ΟΙ ΓΕΝΕΘΛΙΕΣ ΝΥΜΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΟΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ , ΤΙΜΩΜΕΝΟΙ ΘΕΟΙ

ΟΙ ΓΕΝΕΘΛΙΕΣ ΝΥΜΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΟΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ , ΤΙΜΩΜΕΝΟΙ ΘΕΟΙ

Οι Γενέθλιες Νύμφες και οι επίτοκες γυναίκες

Από το πλήθος των μυθικών υπάρξεων, των γνωστών ως Νυμφών, ένα μέρος ήταν δημιουργήματα ποιητικής φαντασίας, και χωρίς λατρευτική σημασία. Περισσότερες όμως ήταν οι πολυώνυμες άλλες Νύμφες που δέχονται λατρεία, συνδεμένες πάντα με συγκεκριμένο ιερό χώρο (σπηλιά, άλσος ή πηγή). Επειδή το χώρο αυτό συχνά τον μοιράζονται με τον Πάνα ή με τον Ερμή, τιμώνται όχι μόνο από τις επίτοκες γυναίκες, αλλά και από βοσκούς και από παντός είδους αγροδίαιτους ή δασοδίαιτους ή ορεσίβιους ανθρώπους. Η είσοδος στα ιερά των Νυμφών γίνεται με ευλάβεια, γιατί ως χθόνιες θεότητες εμπνέουν φόβο, όπως οι Ερινύες ή οι Μοίρες. Πολύ συχνά οι Νύμφες παριστάνονται μαζί με θεούς του Κάτω Κόσμου, με τον Πλούτωνα, την Περσεφόνη και τον χθόνιο Διόνυσο (Παυσ. 5, 20, 3). Μερικοί άνθρωποι, μπαίνοντας στη σπηλιά, συγκλονίζονταν και παρέμεναν επί πολύ ή για πάντα νυμφόληπτοι. Αυτό το γράφει ο Πλούταρχος, Αριστ. 11, για πολλούς επισκέπτες των Σφραγιτίδων Νυμφών του Κιθαιρώνα, των οποίων η σπηλιά, ονομαζόμενη από τον Παυσανία Σφραγίδων άντρον, ήταν παλαιότερα μαντείο, όπου οι ίδιες οι Νύμφες αποκάλυπταν το μέλλον (9, 3, 9). Άλλες θεραπεύουνν από αρρώστιες, όπως οι Ανιγρίδες ή Ανιγριάδες Νύμφες της Ήλιδας, στη σπηλιά των οποίων πηγάζει το νερό που γιατρεύει τις δερματοπάθειες (Παυσ. 5, 5, 11), ή οι Ιωνίδες, επίσης της Ήλιδας, που κι αυτών το ιερό είναι πάνω σε ιαματική πηγή (Παυσ. 6, 22, 7).

Πως οι Νύμφες είναι και θεότητες του τοκετού ή και κουροτρόφες το πίστευαν σ’ όλη την Ελλάδα από την αρχαιότητα. Από την πίστη αυτή, και επομένως από την πραγματική λατρεία, είναι εμπνευσμένοι μερικοί μύθοι που πρέπει να ξεχωρίζονται από τα αυθαίρετα δημιουργήματα της ποιητικής φαντασίας: στην Αρκαδία έλεγαν πως, όταν γεννήθηκε ο Ζευς, Νύμφες είχαν παρασταθεί στη λεχώνα μητέρα του Ρέα (Παυσ. 8, 41, 2). Μια Νύμφη με το ιδιαίτερα σημαντικό όνομα Μαία είχε την κατοικία της σε σπηλιά της Κυλλήνης. Είναι η μητέρα του Ερμή, ο οποίος γεννήθηκε στη σπηλιά αυτή. Σε Νύμφες είχε πάει αργότερα ο Ερμής το βρέφος Διόνυσο για να το αναθρέψουν. Τον Δία, όταν ήταν βρέφος, τον είχαν αναθρέψει μακριά από τους γονείς του οι Γεραιστιάδες ή Γεραιστίδες Νύμφες (Μέγα Ετυμολ.), κόρες του αρχαιότατου Κύκλωπα Γεραίστου, που τον είχε ρίξει στον Τάρταρο ο Ουρανός και τον ελευθέρωσε αργότερα ο Κρόνος.

Σ’ όλη την Ελλάδα από γυναίκες δέχονται οι Νύμφες τη θερμότερη λατρεία. Όσες θα γίνουν μητέρες πρώτα σκέφτονται τον εξευμενισμό των Νυμφών, αν ξέρουν κάποιο ιερό τους. Η μεγάλη απόσταση ή η δυσπρόσιτη θέση του ιερού δεν αποτελούσε εμπόδιο, αλλά μάλλον θεωρούνταν πλεονέκτημα για την ευκολότερη κατάκτηση της συμπάθειας των Νυμφών. Η σπηλιά του χωριού Πάνω Πιτσά της Κορινθίας βρίσκεται σε κορφοβούνι και μακριά από κάθε κατοικημένη θέση στην αρχαιότητα (όπως και σήμερα). Είναι η διδακτικότερη για την παλαιότητα της λατρείας των Νυμφών ως θεοτήτων του τοκετού. Η ανασκαφή του Α. Ορλάνδου 1 έφερε σε φως πλήθος πήλινων γυναικείων ειδωλίων, από τα οποία τα παλαιότερα παριστάνουν νέες όρθιες με μακρούς χιτώνες και με τους βοστρύχους της κεφαλής να πέφτουν στο στήθος, όπως των αρχαϊκών κορών. Μια απεικονίζεται με σαφήνεια ως έγκυα γυναίκα (Εικ 1). Χρονολογικά τα ευρήματα αρχίζουν από τον -7ο αιώνα και συνεχίζονται σ’ όλη την αρχαιότητα, αν και από τα ελληνιστικά χρόνια το ιερό μπήκε σε περίοδο παρακμής. Υπάρχουν και πήλινα αγγεία και κομμάτια από τέσσερες έγχρωμους ξύλινους πίνακες (ο καλύτερα διατηρούμενος υπογράφεται από Κορίνθιο ζωγράφο). Γυναικείες μορφές απεικονίζονται σ’ όλα τα κομμάτια. Στο καλύτερο (του οποίου ελαφρά συμπληρωμένο αντίγραφο είναι η εικ.2), φαίνεται προετοιμασία θυσίας που γίνεται από γυναίκες και παιδιά. Η πρώτη γυναίκα, μπροστά στο βωμό, κρατεί την πρόχουν των υγρών μειλιγμάτων, με τα οποία αρχίζει η ιεροπραξία, ενώ άλλα λατρευτικά σκεύη βρίσκονται σε δίσκο που η ίδια κρατεί στο κεφάλι. Από τα τρία παιδιά το μικρότερο κρατεί το ζώο της θυσίας (προβατίνα, όπως φαίνεται από την έλλειψη κεράτων) και τα δυο μεγαλύτερα παίζουν μουσικά όργανα (λύρα και αυλό). Οι γυναίκες πλησιάζουν στεφανωμένες, όπως και τα άλλα πρόσωπα του πίνακα, με κλαδιά μυρτιάς, ενώ άλλα κλαδιά κρατούν στα χέρια μαζί με ταινίες. Ο ζωγράφος σημείωσε και τα ονόματα των γυναικών, από τα οποία διατηρήθηκαν καλύτερα της πρώτης πίσω από τους μικρούς μουσικούς (Ευκολίς) και της επόμενης (Ευθυδίκα). Η αναθηματική επιγραφή ανέθεκε ταις Νύνφαις, που είναι αρκετά φθαρμένη εδώ, διατηρήθηκε καλύτερα σ’ άλλο πίνακα. Όπως και σ’ άλλες σπηλιές συλλατρεύονται και εδώ ο Παν και ο Διόνυσος (κατά τους μύθους ο πρώτος ως αγροδίαιτος και ο δεύτερος ως αναθρεμμένος από τις Νύμφες).

Το πολύ ευρύχωρο Κωρύκιο άντρο του Παρνασσού είναι εξίσου δυσπρόσιτο από κάθε κατοικημένη θέση, σημερινή ή της αρχαιότητας, σε υψόμετρο που πλησιάζει τα 1400 μ., αλλ’ αρκετά χαμηλότερα από την ψηλότερη κορυφή του βουνού. Αφιερώθηκε στις κωρύκιες Νύμφες σχεδόν στην αρχή των ιστορικών χρόνων (στα προϊστορικά χρόνια είχε κατά καιρούς κατοικηθεί). Σε μεγαλύτερη ακμή η λατρεία των Νυμφών ήταν και εδώ στα αρχαϊκά και στα κλασσικά χρόνια. Αναθήματα γίνονται από όλη τη Φωκίδα και τη Βοιωτία. Βοιωτικό ανάθημα, που έγινε 30 ή 40 χρόνια μετά τους περσικούς πολέμους, θεωρείται ένα σύνταγμα 12 πήλινων Νυμφών που παραστάθηκαν σε κύκλιο χορό, με τον Πάνα στη μέση. Γυναικεία αναθήματα είναι χάλκινες πόρπες, περόνες και κοσμήματα, και χάλκινο ειδώλια παιδιών, καθώς και περισσότερα πήλινα ειδώλια και αγγεία2.

Σε αρκετά μεγάλο ύψος της θεσσαλικής Όσσας υπάρχει όμοια σπηλιά των Νυμφών. Σε αναθηματικό τάμα ή αίτηση για αίσιο τοκετό οι Νύμφες αποκαλούνται Ορειάδες: Ορει[άσιν] Ενπεδόκλεια Φιλοδαμεία περ γενεάς, ενώ σ’ άλλες που αποτελούν εκπλήρωση ταματος απλώς Νύμφες: Νύμφαις Μικρά, Δαμοσθενεία ευξάμεναι, και Π]υρίχα συν Τισ[ικρατ]εία Νύνφαις.3

Ιερό Νυμφών υπάρχει και στα Μέγαρα κοντά στις πύλες, από όπου αρχίζει ο δρόμος για το επίνειο Νίσαια. Το ιερό αυτό τον καιρό του Παυσανία λεγόταν των Ειλειθυιών (1, 44, 2). Παλαιότερα όμως ήταν των Νυμφών, όπως φαίνεται από το όνομα των πυλών που ανέκαθεν ονομάζονταν Νυμφάδες (ως γειτονικές του ιερού). Όταν η λατρεία της Ειλείθυιας είχε διαδοθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι Νύμφες των Μεγάρων έγιναν Ειλείθυιες, αποκτώντας με το όνομα αυτό μεγαλύτερη επισημότητα (γιατί το έπος είχε κάνει τις Ειλείθυιες, κόρες της Ήρας, Ιλ. Λ 270). Αντίθετα, στην κρητική Αμνισό, την κοιτίδα της λατρείας της Ειλείθυιας, οι ποιητές έβλεπαν κάποτε όχι μια μεγάλη θεά, αλλά ομάδα Νυμφών, τις οποίες ο Καλλίμαχος ονομάζει Αμνισίδες Νύμφες (Ύμν. 3, 15) ή Αμνισιάδες (3, 162).

Στην περιοχή της Αθήνας υπάρχουν αρκετά ιερά Νυμφών, χωρίς όμως ακμαία λατρεία στην αρχαιότητα. Ένα βρίσκεται στον πεδινό χώρο των Εχελιδών, σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Νέου Φαλήρου. Η θέση του ανάμεσα στα μεγάλα κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά και πολύ κοντά στον ιππόδρομο των Παναθηναίων (δηλ. στον πεδινό χώρο που χρησιμοποιούνταν για τους ιππικούς αγώνες των μεγάλων Παναθηναίων) δεν ευνοεί την άνθηση μιας λαϊκής λατρείας, όπως των Νυμφών. Σε ανάγλυφο από τη θέση, με την αναθηματική επιγραφή Ερμή και Νύμφαις, ο θεός απεικονίζεται ως απλός ποιητικός νυμφαγέτης. Επιδειχτικό και άτονης ευλάβειας ανάθημα είναι και ένα άλλο, προοριζόμενο

για δέκα ταυτόχρονα θεούς, με το οποίο ο αναθέτης παρουσιάζει με στόμφο κατάλογο γενέθλιων και κουροτρόφων θεών, όπου συμπεριέλαβε ακόμη και τις Γεραιστίδες ή Γεραιστιάδες Νύμφες, που ήταν άγνωστες σε όσους δε διάβαζαν παλιά έπη. Ως κουροτρόφοι μπορούν να θεωρηθούν οι τρεις ποτάμιοι (Αχελώος, Κηφισός, Καλλιρρόη), καθώς και οι «Γεραιστές», και ως καθαρά «γενέτειρες» θεές η Άρτεμις λοχία, η Ειλείθυια, η Λητώ, οι «γενέθλιες Νύμφες» και η Ραψώ ή Μοίρα. Επικεφαλής όλων αυτών ο πολυμαθής αναθέτης έβαλε (ως ενδέκατη, αν συνυπολογιστεί και ο Απόλλωνας) τη θεά Εστία, γιατί η τάξη απαιτεί απ’ αυτή ν’ αρχίζει κάθε προσφορά και γιατί η γιορτή των Αμφιδρομίων σχετίζει κάθε νεογέννητο με την Εστία εισάγοντάς το στην οικογένεια.

Η επιγραφή  IG II² 4547 έχει ως εξής:

Εστίαι, Κηφισώι, Απόλλωνι πυθίωι, Λητοί, Αρτέμιδι λοχίαι, Ιλειθύαι, Αχελώιωι, Καλλιρόηι, Γεραισταίς, Νύμφαις γενεθλίαις, Ραψοί

Το λεγόμενο από το Μένανδρο (απόσπ. 127) Νυμφαίον των Φυλασίων, γνωστό στα νεότερα χρόνια ως Λυχνοσπηλιά (από το πλήθος των αρχαίων πήλινων λύχνων που υπήρχαν μέσα), βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από τη Φυλή, στην οποία ανήκε, καθώς και από το σημερινό χριστιανικό μοναστήρι των Κλειστών, αλλά σε θέση κατάλληλη για την ανάπτυξη μιας θερμής λατρείας, δηλ. στη δυσπρόσιτη αριστερή όχθη του ίδιου φαραγγιού και ρέματος που περνάει κοντά στο χριστιανικό μοναστήρι. Από τα ευρήματα, που είναι νεότερα του -5ου αιώνα, φαίνεται πως είναι το κέντρο μιας εορτής των Φυλασίων, από τις αναθηματικές όμως επιγραφές για τον Πάνα, τις Νύμφες και τον Ερμή δε φαίνεται μέχρι ποιου βαθμού ανήκε στις γυναίκες ή στους βοσκούς και τους άλλους ξωμάχους.4

Η σπηλιά του Αναγυρούντα (κοντά σε μια από τις νοτιότερες κορυφές του Υμηττού, προσιτή με κουραστική ανάβαση αριστερά του δρόμου Βάρης-Κορωπιού, αλλά σε μεγάλη απόσταση από τη Βάρη και ακόμα μεγαλύτερη από το Κορωπί) είχε διασκευαστεί, σύμφωνα με επιγραφές του -5ου αιώνα, του νυμφόληπτου Αρχέδαμου, ως τόπος λατρείας των Νυμφών (όχι άλλων θεών η αφιέρωση επαναλαμβάνεται σε τρεις επιγραφές του αναθέτη). Υπάρχουν και αναθηματικές επιγραφές για τις Νύμφες από διάφορες εποχές, με αναθέτες όμως πιο πολλούς άντρες παρά γυναίκες. Όπως είναι φυσικό, δεν άργησε να προστεθεί στις Νύμφες και ο Παν και ο Ερμής (που απεικονίζεται σε ανάγλυφα μαζί με τις Νύμφες), καθώς και ο Απόλλων (AJA 1903, σ. 263). Πολλοί πιστεύουν πως σ’αυτές τις Νύμφες είχαν τάξει θυσία οι γονείς του Πλάτωνα για την αίσια γέννησή του. Αργότερα, εκπληρώνοντας το τάμα, ανέβηκαν και οι δυο στη σπηλιά, φέρνοντας μαζί τους και το νήπιο Πλάτωνα, και θυσίασαν τοις εκεί θεοίς, Πανί και Απόλλωνι και Νύμφαις (Βιογραφ. Πλάτωνα του Ολυμπιόδωρου. Βλ. και Αιλιανού, Ποικ. Ιστ. 10, 21). Μπορούμε να υποθέσουμε πως πολλοί από τους άντρες που εμφανίζονται στις επιγραφές ως αναθέτες εκπλήρωναν και αυτοί τάμα, που είχαν κάνει από κοινού με τη σύζυγό τους, όπως οι γονείς του Πλάτωνα. Η εξαιρετικά δυσπρόσιτη θέση της σπηλιάς και η σεβάσμια (ακέφαλη σήμερα) καθιστή σε θρόνο μορφή, η σκαλισμένη στο βράχο μέσα στη σπηλιά, που εύκολα εμπνέει σεβασμό ως αυστηρή θεϊκή ύπαρξη, επιτρέπουν τη συγκαταρίθμηση του ιερού στους χώρους όπου διατηρήθηκε η λατρεία των γενέθλιων Νυμφών.

Ν. Παπαχατζής

Υποσημειώσεις

  1. Έκθεση του Α. Ορλάνδου για την ανασκαφή στην Enciclopedia dell’arte antica 6, 1964, λ. Pitsà. Βλ. και ΑΑ 1935, σ. 197 κ.π. (Η ανασκαφή είχε γίνει στα 1934).
  2. (BCH 1971, Χρον., σ. 771 κ.π. και ΑΔ 26 (1971): Χρονικά, σ. 285 και BCH Suppl. IV, σ. 365 κ.π.)
  3. (BSA 1908-1909, σ. 243 κ.π.).
  4. (ΑΕ 1905, σ. 99 κ.π. και 1918, σ. 1 κ.π.).

Αφήστε μια απάντηση