεν καταπιάνονται με αξιόλογα έργα, «ούδείς Αθηναίων», λέει ο Ξενοφών, «κατακεκαλυμμένου όντος του έδους της Αθηνάς, τολμήσαι αν άψασθαι σπουδαίου τινός έργου» (Ελλ. 1, 4, 12).

Εκδήλωση ευλάβειας προς το άγαλμα αποτελεί ο χρυσός «άσβεστος λύχνος» που έκαιγε μπροστά του, ημέρα και νύχτα. Ο λύχνος που είναι έργο του πλάστη Καλλιμάχου εφοδιάζεται μια φορά το χρόνο με την αναγκαία ποσότητα λαδιού και συνδέεται ψηλότερα με τον κορμό χάλκινου φοίνικα, ο οποίος μεταφέρει την καπνιά της θρυαλλίδας πάνω από τη σκεπή του ναού, για να μην ρυπαίνεται ή εσωτερική επιφάνεια των τοίχων και η οροφή.

Ολόκληρη η Ακρόπολη τέμενος της Αθηνάς

Με τη συμπλήρωση ή το σταμάτημα των εργασιών στο Ερέχθειο γύρω στο -406, η Ακρόπολη πήρε τη μορφή που προ πολλού είχε σχεδιάσει η πολιτεία, χωρίς να βρεθεί σε φανερή ρήξη με το ιερατείο. Η Αθηνά, η «Αθηνών μεδέουσα», τιμήθηκε με δυο ναούς, ένα υπό την ουράνια υπόστασή της, έργο της γενιάς του Περικλή, και ένα υπό την πατροπαράδοτη χθόνια. Ο πελοποννησιακός πόλεμος τελικά δεν εμπόδισε την πόλη να προσφέρει στη θεά και τον δεύτερο ναό, έστω και στις παραμονές της οριστικής ήττας της και της ταπείνωσής της από τον Λύσανδρο. Κάτω από την Ακρόπολη, μέσα στο πολυάσχολο και θορυβώδες άστυ, η Αθηνά δεν έχει δικά της αξιόλογα ιερά ούτε ναούς και βωμούς. Πριν από τον Παρθενώνα (στα -449/-444), η πόλη έχει χτίσει ένα περίπτερο εξάστυλο ναό πάνω στο λόφο της αγοράς για τον Ήφαιστο και την Αθηνά, όχι από πηγαία ευλάβεια ούτε για να χρησιμεύσει για θερμή λατρεία, αλλά κατ᾿ απαίτηση των χαλκουργών και των κεραμέων που είχαν εκεί τα εργαστήριά τους και ήθελαν ευπαρουσίαστο ναό για τους πάτρωνες θεούς τους. Μέσα στο ναό έστησαν αργότερα δυο χάλκινα αγάλματα, ένα του Ηφαίστου για τους χαλκουργούς και ένα της Αθηνάς για τους κεραμείς και αγγειογράφους. Άλλο ιερό της Αθηνάς που επίσης ποτέ δεν έγινε κέντρο θερμής λατρείας είναι το λεγόμενο «Επί Παλλαδίω». Βρίσκεται σε μια τετράπλευρη περίστυλη αυλή, μέσα στο τείχος της πόλης, εκεί που τελειώνει ο δρόμος Φαλήρου-Αθηνών (όχι μακριά από την αρχή της σημερινής λεωφόρου Συγγρού). Οι μύθοι περί αρπαγής του τρωικού Παλλαδίου και περί των Αργείων που τους είχε αντιμετωπίσει στο δρόμο Φαλήρου-Αθηνών ο γιος του Θησέα Δημοφών είναι φανερά νεότεροι. Ο χώρος του αθηναϊκού Παλλαδίου (η περίστυλη αυλή που περιείχε ιερά του Διός και της Αθηνάς) είναι περισσότερο γνωστός ως τόπος όπου αρέσκονταν να συχνάζουν οι φιλόσοφοι (Πλουτ. Περί φυγής 14). Είναι επίσης ο τόπος, όπου συνεδριάζει το δικαστήριο που δικάζει τους ακούσιους φόνους (οι ίδιοι όψιμοι μύθοι έλεγαν πως πρώτον είχε δικάσει τον Δημοφώντα, ο οποίος, χωρίς να το θέλει, είχε ποδοπατήσει με το άλογό του και είχε σκοτώσει άνθρωπο).

Στο τέλος του 5ου αιώνα η Ακρόπολη έχει ήδη διαμορφωθεί σε αληθινό τέμενος της Αθηνάς· ανεβαίνοντας κανείς σ᾿ αυτή συναντά πάνω σε πύργο, πριν φτάσει στα Προπύλαια, το πρώτο ιερό της με την προσωνυμία της Νίκης. Σ᾿ αυτή τη θέση η θεά έχει τιμηθεί στα αρχαϊκά χρόνια υπό τη χθόνια μορφή της, όπως έδειξε η ανασκαφή κάτω από το δάπεδο του σωζόμενου ναΐσκου της· στη μέση του πύργου αποκαλύφθηκε χτιστή με πωρολίθους εσχάρα και μέσα σ᾿ αυτή στάχτες μαζί με ειδώλια αρχαϊκών χρόνων, μαυρισμένα από τη φωτιά. Γύρω στην εσχάρα αρχικά έχει χτιστεί μικρός λατρευτικός «οίκος» ή σηκός, στον οποίο εξακολουθεί η χθόνια λατρεία, ακόμα και όταν χτίστηκε ο πρώτος βωμίσκος στα ανατολικά (κατά τη μεταβατική εποχή προς την ουράνια λατρεία). Σε μια τρίτη φάση της λατρείας ανήκει ο σωζόμενος ναΐσκος με τον επιβλητικό βωμό στα ανατολικά, ο οποίος έθεσε οριστικό τέρμα στη χθόνια λατρεία. Ο ναΐσκος είναι έτοιμος στο -427, (για τη χθόνια λατρεία).

Αμέσως μέσα από τα Προπύλαια (μπροστά στη νοτιοανατολική γωνία τους) και κοντά σε προϋπάρχοντα βωμό οι Αθηναίοι έστησαν άγαλμα της Αθηνάς Υγιείας, η οποία είχε φανεί χρήσιμη στην πόλη όχι μόνο κατά το μεγάλο λοιμό, αλλά και σ᾿ άλλες περιστάσεις (βλ. Πλουτ. Περικλ. 13). Απέναντι, στ᾿ ανατολικά, υψώνεται το τεράστιο χάλκινο άγαλμα της θεάς αισθητοποιώντας την αλήθεια πως αυτή είναι η αδιαφιλονίκητη εξουσιάστρια του λόφου. Οι Αθηναίοι το έχουν στήσει πριν χτίσουν τον Παρθενώνα, για να τιμήσουν τους πατέρες τους που είχαν θριαμβεύσει κατά των Περσών.

Πίσω από τη χάλκινη Αθηνά υψώνονται οι δυο λαμπρότεροι ναοί της, ο μεγαλειώδης με τη χρυσελεφάντινη εικόνα της που παραδόθηκε στους αιώνες ως «Παρθενών» και ο περίτεχνος μαρμάρινος που παραδίδεται ως «Ερέχθειο», είναι όμως ο ναός που διαδέχτηκε τον λεγόμενο «παλαιό» της θεάς και κληρονόμησε από εκείνον το ταπεινό, αλλά σεβάσμιο ή «ένθεο» ξόανό της. Από τις δυο μορφές της θεάς μόνο τη δεύτερη τίμησαν οι Αθηναίοι με πηγαία και ευκάρδια λατρεία. Είναι η θεά που με υπερηφάνεια την αποκαλούν «πολιάδα» (προστάτιδα της πόλης τους).

Η Αθηνά του Παρθενώνος είναι μια ζηλευτή προέκταση του πατριωτικού τους μεγαλείου. Στην πραγματικότητα οι Αθηναίοι δεν τη λάτρευαν, άξιζε όμως να την τιμούν, γιατί μόνο σ᾿ αυτή τη θεότητα εύρισκε έκφραση η εθνική τους υπερηφάνεια.

Ν.Ι.Π.

Αφήστε μια απάντηση