ΕΙΛΕΙΘΥΙΑΙ ΘΕΟΤΗΤΕΣ – ΑΥΣΤΗΡΕΣ ΧΘΟΝΙΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΚΕΤΟΥ – ΟΙ ΒΟΙΩΤΙΚΕΣ ΦΑΡΜΑΚΙΔΕΣ – ΟΙ ΕΡΥΝΙΕΣ Η ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ – ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΙΔΕΣ – ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ – ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΚΕΤΟΥ – Η ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ – Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΟΧΙΑ – Η ΕΚΑΤΗ – ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ – Η ΗΡΑ – Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ – Ο ΖΕΥΣ ΛΕΧΕΑΤΗΣ – Η ΑΘΗΝΑ ΑΛΙΦΕΙΡΑ – Η ΑΥΓΗ – Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ – Η ΚΑΛΛΙΣΤΩ – Η ΙΦΙΝΟΗ –Η ΕΥΚΛΕΙΑ – Η ΑΘΗΝΑ ΜΗΤΗΡ

ΕΙΛΕΙΘΥΙΑΙ ΘΕΟΤΗΤΕΣ – ΑΥΣΤΗΡΕΣ ΧΘΟΝΙΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΚΕΤΟΥ – ΟΙ ΒΟΙΩΤΙΚΕΣ ΦΑΡΜΑΚΙΔΕΣ – ΟΙ ΕΡΥΝΙΕΣ Η ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ – ΟΙ ΕΠΙΤΕΛΙΔΕΣ – ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ – ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΚΕΤΟΥ – Η ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ – Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΟΧΙΑ – Η ΕΚΑΤΗ – ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ – Η ΗΡΑ – Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ – Ο ΖΕΥΣ ΛΕΧΕΑΤΗΣ – Η ΑΘΗΝΑ ΑΛΙΦΕΙΡΑ – Η ΑΥΓΗ – Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ – Η ΚΑΛΛΙΣΤΩ – Η ΙΦΙΝΟΗ –Η ΕΥΚΛΕΙΑ – Η ΑΘΗΝΑ ΜΗΤΗΡ

Αυστηρές θεότητες χθόνιες του τοκετού

Η μεγάλη θνησιμότητα των επίτοκων γυναικών (μεγαλύτερη στην αρχαιότητα παρά σήμερα) και οι κίνδυνοι που απειλούσαν τη ζωή των βρεφών είχαν δημιουργήσει στην Ελλάδα την πίστη πως η γέννηση κάθε ανθρώπου, καθώς και η πρώιμη παιδική ηλικία του, ελέγχονταν από δαιμονικές υπάρξεις σκοτεινές και κακόβουλες, των οποίων την ευμένεια έπρεπε έγκαιρα να εξασφαλίσουν οι επίτοκες γυναίκες, αλλά και οι αρτίτοκες χάριν των βρεφών. Είναι αυστηρές χθόνιες θεότητες, ομάδες του τύπου των Ερινύων ή εξίσου αυστηρές προσωπικές θεές σαν την Ειλείθυια, που και όταν έφεραν το όνομα ολυμπιακής θεάς, όπως η Άρτεμη, ασκούσαν το έργο τους με ασυνήθη σκληρότητα. Η οδυνηρή δοκιμασία των επιτόκων, που συχνά κατέληγε στο θάνατο μητέρας και βρέφους, είναι ο μόνος λόγος που έκανε τις θεότητες αυτές υπάρξεις άτεγκτες ή βλοσυρώπιδες Άδου δράκαινες.

Η προσπάθεια του εξευμενισμού αρχίζει πολύ πριν από τον τοκετό. Τα ιερά τους βρίσκονται μακριά από τα σπίτια των συνοικισμών (όπως κατά κανόνα όλων των δαιμονικών υπάρξεων που γεμίζουν με φόβο τις καρδιές των ανθρώπων), κοντά στις πύλες των πόλεων ή σε εξοχές ή και σε βουνά, όπου με υπομονή ανηφόριζαν οι επίδοξες μητέρες για να προσφέρουν τα «νηφάλια μειλίγματα», συνήθως ψωμάκια ζυμωμένα με μέλι ή κομμάτια από ατόφιες κηρήθρες με το μέλι τους, που μπορούσαν να «γλυκάνουν» τις πικρόχολες υπάρξεις. Έκαναν και χοές με μέλι και γάλα, που ανήκαν επίσης στις νηφάλιες προσφορές, γιατί ήταν άοινες (χωρίς κρασί). Πολλές από τις γυναίκες, όταν απευθύνονταν στις μεγάλες προσωπικές θεότητες, έταζαν και τα παιδιά τους (αν γεννιόνταν γερά) να θητεύουν πριν από την ήβη σε ναούς ή ιερά των θεών αυτών. Από τη μακρόχρονη επιβίωση των σχετικών λατρειών φαίνεται πως η πλειονότητα των απλοϊκών επίτοκων γυναικών, όχι μόνο της υπαίθρου, αλλά και των μεγάλων κέντρων, προτιμούσαν τη συμπαράσταση των αφανέστερων δαιμονικών υπάρξεων που δρούν ως ομάδες (χωρίς ατομικά ονόματα), όπως οι Φαρμακίδες, οι Ερινύες, οι Μοίρες και οι Νύμφες. Η προτίμηση είχε ως αποτέλεσμα να γίνεται συχνά αντιληπτή και η μεγάλη θεά Ειλείθυια ως πολλές Ειλείθυιες (ήδη στην Ιλιάδα Λ 270 Ειλείθυιαι μογοστόκοι) ή και η Άρτεμη ως Αρτέμιδες (σε αναθηματική επιγραφή από τη Λειβαδιά Αρτέμιδες πραείαι, IG VII, 3101). Οι δαιμονικές αυτές υπάρξεις, κυκλώνοντας την ωδίνουσαν γυναίκα, τη χτυπούσαν καθεμιά με το «δριμύ της βέλος» (Ιλ. Λ 269 κ.π.).

Οι βοιωτικές Φαρμακίδες

Οι Φαρμακίδες είναι στη Θήβα ως το τέλος της αρχαιότητας από τις αντιπροσωπευτικότερες θεότητες του τοκετού, τυπικό παράδειγμα «ομάδας» αυστηρών και δυσεξιλέωτων δαιμόνων του είδους. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είχαν σταλεί από την Ήρα στο σπίτι του Αμφιτρύωνα για να δυσκολέψουν τη γέννηση του Ηρακλή (Παυσ. 9, 11, 3). Καθισμένες στο κατώφλι του θαλάμου της Αλκμήνης, με τους βραχίονες συμπλεγμένους στο στήθος (όπως στα προϊστορικά μαρμάρινα κυκλαδικά ειδώλια) κατείχον εν ταις ωδίσι την Αλκμήνην (Αντ. Λιβεράλις, Μεταμορφ. συναγωγή, αριθ. 29, όπου οι Φαρμακίδες αποκαλούνται με τα κοινότερα ονόματα Ειλείθυια και Μοίρες). Ο τοκετός κατορθώθηκε με τέχνασμα της φίλης της Αλκμήνης Γαλινθιάδας, που ήταν τόσο ξαφνικό, ώστε οι κακόβουλες θεότητες, έκπληκτες, χαλάρωσαν τα χέρια τους (ανήκαν ευθύς τας χείρας, λέει ο Αντωνίνος Αιβεράλις). Η χαλάρωση των χεριών ενήργησε όπως το λύσιμο του μαγικού «κόμπου» ή του μαγικού δεσίματος (του καταδέσμου), που κατά τις λαϊκές δοξασίες όσο δε λύνεται στέκεται εμπόδιο για την ευόδωση οποιασδήποτε επιθυμίας· με το λύσιμο των χεριών των Φαρμακίδων ευθύς και η γέννηση του Ηρακλή πραγματοποιήθηκε και οι ωδίνες της Αλκμήνης σταμάτησαν. Τον καιρό του Παυσανία υπήρχε στη Θήβα μικρός περίβολος των Φαρμακίδων και μέσα σ’ αυτόν παλαιότατες και αμυδρά διακρινόμενες ανάγλυφες εικόνες τους, αμέσως έξω από το νότιο βραχίονα του οχυρωτικού περιβόλου της Καδμείας. Αυτού κατέθεταν τις μειλίχιες προσφορές τους οι επίτοκες Θηβαίες, τιμούσαν όμως με πρόθυση κατά τη γιορτή των Ηρακλείων και τη Γαλινθιάδα σε γειτονικό ιερό, ιδρυμένο κατά την παράδοση από τον Ηρακλή, προσωπικά ευγνώμονα προς την ηρωίδα (Αντ. Λιβ., ό.π.).

Στην αρχαιότητα το όνομα φαρμακίδες χρησιμοποιείται για τις γυναίκες που ήξεραν να χρησιμοποιούν μαγικά φίλτρα με κρυφό ή ανομολόγητο σκοπό και που όλοι τις φοβούνταν. Αποδιδόμενο σε δαιμονικές υπάρξεις του κάτω κόσμου εκφράζει με ενάργεια τον κακόβουλο χαραχτήρα τους. Σε καταδέσμους μπορούσαν να τις επικαλούνται για να εξοντώσουν έγκυες γυναίκες ή τα νεογέννητα παιδιά τους. Παρόμοιες χθόνιες υπάρξεις («την Εκάτη που την τρέμουν και τα σκυλιά» και τις βλοσυρές Μοίρες) επικαλείται μέσα στη νύχτα και η εφάμιλλη της Κίρκης και της Μήδειας «φαρμακεύτρια» του ομώνυμου ποιήματος του Θεόκριτου, για να τελεσφορήσουν τα ερωτικά φίλτρα που είχε ετοιμάσει. Από τη θνητή φαρμακεύτρια του Θεόκριτου διέφεραν οι Φαρμακίδες της θηβαϊκής παράδοσης, γιατί ήταν θεές, στην υπηρεσία της Ήρας κάποτε, συνηθέστερα όμως αυτοδύναμες, με απεριόριστες ικανότητες και χωρίς φιλική διάθεση, αν προηγουμένως δεν είχαν εξευμενισθεί.

Ερινύες ή Ευμενίδες

Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας οι βοιωτικές Φαρμακίδες φέρουν το πολύ γνωστότερο όνομα Ερινύες, που ως δυσοίωνο είχε αντικατασταθεί στα προχωρημένα ιστορικά χρόνια σχεδόν παντού με το κοινό ευφημιστικό Ευμενίδες. Η διαδικασία της μετατροπής τους με τη λατρεία σε Ευμενίδες παρέχεται αυθεντικά στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου. Οι Ερινύες ανήκαν στις «παλιές», άγριες ή άτεγκτες θεότητες του κάτω κόσμου, που τον καιρό του Αισχύλου επιζούσαν στη σκιά της ολυμπιακής θρησκείας. Ο Αισχύλος παραμερίζει την αλήθεια πως τα αυστηρά γνωρίσματα των Ερινύων τα είχε αρχικά το σύνολο των ελληνικών θεών (ο Ζευς ως λαφύστιος ή σκοτίτας, γνωστός και στην Ιλιάδα ως Ζευς καταχθόνιος, I, 457, η Αθηνά ως ιτωνία συλλατρευόμενη με τον Άδη ή με τον καταχθόνιο Δία, ο Ερμής ως ψυχοπομπός, ο Ποσειδών ως αχερούσιος ή γαιοσείστης, η Δήμητρα ως μέλαινα ή ως Δήμητρα ερινύς, η Περσεφόνη ως πάρεδρος του υποχθόνιου βασιλιά) και τονίζει με κάποια υπερβολή την αντίθεση των άγριων Ερινύων προς τους ήδη ήμερους και καλόβουλους θεούς του Ολύμπου. Οι θεοί αυτοί της «επίσημης» θρησκείας ενοχλούνται, γιατί οι Ερινύες χρησιμοποιούν τη μεγάλη δύναμή τους (μέγα δύναται πότνια Ερινύς παρουσιάζεται να λέει η Αθηνά, στίχ. 950 κ.π.), για να χτυπήσουν το άδικο τυφλά και χωρίς την παραμικρή διάθεση κατανόησης. Απεχθάνονται τις Ερινύες, γιατί διατήρησαν την πρωτόγονη ωμότητα: ο Απόλλωνος τις χαραχτηρίζει στύγη θεών (στίχ. 644 κ.π.) ή μισήματα ανδρών καί θεών ολυμπίων (στίχ. 73). Και όμως οι άγριες αυτές θεότητες εξακολούθησαν ως το τέλος της αρχαιότητας να διαφεντεύουν τη γέννηση των ανθρώπων, γιατί στη σκέψη του απλοϊκού πιστού και στη λαϊκή πίστη η οδυνηρή δοκιμασία του τοκετού και οι πολλοί θάνατοι των μητέρων και των νεογέννητων δεν μπορούσαν να είναι έργα καλοπροαίρετων θεών, αλλά μόνο κακόβουλων ή διαρκώς οργισμένων δαιμόνων (το ρήμα ερινύειν περιέχει την έννοια της οργής). Έτσι η αντίθεση μεταξύ θεών και Ερινύων δεν μπορούσε παρά να τελειώσει και στην αισχύλεια τραγωδία με συμβιβασμό: οι Ερινύες παρέμειναν στη θρησκευτική ζωή των ανθρώπων ως μεγάλες και αυστηρές θεές, τις οποίες μόνο αν μέγα τιμώσιν οι θνητοί, μπορούν να τις έχουν εύφρονες απέναντι τους (στίχ. 993 κ.π.). Οι σκληρές αυτές θεές που μειλίσσονται με τη λατρεία είναι γνωστές από πολλά μέρη της Ελλάδας ως θεότητες του τοκετού. Αρκετά μνημεία τους, επιγραφικά και γλυπτικά, έχουν βρεθεί στην Αργολίδα. Απεικονίζονται συνήθως τρεις Ευμενίδες όρθιες, καθεμιά κρατώντας επιδειχτικά φίδι στο ένα χέρι ή και στα δυο. Είναι έργα λαϊκών τεχνιτών της ελληνιστικής εποχής και αναθήματα επίτοκων γυναικών σε ιερά που βρίσκονταν, κατά το γνωστό κανόνα, στα κράσπεδα των πόλεων ή στην ύπαιθρο. Μαζί με τις Ερινύες απεικονίζονταν κάποτε και οι αναθέτριες, αντικριστά στις Ερινύες, με λίγα άνθη στα χέρια. Μερικές από τις καλύτερα διατηρούμενες επιγραφές: Ευκράτεια Ευμενίσιν ευχάν, Κάλλεον Ευμενίσιν, Λαις και. . . Αγηίππα ανέθεν, Μέλισσα ανέθηκε.

Παλαιότερα οι Ερινύες είχαν στο Άργος το ευφημιστικό όνομα Επιτελίδες, δηλαδή θεές που «επιτελούν» τα αιτούμενα. Είναι λατρευτική επίκληση τοπική, όπως των θηβαϊκών Φαρμακίδων, των οποίων όμως το όνομα ανταποκρίνεται ψυχρά στη φύση των θεοτήτων, χωρίς καθόλου να θερμαίνει με αισιοδοξία τις καρδιές των πιστών. Το τέμενος των Επιτελίδων στα αρχαϊκά χρόνια ήταν στα κράσπεδα του Άργους, βορειότερα του θεάτρου, στο λεγόμενο Κριτήριο. Οι Επιτελίδες (πάντα τρεις, όπως αργότερα οι Ευμενίδες) απεικονίζονται σε δυο ανάγλυφα της πρόσοψης του πολυγωνικού αναλημματικού τοίχου. Και στα δυο είναι καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές, όπως θα περίμενε κανείς για σεβάσμιες «πότνιες» του κάτω κόσμου. Ο W. Vollgraff στη μελέτη του για το Κριτήριο περιορίστηκε να τονίσει υπερβολικά και σχεδόν αποκλειστικά την ομοιότητα του Κριτηρίου με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο και την παρουσία και στα δυο δικαστήρια των Ερινύων-Ευμενίδων ως τιμωρών των εγκλημάτων και παραμέρισε το χαρακτηρισμό του χώρου ως αρχαϊκού άλσους των Ευμενιδών, που είχε κάνει παλαιότερα ο Α. Milchhöfer (AM 1879, σ. 176), καθώς και τις αναθηματικές επιγραφές των γυναικών που ανέθεσαν τα δυο ανάγλυφα. Απ’ αυτές η λιγότερο φθαρμένη συμπληρώνεται: Επιτελίδεσσι. Δαρικίς ίσσατο και Λυσικράτεια. Η άλλη: Επιτελίδων. Ται . . . ανεθέταν ευξάμεναι (IG IV, 569-570 και BCH ό.π., σ. 516-539). Οι επιγραφές δεν αφήνουν αμφιβολία πως, πριν διαμορφωθούν τα αγροτικά ιερά των Ευμενιδών, οι επίτοκες Αργείτισσες μπορούσαν να λατρεύουν τις ίδιες θεότητες στην περιοχή του Κριτηρίου.

 Ιερό των Ευμενίδων σε ακμή ως το τέλος της αρχαιότητας υπήρχε στην αχαϊκή Αίγειρα. Οι ντόπιοι το θεωρούσαν προϊστορικό, ιδρυμένο από τον Ορέστη και τους άλλους Αχαιούς που είχαν εγκατασταθεί στην απ’ αυτούς μετονομασμένη Αχαΐα, όταν καταλύθηκαν τα κράτη των Μυκηνών και της Σπάρτης. Τα λατρευτικά αγάλματα τον καιρό του Παυσανία ήταν αρχαιότροπα ξόανα που ενέπνεαν φόβο με τα φίδια που κρατούσαν, όπως οι Ευμενίδες των αργείτικων αναγλύφων (7, 25, 7· η λέξη που εξέπεσε στο χωρίο αυτό ήταν δράκοντες). Ο Παυσανίας προσθέτει πως όσοι βαρύνονταν με φόνο ή ασεβείς πράξεις, αν τολμούσαν να μπουν στο ιερό, παραφρονούσαν. Οι άλλοι ήταν ευπρόσδεχτοι, ιδίως οι ευλαβείς προσκυνητές, όπως οι επίτοκες γυναίκες που ζητούσαν με μειλίγματα τη θεϊκή εύνοια. Υπήρχαν πολλά ιερά χθόνιων θεών, όπου η λατρεία δεν ήταν αποκλειστικά γυναικεία, την επιζητούσαν όμως και οι επίτοκες γυναίκες, γιατί ένιωθαν πως όσο αυστηρότερες θεότητες μπορούσαν να εξευμενίσουν, τόσο αποτελεσματικότερη θα ήταν η προσδοκώμενη βοήθεια.

Παρόμοια είναι τα δυο ιερά των αθηναϊκών Ευμενιδών ή Σεμνών θεών. Στον Ίππιο Κολωνό ο λατρευτικός περίβολός τους είναι άβατος (αστιβής, όπως τον λέει ο Σοφοκλής, Οιδ. Κολ. στίχ. 126), προσπερνώμενος άφωνα από τους διαβάτες, οι οποίοι φοβούνταν να προφέρουν ακόμα και το όνομα των Σεμνών (στίχ. 128). Αντίθετα, ο άδικα κατατρεγμένος Οιδίποδας, φτάνοντας στο ιερό, έσπευσε να προσφωνήσει τις θεές: ω πότνιαι δεινώπες και σε λίγο: ώ γλυκεΐαι παϊδες αρχαίου Σκότον (στίχ. 84, 106)· οι δυσεξιλέωτες θεές τον δέχτηκαν στο βωμό τους ως ει τινα βροτών θαυμαστόν (στίχ. 1664 κ.π.). Στον ίδιο χώρο του Ίππιου Κολωνού τιμώνταν και άλλοι θεοί του κάτω κόσμου, ώστε το σύνολο ν’ αποτελεί τυπικό παράδειγμα της αυστηρότητας που είχε η λατρεία στα ιερά του είδους. Το άλλο αθηναϊκό ιερό των Σεμνών (του Αρείου Πάγου) στα ρωμαϊκά χρόνια είχε χάσει την παλιά αυστηρότητα, γιατί είχε βρεθεί στο κέντρο της νέας, μεγαλύτερης πόλης και γιατί η ποίηση και οι εικαστικές τέχνες αφαίρεσαν κάθε αυστηρότητα από τους παλιούς θεούς. Αυτό έκανε εντύπωση στον Παυσανία και το σχολίασε: Ιερόν θεών εστιν, ας καλούσιν Αθηναίοι, Σεμνός, Ησίοδος δε Ερινύς . . . πρώτος δε σφισιν Αισχύλος δράκοντας εποίησεν ομού ταις εν τη κεφαλή θριξίν. Προσθέτει πως στα αγάλματα που είδε εκεί δεν υπήρχαν πια ούτε φίδια ούτε άλλο φοβερόν ουδέν· το ίδιο και στα αγάλματα των άλλων θεών του κάτω κόσμου, τα στημένα εκεί (του Πλούτωνα, του Ερμή και της Γης, 1, 28, 6). Έτσι το ιερό του Αρείου Πάγου αποτελεί τυπικό επίσης παράδειγμα για τη βαθμιαία εξημέρωση και τον εξωραϊσμό των άγριων υποχθόνιων θεοτήτων, που οδηγούν στον εκφυλισμό και τελικά στην εγκατάλειψη της λατρείας τους.

Ακμαία όμως λατρεία και στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια για τις επίτοκες γυναίκες της προς νότον της Αθήνας περιοχής ήταν το ιερό των Γενετυλλίδων της Κωλιάδας. Στην Κωλιάδα άκρα οι θεές αυτές, αντίστοιχες στις Γενναΐδες των Φωκαέων της Ιωνίας, όπως λέει ο Παυσανίας (1,1, 5), είχαν συνδεθεί με την Αφροδίτη, με την οποία συλλατρεύονταν εκεί (αν και η Αφροδίτη σπάνια εμφανίζεται ως «γενέτειρα» θεά, βλ. παρακάτω). Είναι γνωστό πως από τα πρώιμα ιστορικά χρόνια υπήρχαν και άλλες καθαρά γυναικείες λατρείες στην ίδια περιοχή (όπως της Δήμητρας, Πλουτ., Σόλ. 8). Χάριν των λατρειών αυτών και ιδιαίτερα χάριν των Γενετυλλίδων, έπρεπε να κάνουν μια κουραστική εξόρμηση οι Αθηναίες, αλλά και οι γυναίκες των γειτονικών αγροτικών συνοικισμών (του Αλιμούντα, του Φαλήρου, της Αιξωνής, των Αλών Αιξωνίδων, του Αναγυρούντα).

Πολύ κουραστικότερη ήταν η εξόρμηση των γυναικών της Σικυώνας για τη μεγάλη γιορτή των δικών τους Ευμενιδών που οργανωνόταν, μαζί με τη γιορτή των Μοιρών, χάριν όλων των επιτόκων της περιοχής. Το ιερό ήταν μακριά από την πόλη. Οι γυναίκες κατηφόριζαν πρώτα προς τον Ασωπό. Μετά τη διάβασή του χρειάζονταν πορεία μιας τουλάχιστον ώρας ως ένα δάσος δρυών, μέσα στο οποίο υπήρχε ναός Ευμενιδών. Για τις Μοίρες υπήρχε ειδικός βωμός, σε μικρή απόσταση από το ναό των Ευμενιδών. Άρχιζαν με χοές από μέλι και γάλα για να γλυκάνουν, όπως συνήθως, τις θεές, ώστε να δεχθούν με συγκατάβαση τη θυσία που θα ακολουθούσε. Θυσίαζαν προβατίνες που έπρεπε, κατά το παλιό τελετουργικό, να είναι έγκυες, για να εκτονωθεί η οργή των Ευμενιδών και να μην πλήξει τις έγκυες γυναίκες. Πριν από κάθε ιεροπραξία οι γυναίκες έπρεπε να στολίσουν το ναό των Ευμενιδών και το βωμό των Μοιρών με άνθη (Παυσ. 2, 11, 4), χωρίς να πλέξουν μ’ αυτά στεφάνια (πάλι για ν’ αποφύγουν κάθε «πλέξιμο» ή «δέσιμο» που ήταν δυσοίωνο για τον τοκετό). Λίγο πριν μπει στην πόλη ο Παυσανίας περιεργάστηκε μελαγχολικά ένα δείγμα της οργής των Ευμενιδών: ήταν ο τάφος μιας νεαρής Σικυώνιας που είχε πεθάνει πάνω στις ωδίνες του τοκετού. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε η επιτύμβια στήλη με την κάπως ασυνήθιστη ζωγραφική (κι όχι γλυπτική) παράσταση, τη σχετική με την οδυνηρή δοκιμασία της γυναίκας (2, 7, 3). Ζωγραφική παράσταση με το ίδιο θέμα στόλιζε και την επιτύμβια στήλη της Ηδίστης, μιας νεαρής μητέρας που πέθανε κατά τον τοκετό μαζί με το νεογέννητο βρέφος στη Δημητριάδα της θεσσαλικής Μαγνησίας. Κατά το ελεγείο, το χαραγμένο στη στήλη τη φυλασσόμενη στο Μουσείο του Βόλου, οι Μοίρες έθεσαν τέρμα στη ζωή της Ηδίστης ευθύς μόλις ωδίνος η νύμφη απηντίασεν και απήγαγαν σε κοινό τύμβο μητέρα και βρέφος.

Δυο ιερά Ερινύων υπήρχαν κοντά στην αρκαδική Μεγαλόπολη, που ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, γιατί στο ένα γινόταν από τους Μεγαλοπολίτες αποτροπή της καταστρεπτικής τους δύναμης και στο άλλο εφέλκυση της ευεργετικής. Το πλησιέστερο στην πόλη ονομαζόταν των Μανιών, γιατί οι Ερινύες είχαν κάνει εκεί τον Ορέστη μανιακό, ενώ το άλλο των Ευμενιδών. Το πρώτο ήταν σκοτεινή εστία του κακού και μόνο εναγισμοί γίνονταν σ’ αυτό για ν’ αποτρέπουν την ολεθροφόρα επήρεια των Μανιών, ενώ στο δεύτερο γίνονταν προσφορές για ευμενή συμπαράσταση των θεών (Παυσ. 8, 34, 1 κ.π.). Η παράδοση πως ο ίδιος ο Ορέστης είχε κάνει εναγισμούς στις μαύρες Μανίες και θυσία στις λευκές Ευμενίδες επιτρέπει την εικασία πως παρόμοιες ιεροπραξίες γίνονταν από τις επίτοκες γυναίκες, που περισσότερο από κάθε συμπατριώτη τους επιθυμούσαν να απομακρύνουν από τον εαυτό τους κάθε κακή επήρεια και να προσελκύσουν κάθε καλή.

Οι Μοίρες

Η ιδέα για τις Ευμενίδες και για τις Μοίρες έχει παραμορφωθεί από την ποίηση, τις εικαστικές τέχνες και τη φιλοσοφία. Στη θρησκεία, και οι Μοίρες ήταν υπάρξεις εξίσου ευερέθιστες και επικίνδυνες όσο οι Ευμενίδες, ώστε μόνιμη φροντίδα όλων εκείνων που έρχονταν σ’ επαφή μ’ αυτές (ιδίως των γυναικών) ήταν να τις καταπραΰνουν «γλυκαίνοντάς» τις με κατάλληλες προσφορές. Στην κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία στον Πειραιά (πάνω από τη χερσόνησο της Μουνιχίας) υπήρχε ιερό των Μοιρών με λαϊκή λατρεία, όπως έδειξε μικρή ανασκαφή του 1972. Οι επίτοκες που ανέβαιναν ως εκεί συμμορφώνονταν με παλιά τελετουργική διάταξη που επί αιώνες ίσχυε χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Πρόσφεραν στις θεές (που ήταν τρεις και εδώ) τρεις αρεστήρας (γλυκίσματα ζυμωτά) και τρία κηρία (τρία κομμάτια κηρηθρών με το μέλι τους). Με παρόμοια μειλίγματα πρέπει να πλησίαζαν και οι Θηβαίες επίτοκες στο εκεί φτωχό ιερό τών Μοιρών που ήταν απλός περίβολος με βωμό, αλλά χωρίς αγάλματα ή άλλα έργα τέχνης (Παυσ. 9, 25, 4).

 Παρόμοια λαϊκή λατρεία Μοιρών αναφέρει ο Παυσανίας στη βόρεια πλαγιά του Ακροκορίνθου, όπου οι ανασκαφές αποκάλυψαν πλήθος φτωχών ιερών. Οι Μοίρες τιμώνταν κοντά στη Δήμητρα και την Κόρη και η λατρεία τους ήταν αυστηρή, όπως φαίνεται από την τελετουργική διάταξη να παραμένουν κρυμμένα τα αγάλματά τους και να μην τα βλέπουν παρά μόνο οι ιέρειες (2, 4, 7).

Και στο λεγόμενο βωμό του Αμυκλαίου Απόλλωνα ή τάφο του Υακίνθου ο Παυσανίας είδε παράσταση Μοιρών, πάλι μαζί με τη Δήμητρα και την Κόρη, κοντά στις οποίες είχε απεικονιστεί ο Πλούτωνας, πράγμα που δεν αφήνει αμφιβολία για το χθόνιο χαραχτήρα των ίδιων των Μοιρών (3, 19, 4).

Ατομικές θεότητες του τοκετού

 Η Ειλείθυια

 Η μεγάλη αιγαιακή θεά του τοκετού, η αντίστοιχη στις ελληνικές Ευμενίδες ή τις άλλες ομάδες γενέθλιων δαιμόνων, ήταν η Ειλείθυια. Αποτελεί μορφή της επιβλητικής χθόνιας θεάς της ζωής και του θανάτου, που παριστανόταν στην κεντρική Ανατολία ήδη στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά προτίμηση ως θεά του τοκετού (J. Mellaart, Çatal Hüyük, 1967, σ. 77 κ.π., 180 κ.π.). Οι Έλληνες των ιστορικών χρόνων είχαν μάθει την Ειλείθυια απλώς ως μια πανάρχαια θεά. Ο ποιητής Ωλήν, που θεωρούνταν παλαιότερος του Ομήρου (Παυσ. 8, 21, 3) και που καταγόταν από τη Λυκία, είχε γράψει χάριν των κατοίκων της Δήλου ύμνο για την Ειλείθυια, την οποία ταύτιζε με την ελληνική θεά Μοίρα και έλεγε πως ήταν αρχαιότερη όχι μόνο από το Δία, αλλά και από τον Κρόνο (Παυσ., ό.π.). Είναι βέβαιο πως η Ειλείθυια ήταν γνωστή στην Ελλάδα πριν από τον Όμηρο, πολλοί όμως προτιμούσαν να βλέπουν στη θέση της ως γενέθλιες θεότητες τις Ερινύες ή τις Μοίρες, που ξεχώριζαν με την ιδιότητα να δρουν ως ομάδες και όχι ως άτομα, όπως η Ειλείθυια. Η Ιλιάδα αποκαλεί τη μεγάλη θεά μογοστόκον Είλείθυιαν (Π 187, Τ 103), είναι όμως προσκολλημένη περισσότερο στην ομάδα των ελληνικών γενέθλιων θεοτήτων, στις οποίες δίνει το όνομα εκείνης αποκαλώντας τις Ε ιλείθυιες (όπως συχνά γινόταν και στα προχωρημένα ιστορικά χρόνια): ωδίνουσαν έχει βέλος οξύ γυναίκα, δριμύ, το τε προϊείσι μογοστόκοι Ειλείθυιαι, Ήρης θυγατέρες, πίκρας ωδίνας έχουσαι (Λ 269 κ.π.), σχέθε δ’ Ειλειθυίας (Τ 119).

 Ένα πολύ παλιό ιερό της Ειλείθυιας επιζούσε ως το τέλος της αρχαιότητας στην Ιταλία, στο επίνειο των Καιρετανών Πύργοι, για το οποίο ο Στράβων λέει (5, 226) πως το είχαν ιδρύσει στα προϊστορικά χρόνια οι Πελασγοί της Ελλάδας. Στην Ελλάδα όμως οι περισσότεροι δέχονταν τον ισχυρισμό των Κρητών πως η Ειλείθυια ήταν δική τους θεά, γεννημένη σε μια σπηλιά κοντά στο επίνειο της Κνωσού Αμνισό (η σπηλιά ήταν γνωστή και στην Οδύσσεια, τ 188). Άλλοι, όπως ο Παυσανίας (1, 18, 5), δέχονταν την άποψη πως η λατρεία είχε ξεκινήσει από τις Κυκλάδες (από τη Δήλο). Οι δυο απόψεις έβρισκαν στηρίγματα στον αθηναϊκό ναό της Ειλείθυιας, στον οποίο φυλάσσονταν τρία παλιά ξόανα, σύγχρονα με την εισαγωγή της λατρείας στην Αθήνα· τα δυο από τα ξόανα είχαν έρθει, κατά την παράδοση, από την Κρήτη και ήταν αναθήματα της Φαίδρας· το τρίτο, που ο Παυσανίας το λέει «πιο αρχαίο», το είχε φέρει από τη Δήλο ο Ερυσίχθων (ό.π.).

 Ως προς τη φύση της αιγαιοπελαγίτικης και Κρητικής αυτής θεάς κανείς δεν αμφιβάλλει πως ήταν εξίσου αυστηρή με των Ερινύων και με των Μοιρών. Ο Πίνδαρος αρχίζει τον 7ο Νεμεόν. προσφωνώντας τη θεά με τις λέξεις: Ειλείθυια, πάρεδρε Μοιράν βαθυφρόνων. . . γενέτειρα τέκνων, αναγνωρίζοντας έτσι στην Ειλείθυια την αυστηρότητα των Μοιρών. Ο Όμηρος, με το επίθετο μογοστόκος που μόνιμα της αποδίδει, συνδέει την Ειλείθυια με τη σκληρή δοκιμασία των επιτόκων και εξαιρεί τη δριμύτητα των βελών της που προκαλούν τις «πικρές ωδίνες» (Λ 270). Πως και στα μυκηναϊκά χρόνια ήταν αυστηρή θεά φαίνεται από το τελετουργικό του εξευμενισμού της, που προέβλεπε τα ίδια μειλίγματα που συνηθίζονταν και αργότερα για τις χθόνιες θεότητες (δηλ. προσφορά μελιού, όπως φαίνεται από πινακίδα της Κνωσού που καταγράφει αμφορέα μελιού για την Ειλείθυια της Αμνισού σε τακτά χρονικά διαστήματα: Α.μι.νι.σο – Ε.ρε.ου.τι-ja (της Αμνισού η Ειλείθυια)· εξυπακούεται η κοινή, όπως και για τους άλλους θεούς, προσφορά: με.ρι (μέλι) 1 αμφορέας (αριθμός και ιδεόγραμμα), Bennett – Chadwick – Ventris, The Knossos tablets, 1959, σ. 53, Gg 705, 1 και 702, 1). Σ’ όλη την Ελλάδα, ως τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας, η λατρεία της Ειλείθυιας διατηρήθηκε αυστηρή, χωρίς να επηρεαστεί από τη λατρεία των ολύμπιων θεών, που γινόταν διαρκώς ηπιότερη. Ο Παυσανίας λέει πως και επί των ημερών του οι γυναίκες της Ερμιόνης κάθε μέρα πηγαίνουν στα δυτικά κράσπεδα της πόλης, όπου βρίσκεται το ιερό της Ειλείθυιας, και εκεί θυσίαις και θυμιάμασι μεγάλως την θεόν ιλάσκονται και αναθήματα δίδοται πλείστα. Το άγαλμα της θεάς κανένας άλλος, εκτός των ιερειών, δεν μπορούσε να το δει (2, 35, 11). Ευθύς μετά τον αίσιο τοκετό οι γονείς έσπευδαν να πραγματοποιήσουν τα τάματα: Επίκτητον Λουκίον, Λούκιος Επικτήτου και Θεοδώρα Χαριξένου, οι γονείς, θεάι Ειλειθυίαι υπέρ ευχής (Hesperia 1959, σ. 110).

Σκεπασμένο με λεπτό ύφασμα και επομένως κατά μέγα μέρος αόρατο ήταν και το ξύλινο ακρόλιθο λατρευτικό άγαλμα της Ειλείθυιας, το στημένο στο Αίγιο, στο εκεί «αρχαίο» ιερό της (Παυσ. 7, 23, 5). Η θεά κρατούσε στα χέρια δάδες, όπως η Εκάτη και οι θεότητες του κάτω κόσμου. Ο Παυσανίας αναφέρει τη δάδα που η Ειλείθυια ύψωνε προς τα πάνω με το ένα χέρι. Κρατούσε όμως δάδα και στο άλλο χέρι, το εκτεινόμενο ες ευθύ (κατά τον Παυσανία 7, 23, 6), όπως φαίνεται από την απεικόνισή της σε νόμισμα του Αιγίου· η στροφή της δεύτερης δάδας προς το έδαφος, όπως φαίνεται στο νόμισμα, συμβόλιζε στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας τη δύση του φωτός και της ζωής, ενώ η δάδα που ήταν στραμμένη προς τα πάνω συμβόλιζε την ανατολή της ζωής ή το ευχάριστο μέρος του έργου της Ειλείθυιας, που ήταν το άγειν τους παίδας ες φως, όπως λέει ο Παυσανίας (ό.π.). Μια μόνο δάδα που την ύψωνε με το δεξί χέρι είχε χρησιμοποιήσει ο Πραξιτέλης σ’ ένα άγαλμα της Άρτεμης, που το είδε ο Παυσανίας σε ιερό της, έξω από την Αντίκυρα. Η δάδα αρκούσε να χαραχτηρίσει τη θεά ως λοχία. Για να μη συγχέεται όμως με άλλες δαδοφόρες θεές ο πλάστης πρόσθεσε τη φαρέτρα στον ώμο της (10, 37, 1). Στο Αίγιο ο Παυσανίας αναφέρει και άγαλμα χάλκινο που παρίστανε το Δία σε παιδική ηλικία (7, 24, 4), ενώ σε νομίσματα της πόλης απεικονίζεται ο Δίας έφηβος με την επιγραφή Αιγιέων παις. Το θεϊκό αυτό παιδί των Αιγιέων, που μπορεί να ήταν ο Δίας, δεν υπάρχει ένδειξη πως σχετιζόταν με την Ειλείθυια, όπως στην Κρήτη, όπου η Ειλείθυια είχε πρωταγωνιστήσει στη γέννηση του Δία. Με μεγαλύτερη σαφήνεια στην Ολυμπία η Ειλείθυια συνδεόταν με ένα θεϊκό παιδί (ένα βρέφος που το κρατούσε στην αγκαλιά της η Ειλείθυια, Παυσ. 6, 20, 4), συλλατρευόμενο μ’ αυτή. Το παιδί ήταν στην Ολυμπία ισχυρός χθόνιος δαίμονας, ονομαζόμενος Σωσίπολις, στον οποίο ανήκε το άδυτο του ναΐσκου της Ειλείθυιας· κανένας δεν επιτρεπόταν να μπει στο άδυτο, εκτός από μια γυναίκα που είχε οριστεί θεράπαινα των δυο θεών. Τα θυμιάματα που έκαιγαν οι γυναίκες στον προθάλαμο απευθύνονταν από κοινού στην Ειλείθυια και στο Σωσίπολι. Η φοβερή φύση του δαιμονικού παιδιού φαίνεται από το ότι οι Ηλείοι το επικαλούνταν ως προστάτη των όρκων (Παυσ. 6, 20, 3 κ.π.). Πως ήταν χθόνια ύπαρξη φαίνεται από το άγαλμα που οι Ηλείοι του είχαν στήσει στην πρωτεύουσά τους Ή λιν, όπου ο Σωσίπολις κρατούσε κέρας της αφθονίας (ό.π., 6, 25, 4), όπως παριστάνονταν οι εξευμενισμένοι θεοί του κάτω κόσμου, που με τη λατρεία γίνονταν πλουτοδότες.

Άρτεμις λοχία

 Η αντίστοιχη θεά του ολυμπιακού πανθέου, η έφορος των λόχων των γυναικών, ήταν η Άρτεμις λοχία ή Άρτεμις Ειλείθυια. Το δεύτερο προσωνύμιο είναι διαίτερα συνηθισμένο στις βοιωτικές πόλεις, αν και ο Βοιωτός Πλούταρχος αναφέρει ως εξίσου κοινά τα δυο προσωνύμια (Συμπ. Προβλ. 3, 10, 3). Τυπική είναι στις πόλεις και στα χωριά της Βοιωτίας η ανάθεση μετά τον τοκετό γλυπτικής εικόνας του παιδιού από τη μητέρα ή από τους δυο γονείς· ένα βάθρο από τις Θεσπιές φέρει την επιγραφή Φλαουΐα Δορκυλίς Αρτέμιδι Ειλειθυίη τον ίδιον υιόν Φλ. Λύσανδρον. Άλλο:. . . την θυγατέρα Φιλίππην Αρτέμιδι Ειλειθυίη (IG VII, αριθ. 1871-1872).

Με την ιδιότητα της γενέτειρας θεάς η Άρτεμη είναι κι αυτή σκληρή προς τις γυναίκες, όπως φαίνεται από τα λόγια που της απευθύνει στην Ιλιάδα η Ήρα (Φ 483-484): επεί σε λέοντα γυναιξι Ζευς θήκεν, και έδωκε κατακτάμεν, ην κ’ εθέλησθα. Φυσικό είναι το επίθετο     μογοστόκος ν’ αποδίδεται και σ’ αυτή (Θεόκρ. 27, στίχ. 29). Στους Λουσούς, όπου ήταν θεά πολιούχος, τιμώνταν με το επίθετο ημέρα (εξημερωμένη), που σημαίνει πως είναι άγρια και μπορεί με τη λατρεία να εξημερώνεται. Ιδιαίτερα σεβαστό ήταν το ιερό της, που γι’ αυτό είχε κηρυχθεί άσυλο των καταδιωκομένων (Πολύβ. 4, 18, 10).

Η βραυρώνια Άρτεμη είναι το καλύτερο παράδειγμα αυστηρής γενέτειρας ή λοχίας θεάς. Τα κορίτσια φοβούνταν να παντρευτούν χωρίς να την εξευμενίσουν. Το κοινότερο ιλαστήριο μέσο ήταν στην Αττική η λεγάμενη αρκτεία. Στη εορτή των μεγάλων Βραυρωνίων όλες οι παρθένες που έχουν ηλικία γάμου πρέπει να φορέσουν τον κροκόχρωμο πέπλο και να μετάσχουν σε μεγάλη πομπή από την Ακρόπολη, όπου υπάρχει μικρό ιερό της θεάς (το αθηναϊκό Βραυρώνιο), ως το αρχαιότερο και σεβαστότερο, του αττικού δήμου της Βραυρώνας. Στο μεγάλο αυτό ιερό οι ευλαβέστερες επίτοκες γυναίκες «καθοσίωναν» τα παιδιά που θα γεννιώνταν και τα άφηναν να υπηρετήσουν τη θεά για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όταν ήταν ακόμη μικρά και πριν από την εφηβική ηλικία. Η θητεία των παιδιών στο ιερό της θεάς αποτελούσε ταυτόχρονα εκπλήρωση του τάματος των γονέων και δέηση για το απρόσκοπτο μεγάλωμα και για τη γονιμότητα των ίδιων των παιδιών, όταν θα παντρεύονταν. Η περίοδος της θητείας ονομαζόταν αρκτεία, γιατί το ιερό ζώο της βραυρώνιας Άρτεμης ήταν η άρκτος. Υποστηρίχτηκε πως όπου το ιερό ζώο ήταν ελάφι, όπως στην Αυλίδα, η θητεία λεγόταν νεβρεία (από το νεβρό, δηλ. το νεογνό της ελάφου). Τη νεβρεία ο Ρ. Clement (L’Antiquité classique, 1934, σ. 393 κ.π.) τη στήριξε σε θεσσαλικές επιγραφές, όπου όσες παρθένες είχαν χρηματίσει ιέρειες της θεάς ή θήτευσαν στο ιερό της αποκαλούνται νεβεύσανσαι. Η λοχία Άρτεμις λεγόταν στη Θεσσαλία θροσία (της εγκυμοσύνης). Ιδιαίτερη σημασία έχει, για το φόβο που ενέπνεε η θροσία Άρτεμις, η επιγραφική μαρτυρία πως ένας Λαρισαίος Ιππόλοχος που νυμφεύτηκε τη νεβεύσανσα Ευβιότεια αισθάνθηκε την ανάγκη προ του γάμου να κάνει ανάθημα στο ιερό της θεάς για να αποτρέψει την οργή της. Το ανάθημα παρουσιάζεται ως είδος «λύτρων» προς την Άρτεμη, γιατί ο Ιππόλοχος έγινε αιτία να χάσει η θεά την υπηρεσία της Ευβιότειας: Αρτέμιδι θροσία Ιππόλοχος . . . υπέρ Ευβιοτείας. . . νεβευσάνσας λύτρα.

Η θητεία μικρών κοριτσιών στο ιερό της Άρτεμης της Αυλίδας (ως ιερειών) μαρτυρείται από αναθηματικές επιγραφές των γονέων τους, οι οποίοι έστηναν στο ιερό γλυπτικές εικόνες των κοριτσιών: Μνάσων και Αθηνώ Ζωπυρείναν την θυγατέρα Ιερατεύσασαν Αρτέμιδι αυλιδεία, κι άλληστις IG VII, 565). Η «θυσία» της κόρης του Αγαμέμνονα στην Άρτεμη της Αυλίδας θα μπορούσε να είναι απλή «καθοσίωση» (ίσως και ισόβια) της νέας στο εκεί ιερό για τον εξευμενισμό της θεάς (Ρ. Clement, New evidence for the origin of the Iphigeneia legend, Ant. Class. 1934, σ. 408, 1). Αξιοσημείωτο είναι πως θυσία παρθένου χρειαζόταν και για τον εξευμενισμό της μουνιχίας Αρτέμιδος του Πειραιά, που ήταν επίσης θεά λοχία και είχε ως ιερό ζώο την άρκτο, όπως η βραυρώνια Άρτεμη. Στον Πειραιά πραγματοποιείται θυσία κατσικιού (όπως στην Αυλίδα με θυσία ελαφιού) από τον επινοητικό πατέρα ενός κοριτσιού, ο οποίος έκρυψε την κόρη του στο άδυτο του ναού, αίγα δε εσθήτι κοσμήσας ως την θυγατέρα έθυσε (Ευστάθ. στην Ιλ. Β 732). Επειδή άδυτο υπήρχε και στο ναό της Βραυρώνας, μπορούμε να υποθέσουμε πως παρόμοια μυστική ιεροπραξία προβλεπόταν και εκεί. Το ιερό της βραυρώνιας Άρτεμης, όπως φάνηκε από τα ευρήματα, ιδρύθηκε στα γεωμετρικά χρόνια. Μέσα στο ιερό αυτό υπάρχει και ηρώο της Ιφιγένειας, όπου αφιερώνονται τα ενδύματα των γυναικών, οι οποίες πέθαιναν κατά τον τοκετό (Ευριπ., Ιφ. Ταυρ. στίχ. 1464-1467), ενώ στην ίδια την Άρτεμη αφιερώνονται ενδύματα εκείνων των γυναικών που είχαν αίσιο τοκετό (I. Κοντής,  σ. 161-162). Απ’ αυτό ο I. Κοντής είχε δεχτεί για τα ιστορικά χρόνια, μέσα στο ιερό της Βραυρώνας, ιδιαίτερη χθόνια λατρεία για την Ιφιγένεια, στον εκεί τάφο της. Μπορούμε να υποθέσουμε πως στη Βραυρώνα, που είναι βέβαιο πως κατοικούνταν και στα νεολιθικά χρόνια και σ’ όλη τη χαλκή εποχή, υπάρχει λατρεία μιας θεάς, προστάτριας του τοκετού, που μπορούσε να ονομάζεται Ιφιγένεια. Το όνομα σημαίνει πως βοηθούσε «να γεννηθούν γερά παιδιά», γιατί μόνιμος καημός των προϊστορικών ανθρώπων ήταν η σωτηρία τόσο της επίτοκης όσο και του νεογέννητου, εκτεθειμένου κι αυτού στον ίδιο κίνδυνο, που ήταν μεγαλύτερος παρά σήμερα. Χθόνια λατρεία της Ιφιγένειας υπήρχε και στα Μέγαρα. Γίνεται στον τάφο της (γιατί οι Μεγαρείς έλεγαν πως η Ιφιγένεια είχε πεθάνει και είχε ταφεί στην πόλη τους, Παυσ. 1, 43, 1). Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε ηρώο του είδους αυτού ήταν συνηθισμένα τα «μειλίγματα» των επίτοκων γυναικών και των μητέρων. Εξ αφορμής της Ιφιγένειας των Μεγάρων ο Παυσανίας σημειώνει πως και στην Ταυρική μια θεά έφερε το όνομα Ιφιγένεια και εξευμενιζόταν με θυσίες. Παλαιότερα ο Ηρόδοτος είχε γράψει (4, 103) πως η θεά εκείνη ήταν παρθένος ονομαζόμενη Ιφιγένεια, σκληρή και δυσεξιλέωτη. Στην Ελλάδα, ως θεά του «γερού γόνου», φυσικό είναι να έχει τη θέση της πλάι στη λοχία Άρτεμη, η οποία συχνά αποκαλούνταν Άρτεμις Ιφιγένεια, όπως στην αργολική Ερμιόνη (Παυσ. 2, 35, 1). Ακόμα συχνότερα η Άρτεμη ταυτιζόταν με την Ιφιγένεια, ώστε το λεξικό του Ησύχιου να μην κάνει διάκριση ανάμεσα στις δυο: Ιφιγένεια ή Άρτεμις. Για τους Αιγειράτες της πελοποννησιακής Αχαΐας ο Παυσανίας λέει πως είχαν ναό για την Άρτεμη λοχία, όπου όμως το λατρευτικό άγαλμα παρίστανε την Ιφιγένεια. Μόνο επί των ημερών του Παυσανία έστησαν δεύτερο άγαλμα που παρίστανε την Άρτεμη. Επειδή το άγαλμα της Ιφιγένειας ήταν αρχαιότερο, ο Παυσανίας συμπεραίνει πως ο ναός αρχικά ήταν της Ιφιγένειας (7, 26, 5).

Η Εκάτη

 Υπήρχε παράδοση πολύ παλιά, σύμφωνα με την οποία η ηρωίδα Ιφιγένεια δε θυσιάστηκε, αλλά η ίδια η Άρτεμη της έδωσε την αθανασία και την κατέταξε στις δαιμονικές μορφές της ακολουθίας της με το όνομα Εκάτη. Πρώτος ο Ησίοδος την είχε παρουσιάσει ως Εκάτη στο ποίημά του Κατάλογος Γυναικών (Παυσ. 1, 43, 1). Είναι γνωστό πως στη Θεογονία η Εκάτη υμνείται ως μια από τις μεγαλύτερες και δημοφιλέστερες θεές που σπεύδει να συμπαρασταθεί σ’ όσους την επικαλούνται (στίχ. 429: ω δ’ εθέλει μεγάλως παραγίγνεται ηδ’ ονίνησιν), ιδίως σ’ εκείνους που ζητούν τη θεϊκή προστασία για τα μικρά παιδιά, γιατί η Εκάτη έχει από το Δία το χάρισμα της εξ αρχής κουροτρόφου (στίχ. 452). Μέσα στο ναό της Αρτέμιδος λοχίας της Αυλίδας βρέθηκε και άγαλμα της Εκάτης. Η χθόνια φύση της και η αυστηρή λατρεία της βοήθησαν να μπει κι αυτή στον κύκλο των θεοτήτων του τοκετού. Ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το όνομα της Εκάτης ως προσωνύμιο της Άρτεμης (στις Ικέτιδες, στίχ. 676, βάζει το χορό των Δαναΐδων να αναγνωρίζει την Εκάταν Άρτεμιν ως τη θεά που εφορεύει τους λόχους των γυναικών). Με την ταύτισή της προς την Εκάτη η Άρτεμη συνδέει με τον εαυτό της και την αυστηρότητα της δαιμονικής αυτής ύπαρξης. Και με άλλες θεότητες του τοκετού θα μπορούσε να συνταιριαστεί η Εκάτη· ο Ησύχιος παρομοιάζει μ’ αυτή τη Γενετυλλίδα: Γενετυλλίς, θεά εοικυία τή Εκάτη· διο και ταύτη κύνας έθυον. Και σε μια θεά Ειλιονία θυσίαζαν σκυλιά οι γυναίκες του Άργους για να ευκολύνει τον τοκετό (δια την ραστώνην τής λοχείας, όπως αναφέρεται στην πραγματεία του Πλουτάρχου, Καταγραφή ρωμ. κεφαλαίων, 52). Επειδή η Εκάτη είναι η θεά που την επικαλούνταν και οι μάγισσες ζητώντας τη βοήθειά της για την επιτυχία των μαγικών τους φίλτρων, οι γυναίκες την τιμούν στα σπίτια τους για να αποτρέπει από την οικογένεια τις μαγικές επήρειες. Οι επίτοκες την τιμούν, παράλληλα με τη λοχία Άρτεμη, για να εξουδετερώνει καταδέσμους και άλλες κακόβουλες ενέργειες που στρέφονται κατά του αίσιου τοκετού. Το όνομα Εκαταίος δίνεται στα παιδιά για να τα θέτουν κάτω από τη διαρκή προστασία της κουροτρόφου Εκάτης, μνημονευόμενης παρακάτω μαζί με άλλες κουροτρόφες θεότητες.

Ολυμπιακές θεότητες του τοκετού, εκτός από την Άρτεμη

Η Άρτεμη είναι η μόνη θεά της επίσημης θρησκείας που διατηρώντας, ως λοχία, την παλιά αυστηρότητα τιμάται με θερμή λατρεία, στις λαϊκές ιδίως τάξεις, από τις επίτοκες γυναίκες. Άλλες ολυμπιακές θεότητες μόνο συμπτωματικά ή για ειδικούς λόγους λατρεύτηκαν ως προστάτριες του τοκετού.

Η Ή ρ α είχε προβληθεί από το έπος ως η κουριδίη άλοχος του Δία και αυτό την ύψωσε σε θεϊκή προστάτρια της ύπανδρης γυναίκας. Στην πραγματικότητα όμως δε βρίσκει ούτε στους μύθους στήριγμα ένας ισχυρός συζυγικός δεσμός του Δία και της Ήρας, κατάλληλος να χρησιμέψει ως το θεϊκό πρότυπο για τον αντίστοιχο ανθρώπινο δεσμό: ο Δίας, ο «πατέρας» της θεϊκής οικογένειας, είχε αποχτήσει τα σημαντικότερα παιδιά του ύστερα από το γάμο του με την Ήρα, αλλά από άλλες γυναίκες (όπως τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, τον Ερμή, το Διόνυσο· οι κόρες του Αθηνά και Αφροδίτη δεν είχαν επίσης μητέρα την Ήρα). Και στον κόσμο των ηρώων είχε ο Δίας πολλά παιδιά (όπως τον Ηρακλή, την Ελένη και τους Διοσκούρους, το Μίνωα και το Ραδάμανθυ, τον Περσέα), πάλι από άλλες γυναίκες. Από την Ήρα είχε μόνο τρία παιδιά, κανένα από τα οποία δεν είχε διακριθεί στη θεϊκή οικογένεια, δηλαδή τον Άρη, ο οποίος από όλους περιφρονούνταν στον Όλυμπο, την Ειλείθυια, απλή θεράπαινα της Ήρας και όχι πάντα πιστή, και την Ήβη, θεράπαινα επίσης της Ήρας και όλης της οικογένειας. Γιος της Ήρας χωρίς πατέρα ήταν ο χωλός Ήφαιστος και γιος της επίσης θεωρούνταν κάποτε και ο τερατώδης Τυφών ή Τυφωεύς.

Παρ’ όλα αυτά προομηρικοί ποιητές με μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των δογματικών πεποιθήσεων κατόρθωσαν να επιβάλουν την Ήρα ως την επίσημη πάρεδρο του ύψιστου θεού και κατ’ επέκταση ως θεϊκή προστάτρια του γάμου, η κλήδας γάμον φυλάττει κατά την έκφραση του Αριστοφάνη (Θεσμ. 973 κ.π.). Σε μερικά μέρη τιμάται ως τελεία ή ως νυμφευόμενη από όσους περίμεναν τη θεϊκή ευλογία του δεσμού τους (οι Πλαταιείς είχαν ναό της Ήρας τελείας και άγαλμα νυμφευόμενης Ήρας, Παυσ. 9, 2, 7). Τοπικές εορτές καθιερώθηκαν με πυρήνα τον ιερό γάμο του Δία και της Ήρας, όπου μετείχαν όσοι ήθελαν την ευλογία της θεάς για το δικό τους γάμο (Παυσ. ό.π., Διόδ. 5, 72). Οι μυθολογούμενες έριδες του θεϊκού ζευγαριού ήταν ανεπιθύμητες και γι’ αυτό, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος (Γαμικά παραγγέλματα 27), οι τη γαμήλια θύοντες Ήρα, την χολήν (των θυμάτων) εξελόντες έρριψαν περί τον βωμόν, αινιττομένου του νομοθέτου το μηδέποτε δειν χολήν μηδέ οργήν γάμω παρείναι. Ύστερα απ’ αυτό φυσικό ήταν η γαμήλια Ήρα να γίνει και γενέθλια και να δεχεται η ίδια γενεθλιδίους θυηπολίας, αν και με το έργο της γέννησης ήταν επιφορτισμένη η Ειλείθυια. Η ίδια η θεά ως Ήρα Ειλείθυια έχει ιερό στον αττικό δήμο της Κεφαλής (στην περιοχή Κερατέας), από όπου προέρχεται η προ πολλού γνωστή επιγραφή όρος τεμένους Ήρας Ειλειθυίας (S. Solders, Die ausserstädtischen Kulte Attikas, σ. 7). Αν στο Άργος μπορούσε να τιμάται και η Ήρα (η μεγαλύτερη από κάθε άλλη ολύμπια θεότητα σ’ ολόκληρη την Αργολίδα) με το προσωνύμιο Ειλείθυια δεν είναι βέβαιο, αν και αναφέρεται στον Ησύχιο (Ειλείθυια, ή Ήρα εν Άργεί). Σ’ αυτή την περίπτωση η Ήρα δεν έχει κατορθώσει ούτε στο Άργος να γίνει ως θεά του τοκετού τόσο γνωστή, όσο είναι οι μη ολυμπιακές Ευμενίδες ή Επιτελίδες που μνημονεύτηκαν παραπάνω.

Και η Αφροδίτη έχει μικρή φήμη ως θεά του τοκετού. Στην Ολυμπία έχει συνδεθεί με την Ειλείθυια πολύ πριν από τον Παυσανία, ο οποίος βρήκε το ιερό της ερειπωμένο. Το ιερό ήταν στον ίδιο χώρο με της Ειλείθυιας και οι Ηλείοι, αν και δεν το είχαν ανακαινίσει, θυσίαζαν σ’ αυτό για την Αφροδίτη (6, 20, 6). Παρόμοιο δεσμό έχει η Αφροδίτη με την Ήρα στη Σπάρτη, όπου τον καιρό του Παυσανία τιμώνταν ως Ήρα Αφροδίτη, σε ιερό με «αρχαίο ξόανό» της (3, 13, 9). Θυσίαζαν εκεί οι μητέρες που θα πάντρευαν τα κορίτσια τους, ίσως για την-ευλογία της Ήρας τελείας, ζητώντας ταυτόχρονα και τις χάρες της Αφροδίτης, που θα έκαναν τις κόρες τους συμπαθείς και τη συμβίωση με τους άντρες τους αρμονική. Στην περιοχή της Τροιζήνας δε χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά στην Ήρα τελεία ή τη νυμφευομένη, γιατί υπήρχε ιερό της νυμφίας Αφροδίτης (Παυσ. 2, 32, 7). Αυτονόητο είναι πως ούτε η Αφροδίτη της Σπάρτης ούτε της Τροιζήνας μπορούν να καταταγούν στις κατεξοχήν θεότητες του τοκετού, αλλά μόνο της Κωλιάδας, που μνημονεύτηκε παραπάνω ως η ίδια η παλιά Γενετυλλίς θεά. Η Αφροδίτη του σημαντικού ιερού του Δαφνιού ήταν θεά του έρωτα και τιμώνταν από όσους και όσες επιθυμούσαν την προαγωγή του ερωτικού τους δεσμού. Γι’ αυτό στις γλυπτικές παραστάσεις της συνοδευόταν από τον Έρωτα και γι’ αυτό στο ιερό της γίνονταν και αναθήματα για την Πειθώ. Οι Ερμιονείς έχουν δυο χωριστά ιερά της Αφροδίτης, σε κανένα από τα οποία δεν τιμώνταν ως «γενέτειρα» θεά (στο ένα ήταν η θαλασσινή εύπλοια, πόντια ή λιμενία θεά και στο άλλο η θεά του έρωτα που την επικαλούνταν τα κορίτσια προ του γάμου και οι χήρες που ήθελαν να κάνουν δεύτερο γάμο, Παυσ. 2, 34, 11). Στη Ναύπακτο για να ξαναπαντρευτούν οι χήρες επικαλούνται την Αφροδίτη σε ιερό της έξω από την πόλη, σε σπηλιά (Παυσ. 10, 38, 12). Ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη (γιατί απηχεί το φόβο ενδεχόμενων προσκομμάτων στο γάμο ή κινδύνων κατά τη γέννηση των παιδιών) είναι μια συνήθεια των κοριτσιών και των αγοριών της Τροιζήνας να αφιερώνουν πριν από το γάμο έναν πλόκαμο της κόμης τους στον εκεί ναό του Ιππολύτου, με το σκοπό ν’ αποφύγουν τη νέμεση του παρθενικού αυτού ήρωα, γιατί με το γάμο θα απαρνούνταν τη δική τους παρθενία (Παυσ. 2, 32, 1). Τα παραδείγματα αρκούν ν’ αποδείξουν την πολύ μικρή σχέση της Αφροδίτης με την ίδια τη γέννηση. Στο χαρακτηρισμό της ως «γενέτειρας» θεάς συνέβαλε, εκτός του ταυτισμού της με τη Γενετυλλίδα, και ο ταυτισμός της με τη Μοίρα που την εισήγε στην κατηγορία των «γενεθλίων Νυμφών»: σύμφωνα με αθηναϊκή παράδοση, η Αφροδίτη είναι η πρεσβύτερη από τις Μοίρες (Παυσ. 1, 19, 2) και με την ιδιότητα αυτή έχει σχετικά θερμή λατρεία έξω των τειχών, στους λεγάμενους Κήπους, όπου η παλιότερη εικόνα της είναι απλή ερμαϊκή στήλη. Πρέπει να τιμάται ως μεγάλη και σεμνή θεά, όπως μια επιγραφή αποκαλεί την Αφροδίτη που λατρευόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης. Αποκλειστικά με τη γέννηση πρέπει να συνδεθεί και η Αφροδίτη με ιερό της γνωστό ως Κυλλού Πήρας (Σούδα), κοντά στον Υμηττό, όπου υπάρχει και κρήνη, εξ ης aι πιούσαι ευτοκούσιν και aι άγονοι γόνιμοι γίγνονται.

Η Aθηνά στα πρώιμα ιστορικά χρόνια φαίνεται πως τιμάται κάποτε στην Αθήνα και ως θεά της γέννησης, αν κρίνει κανείς από την απεικόνισή της σε υστεροαρχαϊκό ανάγλυφο (αρχαιότερο των μηδικών), όπου μπροστά στην επιβλητική θεά φαίνονται ως σεβίζοντες ένα ζεύγος θνητών (η γυναίκα έγκυος), ένα κορίτσι, δυο αγόρια και ως ζώο θυσίας υς έγκυος (Archiv f. Religionswissenschaft, 1926, σ. 19 κ.π.). Είναι γνωστή και άλλη, μικρής επίσης σημασίας, τοπική λατρεία της Αθηνάς μητρός σε ιερό της Ήλιδας, που κατά την παράδοση έχει ιδρυθεί όταν ο πληθυσμός του τόπου είχε πολύ ελαττωθεί και η Αθηνά βοήθησε τις γυναίκες των Ηλείων στην εγκυμοσύνη και στον τοκετό (Παυσ. 5, 3, 2).

 Ακόμα πιο αφανής τοπική λατρεία είναι του Δία λεχεάτη στην Αλίφειρα της Αρκαδίας. Η κυριότερη θεά της Αλίφειρας (και πολιούχος) ήταν η Αθηνά, που κατά τις τοπικές παραδόσεις έχει γεννηθεί εκεί, ξεπηδώντας από το κεφάλι του Δία, ο οποίος κατόπιν «λεχώνεψε» στην Αλίφειρα. Με θυσίες στον αναφερόμενο από τον Παυσανία βωμό (8, 26, 6) ζητούν οι επίτοκες και οι λεχώνες της πόλης τη συμπαράσταση του ύψιστου θεού.

 Άλλες ατομικές θεότητες του τοκετού

Ανάμεσα στις άλλες υπάρξεις που κατά τόπους λατρεύονταν για να διευκολύνουν τον τοκετό υπάρχουν μερικές ξένες θεότητες, όπως η Ίσις που από τα ελληνιστικά χρόνια είχε αναθήματα ως Ίσις λοχία, και ιδίως ένα πλήθος από τοπικές ηρωίδες που είναι σημαντικότερες όχι μόνο από την Ίσι, αλλά και από μερικές ολυμπιακές θεότητες· οι περισσότερες απ’ αυτές παρέμειναν άγνωστες, γιατί τα ιερά τους ήταν ταπεινά λαϊκά σεβάσματα. Ο Παυσανίας αναφέρει μερικές που ιδιαίτερα τράβηξαν την προσοχή του.

Στην Τεγέα τιμάται η Αυγή εν γόνασι, που κατά την παράδοση είναι κόρη του τοπικού βασιλιά Αλέου. Το λατρευτικό της άγαλμα την παρίστανε γονατιστή, κατά τη στιγμή του τοκετού, δηλαδή στη στάση που ο ομηρικός ύμνος παρουσιάζει τη Λητώ να γεννάει τον Απόλλωνα: γούνα δ’ έρεισε λειμώνι μαλακώ (στίχ. 117-118). Ο Παυσανίας ονομάζει την Αύγη Ειλείθυια και το ναό της ναό της Ειλείθυιας (8, 48, 7).

Στη γειτονική Μαντίνεια η τοπική θεά του τοκετού είχε το ιερό της σε λόφο που υψώνεται αμέσως στα βόρεια της πόλης. Τον καιρό του Παυσανία ο λόφος θεωρούνταν τύμβος της Πηνελόπης και υπήρχε παράδοση σχετική με το θάνατο και την ταφή στη Μαντίνεια της Πηνελόπης του Οδυσσέα (8, 12, 6). Δεν αποκλείεται η τοπική θεά να είχε το όνομα Πηνελόπη ή οποιοδήποτε άλλο και να ταυτίστηκε με τη γνωστή ηρωίδα του έπους στα πρώιμα ιστορικά χρόνια. Η ανασκαφή του ιερού της από την έφορο Θ. Καράγιωργα αποκάλυψε ναΐσκο και μεγάλο αριθμό πήλινων γυναικείων ειδωλίων που τα είχαν αφιερώσει επίτοκες γυναίκες, ιδίως στα γεωμετρικά και στα αρχαϊκά χρόνια (σε μικρότερη κλίμακα στα επόμενα, πριν από τη ρωμαϊκή εποχή.

 Όμοιος λόφος, χαρακτηριζόμενος, όπως και της Μαντίνειας, ως «ψηλός σωρός χώματος», δεντροφυτεμένος στην κορυφή, υπήρχε στα βόρεια των αρκαδικών Τρικολώνων και στα νότια του Μεθυδρίου. Ήταν κι αυτός, κατά τον Παυσανία, τύμβος που σκέπαζε την ηρωίδα Καλλιστώ, κόρη του βασιλιά Λυκάονα και μητέρα του Αρκάδα. Στην κορυφή είχε χτιστεί ναός της Αρτέμιδος καλλίστης (8, 35, 8), πράγμα που δεν αφήνει αμφιβολία πως το όνομα της ηρωίδας πλάστηκε από την προσωνυμία της θεάς. Υπήρχε και στην Αθήνα ιερό της Αρτέμιδος καλλίστης στην αρχή του δρόμου προς την Ακαδήμεια (στον έξω Κεραμεικό). Η λατρεία ασκούνταν προπάντων από γυναίκες, όπως φαίνεται από τα πολλά γυναικεία ονόματα των αναθηματικών επιγραφών. Σ’ ένα από τα ανάγλυφα η θεά παριστάνεται να κρατεί δάδα, όπως η Ειλείθυια.

Στα Μέγαρα ο Παυσανίας βρήκε τάφο της ηρωίδας Ιφινόης, κόρης του τοπικού βασιλιά Αλκάθου, η οποία είχε πεθάνει προ του γάμου. Γι’ αυτό το λόγο όλα τα κορίτσια, προτού παντρευτούν, συνήθιζαν να κάνουν χοές και να αφιερώνουν μέρος της κόμης τους στον τάφο για να εξευμενίσουν την ηρωίδα, ώστε να μη δυσκολέψει το δικό τους γάμο ή τη γέννηση παιδιών (1, 43, 4).

Και για άλλη ηρωίδα, ονομαζόμενη Εύκλεια, που είχε την ατυχία να πεθάνει προτού παντρευτεί, έκαναν οι νέοι και οι νέες της Βοιωτίας και της Λοκρίδας προ του γάμου ιλαστήρια θυσία για να αποτρέψουν τη νέμεσή της. Τον καιρό του Πλουτάρχου την Εύκλεια αυτή την είχαν ταυτίσει με την Άρτεμη λοχία (Αριστείδ. 20), χωρίς να αλλάξει η φύση της. Αντίθετα η Θηβαία ηρωίδα Πελαργή, αν και στη μυστική τελετή που κατά την παράδοση η ίδια είχε οργανώσει μετείχαν γυναίκες και αν και χρησμός από τη Δωδώνη είχε ορίσει γι’ αυτή θυσία εγκύου ζώου (Παυσ. 9, 25, 8), δεν ήταν θεά του τοκετού, αλλά ανήκε στον κύκλο της Δήμητρας και το έγκυο θύμα πρέπει να συνδεθεί με την επιδιωκόμενη καλή σοδειά, όπως σε επιγραφή της Μυκόνου ορίζεται για τη Δήμητρα θυσία υός εγκύμονος πρωτότοκον υπέρ καρπού.

βιβλιογραφία : Ν. Δ. ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ, ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ, Α.Δ

Αυτή η Δημοσίευση έχει ένα Σχόλιο

  1. ΧΡΟΝΙΑ ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΣΑΣ , ΤΩΡΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΡΗΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΣΑΣ ,
    ΑΠΛΑ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕΤΕ ΜΕ ΤΟΣΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ, ΕΑΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ , Ή ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΦΥΛΗ ΥΠΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ; ; ;
    ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 30 ΧΡΟΝΙΑ ΕΓΙΝΑΝ 24.000.000 ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΣΒΑΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΗ ΜΑΣ ΕΛΛΑΔΑ ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ , ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟΙ ΑΠΟ ΨΕΥΤΟΙΘΑΓΕΝΕΙΕΣ , ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΔΗΘΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΟΥΛΗ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ,
    ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Η ΕΒΡΑΪΚΗ ΒΟΥΛΗΣΗ
    ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ ,
    ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΕΒΡΑΙΟΚΡΑΤΕΙΤΑΙ !
    ΤΡΑΠΕΖΕΣ , ΜΜΕ , ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ , ΚΡΑΤΗ , ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ….
    ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΣ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Η ΕΛΛΑΔΑ
    ΒΑΔΙΖΕΙ ΒΑΣΗ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟ….

    ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΜΚΟ ΣΤΟ – ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ – ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
    ΕΙΝΑΙ ΕΒΡΑΙΩΝ !!!

    ΕΝΩ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ,ΤΟΥΣ ΔΙΩΧΝΟΥΝ ……

    ΓΕΜΙΣΕ ΟΙ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ ΞΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟ ΚΥΝΟΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΩΣ ΚΟΡΗΝ ΟΦΘΑΛΜΟΥ….

    ΕΝΩ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ : ΜΕ ΓΕΜΑΤΑ ΦΕΡΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΔΕΙΕΣ ΚΟΥΝΙΕΣ….

    Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ.

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
    .

Αφήστε μια απάντηση