Η ΘΕΑ ΡΕΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΦΡΥΓΙΚΗ «ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ» – Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ – Ο ΦΡΥΓΑΣ ΑΤΤΙΣ- ΟΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ ΙΕΡΕΙΣ – ΤΟ ΜΗΤΡΩΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ – ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΕΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΦΡΥΓΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ – Η ΦΡΥΓΙΚΗ ΘΕΑ ΤΗΣ ΠΕΣΣΙΝΟΥΝΤΑΣ – ΤΟ ΦΡΥΓΙΚΟ ΚΥΒΕΛΟΝ ΟΡΟΣ – ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΦΡΥΓΙΚΗΣ ΘΕΑΣ – Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΡΥΓΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ – Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΛΑΤΡΕΙΑ – Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΗΣ ΡΕΑΣ ΣΤΗΝ ΦΡΥΓΙΚΗ ΘΕΑ – Η ΦΡΥΓΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΗ – ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ – ΧΙΤΤΙΤΕΣ – ΦΡΥΓΕΣ – ΚΙΜΜΕΡΙΟΙ-ΛΥΔΟΙ – ΠΕΡΣΕΣ

Η ΘΕΑ ΡΕΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΦΡΥΓΙΚΗ «ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ» – Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ – Ο ΦΡΥΓΑΣ ΑΤΤΙΣ- ΟΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ ΙΕΡΕΙΣ – ΤΟ ΜΗΤΡΩΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ – ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΕΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΦΡΥΓΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ – Η ΦΡΥΓΙΚΗ ΘΕΑ ΤΗΣ ΠΕΣΣΙΝΟΥΝΤΑΣ – ΤΟ ΦΡΥΓΙΚΟ ΚΥΒΕΛΟΝ ΟΡΟΣ – ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΦΡΥΓΙΚΗΣ ΘΕΑΣ – Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΡΥΓΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ – Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΛΑΤΡΕΙΑ – Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΗΣ ΡΕΑΣ ΣΤΗΝ ΦΡΥΓΙΚΗ ΘΕΑ – Η ΦΡΥΓΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΗ – ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ – ΧΙΤΤΙΤΕΣ – ΦΡΥΓΕΣ – ΚΙΜΜΕΡΙΟΙ-ΛΥΔΟΙ – ΠΕΡΣΕΣ

Η μητρική θεότητα ξένη από την Ολυμπιακή θρησκεία


Οι λαοί της Εγγύς Ανατολής ήθελαν στο κέντρο του πανθέου τους μια μεγάλη θεά, τιμώμενη ως «Μητέρα των θεών και ανθρώπων» (στην Μικρά Ασία την Δινδυμήνη Μητέρα ή Άγδιστι, στην Συρία την Ατάργατι ή Δερκετώ, στην Αίγυπτο την Ίσι).
Αντίθετα, στο Ολυμπιακό πάνθεο των Ελλήνων ποτέ δεν ξεχώρισε ούτε θεά «Μητέρα» ούτε καμιά «Μεγάλη θεά»: υπήρχε μόνο θεός Ύ ψ ι σ τ ο ς Ζ ε υ ς, «πατήρ ανδρών τε θεών τε». Ακόμα και όταν στο πάνθεο αυτό δημιουργήθηκαν έννοιες υπεροχής ορισμένων μελών του, αναγνωρίστηκε από το έπος δεύτερος θεός (όχι θεά) ως κυρίαρχος του πελάγους και τρίτος ως ηγέτης του Κάτω Κόσμου (Ιλ.Ομ. Ο 187). Η απουσία της μεγάλης μητρικής θεότητας ήταν ο κύριος λόγος που συνέλαβε στο να γίνουν κατά καιρούς δεκτές στην ελληνική θρησκεία και οι τρεις παραπάνω μορφές της ανατολικής Μεγάλης Μητέρας, η φρυγική, η συριακή και η αιγυπτιακή.

[ Προηγήθηκε χρονολογικά η φ ρ υ γ ι κ ή, η οποία ήδη από τα πρώϊμα αρχαϊκά χρόνια είχε πλήθος ιερών στην Ελλάδα. Η σ υ ρ ι α κ ή είναι γνωστό πως στα μετακλασικά χρόνια είχε σημαντική θέση στην μεσσηνιακή Θουρία, πρώτα στην παλαιότερη πόλη πάνω στον παρακείμενο λόφο, όπου είχε ιδρυθεί το πρώτο ιερό της. Το ιερό εκείνο διατηρούνταν και τον καιρό του Παυσανία, οπότε ανθούσε η νεότερη πόλη, χαμηλά στην πεδιάδα. Στην κάτω πόλη χτίστηκε ευπαρουσίαστος ναός, χρησιμοποιούμενος από τους Θουριάτες και για το στήσιμο των ψηφισμάτων. Μέσα στο ναό η πόλη συνήθιζε να στήνει γραπτά πορτραίτα ξένων και εντόπιων ευεργετών της, ενώ μπροστά στην είσοδο του ναού έστηνε γλυπτικές εικόνες τους ή λίθινες στήλες με τιμητικά για αυτούς ψηφίσματα (Παυσ. 4,31,2). Η ίδια θεά, γνωστή από αλλού ως Ατάργατις και από Έλληνες συγγραφείς ως Δερκετώ, στην Θουρία είχε το όνομα «Συρία θεός». Στην εκτενή πραγματεία του Λουκιανού που έχει τον τίτλο «Περί της Συρίης θεού», ο συγγραφέας ασχολήθηκε με την ιστορία και την περιγραφή του συριακού ιερού της, όχι όμως και με την λατρεία, αν και το ιερό αυτό βρίσκονταν στη μικρή πόλη Βαμβύκη, την μετονομασμένη Ιεράπολις, πολύ κοντα στα Σαμόσατα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Στη Δήλο η θεά τιμώνταν ως Αφροδίτη. Το ίδιο και στο απόμερο Φίστυον της Αιτωλίας, παρά την Τριχωνίδα λίμνη του Αγρινίου, όπως φαίνεται από τοπικές αναθηματικές επιγραφές : «Αφροδίται Συρίαι Φιστυϊδι». Στην Αίγειρα της Αχαϊας ο Παυσανίας την βρήκε με το συνηθισμένο όνομα «Συρία θεός»: στο ιερό της οι Αιγειράτες μπορούσαν να μπαίνουν μόνο μετά από θρησκευτικό καθαρμό και νηστεία και έπαιρναν μέρος σε μυστική τελετή (7. 26,7). Η α ι γ υ π τ ι α κ ή Ίσις ήταν περισσότερο συνηθισμένη από την «Συρία θεά» στην μεταγενέστερη ελληνιστική και ρωμαϊκή Ελλάδα. Πολύ παρήγορη θεά για τους βασανισμένους άνδρες και γυναίκες που είχαν εσχατολογικές ανησυχίες (όπως έγραφε ο Πλούταρχος στην ειδική πραγματεία του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος 27). Λαμπρός ναός της έχει ανασκαφεί στην Ερέτρια, άλλοι ναοί και ιερά της φημισμένα υπήρχαν στον Πειραιά και στην Κόρινθο. Ο Παυσανίας με πολλή ευλάβεια περιγράφει σημαντικό ιερό της στην άσημη φωκική κώμη Τιθορέα που εόρταζε δύο φορές τον χρόνο, και πολλοί πήγαιναν για να μυηθούν στα εκεί μυστήρια (10, 32). Βρισκόταν έξω από την πόλη και είχε ευρύχωρο περίβολο. Στο αποκαλούμενο «άδυτο» έμπαιναν για την τελετή μύησης μόνον όσοι καλούνταν με όνειρο από την ίδια την θεά].


Η ίδια απουσία μητρικής θεότητας διευκόλυνε τον Αισχύλο να βρει στην τραγωδία των Ευμενίδων την αθωωτική ψήφο υπέρ του μητροκτόνου Ορέστη: ήταν η ψήφος της Αθηνάς η οποία, ως γεννημένη από το κεφάλι του Διός και επομένως «Αμήτωρ», μπορούσε (χωρίς το εμπόδιο που επιβάλλει το σέβας προς τη μητέρα) απερίφραστα να καταδικάσει την στυγερή συζυγοκτόνο Κλυταιμνήστρα και να αθωώσει τον Ορέστη. Η αθηνά δεν παραλείπει να συνοδέψει την αθωωτική ψήφο με λόγια: «Ψήφον δ’ Ορέστη τήνδε εγώ προσθήσομαι. Μήτηρ γαρ ου τις εστίν ή μ’ εγείνατο» (στιχ. 735-736). Ενώ όμως από την λατρεία ήταν αισθητή η απουσία της μητρικής θεάς, η ελληνική μυθολογία είχε να παρουσιάσει θαυμαστές γυναικείες μορφές που τραγουδήθηκαν από το έπος ή εγκωμιάστηκαν ως μητέρες θεών ή ηρώων. Όλες αυτές, ως γνήσιες μυθολογικές μορφές έμειναν έξω από την λατρεία, ενώ οι ανατολίτικες θεές λατρεύτηκαν, παραμένοντας χωρίς μύθους ή συνοδευόμενες από ελάχιστους που αποτελούσαν το δογματικό υπόβαθρο της λατρείας.

Η Ρέα των Ελλήνων, μορφή της μυθολογίας, όχι της θρησκείας


Στην Ελλάδα μια κατηγορία ποιητών θέλει την τιτανίδα Ρέα, κόρη του θεϊκού ζεύγους Γης και Ουρανού και πάρεδρο του τιτάνα Κρόνου, μητέρα έξι παιδιών. Από αυτά, κατά την ησιόδεια Θεογονία 435-457, τρείς είναι θεές (Εστία, Δήμητρα και Ήρα) και τρεις θεοί (Άδης, Ποσειδών και Ζευς). Ο ποιητής που εισήγαγε στο Ολυμπιακό πάνθεο το σχήμα αυτό ήξερε το παλιό δωδεκάθεο των έξι τιτάνων και έξι τιτανίδων που είχαν κυβερνήσει τον κόσμο μέχρι της δεκάχρονης τιτανομαχίας, ήξερε και την λαμπρή νίκη του Δία, με την οποία ανατράπηκε το πάνθεο εκείνο και εγκαθιδρύθηκε το Ολυμπιακό. Θερμός οπαδός του τελευταίου αυτού πανθέου είναι ο ίδιος ο ποιητής και ολόκληρη η ησιόδεια Θεογονία. Το ότι παρουσίασε τη Ρέα ως μητέρα έξι θεών σημαίνει πως επιθυμούσε να την προβάλει ως μητέρα του μισού τελευταίου πανθέου και επομένως ως ισχυρή διεκδικήτρια του τίτλου της «μητέρας των θεών», αφού ανάμεσα στους έξι είναι και ο αρχηγός του νέου πανθέου ο Ζευς με την πάρεδρό του Ήρα. Ο ποιητής αυτός ζούσε στον -7ο αιώνα και ήταν από εκείνους που ονειρεύτηκαν ένα νέο δωδεκάθεο (το τελευταίο και οριστικό) που ήταν προσαρμοσμένο να καταλήξει στον επόμενο αιώνα στην ίδρυση από τον Πεισίστρατο του «βωμού των δώδεκα θεών», στην αγορά των Αθηνών. Η θέσπιση ορισμένου αριθμού θεών, η οποία κατά ποικίλους τρόπους αμφισβητούνταν (Πλάτων Νόμοι 745) ήταν πάντα θέμα μυθολογίας. Στη θρησκεία δεν ήταν δυνατόν να θεσπιστεί σταθερή κοινότητα δώδεκα θεών. Ο παραπάνω ποιητής είχε παραλάβει αβασάνιστα από την Ιλιάς Ο 187-192 την τριάδα των θεών Άδη, Ποσειδώνα και Δία, οι οποίοι μετά την ήττα των τιτάνων είχαν μοιράσει μεταξύ τους τον κόσμο, και ο Ζευς κράτησε για τον εαυτό του τον «ευρύν ουρανόν», ο Ποσειδών πήρε την «πολίην άλα» και ο Άδης τον «ηερόεντα ζόφον». Πρόκειται για απλό απόηχο της έριδας των καινοτόμων εκείνων ποιητών που δημιούργησαν τη μυθολογία. Στην θρησκεία η Ήρα που έχει συμπεριληφθεί στο σχήμα των τριών γυναικείων θεών, ήταν αρχικά μια χθόνια θεά που μόνο πρόσφατα έχει υψωθεί στο Ουράνιο πάνθεο, για να γίνει η αναζητούμενη «κουριδίη άλοχος» του Δία, χωρίς όμως να μπορεί να προσαρμοστεί σ’ αυτόν τον ρόλο και χωρίς να ζει αρμονικά με τον ύψιστο θεό και ακόμη χωρίς να είναι η μητέρα των κυριοτέρων παιδιών του (Απόλλωνα, της Αρτέμιδος, της Αθηνάς, του Ερμού και του Διονύσου). Οι άλλες δύο θεές του σχήματος (η Εστία και η Δήμητρα) δεν ήταν ποτέ ούτε έγιναν ολυμπιακές ή ουράνιες θεότητες, αλλά παρέμειναν επίγεια στηρίγματα των ανθρώπων στην οικογενειακή ή αγροτική ζωή τους. Από τους τρεις θεούς του σχήματος, ο Άδης μόνο στο τελευταίο πάνθεο, το πρωτοεμφανιζόμενο στην Ιλιάδα, υψώθηκε σε ηγέτη του Κάτω Κόσμου σφετεριζόμενος ένα ρόλο που ως τότε ανήκε στον Ποσειδώνα. [Ο υποχθόνιος βασιλιάς Ποσειδών, πρωτοστατώντας στη δεκάχρονη σύγκρουση των Ολυμπίων θεών με τους τιτάνες «οπότε δεινόν περίαρχε πόντος απείρων, και γη μέγ’ εσμαράγησε, πεδόθεν δε τινάσσετο Όλυμπος», έσπευσε να οδηγήσει τους ηττημένους τιτάνες στον κάτω από την γη χώρο που θα γινόταν η αιώνια φυλακή τους. Ο χώρος εκείνος περιβάλλεται με τείχος, στο οποίο ο ίδιος ο Ποσειδών «θύρας επέθηκε χαλκείας (Θεογονία 732). Ο ¨Αδης δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνιση του εκεί. Όταν ο Ποσειδών περιέπεσε σε μυθολογική μορφή και έγινε ο μεγαλειώδης κυρίαρχος του πελάγους, παραχώρησε τον Κάτω Κόσμο σε έναν τοπικό σκληρό και αμείλιχο υποχθόνιο θεό που έχει το όνομα Αϊδης (Αόρατος)]. Το αρκετά τρωτό αυτό σχήμα χθόνιων και ουράνιων θεών καθιερώθηκε οριστικά από τους ποιητές των πρώϊμων αρχαϊκών χρόνων, και έτσι η Ρέα παραδόθηκε στη μυθολογία των ιστορικών χρόνων ως «Μητέρα των θεών», όπως η φρυγική Μεγάλη θεά (η οποία όμως δεν ήταν μυθολογική μορφή).

Μια άλλη κατηγορία ποιητών (αρχαιοτέρων όπως φαίνεται), αντί του ζεύγους Κρόνου και Ρέας θεωρούσε ως «γεννήτορες και τροφείς» όλων των θεών το θεϊκό ζεύγος Ωκεανού Τηθύος, αγνοήθηκε. Αγνοήθηκε και ο Θαλής που ήδη το -600 έτος, εμπνεόμενος από τους αρχαιότερους ποιητές, θεωρούσε τον ωκεανό (φιλοσοφικότερα το «υγρό στοιχείο») ως αρχή των όντων, αγνοήθηκε και ο Πλάτων που αρέσκονταν να σχολιάζει την ομηρική έκφραση «Ωκεανός, θεών γένεσις» (Κρατ. 402, Θεαιτ. 153), παραμερίστηκαν και οι στίχοι της Ιλιάδας που παρουσιάζουν την Ήρα (αν και κόρη της Ρέας) να ξέρει ταυτόχρονα και τον Ωκεανό ως «παντών γεννήτορα» (Ξ 246) και να δηλώνει πως θα πάει στα πέρατα της γης να συναντήσει τον Ωκεανό και τη μητέρα Τηθύν, οι οποίοι την είχαν πάρει στην οικεία τους και είχαν επωμισθεί την ανατροφή της, όταν ο Ζευς είχε νικήσει τον πατέρα της Κρόνο και τον είχε στείλει στον Άδη: «είμι γαρ οψομένη πολυφόρβου πείρατα γαίης Ωκεανόν τε, θεών γένεσιν, και μητέρα Τηθύν, οι με σφοίσι δόμοισιν εύ τρέφον ηδ’ ατίταλλον, δεξάμενοι Ρείης, ότε Κρόνον ευρύοπα Ζευς γαίης νέρθε καθείσε» (Ξ 200-204).

Έτσι, ήδη στον -7ο αιώνα, είχε παρουσιαστεί ο πειρασμός του ταυτισμού μιας γνήσιας μυθολογικής μορφής, όπως η Ρέα, με μια γνήσια θρησκευτική (για τους ανατολίτες) όπως η φρυγική θεά. Η διαφορά είναι ουσιώδης, γιατί οι προσωπικότητες της μυθολογίας, οσοδήποτε μεγαλειώδεις κι αν είναι και οσοδήποτε κι αν θαυμάζονται, δεν μπορούν να μπουν στο κέντρο μιας λατρείας, οι άνθρωποι δεν ζητούν από αυτές συμπαράσταση στις αντιξοότητες της ζωής, δεν ιδρύουν γι αυτές ιερά, δεν χτίζουν γι αυτές βωμούς ή ναούς και δεν κάνουν για αυτές θυσίες ή προσφορές. Από τα επόμενα θα γίνει φανερό πως στην κατηγορία των άνευ λατρείας μυθικών μορφών ανήκει, εκτός από την Ρέα και τις αδελφές και τους αδελφούς της, και ο πάρεδρος της Κρόνος.

[Η Ρέα είχε πέντε αδελφές και έξι αδελφούς (συμπεριλαμβανομένου του συζύγου της Κρόνου). Οι πέντε τιτανίδες αδελφές της ήταν: η Θεία (μητέρα της Ηούς, του Ηλίου και της Σελήνης), η Θέμις (μητέρα των τριών Μοιρών και των Ωρών), η Φοίβη (μητέρα της Λητούς) και η Τηθύς (μητέρα ποταμών και τροφός της Ήρας). Οι έξι τιτάνες αδελφοί της ήταν ο Ωκεανός, ο Υπερίων, ο Ιαπετός, ο Κοίος (πάρεδρος της Φοίβης και πατέρας της Λητούς), ο Κρίος (πατέρας του τιτάνα Πάλλαντα, του συζύγου της Στυγός) και ο δικός της πάρεδρος Κρόνος. Είναι φανερό πως οι μυθογενέτες ποιητές με προσοχή επέλεξαν για αδερφούς και αδελφές της Ρέας και για παιδιά τους μορφές μυθολογικές, όλες βρισκόμενες επί των ημερών τους εκτός λατρείας]

Το «Μητρώο» της Ολυμπίας και το αθηναϊκό «Κρόνιο», η εορτή «Τα Κρόνια» και «Τα Γαλάξια»

Στη συλλογή των ύμνων που επικράτησε να αποκαλούνται «ομηρικοί» παρουσιάζεται ως «Μήτηρ πάντων θεών και πάντων ανθρώπων» σε ειδικό ύμνο (αριθμού14) όχι η Ρέα, αλλά η φρυγική θεά με τα λεοντάρια, με τον ρυθμικό ήχο των τυμπάνων και των κυμβάλων και με την αρμονία των αυλών. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, της Μιλήτου και των άλλων αποικιών, ιδρυμένων στα προϊστορικά χρόνια, είχαν γνωρίσει τη μικρασιατική Μητέρα των θεών και την είχαν εισαγάγει στη θρησκευτική τους ζωή ήδη στα προϊστορικά χρόνια, ώστε στα γεωμετρικά ή στα πολύ πρώϊμα αρχαϊκά να εξελιχθεί σε μια από τις κυριότερες λατρείες τους. Μέσα στα πρώϊμα αρχαϊκά χρόνια η ίδια θεά είχε ιερό και στην αγορά των Αθηνών, ενώ ο Πίνδαρος λίγο μετά την ήττα των Περσών στις Πλαταιές φρόντισε προσωπικά ο ίδιος για την εμπέδωση της ίδιας λατρείας και στην βοιωτική Θήβα. Η τόσο πρώϊμη εξάπλωση μιας ξένης λατρείας στάθηκε εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας συγγενούς ελληνικής. Η Ρέα των Ελλήνων ποτέ δεν υπήρξε ανταγωνίστρια της μεγάλης φρυγικής θεάς. Αντίθετα ευνόησε την διάδοση της λατρείας της παραμένοντας η ίδια στην άνευ λατρείας σφαίρα της μυθολογίας και παρέχοντας το όνομα της Ρέα στην αρχικά ανώνυμη φρυγική θεά. Στη συλλογή των ίδιων «ομηρικών» ύμνων υπάρχει και ένας για τη θεά Γή (αρ. 30), στον οποίο η Γη χαρακτηρίζεται «παμμήτειρα» και «πρεσβίστη», η οποία τρέφει τους ανθρώπους και τα ζώα της ξηράς, καθώς και εκείνα που κατοικούν στα νερά (θάλασσα, τις λίμνες και τα ποτάμια) και τα άλλα που πετούν στον αέρα. Είναι «άλοχος ουρανού αστερόεντος», επομένως η μητέρα της Ρέας (όπως θέλει και η ησιόδεια Θεογονία). Για την ίδια τη Ρέα δεν υπάρχει κανένας ύμνος.

Στα ιστορικά χρόνια υπήρχαν στην Ελλάδα πολλά ιερά αποκαλούμενα «Μητρώα», τα οποία ανήκαν στη φρυγική θεά, συμπεριλαμβανομένου και του Μητρώου της αθηναϊκής αγοράς. Το Μητρώο της Ολυμπίας, στο βόρειο πέρας της Άλτης και μπροστά στη σειρά των θησαυρών, ήταν ο μικρότερος από τους τρεις ναούς της Άλτης και είχε χτιστεί στον -4ο αιώνα. Μεγαλύτερος και αρχαιότερος είναι εκεί ο ναός της Ήρας, της παλιάς χθόνιας θεάς, στην οποία ανήκε αρχικά ολόκληρο το ιερό. Στη βόρεια πλευρά της Άλτης, μεταξύ αυτής και του Κρόνιου λόφου, υπήρχε, πλήν του Ηραίου, και το πολύ παλιό ιερό της Γαίας (το Γαίον), γιατί χθόνια ήταν και του ιερού της Άλτης η καταγωγή, όπως και του δελφικού ιερού.

Στο -5ο αιώνα όμως έγινε εδώ μια αλλαγή, ολόκληρο το ιερό της Ολυμπίας αφιερώθηκε στον Ολύμπιο Δία, και χτίστηκε στη μέση της Άλτης ο μεγάλος μαρμάρινος ναός του, στο σηκό του οποίου στήθηκε το χρυσελεφάντινο φειδιακό άγαλμά του. Η μεγαλοπρέπεια του ναού αυτού επισκίασε όλα τα άλλα κτίσματα της Ολυμπίας. Όταν ο Παυσανίας βρέθηκε στην Άλτη, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον μικρό ναό που επί των ημερών του ονομαζόταν Μητρώο. Είχε την περιέργεια να εξακριβώσει, αν και αυτό ανήκε (όπως τα άλλα της σύγχρονής του Ελλάδας) στη φρυγική Μητέρα των θεών ή μήπως αυτό, ως ευρισκόμενο μέσα σε αρχαιότατο ιερό, ανήκε στην ελληνική Μητέρα των θεών. Απογοητεύθηκε όμως, γιατί μέσα στο Μητρώο της Άλτης δεν βρήκε άγαλμα ούτε της μιας ούτε της άλλης θεάς, αλλά μόνο ανδριάντες ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι απλώς στεγάζονταν στον χώρο (5, 20, 9). Επειδή το Μητρώο χτίστηκε όχι πολύ μετά το -400 έτος, είναι πιθανό πως οι Ηλείοι, μετά τη συμπλήρωση του λαμπρού ναού του Διός και την αφιέρωση του ιερού σε αυτόν, παραμέρισαν άλλες θεές που λατρεύονταν στην Άλτη, όπως τη Θέμιδα (Παυσανίας 5, 14, 10), την Ολύμπια Ειλείθυια (6, 20, 2), και την Γαία (5, 14, 10) και προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν μια συμβατική λατρεία ως απλή τιμή για τη μητέρα του Διός, Ρέα. Επειδή τιμές του είδους αυτού δεν ήταν συνηθισμένες για την Ρέα, ο ναός του μητρώου, αντί να διατεθεί για τη λατρεία της φρυγικής μεγάλης Μητέρας, προτιμήθηκε να παραχωρηθεί σε παρόμοια συμβατική λατρεία, με την οποία θα τιμώνταν ο αυτοκράτορας Αύγουστος. Είχε προβλεφτεί και ιερέας για τις τιμές προς τον Αύγουστο, αλλά κατά κανόνα οι ιεροπραξίες για ανθρώπους δεν ήταν αρεστές στους ευλαβείς πιστούς, γιατί υπονόμευαν την γνήσια θρησκευτικότητα (Πλούταρχος Λύσανδρος 18, Παυσανίας 8, 2, 5). Εγκαταλείφτηκαν κι αυτές και το Μητρώο άρχισε να χρησιμοποιείται ως απλή γλυπτοθήκη, όπως το βρήκε ο Παυσανίας.

Στην Ολυμπία ο Παυσανίας αναφέρει μια μακρά σειρά υποτυπωδών «θυσιών» που γίνονταν στην αρχή της εορτής (πριν τους αγώνες), έπρεπε όμως να επαναλαμβάνονται στην Άλτη κάθε μήνα, αφού δεν ήταν ούτε δαπανηρές ούτε χρονοβόρες. Αναφέρει 70 περίπου βωμούς, μόνιμους ή πρόχειρα κατασκευασμένους που ανήκαν είτε σε ολυμπιακούς θεούς είτε σε ήρωες ή και σε αφηρημένες έννοιες. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχε βωμός του ποταμού Αλφειού, του ποταμού Κλάδεου, της Ομόνοιας, της Νίκης, του Καιρού (της Ευκαιρίας), της Αγαθής Τύχης, του Ηρακλέους Παραστάτη και καθενός από τους τέσσερεις αδελφούς του. Ύστερα και βωμός «αγνώστων θεών». Στη σειρά των 70 αυτών βωμών αναφέρει αόριστα και έναν της «Μητρός των θεών», ο οποίος πρέπει να ήταν της συνηθισμένης φρυγικής θεάς (διότι ένα βωμό της Ρέας θα τον ξεχώριζε ως ασυνήθιστο, Η διαδικασία της «θυσίας» σε αυτούς τους βωμούς ήταν σύντομη : έκαιγαν πάνω σε καθέναν λίγο λιβάνι και λίγο σιτάλευρο ζυμωμένο με μέλι. Από μια οινοχόη γινόταν στο τέλος μια μικρή χοή κρασιού, μόνο σε ορισμένους όμως βωμούς.

Εκτός από τους Ηλείους είχαν φιλοτιμηθεί και άλλοι Έλληνες να τιμούν τον Δία ως αρχηγό του ολυμπιακού πανθέου. Το Ολυμπιείο των Μεγαρέων αποτελούνταν από επιβλητικό ναό του θεού, μέσα στον οποίο είχε στηθεί άγαλμα που παρίστανε τον Δία καθιστόν σε θρόνο, όπως το φειδιακό της Ολυμπίας. Ο Παυσανίας σημειώνει πως το άγαλμα ήταν των κλασικών χρόνων, αλλά είχε μείνει ημιτελές (1, 40, 4).
Οι Αθηναίοι κατόρθωσαν κι αυτοί να τιμήσουν αργά, αλλά αντάξια της πόλης τους τον Ολύμπιο Δία• ο αυτοκράτορας Αδριανός χρηματοδότησε την αποπεράτωση των εργασιών στο επί αιώνες ημιτελές αθηναϊκό Ολυμπιείο, και στο +131 έτος, έγιναν επίσημα τα εγκαίνια του μεγάλου ναού ενώπιον του ευεργέτη Αδριανού.

[ Οι Αθηναίοι της ύστερης αρχαιότητος ήταν περήφανοι για το δικό τους Ολυμπιείο που με το μεγαλείο του ανταγωνίζονταν το ιερό της Ολυμπίας, αφιερωμένα και τα δύο στον Δία, τον ηγέτη του ολυμπιακού πανθέου. Ο αθηναϊκός ναός περιβάλλεται από 104 μαρμάρινους κορινθιακούς κίονες και είναι οχτάστυλος τρίπτερος (στον πρόναο και τον οπισθόδομο) και εικοσάστυλος δίπτερος (στη βόρεια και τη νότια πλευρά). Μέσα στο σηκό ήταν στημένο το κολοσσιαίο άγαλμα χρυσελεφάντινο του Διός, εφάμιλλο του φειδιακού της Ολυμπίας. Ο ναός περιβάλλεται με χτιστό τοίχο που περικλείει ορθογώνιο χώρο μήκους περίπου 206 μέτρων και πλάτους 129 μέτρων].

Οι Αθηναίοι ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηλείων, αποφάσισαν να αποτίσουν και αυτοί μια συμβατική τιμή προς τους γονείς του Διός και έχτισαν, μετά τη συμπλήρωση όλων των εργασιών του Ολυμπιείου, έναν ευπαρουσίαστο μαρμάρινο ναϊσκο, με ιδιαίτερο χτιστό περίβολο και βωμό. Το μικρό συγκρότημα που ήταν αντίστοιχο στο Μητρώο της Ολυμπίας, βρίσκεται σε μικρή απόσταση έξω από το νότι βραχίονα του μεγάλου περιβόλου του Ολυμπιείου. Αποκαλούνταν κάποτε «Κρόνιον» από τη θέση του όμως κοντά στη ρεματιά του Ιλισού και στην σκιά του επιβλητικού Ολυμπιείου δεν μπορούσε να εξελιχθεί ποτέ σε κέντρο αυθύπαρκτης ή θερμής και πηγαίας λατρείας. Ήταν απλώς το κέντρο, από όπου δινόταν το σύνθημα της έναρξης της ετήσιας εορτής των Κρονίων, μιας καλοκαιρινής περιόδου αναψυχής και διασκέδασης. Το σύνθημα δινόταν με την υποτυπώδη θυσία που έκανε ο περιστασιακός «ιερέας του Κρόνου». Ο ιερέας αυτός έμοιαζε με εκείνους που η πόλη εξέλεγε για «ιεροπραξίες σκοπιμότητας», όπως ήταν οι θυσίες υπέρ της «ευημερίας της Ρώμης» ή του αυτοκράτορα Αυγούστου ή των άλλων τιμωμένων ηγεμόνων, για τους οποίους η πόλη ίδρυε ναούς και βωμούς και όριζε ιερείς με περιορισμένη δραστηριότητα. Ο Λουκιανός διασύρει ειδικά το «ιερέα του Κρόνου» σε συσχετισμό με την εορτή των Κρονίων με τρία ευθυμογραφήματα του που αποτελούν και τον διεξοδικότερο αρχαίο λόγο για την εορτή. Στο πρώτο που έχει τίτλο «Τα προς Κρόνον» δίνει την ευκαιρία να επικοινωνεί με τον θεό του. Ο πονηρός θεράπων του Κρόνου ευθύς μόλις παρουσιάστηκε η ευκαιρία αυτή, έσπευσε πρώτα να ζητήσει για τον εαυτό του πλούτο, χωράφια, ζώα, δούλους και ευπρεπή ενδύματα. Ο Κρόνος με επιδεξιότητα απέφυγε υποσχέσεις και υπενθύμισε στον ιερέα πως όσα ζητάει μπορεί να του τα δώσει μόνο ο νέος δυνάστης του ουρανού, ο Ζεύς, γιατί ο ίδιος, αφότου παραμερίστηκε από την διοίκηση του κόσμου, έχει αρμοδιότητα μόνο για το επταήμερο της εορτής των Κρονίων, για το οποίο θέλει όλους τους πανηγυριστές «πίνειν και μεθύειν και βοάν και παίζειν και κυβεύειν και τους οικέτας ευωχείν». Ο ιερέας, βλέποντας πως απέτυχε η πρώτη επιδίωξή του, προσπάθησε να αποσπάσει μια αυθεντική ομολογία του Κρόνου για την κατηγορία των ποιητών πως έτρωγε τα παιδιά του «ως κατήσθιε τα γεννώμενα υπό της Ρέας». Η ερώτηση εξόργισε τον Κρόνο, ο οποίος έβλεπε πως από τον ιερέα του έμμεσα κατηγορούνταν ως θεός-καννίβαλος. Τελικά συγκρατήθηκε και περιορίστηκε να απαντήσει πως η εύθυμη φύση της εορτής τον εμποδίζει να τιμωρίσει τον ασεβή ιερέα. Τα άλλα δύο ευθυμογραφήματα, με τους τίτλους «Κρονοσόλων» και «Επιστολαί Κρονικαί» συνδέονται αποκλειστικά με την εορτή: Κρονοσόλων είναι ’ενας «ιερεύς και προφήτης και νομοθέτης των αμφί την εορτή» (επομένως ορθότερα ονομαζόμενος Κρονοσόλων), ο οποίος θέτει τα θεμέλια μιας νομοθεσίας κατά των πλουσίων για να τους αναγκάσει να διαθέτουν ένα μέρος του πλούτου τους τους για τους ακτήμονες και πένητες, ώστε να μπορούν και αυτοί να εορτάζουν τα Κρόνια με ευπρεπή ενδύματα και με άφθονα φαγητά και ποτά. Επικρεμάμενη απειλή κατά των πλουσίων είναι η επιφύλαξη του Κρόνου να χρησιμοποιήσει εναντίον τους την κοφτερή άρπη, με την οποία ο ίδιος είχε ακρωτηριαστεί από τον Ουρανό. Οι πόρτες των αρχοντόσπιτων έπρεπε να μένουν ανοιχτές στην εορτή για να παίρνουν μέρος στις διασκεδάσεις και οι πένητες. Κατά την ανταλλαγή όμως «επιστολών» μεταξύ του Κρόνου και των πλουσίων οι πλούσιοι έδειξαν απροθυμία να συμμορφωθούν με την επιθυμία του Κρόνου βεβαιώνοντας πως όταν στο παρελθόν είχαν ανοίξει δοκιμαστικά τις θύρες των οικιών τους, οι πένητες υπήρξαν αχόρταγοι απαιτώντας για τον εαυτό τους το ένα μετά το άλλο και τελικά αποχώρησαν βλασφημώντας.

Η εορτή των Κρονίων αναγνωρίζεται ως μια ευκαιρία για διασκέδαση μετά την συγκομιδή της χρονιάς. Μετείχαν οι καλλιεργητές της γης μετά τον θερισμό και τον αλωνισμό μαζί με τους ακτήμονες, οι οποίοι με αμοιβή είχαν συμπαρασταθεί στις αγροτικές εργασίες. Από τις λουκιάνειες Κρονικές επιστολές είναι φανερό πως ο μη αγροτικός πληθυσμός περιοριζόταν να εορτάσει όσο πιο πλούσια επέτρεπαν τα έσοδα του, εκτός των εξαιρετικά απόρων, που είχαν παράπονα κατά των πλουσίων, γιατί δεν προθυμοποιούνταν «μετακοσμήσαι την εορτήν προς το ισόμοιρον».

Αν και αυτές οι χιουμοριστικές πραγματείες του Λουκιανού δεν προσφέρονται για την μελέτη της θρησκείας, μπορεί και σε αυτές να διακρίνει κανείς την έλλειψη πηγαίας λατρευτικής διάθεσης απέναντι του Κρόνου. Ο Κρόνος δεν λατρευόταν, σύγχυση όμως δημιούργησε ο αναφερόμενος στα «Εργα και Ημέραι» του Ησίοδου μύθος για το «χρυσούν γένος» των ανθρώπων που είχε ζήσει σε «πολύ παλαιά» εποχή, ταυτιζόμενη από μερικούς με την εποχή της βασιλείας του Κρόνου, οπότε η γή «αυτόματη καρπόν έφερε», οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς κόπους και βάσανα και χωρίς να χάνουν ούτε στα γεράματά τους το νεανικό σφρίγος. Όταν ερχόταν ο καιρός του θανάτου, απλώς έπεφταν σε έναν γλυκό και παρατεινόμενο ύπνο (στ. 109). Και οι σύγχρονοι του Παυσανία Ηλείοι, που επίσης δεν λάτρευαν τον Κρόνο, του είχαν πεί πως οι πρόγονοί τους που ζούσαν μακάριοι, όταν δυνάστης του ουρανού ήταν ο Κρόνος, είχαν τιμήσει από ευγνωμοσύνη τον Κρόνο με ναό στην Άλτη (5, 7, 6). Η αλήθεια είναι πως ο παμπάλαιος «κατά Κρόνο» βίος ανήκει στους λαϊκούς θρύλους και βασίζεται στην απλοϊκή δοξασία πως όσο παλαιότερη είναι μια εποχή, τόσο ευδαιμονέστεροι είναι οι άνθρωποί της.

Με την Ρέα νομίζουν μερικοί πως συνδεόταν στην Αθήνα αρχικά μια εορτή «Γαλάξια» που αργότερα συνδέθηκε με την φρυγική θεά. Πρόκειται όμως μια εορτή που είχε σημασία περισσότερο για την λαογραφία παρά για την θρησκεία: η λεγόμενη «γαλαξία» που ετοίμαζαν (αντί των πλούσιων εδεσμάτων των Κρονίων) προσφερόταν για την «καλοχρονιά» και ήταν αλεσμένο κριθάρι που πολτοποιούνταν όχι με νερό, αλλά με γάλα.

Οι θρύλοι για την Ρέα των Ελλήνων στην ύστερη αρχαιότητα

Ο Παυσανίας είχε συναντήσει πλήθος λαϊκών λατρειών στην Ελλάδα, συνήθιζε όμως να τις προσπερνάει χωρίς να τις αναφέρει, αν ήταν άσχετες με το ολυμπιακό πάνθεο. Σ΄αυτές ανήκε και η χριστιανική λατρεία που είχε τον καιρό του Παυσανία κάποιες κοινότητες πιστών που ο Παυσανίας τις προσπέρασε σιωπηλά. Το ίδιο είχε κάνει λίγο πριν για τον χριστιανισμό και ο πολυγραφότερος Χαιρωνέας Πλούταρχος, ο οποίος ήταν ακόμα στην ακμή του το α΄τέταρτο του +2 αιώνος. Ο Παυσανίας συνήθιζε να κάνει εξαίρεση στον κανόνα κάθε φορά που συναντούσε λατρείες με ασυνήθη ρόλο στην τοπική θρησκευτική ζωή. Την πρώτη θέση στο είδος αυτό των λαϊκών λατρειών είχε η Μητέρα των θεών, η οποία επί των ημερών του Παυσανία ήταν η φρυγική θεά. Ο Παυσανίας είχε συνηθίσει να τη συναντάει παντού στην Ελλάδα είτε με ζωντανή λατρεία συνοδευόμενη με μυστικές τελετές είτε με παλαιούς ναούς που είχαν χτιστεί στα κλασικά ή στα ελληνιστικά χρόνια και ήταν ερειπωμένοι στην εποχή του. Ερειπωμένος ήταν ένας κοντά στην αρκαδική Ασέα, «προς τη πηγή του Αλφειού»: ήταν χωρίς στέγη, με γκρεμισμένο μέρος των τοιχών, κατάλαβε όμως πως και αυτός ήταν ναός της φρυγική θεάς, γιατί ανάμεσα στα ερείπια διέκρινε δυό λίθινα λεοντάρια (8, 44, 3). Η ελληνική Μητέρα των θεών Ρέα κεντούσε περισσότερο το ενδιαφέρον του, αλλά δεν συναντούσε λατρείες της.

Εικ. 1-2. Η Ρέα των Ελλήνων (αριστερά) και η φρυγική Μεγάλη Μητέρα (δεξιά). Ο εικαστικός τύπος που επικράτησε στην Ελλάδα για την ησιόδεια Ρέα την παρουσιάζει όρθια να προσφέρει στον καθισμένο επί θρόνου Κρόνο τον «σπαργανωμένο λίθο» (ο Κρόνος πολύ σπάνια απεικονίζεται όρθιος). Η φρυγική θεά στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια παριστάνεται ως μεγαλοπρεπής ύπαρξη με τύμπανο στο αριστερό χέρι και σκήπτρο στο δεξί. Όταν κάθεται, στο δεξί χέρι, αντί του σκήπτρου, κρατεί φιάλη για να δέχεται τις Χοές των πιστών. Πλάι της πάντα ένα λεοντάρι. Η μορφή από αναθηματικό ανάγλυφο ελληνικής πόλης της δυτικής Μικράς Ασίας, σήμερα στο μουσείο της Βενετίας.

Τους περισσότερους θρύλους για την ελληνική Ρέα τους βρήκε στην Αρκαδία, όπου προσπάθησε να ανακαλύψει και κάποια λατρεία της για να την αντιπαραθέσει στην λατρεία της φρυγικής Μητέρας θεάς, για την οποία όλοι τότε χρησιμοποιούσαν το όνομα «Ρέα», όχι μόνο στον καιρό του Παυσανία, αλλά ίσως από την αρχή των ιστορικών χρόνων προκαλώντας σύγχυση σε όσους ήξεραν πως δεν επρόκειτο για την ίδια θεά (εικ. 1-2). Η προσπάθεια του φαίνεται πως υπήρξε μάταια.

Από τους Αρκάδες ιδίως οι Φυγαλείς καυχώνταν πως η Ρέα είχε γεννήσει τον Δία στον τόπο τους, σε κάποια θέση της πολύ εκτεταμένης νότιας πλαγιάς του Λυκαίου όρους. Τον ισχυρισμό τους στήριζαν στο όνομα ενός μικρού ρέματος της Φιγαλείας που πήγαζε από το Λύκαιο και χυνόταν στο μεγάλο ποτάμι της Νέδας που η κοίτη του αποτελούσε το όριο Αρκαδίας και Μεσσηνίας. Το όνομα του ρέματος ήταν Λύμαξ και οι Φυγαλείς έλεγαν πως οφειλόταν στα «λύματα» του τοκετού της Ρέας, τα οποία οι Νύμφες είχαν ρίξει στο τοπικό ρέμα για να φτάσουν στη θάλασσα διά μέσου της Νέδας. Στην πόλη όμως της Φυγάλειας ο Παυσανίας δεν είδε ούτε ναό ούτε υπαίθριο ιερό ούτε βωμό της Ρέας. Ούτε όμως στη νότια πλαγιά του Λυκαίου αναφέρει ναό ή βωμό (8. 39, 5-41, 10). Αυτού θα αναζητούσε κανείς τουλάχιστον υπαίθριο ιερό, παρά την πηγή ή την κοίτη του Λύμακα. Ακόμα και η συνηθισμένη προσφορά των παιδικών πλοκάμων που σημαίνει το αίσιο πέρασμα των παιδιών της Φιγαλείας από την παιδική ηλικία στην ώριμη δεν γινόταν στο Λύμακα που έρεε κοντά στα τείχη της πόλης, αλλά στην σχετικά απομακρυσμένη Νέδα (8, 41, 3) που πηγάζει κι αυτή από ύψωμα του Λυκαίου (8, 41, 3), περνάει στα νότια της Φιγαλείας και χύνεται στον κόλπο της Κυπαρισσίας.

Εκτός από του Φιγαλείς, διεκδικούσαν την παρουσία της Ρέας στον τόπο τους και οι κάτοικοι του Μεθυδρίου, μιας πολίχνης της κεντρικής ορεινής Αρκαδίας, δυτικά της σημερινής Αλωνίσταινας και νότια της Βυτίνας, επομένως αρκετά μακριά από τη Φιγάλεια. Οι Μεθυδριείς έλεγαν πως, αφού η Ρέα γέννησε τον Δία «εν μοίρα τινί του Λυκαίου» (συμφωνώντας σε αυτό με τους Φιγαλείς), πρόλαβε να καταφύγει στο δικό τους όρος το Θαυμάσιο (παραφυλαδα του Μαινάλου) και να κρυφτεί σε μια σπηλιά της κορυφής, όπου ετοίμασε τον «σπαργανωμένο λίθο» για να τον παραδώσει στον Κρόνο, όταν, αναζητώντας την επίτοκο Ρέα, θα έφτανε εκεί (8, 36, 3). Πραγματικά ο Κρόνος έφτασε και απατήθηκε από την ήδη αρτίτοκο Ρέα. Το νεογέννητοο βρέφος όμως έμεινε κρυμμένο στις πλαγιές του Λυκαίου, ασφαλές ανάμεσα στους υπό τον Οπλόδαμο γίγαντες, τους οποίους είχε φέρει στην Αρκαδία η Ρέα για την προστασία του παιδιού. Η σπηλιά του Θαυμασίου όρους ήταν χώρος ιερός στα ιστορικά χρόνια, γιατί εκεί είχε ευοδωθεί η απάτη που έσωσε τον Δία.

Οι Χαιρωνείς της Βοιωτίας πίστευαν πως η Ρέα είχε απατήσει τον Κρόνο και είχε σώσει τον Δία στο δικό τους απότομο ύψωμα Πετραχό, πετρώδη λόφο πάνω από από την πόλη τους. Την κορυφή του λόφου την είχαν αφιερώσει στον Δία και έστησαν εκεί το άγαλμά του, όχι μεγάλο (Παυσανίας 9, 41,6). Λατρεία της Ρέας δεν υπήρχε ούτε στον Πετραχό, αλλά μόνο του Δία.
Στον μεγάλο ναό της Ήρας που είχαν οι Πλαταιείς, εκτός από δύο αγάλματα της Ήρας (ένα καθιστό του -5ου αιώνος, έργο του Καλλίμαχου, και το άλλο όρθιο του -4ου αιλωνος, έργο του Πραξιτέλους) ο Παυσανίας είδε και «άγαλμα» της Ρέας που την παρίστανε σαν όρθια γυναίκα να προβάλλει με τα χέρια στον υποτιθέμενο «σπαργανωμένο λίθο» (9, 2, 7). Αυτό ο Παυσανίας λέει πως βρισκόταν στην «είσοδο» του ναού, όχι στην θέση του σηκού, όπου στήνονταν τα λατρευτικά αγάλματα. Επομένως είχε μεταφερθεί από αλλού στο ναό. Ο ναός που ήταν ξένος από την Ρέα, ανήκε στην Ήρα, της οποίας δύο αγάλματα ήταν στημένα σε διαφορετικά μέρη του σηκού.
Πόσο καινοτόμες είναι οι αρκαδικές παραλλαγές του μύθου του ζεύγους Κρόνου-Ρέας και των παιδιών τους, των καταπινόμενων από τον Κρόνο, φαίνεται από την σύγκριση καθεμιάς με τον βασικό μύθο, τον παραδιδόμενο από την Θεογονία 453-500 και από τον Απολλόδωρο 1, 1, 5: ο Κρόνος κατάπινε τα γεννώμενα, επειδή ο Ουρανός και η Γή του είχαν αποκαλύψει πως θα έχανε την βασιλεία στον ουρανό από ένα παιδί του. Κατάπιε πρώτα την Εστία, έπειτα την Δήμητρα, την Ήρα, τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα. Για να γλιτώσει το έκτο παιδί της η Ρέα κατέφυγε έγκυος στην Κρήτη και γέννησε τον Δία σε σπηλιά της Δίκτης. Ανέλαβαν την προστασία και την ανατροφή του Διός Νύμφες (με το γάλα της Αμάλθειας) και Κουρήτες ένοπλοι μέσα στην ίδια την σπηλιά, ενώ η Ρέα «λίθον σπαργανώσασα έδωκε Κρόνω καταπιείν ως τον γεγεννημένον παίδα». Στην σπηλιά της Δίκτης έγινε επίσης ιερό του Διός στα ιστορικά χρόνια. Κανόνας ήταν και στην Κρήτη, στο χώρο όπου είχε γεννηθεί ο Ζεύς ή όπου η Ρέα εξαπάτησε τον Κρόνο και έσωσε τον Δία, να τιμάται ο Ζεύς και όχι η Ρέα.

Από τον βασικό αυτό μύθο αρχαιότερες φαίνονται οι σχετικές αρκαδικές παραλλαγές, οι οποίες διατηρήθηκαν ζωντανές ως το τέλος της αρχαιότητας: ο Παυσανία, ευθύς μόλις μπήκε στην Αρκαδία από το πέρασμα του Αρτεμισίου προερχόμενος από την Αργολίδα, άκουσε από τους περίοικους της Μαντινείας με ποιο τρόπο η Ρέα είχε σώσει το πρωτότοκο παιδί της που για τους Αρκάδες είναι ο Ποσειδώνας (8, 10, 1): κατηφορίζοντας από τη Νεστάνη και πριν μπεί στη Μαντινεία, ο Παυσανίας συνάντησε μια πηγή Άρνη, για την οποία έμαθε από τους εντόπιους πως χρωστούσε το όνομα της στους πολλούς «άρνας» που βοσκούσαν γύρω. Κοντά στην πηγή, την Άρνη της Μαντινικής, όπως του είπαν οι Αρκάδες, η Ρέα είχε αφήσει τον Ποσειδώνα βρέφος ευθύς μετά την γέννησή του. Τον είχε εμπιστευθεί στους βοσκούς για να τον κρύψουν και να τον μεγαλώσουν με το γάλα των προβάτων. Οι βοσκοί έδωσαν στην Ρέα νεογέννητο πουλάρι αλόγου (γεννήθηκε έτσι ο πιο σεβάσμιος θεός της Μαντινικής, ο «Ιππίος Ποσειδών»). Ο Κρόνος κατάπιε το πουλάρι και ο νεογέννητος Ποσειδώνας επέζησε (8, 8, 2). Η παράδοση πως ήταν ο μεγαλύτερος από τους Κρονίδες έρχεται σ’ αντίθεση με τον στίχο Ν 335 της Ιλιάδας που θεωρεί τον Δία μεγαλύτερο του Κρόνου (Ζευς πρότερος γεγόνει και πλείονα ήδη), συμφωνεί όμως με την ησιόδεια Θεογονία πως ο Ζευς είναι το μικρότερο παιδί του (στ. 137) «οπλότατος γένετο Κρόνος, δεινότατος παίδων, θαλερόν δ’ ήχθηρε τοκήα».

Κοντά στην πηγή Άρνη, όπου η Ρέα είχε γεννήσει τον Ποσειδώνα, υψώνεται ο λόφος Αλήσιον, στην κορυφή του οποίου υπάρχει άλσος σφιερωμένο στη Δήμητρα, όχι την θεά των σιτηρών, η οποία λατρεύεται μαζί με την Κόρη μέσα στη Μαντινεία (8, 9, 2), αλλά η αυστηρή θεά του Κάτω Κόσμου, η λατρευομένη στην περιοχή της Θέλπουσας ως Δήμητρα Ερινύς (8, 25, 4) και στην περιοχή της Φιγάλειας ως Μέλαινα Δήμητρα (8, 42, 1). Στη Μαντινεία, χαμηλά στον ίδιο λόφο του Αλησίου, βρίσκεται το ιερό του μεγαλύτερου και αυστηρότερου θεού των Μαντινέων, του Ιππίου Ποσειδώνος, βασιλιά του Κάτω Κόσμου.Ο Παυσανίας διηγείται με πόσο σεβασμό προς το αρχαίο ιερό οι Μαντινείς το ανακαίνισαν (λίγο πριν ο ίδιος επισκεφτεί τον τόπο). Τον ίδιο σεβασμό προς το αρχαίο ιερό έδειξε και ο αυτοκράτορας Αδριανός που χρηματοδότησε την ανακαίνιση. Όλοι ήξεραν πως ασέβεια προς το ιερό τιμωρούνταν με θάνατο από τον ίδιο τον Ποσειδώνα, όπως έγινε με τον παλιό βασιλιά των Αρκάδων Αίπυτο. ¨Έτσι ο κοντινός στη Μαντινεία λόφος Αλήσιον φιλοξενούσε δύο συγγενή ιερά (στην κορυφή άλσος μεγάλης υποχθόνιας θεάς, και κάτω, στις υπώρειές του το ιερό του θεού-βασιλιά του Κάτω Κόσμου). Ως προς το όνομα Αλήσιον, ο Παυσανίας σημειώνει πως οφείλεται στην «άλη της Ρέας» (8, 10, 1). Αν δεν έγραψε εκ παραδρομής το όνομα της Ρέας αντί της Δήμητρας (στο μύθο της οποίας γίνεται λόγος για την άλη ή περιπλάνηση της που αποσκοπούσε στην ανεύρεση της αρπαγμένης Κόρη της), τότε το όνομα του Αλησίου ανταποκρίνεται σε κάποια πεποίθηση των Αρκάδων πως η Ρέα βρισκόταν σε απελπιστική θέση κάθε φορά που επρόκειτο να γεννήσει: πλανώνταν αναζητώντας δυσπρόσιτες σπηλιές σε βουνά, οι οποίες να χρησιμέψουν ως κρύπτη για τον τοκετό ή για την απόκρυψη του νεογέννητου, το οποίο αναζητούσε ο Κρόνος για να το εξαφανίσει. Αυτό θα έδινε μια αρκαδική παραλλαγή του μύθου για την γέννηση των θεών που είχαν μητέρα την Ρέα. Ανεξάρτητα από αυτό, είναι αλήθεια πως με την Ρέα της ησιόδειας Θεογονίας ο Παυσανίας είχε πολλές φορές την ευκαιρία να ασχοληθεί διασχίζοντας την Αρκαδία, πάντα όμως εξ αφορμής τοπικών θρύλων. Λατρεία της Ρέας δεν περιέγραψε πουθενά.

Η φρυγική θεά της Πεσσινούντας

Οι φρυγικές παραδόσεις για τη δική τους Μητέρα των θεών (πάντα όπως είναι γνωστές από ελληνκές φιλολογικές πηγές, γιατί οι ίδιοι οι Φρύγες δεν τις κατέγραψαν), είχαν ουσιώδεις διαφορές από τον ησιόδειο μύθο για την Ρέα. Μια από τις λιγότερο γνωστές, αναφερόμενη από τον Διόδωρο (3, 58) παρουσιάζει την θεά ως κόρη ενός παλαιού βασιλιά της Φρυγίας και της Λυδίας, του Μήονα, επώνυμου της αρχαίας Λυδία, η οποία από αυτόν αρχικά είχε το όνομα Μηονία ή Μαιονία. Ο Μήων είχε νυμφευθεί την Δινδύμη από την Φρυγία, η οποία του γέννησε ένα κορίτσι, ανεπιθύμητο από τον πατέρα του, ο οποίος το εξέθεσε σε φρυγικό βουνό ονομαζόμενο Κύβελον. το εκτεθειμένο κορίτσι, βρέφος ακόμη τρεφόμενο με γάλα παρδάλεων και άλλων θηρίων, το βρήκαν γυναίκες βοσκοί της Φρυγίας, οι οποίες από τον τόπο της ανεύρεσής του το ονόμασαν Κυβέλη. Όσο το κορίτσι μεγάλωνε γινόταν ωραιότερο. Αγαπούσε με πάθος τα τραγούδια και τον χορό και επινόησε την «πολυκάλαμη σύργγα» και χάριν του χορού τα τύμπανα (στρογγυλά, με την πληττόμενη επιφάνεια δερμάτινη), τα κ ύ μ β α λ α (σε σχήμα μπρούτζινων ημισφαιρίων αλληλοκρουόμενων) και τους αυλούς. Προς όλα τα μικρά παιδιά, ιδίως τα βρέφη, η Κυβέλη φερόταν σαν μητέρα φιλόστοργη και τα προστάτευε από κινδύνους. Όταν ενηλικιώθηκε, αγάπησε τον Άττι, ωραίο νέο του τόπου, και χωρίς να το πεί στον βασιλιά πατέρα της, άφησε την αγάπη να προχωρήσει ως την εγκυμοσύνη. Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και σκότωσε τον Άττι και τις γυναίκες τροφούς της κόρης του. Η Κυβέλη κυριεύτηκε από απελπισία και όρμησε θρηνώντας στους κάμπους, τα βουνά και τα λαγκάδια. Συνοδευόταν από τον παλιό και αφοσιωμένο φίλο μουσικό Μαρσύα που τον συμβουλευόταν στις μουσικές της δημιουργίες. Κατά τις περιπλανήσεις τους, ο Μαρσύας έχασε ένα στοίχημα σε αγώνα μουσικής προς τον Απόλλωνα και θανατώθηκε. Λίγο αργότερα έπεσε μια αρρώστια στη Φρυγία, και ο θεός που ρωτήθηκε παράγγειλε να τιμούν ως θεά την Κυβέλη, καθώς και τον Άττι που τον είχε σκοτώσει ο βασιλιάς. Για την θεά Κυβέλη στήθηκαν πρώτα βωμοί και αργότερα χτίστηκε ο ονομαστός ναός της στη φρυγική Πεσσινούντα, με την φροντίδα του βασιλιά της Φρυγίας Μίδα. Η λατρευτική εικόνα της θεάς συνοδευόταν πάντα με παρδάλεις ή λεοντάρια, γιατί αυτά της είχαν παρασταθεί στην βρεφική ηλικία της.

Ο Παυσανίας που θεωρούσε την φρυγική θεά ως την κυριότερη της ιδιαίτερης πατρίδας του (της Μαγνησίας του Σιπύλου) την ονομάζει Δινδυμήνη Μητέρα (7, 17, 9) ή Άγδιστη (7, 17, 10) και δεν χρησιμοποιεί ποτέ το όνομα Κυβέλη. Αναφέρει δύο μικρασιάτικες παραδόσεις γι αυτήν, αμφότερες της ύστερης αρχαιότητας (όπως και η παραπάνω παράδοση του Διόδωρου), δηλαδή της εποχής, οπότε η λατρεία της Μεγάλης θεάς ήταν κοινή με του Άττι. Την πρώτη την βρήκε στις ελεγείες του κολοφώνιου ποιητή Ερμησιάνακτα, ο οποίος γύρω στα -250, είχε γράψει για τον Αττι πως ήταν ωραίος νέος, φρυγικής καταγωγής, που όταν μεγάλωσε μετοίκησε στη γειτονική Λυδία και εισήγαγε εκεί μυστική λατρεία, με κέντρο τη θεά Μητέρα. Οι Λυδοί, άντρες και γυναίκες, δέχτηκαν με ενθουσιασμό την διδασκαλία του Άττι και φοιτούσαν σχεδόν αποκλειστικά στις μυστικές τελετές που εκείνος ίδρυσε, παραμελώντας την λατρεία του Διός. Οργισμένος ο Ζευς, έστειλε μεγάλο αγριόχοιρο να καταστρέψει τις καλλιέργειες των Λυδών. Ο Άττις και πολλοί Λυδοί έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να σκοτώσουν τον αγριόχοιρο, αλλά σκοτώθηκαν οι ίδιοι (7, 17, 9). Από τότε άρχισε στις μυστικές τελετές της Μεγάλης Μητέρας ο θρήνος για τον χαμό του Άττι.
Την άλλη παράδοση, πολύ διαφορετική από τις προηγούμενες, την βρήκε ζωντανή ο ίδιος ο Παυσανίας στην Πεσσινούντα της Φρυγίας (που είναι η γνησιότερη φρυγική, εικ. 3).

Εικ. 3. Πήλινο ειδώλιο της Κεντρική Μικράς Ασίας. Η Μεγάλη θεά του τοκετού ή Μεγάλη Μητέρα στην πρώϊμη -6η χιλιετία, ένθρονη σε στιγμή γέννας. Μια λεοπάρδαλις εκατέρωθεν του θρόνου.

Κατ’ αυτήν, ο Άττις ήταν γιός του Διός, σπέρμα του οποίου είχε ρεύσει στη γή, ενώ ο θεός κοιμώνταν. Από την γη γεννήθηκε μια θεϊκή ύπαρξη «ανδρόγυνος» (με ανδρικό και γυναικείο γεννητικό όργανο), η ονομαζόμενη στην Πεσσινούντα Άγδιστις. Οι θεοί φοβήθηκαν τη μελλοντική δραστηριότητα της θεάς και έσπευσαν να της αποσπάσουν το ανδρικό όργανο, το οποίο πέταξαν στη γη. Από αυτό φύτρωσε μυγδαλιά, τον καρπό της οποίας γεύτηκε μια Νύμφη του ποταμού Σαγγάριου. Η Νύμφη έμεινε έγκυος και γέννησε αγόρι που εξετέθη στο βουνό. Ένας τράγος ανέλαβε την προστασία του βρέφους, ώσπου αυτό μεγάλωσε και έγινε έφηβος: ήταν ο Άττις που ξεπερνούσε σε ομορφιά κάθε άλλον νέο του τόπου. Η Άγδιστις αγάπησε τον Άττι και του ζήτησε να μείνει για πάντα αφοσιωμένος στην λατρεία της, ζώντας αγνά και διεκπεραιώνοντας τις ιεροπραξίες στον ναό της. Ο Άττις δέχτηκε την τιμή, βεβαιώνοντας με όρκο την απόφασή του να μείνει αγνός. Αργότερα πάτησε τον όρκο του, για να νυμφευτεί στην Πεσσινούντα την κόρη του βασιλιά. Την ώρα που ψαλλόταν ο υμέναιος, παρουσιάστηκε η Άγδιστις, και η αιφνίδια εμφάνισή της προκάλεσε τη μανία του Άττι, κατά την διάρκεια της οποίας μόνος του απέκοψε τα γεννητικά του όργανα, τα οποία θεώρησε ως την αιτία της συμφοράς (7, 17, 10-12). Ο μύθος αποτελεί την δικαιολογία του αυτοευνουχισμού των μυσταγωγών της θεάς, οι οποίοι στην κοινή λατρεία της Μεγάλης Μητέρας και του Άττι παίρνουν την θέση του Άττι.

Την λατρεία της φρυγικής θεάς την είχαν δεχτεί πρώτοι οι Ίωνες και οι άλλοι Έλληνες άποικοι της δυτικής Μικράς Ασίας.  Στα πρώϊμα αρχαϊκά χρόνια από τις αποικίες και από τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά η λατρεία (πάντα αυτή την εποχή μόνης της Μεγάλης θεάς, χωρίς τον Άττι) έγινε γνωστή στη μητροπολιτική Ελλάδα, όπου ρίζωσε σε διάφορες περιοχές, ασκούμενη στη σκιά της ολυμπιακής θρησκείας και αποξενωμένη από ουσιώδη ασιατικά γνωρίσματα της.

Στα ιστορικά χρόνια δυο ήταν τα πιο φημισμένα ιερά της θεάς στον τόπο της καταγωγής της, το ένα στην κεντρική Μικρά Ασία ( στον άνω ρουν του Σαγγάριου ποταμού) και το άλλο στην βορειοδυτική (στην περιοχή της Τροίας). Στην κεντρική ήταν της Δινδυμήνης Μητέρας (που ήταν το κυριώτερο) και στη βορειοδυτική της Ιδαίας Μεγάλης θεάς. Το πρώτο είχε ιδρυθεί στο όρος Δίνδυμον. Ο Σαγγάριος, πηγάζοντας δυτικότερα, επί του φρυγικού εδάφους, και δεχόμενος αρκετά μικρά ρέματα, ακολουθούσε αρχικά μια κατεύθυνση προς ανατολικά ως την Πεσσινούντα. Εκεί παρέκαμπτε την πόλη και το υπερκείμενο Δίνδυμο όρος και έπαιρνε την οριστική προς βόρεια κατεύθυνση, για να χυθεί, μετά από μακρά διαδρομή, στον Εύξεινο πόντο.

Η Ιλιάδα ξέρει ως «Φρυγία» την εύφορη χώρα που ο Σαγγάριος, αλλάζοντας την προς Α. κατεύθυνσή του και πέρνοντας την προς Β. την περιβάλλει από το Νότο και την Ανατολή. Ο ποιητής της Ιλιάδας, που ζούσε γύρω στα -740, πρέπει να ήξερε την Πεσσινούντα, ίσως και μια δεύτερη πόλη της Φρυγίας, το Γόρδιον, λίγο βορειότερα, όταν ο ποταμός παίρνει την προς Β. κατεύθυνσή του και μάλιστα στην δεξιά όχθη του κι όχι στην αριστερή, όπως η Πεσσινούς. Δεν αναφέρει όμως ούτε τη μία ούτε την άλλη πόλη, γιατί περιγράφει την πολιορκία της Τροίας που είναι περίπου 450 χρόνια παλαιότερη. Ο ποιητής της Ιλιάδας ξέρει πως την εποχή του τρωϊκού πολέμου βασιλιάς των Φτυγών ήταν ο Δύμας, ο οποίος είχε παντρέψει την κόρη του Εκάβη με τον βασιλιά της Τροίας Πρίαμο. Ο Πρίαμο, πριν αρχίσει ο πόλεμος με τους Αχαιούς (λίγο πριν από τι -1200) ήταν σύμμαχος των Φρυγών και θυμόταν ως τα γεράματά του τους αρχηγούς των Φρυγών πολεμιστών Οτρέα και Μύγδονα που τους είχε γνωρίσει στην Φρυγία (Γ 184) «ήδη και Φρυγίην εισήλυθον αμπελόεσσαν, ένθα ίδον πλείστους Φρύγας ανέρας αιολοπώλους, λαούς Οτρήος και Μύγδονος αντιθέοιο οι ρα ρότε εστρατόωντο παρ’ όχθας Σαγγαρίοιο, και γαρ εγών, επόκουρος εών, μετά τοίσιν ελέχθην». Όσο κράτησε ο πόλεμος των Αχαιών κατά της Τροίας, οι Φρύγες ήταν σύμμαχοι των Τρώων. Στη Φρυγία ζούσε ένας θείος του Έκτορα (αδελφός της Εκάβης) ονομαζόμενος Άσιος (Ιλ. Π 719) « μήτρως ην Έκτορος ιπποδάμοιο, αυτοκασίγνητος Εκάβης, υιός Δύμαντος, ος Φρυγίη ναίεσκε, ροής επί Σαγγαρίοιο».

Οι Έλληνες (Αχαιοί και Ίωνες) εκείνη την εποχή (γύρω στο -1200) ήταν λίγοι στη δυτική Μικρά Ασία και οι σχέσεις τους με την Μεγάλη Φρυγία του Σαγγαρίου ήταν μηδαμινές.

[Από τους Φρύγες της μικρασιατικής Φρυγίας ο μόνος γόνος ευγενούς οικογενείας που πρώϊμα συνδέθηκε με την Ελλάδα ήταν ο Πέλοψ, γιός του Ταντάλου. Οι θεοί τιμώρησαν αυστηρά τον μεγάλο αμαρτωλό πατέρα του, ευνόησαν όμως τον ίδιο να εγκατασταθεί στην από αυτόν ονομασμένη Πελοπόννησο και προηγουμένως να νυμφευθεί την κόρη του Οινομάου Ιπποδάμεια. Οι Έλληνες είχαν δεχθεί τον Πέλοπα ως εκπρόσωπο πολιτισμένου μικρασιατικού λαού. Με τον γάμο του ο Πέλοψ έγινε πατέρας του Ατρέα και παππούς του Αγαμέμνονα].

Κάποια επαφή (όχι φιλική) είχαν με τις συμμάχους των Τρώων περιοχές της λεγόμενης Μικρής Φρυγίας και ιδίως της Μυσίας, βόρεια της Τροίας και ανατολικά του Ελλησπόντου. Η επαφή αυτή βρήκε απήχηση στο μύθο του Τηλέφου, το όνομα του οποίου θυμίζει ένα από τους θεούς του προ-φρυγικού πανθέου της κεντρικής Μικράς Ασίας, του Τελεπίνου.

[Ο W.Burkert πρόσφατα αναζήτησε κάποια σχέση μεταξύ Τελεπίνου και μερικών ελληνικών τοπωνυμίων, τα οποία φαίνεται να έχουν ηχητική έστω συγγένεια με το όνομα Τελεπίνους. Από αυτά αναφέρει την αρκαδική Θέλπουσα (Παυσαν. 8,25, 1) το βοιωτικό όρος Τιφούσιον ή Τιλφώς(σ)ιον και την εκεί πηγή Τιλφούσα ή Τιλφώσ(σ)α (Παυσαν. 9,33, 1) τη μετάφραση της μελέτης του με τίτλο Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία η Ηλέκτρα Ανδρεάδη 1993,, 199. Εμφανής όμως δεν είναι καμιά σχέση ανάμεσα στο κείμενο του Τελεπίνου, όπως έχει αναγνωσθεί, και στην Δήμητρα της Θέλπουσας, η οποία ως Ερινύς είναι θεά του Κάτω Κόσμου και όχι των Σιτηρών, όπως η ελευσινιακή θεά. Ούτε με τη βοιωτική πηγή Τιλφούσα, κοντά στην οποία πέθανε και θάφτηκε ο Τειρεσίας, φαίνεται να έχει σχέση ο ασιατικός μύθος του Τελεπίνου. Εξ’ άλλου στον ελληνικό μύθο του Τηλέφου είναι δεδομένη η σχέση με την «μικρή Φρυγία» του Ελλησπόντου και της Προποντίδας, όχι όμως και με τον χιττικό θεό Τελεπίνου της κεντρικής Μικράς Ασίας].

Ο  ήρωας Τήλεφος της ελληνικής μυθολογίας είχε γίνει βασιλιάς της Μυσίας τον καιρό του τρωϊκού πολέμου. Καταγόταν από την Αρκαδία και ήταν γιός του Ηρακλή και της Αύγης, κόρης του βασιλιά της Τεγέας Αλέου. Η Αύγη είχε υποχρεωθεί από τον πατέρα της να μείνει άγαμος και να ασκεί ιερατικά καθήκοντα στον ναό της τοπικής Αλέας Αθηνάς, γιατί, σύμφωνα με ένα χρησμό, ένας ενδεχόμενος γιός της θα γινόταν βασιλιάς της Τεγέας, σκοτώνοντας τους δύο γιούς του Αλέου και αδελφούς της Αύγης. Η Αύγη (χωρίς να το ξέρει ο πατέρας της ’Αλεος) ήταν έγκυος από τον Ηρακλή, και όταν γέννησε τον Τήλεφο, χρειάστηκε να τον εκθέσει στο Παρθένιο όρος, ενώ η ίδια πωλήθηκε ως δούλη από τον φίλο του πατέρα της Ναύπλιον, στον οποίον είχε παραδώσει ο πατέρας της, και κατέληξε στη Μυσία, όπυ έγινε σύζυγος του εκεί βασιλιά Τεύθραντα. Ο Τήλεφος στο Παρθένιο όρος είχε σωθεί από τους βοσκούς. Όταν ενηλικιώθηκε, αναζητώντας τη μητέρα του, πήρε από το μαντείο τον χρησμό πως θα την έβρισκε στη Μυσία, όπως και έγινε, οι τραγωδοποιοί του    -5ου αιώνος, περιέγραψαν την συγκινητική συνάντηση και την αναγνώριση της Αύγης και Τήλεφου. Ο Τήλεφος, υιοθετημένος από τον Τεύθραντα, τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Μυσίας. Πριν αρχίσει ο τρωϊκός πόλεμος οι Αχαιοί είχαν συγκρουστεί με τον Τήλεφο στη Μυσία και ο Αχιλλέας είχε τραυμετίσει με δόρυ τον Τήλεφο, και το τραύμα δεν μπόρεσε να θεραπεύσει κανένας γιατρός. Ο Τήλεφος ρώτησε το μαντείο για την θεραπεία και πήρε την απάντηση : «ο τρώσας και ιάσεται». Τότε ο Τήλεφος ζήτησε από τον Αχιλλέα να τον θεραπεύσει και υποσχέθηκε πως στο μέλλον δεν θα αντιταχθεί κατά των Αχαιών. Ο Αχιλλέας θεράπευσε το τραύμα ξύνοντας πάνω σ’ αυτό την σκουριά του ονομαστού δόρατός του που το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του Πηλέα, του ιδίου δόρατος, με το οποίο είχε και ο ίδιος τραυματίσει τον Τήλεφο (Απολλόδ. Επιτ. 3, 20). Στον -4ο αιώνα, οι Τεγεάτες, κατά την ανακαίνιση του ναού της Αλέας Αθηνάς, διακόσμησαν το δυτικό αέτωμα με παράσταση του Τηλέφου να μάχται κατά του Αχιλλέα (Παυσ. 8, 45, 7). Μαχόμενο τον παρέστησαν και οι γείτονες των Μυσών Περγαμηνοί στον μεγάλο βωμό του Διός, του -2ου αιώνος. Ο γιός του Τηλέφου Ευρύπυλος που διαδέχτηκε τον πατέρα του στην βασιλεία των Μυσών, έμεινε πιστός στην συμμαχία Τρώων και σκοτώθηκε από τον γιό του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο. Η Οδύσσεια αποκαλεί τον Ευρύπυλο Τηλεφίδην αποδίδοντας τον φόνο στο Νεοπτόλεμο: «Τηλεφίδην κατενήρατο χαλκώ» (λ 519-520). Ως προς τη μητέρα του Τηλέφου Αύγη, ο Παυσανίας που καταγόταν από εκείνα τα μέρη λέει πως στην περιοχή της Περγάμου («πέραν Καϊκου») σωζόταν και επί των ημερών του ταφικό μνημείο της (ηρώο που είχε γίνει κατά τον τρόπο των φρυγικών μνημείων του είδους: αποτελούνταν από «χώμα γης» περιβαλλόμενο με λίθινη κρηπίδα). Πάνω στο «χώμα υψώνονταν το χάλκινο άγαλμά της (8, 4, 9).

Το όνομα της φρυγικής θεάς

Η θεά της Πεσσινούντας είναι ιδεώδες παράδειγμα παλαιών και σεβάσμιων θεών τιμωμένων χωρίς ατομικό όνομα, όπως γράφει ο Ηρόδοτος για τους θεούς των Πελασγών (2, 52) : οι Πελασγοί που είχαν ανώνυμους θεούς μόνο μετά την συγκατάθεση του Δωδωναίου θεού άρχισαν να χρησιμοποιούν ατομικά ονόματα θεών δανεισμένα από τους Αιγυπτίους.

Για την φρυγική θεά χρησιμοποιούνταν αντί ονόματος τοπωνυμικά επίθετα (αντλημένα από τόπους, όπου υπήρχαν ονομαστά ιερά της). Το γνωστότερο από αυτά ήταν  Δ ι ν δ υ μ ή ν η Μ ή τ η ρ, από το όρος Δίνδυμον που υψώνεται πάνω από το αρχαιότερο ιερό της. Το αφιερωμένο στην θεά ’ορος και το τέμενος του ιερού ήταν στην αριστερή όχθη του Σαγγάριου, καθώς αυτός, αλλάζοντας προς Α, ρουν στρεφόταν προς Β. Στην προσωνυμία Δινδυμήνη, σε συνδυασμό με τον Σαγγάριο, δίνει ιδιαίτερη σημασία ο Στράβων, γιατί αυτού ήταν  «τα παλαιά των Φρυγών οικητήρια Μίδου και έτι πρότερον Γορδίου (12, 567). Δύο άλλες τοπωνυμίες πήραν την απατηλή όψη κυρίων ονομάτων και χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον: Κ υ β έ λ η  (όρος Κύβελον στο Διόδωρο 3, 58, 1, φρυγικά υψώματα Κύβελα στον Στράβωνα 12, 567-568) και Ά γ δ ι σ τ ι ς, από πετρώδες ύψωμα Άγδος, αναφερόμενο από τον Αρνόβιο στο τέλος του +3ου αιώνος ή στην αρχή του +4ου αιώνος: «το είδος των πετρωμάτων των οποίων το όνομα είναι Άγδος, Advers. Nationes 5,5».  Ο Παυσανίας ονομάζει το βουνό και την θεά με το ίδιο όνομα Άγδιστις, 1, 4, 5: «Πεσσινούντα, την υπό όρος Άγδιστιν, ένθα και τον Άττιν τεθάφθαι λέγουσι» και 7, 17, 12: «Άγδιστιν μετάνοια έσχεν οία Άττιν έδρασε». Σε τοπωνυμία Βερέκυνθος οφείλεται η προσωνυμία  Βε ρ ε κ υ ν θ ί α Μ ή τ η ρ, γνωστή ιδίως από τα ρωμαϊκά χρόνια. Οι Φρύγες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή εκείνη αποκαλούνταν Βερέκυντες (Στρ, 10,469). Στην δυτική Μικρά Ασία η θεά είχε δύο ονομαστά ιερά: ένα στο δασωμένο όρος Ίδη της Τρωάδας (όπου η έδρα της Ι δ α ί α ς  Μ η τ ρ ό ς) και άλλο στο όρος Σίπυλο (μεταξύ των πόλεων Μαγνησίας και Σμύρνης), στο οποίο οφείλεται η προσωνυμία Σιπυληνή Μήτηρ. Προσωνυμίες του είδους υπήρχαν και πολλές όχι πλατύτερα γνωστές ως μνημονευόμενες μόνο σε επιγραφές μικρών πόλεων (όπως σε μια αναθηματική της μικρασιατικής Μαγνησίας που έγινε για την εκπλήρωση τάματος: «Μ η τ ρί  Σ ι μ ι δ α λ η ν ή  εεχήν». Στην ίδια περιοχή ήταν άλλο τοπικό ιερό της Π λ α κ ι α ν ή ς  Μ η τ ρ ό ς που το μνημόνευσε ο Παυσανίας που καταγόταν από εκεί (στη χειρόγραφη παράδοση Πλαστηνής Μητρός 5, 13, 7). Στην ελληνική ύπαιθρο συνηθέστερα οι αναθηματικές επιγραφές αναφέρουν μόνο τη θεά και το όνομα του αναθέτη (μια από την Λάρισα : «Μητρί θεών, Μήδειος Ευρυδάμαντος». Από την Χαιρώνεια, σε απελευθερωτική επιγραφή μιας δούλης Διονυσίας «ανέθηκαν αυτήν ιεράν είναι τη Μητρί των θεών».

Από τις Θεσπιές αναθηματική : «Αγησίς Ματέρι Μεγάλη». Σε μικρό βωμό από την Τεγέα « Φλάβιος Σωσικράτου – Μεγάλη Μητρί τον βωμόν». τη Μητρί των θεών».

Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός που έγραψε την εκτενέστερη πραγματεία για την φρυγική θεά, επιγραφόμενη από τον ίδιο «Λόγος εις την Μητέρα των θεών»  δεν χρησιμοποιεί γι αυτή καμιά από τις τοπωνυμικές προσωνυμίες της (ούτε Κυβέλη ούτε Άγδιστις ούτε Δινδυμήνη ή Βερεκυνθία ούτε Ιδαία ή Σιπυλήνη). Την αποκαλεί «των θεών Μητέρα ή Δέσποινα Μητέρα ή θεών και ανθρώπων Μητέρα, παρθένον αμήτορα και Διός σύνθωκον ή θεάν τεκούσαν και συνοικούσαν τω μεγάλω Διί». Συχνά την ονομάζει απλώς «Μητέρα» και πιο συχνά «ή θεός». Την αποκαλεί επίσης «πάσης μεν ζωής κυρίαν και πάσης γενέσεως αιτίαν ή και των ημετέρων ψυχών δημιουργόν. [Η έννοια της «μητρός», αποδιδόμενη σε θεότητα δεν σήμαινε πάντοτε τη φυσική μητέρα, αλλά συνηθέστερα ευγενή θεϊκή ύπαρξη, πλήρη στοργής προς όσους την τιμούν ή μητρικής διάθεσης απέναντί τους. Έτσι η παλιά Δηώ συνδέθηκε συναισθηματικά προς τους λάτρεις της ως Δη-μήτηρ. Ο Ιουλιανός στη μελέτη για τη φρυγική θεά την εξετάζει ως φυσική μητέρα θεών και ανθρώπων (ειδικά για τους ανθρώπους από την τελευταία φράση του είναι φανερό πως την θεωρεί φυσική μητέρα ή «δημιουργό», μόνο των ψυχών τους)].

Το μόνο κύριο όνομα της φρυγικής θεάς της το έδωσε η ελληνική μορφή της μυθολογίας Ρέα, με την οποία πολύ πρώϊμα η ξένη θεά ταυτίστηκε, πρώτα στην Ελλάδα και έπειτα παντού, στην Ανατολή και στη Δύση. Στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας ο ταυτισμός θεωρούνταν ως ανέκαθεν δεδομένος και κανένας δεν τον αμφισβητούσε. Μερικοί που είχαν ασχοληθεί με συγγενή θέματα άρχισαν να βλέπουν την φρυγική θεά ως Ρέα αρχαιότερη από άλλες ανατολίτικες_ ο Λουκιανός που έγραψε την σωζόμενη διεξοδική πραγματεία για την «Συρία θεά» αναφέρει μια θεωρία της εποχής (του +2ου αιώνος) σύμφωνα με την οποία η λεγόμενη Συρία θεά ( με το κυριότερο ιερό της στην συριακή Ιεράπολη-Βαμβύκη) ήταν η ίδια η φρυγική που είχε προ πολλού το όνομα Ρέα. Το ιερό της Ιεράπολης, κατά τη θεωρία αυτή, το είχε ιδρύσει ο Λυδός Άττις, ο οποίος εισήγαγε στη Συρία και τις μυστικές τελετές της φρυγικής θεάς. Ο μυσταγωγός Άττις, λέει, αρχικά είχε προσπαθήσει να διαδώσει τη φρυγολυδική λατρεία πέραν του Ευφράτη, αλλά οι εκεί άνθρωποι δεν δέχτηκαν ούτε τον ίδιο ούτε τις μυστικές τελετές του, και τότε ο Άττις ίδρυσε το ιερό στην συριακή Ιεράπολη (στην αντικρινή όχθη του Ευφράτη). Ως απόδειξη μπορεί να χρησιμεύσει το ότι η Συρία θεά στο λατρευτικό της άγαλμα κρατεί τύμπανο και φορεί πυργωτό στέμμα, όπως η φρυγολυδική θεά. Επιπλέον οι ιερείς της ευνουχίζονταν, όπως οι ιερείς της φρυγικής θεάς. Παρά ταύτα ο Λουκιανός δεν δέχεται τη θεωρία αυτή και προτιμάει να δώσει στη Συρία θεά το όνομα της Ήρας, αφού το όνομα της Ρέας είχε ήδη αποδοθεί στη φρυγική θεά. [Περί της Συρίης θεού 15, 461]. Και ο Στράβων με σαφήνεια σημειώνει πως όλοι οι Μικρασιάτες, από τη μεγάλη Φρυγία ως την Τρωάδα ονομάζουν Ρέα την φρυγική θεά και έχουν γι αυτήν μυστικές τελετές.

[ Στραβ. 10, 469 «οι δε Βερέκυντες, Φρυγών τι φύλον, και απλώς οι Φρύγες (γενικά όλοι οι Φρύγε) και των Τρώων οι περί την Ίδην κατοικούντες, Ρέαν μεν και αυτοί τιμώσι και οργιάζουσι ταύτη, Μητέρα καλούντες θεών και Άγδιστιν και φρυγίαν Μεγάλην θεόν, από δε των τόπων Ιδαίαν και Δινδυμήνην και Σιπυληνήν και Πεσσινουντίδα και Κυβέλην].

Αυτά τα έγραφε ο Στράβων εντελώς στο τέλος του -1ου αιώνος ή εντελώς στην αρχή του +1ου αιώνος. Την ίδια εποχή όλοι οι περίοικοι της Φρυγίας είχαν αυστηρά αποκρυσταλλώσει τον εικαστικό τύπο της φρυγικής Μητέρας ως σεβάσμιας θεάς καθισμένης σε θρόνο, με τύμπανο στο ένα χέρι και λιοντάρι παρά το θρόνο. Τα τρία αυτά γνωρίσματα (δηλαδή, ο θρόνος, το τύμπανο και το λεοντάρι) τα συναντούσαν στη θεά του αθηναϊκού Μητρώου, η οποία έτσι, ως ευκολότερα προσιτή, υψώθηκε σε κατεξοχήν εικαστικό πρότυπο της φρυγικής θεάς. Αν η εικόνα μιας θεάς είχε τα γνωρίσματα αυτά, αναγνοριζόταν χωρίς δισταγμό ως εικόνα της φρυγικής θεάς: ο Αρριανός σε μια διατριβή που την παρουσίασε ως επιστολή προς τον σύγχρονό του αυτοκράτορα Τραϊανό (+98/+117) εμφανίζει να περιπλέει τη νότια και ανατολική παραλία του Ευξείνου πόντου και να περιγράφει τις εκεί εκβολές όλων των ποταμών διαδοχικά, μικρών και μεγάλων: όταν έφτασε στην εκβολή του μεγάλου ποταμού της Κολχίδος Φάσιος που ήταν πλωτός στον κάτω ρουν του, ο Αρριανός σημειώνει πως ευθυς μόλις μπήκαν στον Φάσιν και άρχισαν να τον αποπλέουν, συνάντησαν αριστερά ιερό της Φασιανής θεάς. Δεν είχαν ακούσει τίποτε για την θεά αυτή, όταν όμως είδαν το λατρευτικό της άγαλμα, έσπευσαν να την αναγνωρίσουν ως την φρυγική θεά που στην εποχή τους αποκαλούνταν Ρέα : «είη δ’ αν, από γε του σχήματος τεκμαιρμένω, η Ρέα. Και γαρ κύμβαλον μετά χείρας έχει και λέοντας υπό τω θρόνω και κάθηται, ως περ εν τω Μητρώω Αθήνησιν η του Φειδίου».

Η λατρεία της φρυγικής θεάς στην Αττική

Με τους «αρχαιότατους Φρύγες» και τους Αθηναίους αρχίζει ο Ιουλιανός τον μακρό και ενθουσιώδη Λόγο του για την λατρεία της σεπτής φρυγικής Μητέρας των θεών. Οι αρχαιότατοι Φρύγες ως εισηγητές της λατρείας και οι Αθηναίοι ως πρώϊμοι αποδέκτες της είναι για τον Ιουλιανό ενδείξεις υπεροχής της λατρείας. Για τους Φρύγες των αρχαιότερων χρόνων υπήρχε τότε η γνώμη (όπως και τώρα στους κύκλους των ιστορικών της θρησκείας) πως ήταν, μαζί με τους Αιγύπτιους (Παυσαν. 1, 14, 2) οι δύο λαοί που διέθεταν στην αρχαιότητα την πλουσιότερη θρησκευτική πείρα (πριν εμφανιστεί ως ανταγωνιστική η παρόμοια των Εβραίων). Οι Αθηναίοι είχαν γνωρίσει την φρυγική θεά στα πολύ πρώϊμα αρχαϊκά χρόνια, οπότε οι Ίωνες της Μικράς Ασίας είχαν ήδη τελείως εξοικιωθεί με την λατρεία και την είχαν εντάξει στο πάνθεο που είχαν φέρει από την μητροπολιτική Ελλάδα.

Εικ. 4. Στην Αθήνα, στις ανατολικές υπώρειες του Αγοραίου Κολωνού, όπου προϋπήρχε ιερό της Χθόνιας Δήμητρας, έγινε ναΐσκος της φρυγικής Μεγάλης Μητέρας (στο σχέδιο ο δεύτερος από τα αριστερά που χρησίμεψε ως ο πυρήνας του αθηναϊκού «Μητρώου»). Στον -4ο αιώνα, οπότε χτίστηκε το νέο βουλευτήριο, το Μητρώο επεκτάθηκε στα παρακείμενα χτίσματα, καθώς και στη θέση του παλαιού βουλευτηρίου (δεξιά), ώστε να δημιουργηθεί επαρκής χώρος για την τακτοποίηση και την φύλαξη των δημοσίων εγγράφων.

Οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει ήδη στην εποχή του Σόλωνα (γύρω στο -600) να μεταφέρουν το κέντρο της δημόσιας ζωής τους από το διάσελο μεταξύ της Ακρόπολης και του λόφου του Αρείου Πάγου στον ομαλό χώρο ανατολικά του λεγόμενου Αγοραίου Κολωνού. Ο εξωραϊσμός του χώρου αυτού έγινε ,ε πολύ αργό ρυθμό, αφού ο Κίμων, γύρω στο -460, είχε φροντίσει να τον ευτρεπίσει με δενδροφυτεύσεις (Πλουτ. Κιμ.13). Πάντως πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο πως ταυτόχρονα με το χτίσιμο του περίβλεπτου ναού πάνω στον Αγοραίο Κολωνό (δηλαδή το διάστημα του -449/.443) επιταχύνθηκε και η μεταφορά των δημοσίων υπηρεσιών και οικοδομημάτων στη νέα θέση. Στις ανατολικές υπώρειες του Αγοραίου Κολωνού προϋπήρχε ιερό χθόνιας λατρείας (εικ. 4), της Γαίας ή της Χθόνιας Δήμητρας. Αν το ιερό ανήκε στη Χθόνια Δήμητρα, μπορεί να υπήρχε εκεί από τον πρώϊμο -7ο αιώνα ή να ήταν ακόμα παλαιότερο. Η Χθόνια Δήμητρα θεά του Κάτω Κόσμου, από την οποία οι Αθηναίοι ονομάζουν τους νεκρούς τους «δημήτριους», είναι η μόνη θεά Δήμητρα που ήξερα οι Αθηναίοι πριν από το -630 περίπου, οπότε έγινε η προσάρτηση της Ελευσίνας. Από τότε οι Αθηναίοι αφοσιώθηκαν στη Δήμητρα, την θεά των σιτηρών, και η Χθονία Δήμητρα άρχισε να ξεχνιέται. Η λατρεία της διατηρήθηκε ακμαία στην Ερμιόνη, με την προσωνυμία «Χθονία» και με την πάνδημη εορτή «τα Χθόνια». Στο ιερό του Αγοραίου Κολονού εισέδυσε η φρυγική Μεγάλη Μητέρα, για την οποία πρέπει να έγινε και μικρός ναός. Η συναισθηματική σχέση με την ξένη θεά ήταν εντονότερη, η λατρεία πιο εγκάρδια και η παλιά χθόνια λατρεία, όποια και να ήταν, με τον καιρό παραμερίστηκε όπως παραμερίζονταν αυτήν την εποχή όλες οι μελαγχολικές χθόνιες λατρείες. Παραμερίστηκε και κάποιος ασιάτης θεράπων της θεάς, ο οποίος φαίνεται πως επέμενε να διαμορφώσει μια λατρεία χωρίς παρεκκλίσεις από την γνήσια φρυγική, και η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας παρέμεινε στην ίδια θέση, ανάμεσα στο αθηναϊκό βουλευτήριο, τον ναό του Πατρώου Απόλλωνα (που θεωρούνταν ως ο κατεξοχήν θεός των προγόνων των Αθηναίων, Δημοσθ. Περί του στεφάνου 141), τον περίβολο των Επωνύμων (των ηρώων που έδωσαν τα ονόματα τους στις αθηναϊκές φυλές) και την θόλο (την έδρα των πρυτάνεων και των εννέα αρχόντων).

[Κατά την παράδοση, η αντίθεση των ευλαβών Αθηναίων και του θεράποντα της θεάς ήταν μεγάλη με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο ξένος ιερέας και το πτώμα του να απορριφθεί στο λεγόμενο Βάραθρο. Ο Ιουλιανός λέει πως ο ξένος ήταν ενθουσιώδης μυσταγωγός που ζητούσε να οργανώσει μυστικές τελετές για την θεά, και οι Αθηναίοι τον περιύβρισαν και τον απήλασαν «ως τα θεία καινοτομούντα» (Λόγος εις την Μητέρα των θεών 159 Β)].

μητερ 3.jpg

Εικ. 5. Πιθανή ανάγλυφη όψη του φειδιακού ή αγορακρίτειου λατρευτικού αγάλματος του αθηναϊκού Μητρώου (από αναθηματικό ανάγλυφο σε πειραιώτικο ιερό της Μεγάλης Μητέρας).

Έτσι στην Αθήνα τόσο το επίσημο ιερατείο (οι ιερείς των ολύμπιων θεών) όσο και οι άρχοντες της πόλης άφησαν το Μητρώο της φρυγικής θεάς να εξελιχθεί ως ένας από τους ελάχιστους ναούς στο κέντρο της δημόσιας ζωής τους επί ολόκληρους αιώνες (ως το -443 περίπου, οπότε τελείωσε πάνω στο λόφο ο ναός του Ηφαίστου και της Αθηνάς). Χαμηλά, ανάμεσα στα δημόσια οικοδομήματα, ο ναΐσκος της Μεγάλης Μητέρας (εικ. 5) ήταν πρώτα ο μόνος και αργότερα ο δεύτερος (μετά το ναό του Πατρώου Απόλλωνα, ο οποίος χτίστηκε στον -4ο αιώνα, στην θέση βωμού ή ιερού). Το Μητρώο, μετά την ίδρυση του νέου βουλευτηρίου (-4ος αιώνας) επεκτάθηκε στη θέση του παλιού χρησιμοποιώντας τον ευρύτερο χώρο για την φύλαξη του πρωτοτύπου των ψηφισμάτων της βουλής και του δήμου, καθώς και των ληξιαρχικών πράξεων. Ο ναός του Άρη μεταφέρθηκε στην Αγορά και συναρμολογήθηκε στο τέλος του -1ου αιώνος. Ο καλλιτέχνης που ανέλαβε να ετοιμάσει το λατρευτικό άγαλμα της θεάς (ο Φειδίας ή ο συνεργάτης του Αγοράκριτος) την απεικόνησε με τα καθιερωμένα από τα αρχαϊκά χρόνια εμβλήματα (τύμπανο στα χέρια της ένθρονης θεάς και λεοντάρι κοντά στον θρόνο). Μόνο η λατρεία προσαρμόστηκε στο τυπικό της επίσημης ολυμπιακής θρησκείας παραμερίζοντας ουσιώδη ασιατικά γνωρίσματα.

Στην Αθήνα δεν χρησιμοποιήθηκε επίσημα κανένα όνομα ή προσωνυμία της θεάς (ούτε Ρέα ούτε Κυβέλη ούτε Δινδυμήνη), αλλά μόνο η έννοια της Μητέρας των θεών που επιτρέπει και τον χαρακτηρισμό του ναού της ως Μητρώου. Αντίθετα στον αττικό δήμο του Ραμνούντος (πολύ αργότερα όμως) η λατρεία έκανε την εμφάνισή της από την αρχή ως «της θεάς Αγδίστεως» και φαίνεται πως άρχισε να ασκείται στην δεύτερη ή Τρίτη δεκαετία του -1ου αιώνος από έναν μικρό θίασο Ραμνούσιων πολιτών, ανδρών και γυναικών. Γρήγορα όμως άλλοι Ραμνούσιοι, πολέμιοι της ξένης λατρείας ή του επίσης ξένου ιδρυτή της, του Αντιοχέα Ζήνωνα, άρχισαν να εμποδίζουν τα μέλη του θιάσου να ασκούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα. Ο προστάτης της λατρείας Ζήνων πέτυχε από την αθηναϊκή βουλή την καταδίκη των εχθρών του, χωρίς η βουλή να σκοντάψει στο όνομα της θεάς, δεν είναι όμως γνωστό αν ο θίασος επαναδραστηριοποιήθηκε ή αν διαλύθηκε. Η ευνοϊκή για την λατρεία της Άγδιστης και για τον Αντιοχέα ιδρυτή της απόφαση της βουλής, χαραγμένη σε στήλη, βρέθηκε στην περιοχή της ρωμαϊκής αγοράς των Αθηνών.  Ίσως χαράχτηκε για να στηθεί στο ιερό του Ραμνούντα, αλλά η μεταφορά της άγνωστο για ποιο λόγο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Στην υπόλοιπη Αττική, ιδίως στα ιερά του Πειραιά, η λατρεία της φρυγικής θεάς ασκούνταν χωρίς προσκόμματα. Στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια συνοδευόταν με μυστικές τελετές, οι οποίες βοηθούσαν τους μυούμενους (που ίσως ήταν όχι αποκλειστικά οπαδοί της μιτρωϊκής λατρείας) να αναθερμάνουν την θρησκευτική τους ζωή. Στο συμβολικό λατρευτικό δείπνο οι υποψήφιοι μύστες κερνοφορούσαν (όπως οι αντίστοιχοι των ελευσινίων μυστηρίων) και χρησιμοποιούσαν δύο από τα εμβλήματα της λατρείας, το τύμπανο (με δερμάτινη την κρουόμενη επιφάνειά του) και τα κύμβαλα (αμφότερα μπρούτζινα, κρουόμενα το ένα πάνω στο άλλο). Ο αθηναϊκής καταγωγής αλεξανδρινός λόγιος Κλήμης, λίγο πριν από το +200, κατέγραψε τα λόγια τα απαγγελλόμενα από τους μύστες όταν έπαιρναν τη στέρεη βρώση που περιείχε το τύμπανο και την υγρή πόση, την προσφερόμενη σε ένα από τα κύμβαλα: «εκ τυμπάνου έφαγον, εκ κυμβάλου έπιον, εκερνοφόρησα, υπό τον παστόν υπέδυν» (Προτρεπτικός 2.14) ευθύς μετά τις μυστικές αυτές πράξεις ο νεοφώτιστος μύστης μπορούσε να μπεί στον «παστόν» (το δωμάτιο του ιερού, το προσιτό μόνο από τέλειους μύστες).

Ο Άττις που είχε σημαντική θέση στην κοινή λατρεία με την Μητέρα των θεών εμφανιζόταν στην Δύση ως ο ιδεώδης τύπος του «γάλλου», δηλαδή του αυτοευνουχισμένου μυσταγωγού της μιτρωϊκής λατρείας. Υπό τη μορφή όμως αυτή δεν μπορούσε να έχει θέση ούτε στο Μητρώο της αθηναϊκής αγοράς ούτε στα μητρωϊκά ιερά του Πειραιά ή σε ένα του σημερινού Μοσχάτου . Μόνο στον αττικό δήμο της Φλύας φαίνεται πως ασκούνταν μια λατρεία της Μεγάλης Μητέρας διαφορετική, η οποία μπορεί να βρισκόταν πλησιέστερα στην αρχικά γνήσια φρυγική. Και ο Άττις μπορεί να είχε διατηρήσει εκεί ταυτόχρονα τον γνήσιο φρυγικό ρόλο του «γάλλου» ή αρχιμυσταγωγού της Μεγάλης Μητέρας, αλλά και του θεού της βλάστησης, ο οποίος κάθε χειμώνα πεθαίνει και κάθε άνοιξη ανασταίνεται. Η ανοιξιάτικη εορτή του, ύστερα από το θρήνο για τον χαμό το, κατέληγε στην ελπιδοφόρα ανάσταση του. Στην Φλύα μπορεί να υπήρχε και η γνωστή από την Δύση δενδροφορία, με την κοπή της κουκουναριάς (του ιερού δένδρου του Άττι), η συνεχιζόμενη με την πομπή του κορμού του δένδρου, με την πρόθεσή του και με το τον θρήνο, ώστε η εορτή να τελειώνει με την λαμπρότητα της ανάστασης του Άττι, η οποία συμβόλιζε την ανάσταση της βλάστησης.  Στην εορτή Αττίδεια του Πειραιά είναι γνωστό πως «στρώνονταν κλίνη» για τον Άττι (είτε για να τον θρηνήσουν ως νεκρό είτε για να συμμετάσχει και ο θεός σε συνεστίαση των οπαδών του, οι οποίοι πανηγύριζαν την ανάστασή του).

Η συμβολή του Πίνδαρου στην ξένη λατρεία

Η δραστηριότητα του Πινδάρου συμπίπτει με τη μεταβατική περίοδο από τα όψιμα αρχαϊκά χρόνια προς τα κλασικά. Ο ποιητής ήταν στην ακμή του του την εποχή των περσικών πολέμων, έγραφε όμως και μετά τις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαιταιών, περίπου ως τα μέσα του -5ου αιώνος. Υπάρχουν ακόμη στίχοι τόσο για την Ρέα της ελληνικής μυθολογίας που την εγκωμιάζει ως ένδοξη θεά χωρίς λατρεία, όσο και για την φρυγική Μεγάλη Μητέρα για την λατρεία της οποίας στη Βοιωτία εργάστηκε προσωπικά ο ίδιος ιδρύοντας ιερό της εξω από την αυλή του σπιτιού του και στήνοντας μαρμάρινο λατρευτικό άγαλμά της που την παρίστανε καθιστή σε θρόνο.

[ Ο Πίνδαρος είχε μια συμπάθεια στις θερμές και παρήγορες ξένες λατρείες: γύρω στα -460, όταν εγκωμίασε με ενθουσιώδη ωδή τον βασιλιά της Κυρήνης Αρκεσίλα τον 4ον, νικητή αρματοδρομίας στα Πύθια του -462, του αφιέρωσε στο ναό του Άμμωνα που προϋπήρχε στη Θήβα το λατρευτικό άγαλμα του θεού (έργο του πλάστη Κάλαμι, σύγχρονού του. (Παυσανίας 9, 16, 1). Προηγουμένως είχε γράψει και ύμνο για τον Άμμωνα, ο οποίος σωζόταν ως την εποχή του Παυσανία χαραγμένος σε πλάκα, κοντά στον βωμό του Άμμωνα, στη Λιβύη (Παυσανίας). Ο Πίνδαρος ταύτιζε τον Άμμωνα με τον Δία, γι αυτό αποδόθηκε στον Πίνδαρο ένας στίχος, όπου ο Άμμων αποκαλείται «Ολύμπου δεσπότης»].

Εξακόσια χρόνια αργότερα ο Παυσανίας, βρισκόμενος στην Θήβα, αναζήτησε την οικία του Πινδάρου και το ιερό της Μεγάλης Μητέρας. Βρήκε την οικία ερειπωμένη, ο ναϊσκος όμως της φρυγικής θεάς υπήρχε ακόμη, και ο Παυσανίας είδε μέσα το άγαλμά της και τον θρόνο (9, 25, 3: το άγαλμα ήταν έργο των Θηβαίων πλαστών Αριστομήδη και Σωκράτη, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μάρμαρο Πεντέλης). Στα χρόνια του Παυσανία η λατρεία δεν συμπεριλαμβανόταν στο κανονικό εορτολόγιο της Θήβας και ο ναϊσκος έμενε κλειστός όλη την χρονιά και άνοιγε μόνο στην εορτή της θεάς, μια ημέρα κάθε χρόνο για τις συνηθισμένες ευχές που είχαν το σκοπό να διατηρούν καλοπροαίρετη την θεά προς την πόλη. Αντίθετα, στα παλαιά χρόνια, τον καιρό του Πινδάρου, η λατρεία ήταν κανονική, είχε αγροτικό χαρακτήρα και ήταν συνδυασμένη με την λατρεία του Πάνα. Τον αγροτικό χαρακτήρα τον ευνοούσε η οικία του Πινδάρου, παρά το πρόπυλο του οποίου είχε χτιστεί ο ναός, η περιοχή προσφερόταν για αγροτικές λατρείες, γιατί από αυτού άρχιζε ο δρόμος προς την αγροτική κεντρική Βοιωτία , όπου βρισκόταν και το βοιωτικό Καβείριο.

[Ο Πίνδαρος ζούσε έξω από την τειχισμένη περιοχή της Καδμείας και στα δυτικά του λόφου Αμφείου, αμέσως μετά το ρέμα της Δίρκης (όπου η σημερινή συνοικία Πυρί). Ο Παυσανίας, πριν καταλήξει στα ερείπια της οικίας και στο ιερό της Μεγάλης Μητέρας, είχε περιγράψει την αντικρινή πλευρά του Αμφείου (την ανατολική) τάφους των αλληλοσκοτωμένων παιδιών του Οιδίποδα (18, 3) και τον τάφο του Πινδάρου (23, 2), περιέγραψε και τον «σωρό χώματος», όπως τον λέει, που οι Θηβαίοι είχαν κατασκευάσει πάνω στον κοινό τάφο των ηρώων Αμφίονα και Ζήθου, τον αποκαλούμενον «Αμφείον» (17, 4). Μετά το Αμφείον πέρασε το ρέμα της Δίρκης και είδε πρώτα τα ερείπια της οικίας του Πινδάρου και έπειτα τον ναό της Μεγάλης Μητέρας (25, 3)].

Όσες φορές χρειάζεται να μνημονεύσει την Ρέα ο Πίνδαρος περιορίζεται σε απλό εγκώμιο για τα ένδοξα παιδιά της, ιδίως για τον Δία που τον αποκαλεί «Κρόνιο υιό της, νεμόμενον την υπέρτατη εξουσία στον κόσμο (Ολυμπ.2, 12). Την εγκωμιάζει για την κόρη της Εστία, την οποία ο Πίνδαρος θυμάται στην ενδέκατη νεμεακή ωδή που την έγραψε για τον φίλο του Αρισταγόρα από την Τένεδο για να τον συγχαρεί που είχε αναδειχθεί πρόεδρος των πρυτάνεων του νησιού (υποτίθεται το -446). Από την Εστία, που ήταν η προστάτιδα θεά του πρυτανείου, ο Πίνδαρος περιμένει να δεχθεί πρόσχαρη τον φίλο του Αρισταγόρα (στιχ. 3). Θυμάται την Ρέα για μια τοπωνυμία που έφερε το όνομα της (Ρέας πόρος, νέμ. 9. 41). Το μεγαλύτερο όμως εγκώμιο της το επεφύλαξε για τη θέση της ως παρέδρου του Κρόνου (Ολυμπ. 2, 77).

Αντίθετα , κάθε φορά που πρόκειται να μνημονεύσει την φρυγική Μεγάλη Μητέρα δημιουργεί από πριν ατμόσφαιρα ευλάβειας: για το ιερό της, το ιδρυμένο κοντά στην είσοδο της οικίας του, λέει πως νιώθει και ο ίδιος τη διάθεση να προσευχηθεί κάθε φορά που προσεύχονται εκεί οι νέες της πατρίδος του: τα κορίτσια της Θήβας, μέσα στην γαλήνη της νύχτας έψαλλαν ύμνους, έξω από την πόλη, για την Μεγάλη Μητέρα και ταυτόχρονα για τον θεό Πάνα: «αλλ’ επεύξασθαι μεν εγών εθέλω Ματρί, ταν κούραι παρ’ εμόν πρόθυρον συν Πανί μέλπονται θαμά σεμνάν θεόν εννύχιαι (Πυθ. 3,77). Αλλού αναφέρει παρόμοια άσματα των κοριτσιών για τη Μεγάλη Μητέρα και τον Πάνα στην Αρκαδία, και αποκαλεί τον Πάνα «Αρκαδίας μεδέοντα » και «σύντροφο της θεάς»: «Ματρός Μεγάλας οπαδέ, σεμνάν Χαρίτων μέλημα τερπνόν (απόσπ. 95). Στα δασωμένα όροι της Αρκαδίας η φρυγική θεά , η Μεγάλη Μητέρα μπορούσε να έχει λατρεία παρόμοια με των δασωμένων κορυφών της πατρίδας της. Αλλού μιλάει για μια θρησκευτική έκταση που δημιουργεί η νυχτερινή λατρεία της θεάς, μέσα στους δυνατούς ήχους των τυμπάνων, τους οξύτερους των μετα λλικών κυμβάλων  και κάτω από τη λάμψη των δαδών, μέσα στα δάση των πευκών: «σεμνά μεν κατάρχει Ματέρι παρ Μεγάλα ρόμβοι τυπάνων, εν δε κέχλαδεν κρόταλα αιθόμενα τε δας υπό ξανθαίσι πεύκαις (απόσπ. διθυράμβου 79β). Τέλος τους δύο πρώτους στίχους του έκτου Νεμεόνικου που ο Πίνδαρος τους είχε γράψει στο -463 έτος, για ένα παιδί από την Αίγινα που είχε κερδίσει το αγώνισμα της παιδικής πάλης θα μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει και ο Ιουλιανός στον δικό του ενθουσι΄δη Λόγο για την φρυγική θεά: «εν ανδρών, εν θεών γένος· εκ μιας δε πνέομεν Ματρός αμφότεροι. Ο Ιουλιανός 825 αργότερα προσπαθούσε να πείσει τους αναγνώστες του για το κύρος της ίδιας διδασκαλίας , πως οι θεοί και άνθρωποι σε μια (θεϊκή) Μητέρα χρωστάμε την πνοή της ζωής. Με την βοήθεια των δύο πινδαρικών στίχων γίνεται πιο συναρπαστικός ο επίλογος του ιουλιάνειου Λόγου που αποτελεί προσευχή στη Μεγάλη Μητέρα: «ω θεών και ανθρώπων Μήτερ, ω πηγή των θεών και των ημετέρων ψυχών δημιουργέ…δίδου πάσιν ανθρώποις αυδαιμονίαν».

Εικ. 6. Το μέρος της βόρειας ζωφόρου του δελφικού θησαυρού των Σιφνίων που απεικονίζει γιγαντομαχία. Η Μητέρα των θεών, πάνω σε άρμα συρόμενο από λεοντάρια, συμμετέχει ως μέλος του ολυμπιακού πανθέου κατά των γιγάντων. Στον αγώνα κατά των γιγάντων μετέχουν και τα λεοντάρια της θεάς χρησιμοποιώντας κατά των γιγάντων τα δόντια και τα νύχια τους.

Η μετάβαση του μύθου της Ρέας στην φρυγική θεά

Μετά την πρώϊμη απόδοση του ονόματος Ρέα στην ως τότε ανώνυμη φρυγική θεά φυσικό ήταν να αποδοθεί και ο ησιόδειος μύθος της Ρέας στην ξένη θεά. Στο δεύτερο αυτό βήμα πρωτοπόρα φαίνονται τα κυκλαδίτικα νησιά (ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια και πολύ πριν εισαχθεί ο Άττις στις ζωγραφικές και γλυπτικές παραστάσεις της θεάς). Ο δελφικός θησαυρός των Σιφνίων παρέχει μια από τις αρχαιότερες και σαφέστερες αποδείξεις: στην ζωφόρο της βόρειας πλευράς του, τη μόνη ορατή από τους προσκυνητές που ανηφόριζαν την Ιερά οδό κατευθυνόμενοι στο ναό του Απόλλωνα, απεικονίστηκε γιγαντομαχία, στην οποία η φρυγική θεά συμμετέχει με οικειότητα ως σύμμαχος των θεών του Ολύμπου [Εικ. 6]. Η παράσταση βασίζεται σε γνήσιο ελληνικό μύθο, όπως μαρτυρεί η παρουσία του Ηρακλή, ο οποίος  προχωρεί στην ίδια γραμμή με το άρμα της θεάς, μονομαχώντας ταυτόχρονα με έναν γίγαντα. Μπροστά στο άρμα πολεμούν πεζοί οι θεοί Απόλλων και Άρτεμις, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τρεις συνασπισμένους γίγαντες. Η Μεγάλη Μητέρα είναι όρθια πάνω στο άρμα της που το σύρουν αντί αλόγων δύο μεγαλόσωμα λεοντάρια, τα οποία μετέχουν στη μάχη σπαράσσοντας με τα δόντια και τα νύχια τους γίγαντες που συναντούν μπροστά τους. Εύθυμα περιστατικά του είδους των μαχόμενων λεονταριών θα μπορούσαν να παρεμβάλουν με στίχους στα ποιήματά τους οι σύγχρονοι του πλάστη Έλληνες ποιητές. Η ζωφόρος είναι έργο των χρόνων του Πεισιστράτου, όχι πολύ μετά τα μέσα του -6ου αιώνα, ίσως του -530 έτους. Στα χρόνια που ακολουθούν όλος ο μυθικός πλούτος της ησιόδειας Ρέας θα συνδεθεί με την φρυγική θεά (ο γάμος της με τον Κρόνο, η αντίθεση της θεάς με τον Κρόνο που καταβρόχθιζε τα παιδιά της και η απάτη με τον σπαργανωμένο λίθο για την σωτηρία του Δία).

Εικ. 7. Στην ελληνική αποικία της Μεσημβρίας της Θράκης η φρυγική Μεγάλη Μητέρα τιμώνταν μαζί με την Δήμητρα σε μεγάλο ιερό της δεύτερης. Σε αναθηματικό πλακίδιο για την φρυγική θεά απεικονίζεται η ξένη θεά ένθρονη με σκήπτρο στο αριστερό χέρι και φιάλη στο δεξή. Αριστερά της θεάς το λεοντάρι και δεξιά το τύμπανο αναρτημένο.

Η ταυτισμένη με την Ρέα φρυγική θεά, όταν απεικονιζόταν μόνη, στα παλαιότερα χρόνια ακλουθούσε τον εικαστικό τύπο που χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα για σεβάσμιες θεές του Κάτω Κόσμου ή χθόνιες (ιδίως για την Δήμητρα). Στα μετακλασικά χρόνια η Μεγάλη Μητέρα είχε μια λατρεία συγγενή με της Χθόνιας Δήμητρας ή ταυτιζόταν με την Δήμητρα. Η λατρεία στα μεγάλα ιερά συνοδευόταν με μυστικές τελετές που είχαν περιεχόμενο εσχατολογικό. Οι ανασκαφές στη θρακική Μεσημβρία του Αιγαίου (μια ελληνική αποικία, είκοσι περίπου χιλιόμετρα δυτικά της σημερινής Αλεξανδρούπολης) έδωσαν αναθήματα (εικ. 7) προοριζόμενα για τη Μεγάλη Μητέρα, τα οποία γίνονταν σε ιερό της Χθόνιας Δήμητρας. Η Μεγάλη Μητέρα σε αναθηματικά πλακίδια παριστανόταν καθιστή σε θρόνο, με στέμμα στο κεφάλι και σκήπτρο στο αριστερό χέρι. Στο δεξί κρατούσε φιάλη για τις χοές των πιστών. Λεοντάρι τη συνόδευε πλάι στον θρόνο. Το τύμπανο που θα το κρατούσε με το αριστερό χέρι παριστάνεται αναρτημένο πλάι στο λατρευτικό άγαλμα επειδή ο καλλιτέχνης προτίμησε να βάλει στο χέρι αυτό το σκήπτρο που δίνει στη θεά τη μεγαλειώδη όψη της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου.

[Οι περισσότεροι κάτοικοι της Μεσημβρίας θεωρείται πολύ πιθανό πως είχαν έρθει από το απέναντι νησί της Σαμοθράκης, την κατ’ εξοχήν πατρίδα χθόνιων και μυστικών λατρειών. Την λατρεία της Μεγάλης Μητέρας μπορούσαν να την είχαν βρεί στη νέα θρακική τους πατρίδα ή να την είχαν φέρει από την Σαμοθράκη].

Ανασκάπτεται και στην Βεργίνα ένα ιερό της Μεγάλης Μητέρας που υποτίθεται πως καταστράφηκε στον -2ο αιώνα. Από αυτό προέρχεται πήλινο ειδώλιο της θεάς κανονικού τύπου (καθιστής σε θρόνο, με στέμμα στο κεφάλι, τύμπανο στο αριστερό χέρι, φιάλη στο δεξί). Στο αρκετά ευρύχωρο ιερό πρέπει να υπήρχε χώρος για μυστικές τελετές. Ο χθόνιος χαρακτήρας της λατρείας φαίνεται από αναθήματα πήλινων ομοιωμάτων κουλουριασμένων όφεων. Στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά χρόνια η φρυγική Μητέρα ήταν η κυριότερη από της θεότητες της λαϊκής θρησκείας. Οι κάτοικοι όμως των μικρών αγροτικών κοινοτήτων και οι άποροι ξωμάχοι της υπαίθρου δεν είχαν μεγάλα ιερά με ιδιαίτερη αίθουσα για τις μυστικές τελετές. Στην ύπαιθρο υπήρχαν συνήθως φτωχά υπαίθρια ιερά και όσοι τα χρησιμοποιούσαν ήταν αναγκασμένοι να περιορίζονται στο απλούστερο καθήκον των οπαδών της λαϊκής θρησκείας, στις υπαίθριες τελετές θρησκευτικών καθαρμών που τις διεκπεραίωναν έναντι μικρής αμοιβής περιπλανώμενοι φτωχοϊερείς της Μεγάλης Μητέρας, οι λεγόμενοι «μητραγύρτες». Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχαν ελάχιστοι ιδεολόγοι που είχαν απαρνηθεί την ζωή των ανέσεων για να υπηρετήσουν την θεά. Η συντριπτική πλειονότητα τους όμως έκανε κατάχρηση του λειτουργήματος τους, και συνετέλεσε στον εξευτελισμό του συνόλου των περιφερόμενων θεραπόντων της θεάς. Οι θεράποντες αυτοί εξασφάλιζαν πρώτα τις συνεχείς μετακινήσεις τους μερικά μεταγωγικά ζώα (συνήθως όνους, σπάνια ημιόνους) και άρχιζαν πρώτα το εμπόριο ζώων του είδους και πωλούσαν στα χωριά ζώα που είχαν κλέψει από άλλα χωριά. Άλλοι ασκούσαν τη μαγεία έναντι αμοιβής, θεράπευαν με μαγικά μέσα αρρώστους ή πληρώνονταν για να βλάψουν με ξόρκια τους εχθρούς των πελατών τους. Η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη στην Δύση (στην ρημαγμένη ύπαιθρη χώρα, όχι στην Ρώμη ή στα μεγάλα αστικά κέντρα), όπου περιπλανώνταν ιερατεία αυτοευνουχισμένων θεραπόντων της θεάς.

Η φρυγική Μεγάλη Μητέρα στη Ρώμη

Στη Ρώμη η λατρεία της φρυγικής θεάς παρουσιάστηκε αργά, μισή σχεδόν χιλιετία μετά την εμφάνισή της στην Ελλάδα. Δεν έφτασε εκεί από την Ελλάδα (όπου είχε παραμορφωθεί, γιατί είχε αποβάλει τα ουσιώδη ανατολίτικα φρυγικά γνωρίσματά της), αλλά απευθείας από την ΒΔ Μικρά Ασία, συγκεκριμένα από την Πέργαμο του Αττάλου του Α’, ο οποίος είχε καλλιεργήσει μια διπλωματική φιλία με την Ρώμη που αυτή την εποχή είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε μεγάλη δύναμη. Οι Ρωμαίοι που κατά τον δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο είχαν ανησυχήσει από την εισβολή του Αννίβα στην Ιταλία, έδωσαν πίστη στους μελετητές των σεβάσμιων σιβυλλικών κειμένων, οι οποίοι είχαν διακρίνει σ’ αυτά προφητικό υπαινιγμό πως η Ιδαία Μητέρα θα έσωζε την Ρώμη. Πρεσβεία της Ρώμης έφτασε το -205 έτος, στον Άτταλο Α’, ο οποίος από το -241 έτος, διαχειριζόταν την εξουσία στην Πέργαμο, και παρέλαβε άγαλμα της θεάς και μαζί τον φημισμένο δυναμούχο μαύρο μετεωρόλιθο. Το άγαλμα, συνοδευόμενο από μέλη του φρυγικού ιερατείου και από τα αντιπροσωπεύοντα την ρωμαϊκή σύγκλητο, κατέληξε στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης, όπου θα χτιζόταν ναός για την θεά, καθώς και στοά με ενδιαιτήματα των ιερέων. Το άγαλμα στήθηκε προσωρινά το -204 έτος, σε ναό της θεάς Victoria και έμεινε εκεί ως το -191 έτος, οπότε τελείωσε ο ναός της νέας θεάς. Το φρυγικό ιερατείο ζούσε απομονωμένο στο λόφο και μόνο στην εορτή της θεάς εμφανιζόταν στον κόσμο. Οι Ρωμαίοι δεν άργησαν να νικήσουν τους Καρχηδόνιους και να καταστρέψουν την πόλη τους. Ο ποιητής Βεργίλιος, 180 χρόνια αργότερα, την εποχή του Αυγούστου, εξήγησε στην Αινειάδα του πως η θεά της τρωϊκής Ίδης, η Ιδαία Μητέρα που είχε παρασταθεί στον Αινεία μετά την πτώση της Τροίας και τον είχε βοηθήσει να εγκατασταθεί στην Ιταλία, θα βοηθούσε και τους απογόνους του να γίνουν, υπό την ηγεσία του Αυγούστου, παγκόσμια δύναμη.

Από Ρωμαίους ποιητές και ιστορικούς υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για την λατρεία της θεάς τόσο στα χρόνια πριν την κατάλυση της δημοκρατίας (-201/-210) όσο και στην περίοδο των αυτοκρατόρων. Ο Οβίδιος ασχολήθηκε με τη Μεγάλη Μητέρα εξ αφορμής της εορτής Μεγαλήσια στους στίχους 179-372 του 4ου βιβλίου των Fasti, στο οποίο είχε σχεδιάσει να υπομνηματίσει ολόκληρο το ρωμαϊκό εορτολόγιο στη μορφή που είχε αυτό στις τελευταίες δεκαετίες του-1ου αιώνος (έως το +8 έτος, οπότε ο Οβίδιος εξορίστηκε από τον Αύγουστο). Από τις πληροφορίες αυτές φαίνεται πως:

1) όταν στο -204 έτος, η θεά  εισήχθη στη Ρώμη δεν συνοδευόταν από τον Άττι, αν και στην Ανατολή συλλατρευόταν τουλάχιστο 150 χρόνια πριν. Το φρυγικό ιερατείο όμως είχε εισαγάγει τον Άττι πολύ πριν την εποχή του Οβιδίου.

[Καθυστέρησε η εισαγωγή του Άττι, αλλά ο θεός λατρευόταν πάντα μαζί με τη Μεγάλη Μητέρα και ποτέ μόνος. Ο Οβίδιος τον ξέρει άρρηκτα δεμένον μαζί της

2) είχε ιερατείο ευνούχων, στο οποίο κατά την περίοδο της δημοκρατίας δεν μπορούσαν να μετέχουν Ρωμαίοι πολίτες. Στην Ελλάδα και στην Ρώμη ο κόσμος αποστρεφόταν τους ευνούχους ιερείς.

[Αντίθετα, στους «βαρβάρους» όπως γράφει ο Ηρόδοτος 8. 105, θεωρούνταν όχι μόνο οι ιερείς, αλλά γενικά οι άνθρωποι ευνούχοι ως πρόσωπα πιο αξιόπιστα από τους κοινούς ανθρώπους (παρά τοίσι βαρβάροισι τιμιώτεροι εισιν οι ευνούχοι πίστιος είνεκεν της πάσης). Υπήρχαν άνθρωποι που έγιναν πλούσιοι πουλώντας «εκτετμημένους» ή «εκτομίας» ως δούλους (προπάντων παιδιά). Τους αγόραζαν πλούσιοι ή βασιλείς για να αναθέτουν σε αυτούς εμπιστευτικά καθήκοντα στου γυναικωνίτες. Θρησκευτικά καθήκοντα σε ελληνικό ναό είχαν ανατεθεί κάποτε με επιτυχία στην Έφεσο, στο ναό της Άρτεμης : ήταν ευνούχοι ιερείς συνεργαζόμενοι με παρθένες ιέρειες και ο κόσμος τους είχε «εν τιμή μεγάλη» κατά τον Στράβωνα 14, 641

3) υπήρχαν εκστατικοί χοροί υπό τους ήχους τυμπάνων, μεταλλικών κυμβάλων και φρυγικών αυλών·

4) την ημέρα της εορτής οι Φρύγες ιερείς, ντυμένοι με φανταχτερά συναρπαστικών χρωμάτων και χρυσοΰφαντα άμφια και με λυμένη τη μακρά κόμη τους, την ανεμιζόμενη από τις ζωηρές χορευτικές κινήσεις, διέσχιζαν κεντρικούς δρόμους της Ρώμης, διαρκώς χορεύοντας και τραγουδώντας·

5) αποκαλούνταν «γάλλοι» από ένα φρυγικό ποτάμι Γάλλο που το νερό του κάνει μανιακούς όσους το πίνουν (Οβίδιος Fasti 4, 364)·

6) στην πομπή, το άγαλμα της θεάς το έφεραν οι ευνουχισμέμοι γάλλοι στους μαλακούς (σα γυναικείους) ώμους τους·

7) ταυτόχρονα με την φανταχτερή πομπή οργανωνόταν «ιερή επαιτεία» ή συλλογή χρημάτων και δώρων για τη θεά. Δώρα και χρήματα ήταν απαραίτητα για τη συντήρηση του ιερού και την διαβίωση του ιερατείου (αφού για τις ξένες λατρείες συνήθως δεν προβλέπονταν κρατικές χορηγίες).

Στον διεξοδικό λόγο του Οβίδιου για την φρυγική θεά φαίνεται με σαφήνεια:

1) ο ταυτισμός Ρέας και φρυγικής θεάς που είχε ήδη πραγματοποιηθεί (προλογίζιντας ο εμπνεόμενος από τις μούσες ποιητής αποκαλεί τις Μούσες «εγγονές» της φρυγικής θεάς , στιχ. 191· στην ελληνική μυθολογία είναι εγγονές της Ρέας, ως κόρες του γιού της Δία)·

Εικ. 8. Ο «εξαιρετικά εμφανίσιμος νεαρός Φρύγας» του Οβιδίου (Fasti στιχ, 233) που λατρεύτηκε στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια ως θεότητα της βλάστησης (που πεθαίνει τον χειμώνα και ανασταίνεται την άνοιξη) πάντα μαζί με την φρυγική Μεγάλη Μητέρα και ποτέ μόνος. Η εικόνα προέρχεται από το ίδιο αναθηματικό με την παραπάνω εικόνα 2 της Μεγάλης Μητέρας.

2) η πολύ θορυβώδης πορεία υπό τους ήχους τυμπάνων, κυμβάλων και αυλών των (των «ημίανδρων», όπως αποκαλεί τους ευνουχισμένους θεράποντες της θεάς, στιχ. 183) εξηγείται ως πανηγυρισμός ή έκρηξη χαράς μετά την εξαπάτηση του Κρόνου που την έφερε εις πέρας ο σπαργανωμένος λίθος ή veste lateens saxum (στιχ. 205: η σωτήρια απάτη είχε αρχικά πανηγυριστεί από τους Κουρήτες και τους Κορύβαντες) με τις συγκρουόμενες ασπίδες και τα κράνη τους). Οι νέοι θεράποντες της θεάς εξέφραζαν την χαρά τους συγκρούοντας τα χάλκινα κύμβαλα (αντί για τα κράνη) ή χτυπώντας τα τύμπανα (αντί για τις ασπίδες: cymbal pro galeis, pro scutis tympana,στιχ. 213). Στην καίρια απορία για τον ευνουχισμό των θεραπόντων της θεάς, ποιητής διαφωτίστηκε διεξοδικά από μια Μούσα, η οποία αφηγήθηκε την ιστορία του Άττι, του πρώτου ιερέα και μυσταγωγού της θεάς: η Μεγάλη Μητέρα είχε συναντήσει πρώτη φορά τον Άττι όταν, περιερχόμενη την φρυγική ύπαιθρο, βρέθηκε μέσα σε δάσος: ήταν ένας εμφανίσιμος νέος (εικ. 8), ένα άκακο και άδολο «παιδί της Φρυγίας» που αμέσως η θεά σκέφτηκε να το κάνει παντοτινό θεράποντα και φύλακα του ναού της, αρκεί να ήθελε να μείνει για πάντα έξω από τις ψυχοφθόρες περιπέτειες της ερωτικής ζωής. Ο Άττις δέχτηκε με ενθουσιασμό την κλήση και δήλωσε πως αν παραβεί την υπόσχεσή του, συμφωνεί να αποβεί η ενδεχόμενη ερωτική παρεκτροπή του η τελευταία της ζωής του. Πάτησε όμως τον λόγο του, μόλις συνάντησε μια ωραία ναϊάδα, νύμφη του Σαγγάριου. Η Μητέρα θεά εκδικήθηκε αμέσως: η ναϊάδα έπεσε νεκρή και ο Άττις παραφρόνησε: υπό το κράτος μιας τρέλας έτρεξε στην κορυφή του Δινδύμου και με μια κοφτερή πέτρα άρχισε τον ακρωτηριασμό του σώματός του στιχ. 237). Ταυτόχρονα θρηνώντας διακήρυξε πως σωστό είναι να πληρώσει με αίμα το παράπτωμα του και να εξαφανίσει το μέλος του σώματός του που τον έριξε στην συμφορά. Από το πάθημα του Άττι παραδειγματίστηκαν οι αβροί θεράποντες της θεάς και μόνοι τους φροντίζουν έγκαιρα να απομακρύνουν το μέλος εκείνο του σώματος ως ύποπτο κίνητρο της συμφοράς.

Ο Οβίδιος τελειώνει την αφήγηση του ταξιδιού της θεάς προς την Ρώμη με τη μνεία ενός θαύματος που έγινε στο επίνειο της Ρώμης Ostia, κοντά στις εκβολές του Τίβερι: το πλοίο που έφερνε το άγαλμα της θεάς, όταν έφτασε στις εκβολές του ποταμού, ενώ το έσερναν δεμένο με χοντρά καραβόσκοινα, κάθισε στα αβαθή λασπώδη νερά και έμενε ακίνητο παρά τις διαρκώς εντεινόμενες προσπάθειες να το αποκολλήσουν και να το σύρουν. Πολλοί τότε κατηγόρησαν ως ανεπιθύμητη στη θεά και ως μη αγνή την ευγενή και ωραία Ρωμαία Claudia Quinta (μια από τις Εστιάδες παρθένες που συνόδευε το άγαλμα της θεάς). Η Claudia αποσπάστηκε αμέσως από την ομάδα των επισήμων, πήρε τρεις φορές νερό με τις παλάμες της από τον ποταμό και έβρεξε το κεφάλι της. Έπειτα έρριξε το βλέμμα της στην θεά και με λυμένα τα μακριά της είπε απευθυνόμενη στην θεά πως την κατηγορούν ως μη αγνή. Αν βεβαιωθεί πως την καταδικάζει και η θεά, θα πληρώσει με την ζωή της το παράπτωμα. Αν όμως δεν είναι ένοχη, επιθυμεί να έχει από την ίδια τη θεά μια απόδειξη της αγνότητάς της. Αμέσως άρπαξε τη χοντρή τριχιά, με την οποία μάταια προσπαθούσαν γεροδεμένοι ναυτικοί να σύρουν το πλοίο, και το έσυρε μόνη της, πράγμα που προκάλεσε παραλήρημα ενθουσιασμού στο πλήθος. Το άγαλμα μεταφέρθηκε την άλλη μέρα το πρωϊ στην Ρώμη πάνω σε άμαξα συρόμενη από βόδια, τα οποία όλοι έραιναν με φρεσκοκομμένα άνθη (στιχ. 291-364).

Οι αρχαίοι λαοί της κεντρικής Μ. Ασίας και η Μεγάλη θεά

Το υψίπεδο της κεντρικής Μ. Ασίας που διαρρέεται από δύο μεγάλα ποτάμια (τον Σαγγάριο και τον Άλυ, αμφότερα χυνόμενα στον Εύξεινο πόντο), είχε ήδη στη δεύτερη προχριστιανική χιλιετία ένα πολιτισμό ευρείας στάθμης. Εισβολές από τον υποανάπτυκτο Βορρά που απειλούσαν τον πολιτισμό του συναντούσαν μεγάλα φυσικά εμπόδια, όπως είναι ο Εύξεινος πόντος και στα ανατολικά κράσπεδα του τα Καυκάσια όρη. Από το μέρος της Ανατολής τα ψηλά και συνεχόμενα βουνά της Αρμενίας ήταν άλλο φυσικό εμπόδιο που αποθάρρυνε εισβολές ορδών της άπω Ανατολής. Στα τελευταία αυτά βουνά έχουν τις πηγές τους άλλα δύο μεγάλα ποτάμια (ο Ευφράτης και ο Τίγρις) που ακολουθούν όμως αντίθετη διαδρομή (προς τον Νότο) και καταλήγουν στον Περσικό κόλπο αφού διασχίσουν τις ανεπτυγμένες πολιτισμικά χώρες της Ασσυρίας και της Βαβυλωνίας.

Τον ίδιο προς Ν. δρόμο ακολουθούσαν και οι κάτοικοι του μικρασιατικού υψιπέδου για την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο: ήταν προσανατολισμένοι προς τα ασσυροβαβυλωνιακά κέντρα, από τα οποία είχαν δεχτεί ισχυρή παραδοσιακή επίδραση. Από εκεί έμαθα συστήματα γραφής, ιερογλυφικής και σφηνοειδούς, και ήξεραν να γράφουν όταν τα μυκηναϊκά κέντρα της αχαϊκής Ελλάδας χρησιμοποιούσαν την λεγόμενη γραμμική Β’ γραφή.

Η πολιτική και κοινωνική οργάνωση στην κεντρική Μικρά Ασία ήταν όμοια με εκείνη που ξέρει ο Όμηρος για την προϊστορική Αχαϊα του Αγαμέμνωνα και του Νέστορα: υπήρχαν και στην κεντρική Μικρά Ασία πόλεις ανεξάρτητες, καθεμιά με τοπικό βασιλιά (όπως στην Αχαϊα ήταν οι πόλεις των Μυκηνών, της Πύλου, της Θήβας, της Ιολκού). Κάθε τοπικός βασιλιάς μπορούσε να επεκτείνει την εξουσία του σε μικρότερες πόλεις ή εγκαταστάσεις ή και σε νησιά, όπως είχε κάνει ο Αγαμέμνονας λίγο προ του -1200 έτους. Οι περισσότερες πόλεις του μικρασιατικού υψιπέδου της ίδιας εποχής κατοικούνταν από ντόπιους και όχι επήλυδες αγρότες που ήταν αρκετά πολιτισμένοι άνθρωποι, όχι όμως σημίτες (όπως στον Νότο). Βέβαιο είναι πως οι ελεύθεροι αυτοί Μικρασιάτες βρέθηκαν κατά την -2η χιλιετία και κατά την -1η χιλιετία κάτω από επικυριαρχία εισβολέων κατακτητών.

Οι  Χ ι τ τ ί τ ε ς  ήταν ο λαός που ίδρυσε, την -2η χιλιετία, μια αυτοκρατορία στην κεντρική Μικρά Ασία με πρωτεύουσα τη Χαττούσα, ανατολικά του Άλυος ποταμού και 150 χιλιόμετρα επίσης ανατολικά της Άγκυρας. Οτιδήποτε είναι γνωστό σήμερα για την ιστορία της χιττιτικής αυτής αυτοκρατορίας, για την θρησκεία της, για την κοινωνική οργάνωση και την γλώσσα της έγινε γνωστό όχι από αρχαίες και φιλολογικές πηγές της Ελλάδας ή της Ανατολής, αλλά μόνο από τις πήλινες πινακίδες της -2ης χιλιετίας που βρέθηκαν στην Χαττούσα και σε άλλες θέσεις της χώρας και έχουν καταγεγραμμένες πράξεις των ηγεμόνων τους και τοπικούς θρύλους.

Οι  Φ ρ ύ γ ε ς  είναι ο δεύτερος λαός που μεταναστεύοντας από την περιοχή του Δούναβη (με ενδιάμεσους σταθμούς στη Μακεδονία, Ηρόδοτος 7, 73, και στην Θράκη) δημιούργησαν στην κεντρική Μικρά Ασία μια μεγάλη Φρυγία, εκεί που την ξέρει ο Όμηρος (στον άνω ρουν του Σαγγαρίου ποταμού). Αυτοί, γύρω στο -1200 έτος, συνέβαλαν , με την συμμετοχή τους και άλλων δυσαρεστημένων από τους Χιττίτες Μικρασιατών, στην καταστροφή της Χαττούσας. Όταν οι περισσότεροι Χιττίτες αποχώρησαν στα ιδρυθέντα νεοχιττιτικά κρατίδια του Νότου, οι Φρύγες έμειναν ρυθμιστές της πολιτικής ζωής στην κεντρική Μικρά Ασία. Γύρω στο-800 έτος ίδρυσαν την δική τους πρωτεύουσα Γόρδιον στα δυτικά της Χαττούσας.

[ Η σχετική με την ίδρυση της φρυγικής πρωτεύουσας παράδοση αρχίζει με κάποιον ηλικιωμένον Φρύγα αγρότη χωρίς παιδιά, ο οποίος καλλιεργούσε το χωράφι του με την βοήθεια ζεύγους βοδιών και ονομαζόταν Γόρδιος. Ο Γόρδιος ήξερε πως για την όλη του ζωή είχε κερδίσει την εύνοια του Διός. Βεβαιώθηκε γι αυτό, όταν ένα απόγευμα επέστρεψε στην οικία του, οπότε πελώριος αετός είχε καθίσει στο τιμόνι της βοϊδάμαξάς του. Το περιστατικό ερμηνεύτηκε από τους ονομαστούς μάντεις της Τελμησσού της Λυκίας ως αποκαλυπτικό ενός ενδόξου μέλλοντος. Αυτό επιβεβαιώθηκε την ημέρα που πέθανε ο ηγεμόνας των Φρυγών: οι σύμβουλοί του ζήτησαν οδηγίες από τους τοπικούς μάντεις και πήραν την απάντηση πως ο καινούργιος βασιλιάς θα έμπαινε εκείνο το απόγευμα στην πόλη καθισμένος με την γυναίκα του σε μια βοϊδάμαξα. Ο Γόρδιος, όπως κάθε απόγευμα, ενώ επέστρεφε, είχε συναντήσει στο δρόμο μια μάντισσα, η οποία του ζητούσε να την πάρει στο όχημα ως την πόλη. Ο Γόρδιος την πήρε και με έκπληξη είδε πως οι Φρύγες, μόλις μπήκε στην πόλη, τον ανακήρυξαν βασιλιά.  Ως βασιλιάς ο Γόρδιος ίδρυσε γύρω στα -800 έτος, τη νέα πόλη Γόρδιον, την οποία γύρω στο -720 έτος πήραν από τον γιό του Μίδα οι Κιμμέριοι. Μερικοί, για να συμβιβάσουν τα αναφερόμενα από τον Ηρόδοτο 8, 138 για τους κήπους του Μίδα στο Βέρμιο της Μακεδονίας, έλεγαν πως μόλις ο Γόρδιος ίδρυσε τη νέα πρωτεύουσα στη μικρασιατική Φρυγία, ο Μίδας πήρε τους Φρύγες της Μακεδονίας και πήγε στο Γόρδιον, όπου υιοθετήθηκε από από τον βασιλιά Γόρδιο και επομένως δεν ήταν γιός, αλλά θετός γιός του Γορδίου. Μαζί με τα εγκαίνια της νέας πόλης ο βασιλιάς Γόρδιος είχε εγκαινιάσει και ιερό του προστάτη του θεού Δία, όπου αφιέρωσε την ονομαστή βοϊδάμαξα: ο ξύλινος ζυγός του οχήματος αυτού (όπου γίνεται το ζεύξιμο το βοδιών) είχε προσδεθεί στο τιμόνι (ή τον «ρυμό» του αμαξιού) από τον ίδιο τον Γόρδιο με λωρίδες φλοιού κρανιάς και με τόση επιδεξιότητα,, ώστε επί αιώνες αργότερα κανείς δεν μπόρεσε να λύσει τον δεσμό (δεν φαινόταν αρχή και τέλος) : έλεγαν πως όποιος τον λύσει θα γίνει βασιλιάς της Ασίας, όπως ο Γόρδιος είχε γίνει βασιλιάς της Φρυγίας. Ο μέγας Αλέξανδρος προχωρώντας το -333 έτος, από τον μεγάλο δρόμο που οδηγεί από την δυτική Μικρά Ασία προς τα Σούσα, πέρασε από το Γόρδιο και έλυσε τον δεσμό].

Στην περίοδο -900/-700, ήταν η πιο αξιόλογη δύναμη της κεντρικής Μικράς Ασίας. Οι Φρύγες δεν έγραψαν οι ίδιοι, είναι όμως γνωστή η ιστορία τους, το πλήθος των θρύλων τους και ως ένα σημείο η θρησκευτική τους ζωή από ελληνικές φιλολογικές πηγές.

Στον-7ο αιώνα, σημαντικό ρόλο έπαιξαν στην κεντρική Μικρά Ασία οι άγριοι νομάδες επιδρομείς  Κ ι μ μ έ ρ ι ο ι,  προερχόμενοι από την περιοχή της λεγόμενης «λίμνης» Μαιώτιδας  (Ηρόδ. 1, 103), δηλαδή από την περιοχή της Αζοφικής θάλασσας η οποία μοιάζει με λίμνη, καθώς η Ταυρική χερσόνησος, στη βόρεια ακτή του Ευξείνου πόντου και ανάμεσα στις μεταγενέστερες αποικίες της Φαναγόρειας και του Παντικαπαίου, κλείνει σημαντικά την είσοδο προς τον μεγάλο κόλπο κάνοντάς τον να μοιάζει με λίμνη. Από την περιοχή αυτή, στα βόρεια του Πόντου, οι Κιμμέριοι μπόρεσαν, μετά περιπετειώδη πορεία σε περάσματα της ανατολικής και της δυτικής πλαγιάς των Καυκασίων ορέων, να φτάσουν στη νότια παραλία του Ευξείνου. Λίγο πριν από το -700, οι Κιμμέριοι χτήπησαν την πρωτεύουσα των Φρυγών Γόρδιον και ανάγκασαν τον βασιλιά Μίδα να αυτοκτονήσει, διέλυσαν το φρυγικό κράτος και απείλησαν το αμέσως προς Δυσμάς των Λυδών. Ο βασιλιάς των Γύγης σκοτώθηκε το -652 έτος, προσπαθώντας να αναχαιτίσει την προέλαση των Κιμμερίων. Τον διαδέχτηκε στη Λυδία ο Άρδυς που νίκησε τους επιδρομείς γύρω στο -650. Πριν από την χρονολογία αυτή οι Κιμμέριοι, αναζητώντας πλουσιότερη λεία, είχαν προχωρήσει στο Νότο, προς την Ασσυρία, όπου όμως νικήθηκαν στο -679 έτος, κατά τα ασσυριακά χρονικά.

Οι  Λ υ δ ο ί  που διαδέχτηκαν στην κεντρική Μικρά Ασία τους Φρύγες κράτησαν την υπεροχή ως την εποχή του Κροίσου που έγινε βασιλιάς τους το -560 έτος.

Οι  Π έ ρ σ ε ς  που εμφανίστηκαν στο μεταξύ ήταν λαός προερχόμενος από τον Νότο. Έγιναν κύριοι της κεντρικής Μικράς Ασίας ύστερα από νίκη του βασιλιά τους Κύρου κατά Λυδού Κροίσου και ύστερα από την άλωση της λυδικής πρωτεύουσας τους των Σάρδεων το -546. Οι Σάρδεις παρέμειναν στους Πέρσες και έγιναν αργότερα πρωτεύουσα σατραπείας.

Οι  Γ α λ ά τ ε ς  ήταν ο τελευταίος λαός που κυριάρχησε στην κεντρική Μικρά Ασία, υπό την επικυριαρχία όμως της Ρώμης. Στα αυτοκρατορικά χρόνια ήρθε η Provincia Galatia εποχή, κατά την οποία πήρε την μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση από κάθε άλλο μικρασιατικό κράτος. Το παλιό ορμητήριο των Φρυγών (η καμπή του άνω Σαγγαρίου, με την Πεσσινούντα και το εκεί σεβάσμιο ιερό της Δινδυμήνης Μητέρας, ήδη από το -150, είχε αρχίσει να γίνεται ο πυρήνας της μικρασιατικής Γαλατίας, και ως γαλατικό αναφερόταν πλέον τόσο το ιερό όσο και η πόλη της Πεσσινούντας. Στην ύστερη αρχαιότητα οι Γαλάτες της Πεσσινούντας χάραζαν στα νομίσματά τους σε ελληνική γλώσσα την επιγραφή «Πεσσινουντίων Γαλατών».

[Από τον -1o αιώνα, η Provincia Ga1atia ήταν η γνωστότερη της κεντρικής Ασίας. Από τις τρεις αρχαίες Κελτικές φυλές (ή τα τρία ομόγλωτα έθνη, όπως τα λέει ο Στράβων (12, 567) οι δύο διάλεξαων για έδρα τους την περιοχή των παλαιών φρυγικών οικητηρίων, δηλαδή την Πεσσινούντα και την Άγκυρα. Ο Παυσανίας παρουσίασε με εξαιρετική επιμέλεια στο πρώτο και στο τελευταίο  βιβλίο του το παρελθόν των Μικρασιατικών αυτών Γαλατών (Αττικά ιδίως 4, 1-6 και Φωκικά 19, 5-23, 14), από τους εγκατεστημένους στην Δύση Κέλτες ξεκόνησε μια στρατιά υπό τον Βρέννο το -279 έτος, με το σχέδιο να διαρπάσει τα πλούσια αναθήματα του δελφικού ιερού, πράγμα που θεωρούνταν εύκολο, γιατί την εποχή αυτή η Ελλάδα ήταν εξασθενημένη (10, 19, 8). Έφτασαν στις Θερμοπύλες με 152.000 πεζούς και 20.400 ιππείς. Πριν εισβάλλουν στην Φωκίδα, ο Βρέννος, για να αναγκάσει τους Αιτωλούς να αποσυρθούν στην πατρίδα τους, έστειλε  40.000 πεζούς και 800 ιππείς κατά της Αιτωλίας, (10, 22, 2). Η εκστρατεία αυτή κατέληξε στην καταστροφή του αιτωλικού Καλλίου και στην σφαγή των κατοίκων του, ακόμα και των βραφών. Ο στρατός των Αιτωλών έσπευσε στην πατρίδα και εξόντωσε περισσότερους από τους μισούς Γαλάτε (10, 22, 7). Οι υπόλοιποι ενώθηκαν με τον στρατό του Βρένου, και όλοι μαζί οι Γαλάτες χτύπησαν και λεηλάτησαν τους Δελφούς. Στο μεταξύ πολλοί Έλληνες κινητοποιήθηκαν και αποδεκάτισαν τους Γαλάτες, ιδίως μετά τον τραυματισμό και την αυτοκτονία του Βρέννου. Την ίδια χρονιά (-278 έτος) οι Γαλάτες νικήθηκαν από τον Αντίγονο Γονατά, αφού όμως και αυτοί την προηγούμενη χρονιά σε πολεμική σύγκρουση είχαν σκοτώσει τον Πτολεμαίο Κεραυνό. Ο Αντίγονος Γονατάς, υιός του Δημητρίου του Πολιορκητή, έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας, αλλά στο μεταξύ οι Γαλάτες πέρασαν στη Μικρά Ασία ως μισθοφόροι του βασιλιά της Βιθυνίας. Εκεί έζησαν με λεηλασίες και διαρπαγές σε όλη την ΒΔ. Μικρά Ασία μέχρι το -230 έτος, οπότε ο Άτταλος Α’ της Περγάμου τους απώθησε οριστικά στην Κεντρική Μικρά Ασία. Από τότε έκαναν κέντρο της δραστηριότητάς τους την περιοχή των παλαιών των Φρυγών οικητηρίων Μήδου και έτι πρότερον Γορδίου (Στραβων 12, 567)].

Από τους λαούς αυτούς τους στενά συνδεμένους με την κεντρική Μικρά Ασία μόνο τρεις, οι Φρύγες, οι Λύδοι και το τμήμα εκείνο των Γαλατών που εγκαταστάθηκε στην περιοχή του πεσσινούντιου ιερού έπαιξαν ένα ρόλο στη διαμόρφωση και στην εμπέδωση της λατρείας της Μεγάλης Μητέρας. Σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή των Φρυγών, οι οποίοι είχαν παραλάβει από τους Χιττίτες ένα πολυθεϊστικό πάνθεο με ισχυρότατη μια θεά της μαγείας και διαμόρφωσαν μονοθεϊστική θρησκεία με πανίσχυρη την καλόβουλη Μεγάλη Μητέρα. Δίκαια η θεά αυτή αποκλήθηκε «η φρυγία Μεγάλη θεός» (Στράβων 10, 469). Οι γείτονες των Φρυγών Λυδοί υπήρξαν οι πρώτοι οπαδοί της λατρείας και την πλούτισαν μς μυστικό περιεχόμενο (Λουκιανός, Περί της Συρίης θεού 15, 461: ο Άττις γένος μεν Λυδός ην, πρώτος δε τα όργια τα ες «Ρέην» εδιδάξατο). Στα τελευταία χρόνια της αρχαιότητος πολλοί χαρακτήριζαν την όλη λατρεία ως «λυδοφρυγική». Τέλος οι Γαλάτες της Πεσσινούντας που μοιράστηκαν με τους παλιούς Φρύγες τα ιερά αξιώματα της Δινδυμήνης μπορούν να διεκδικήσουν την τιμή των εξαιρετικά αφοσιωμένων οπαδών της λατρείας της θεάς Μεγάλης Μητέρας».

Ως προς την καταγωγή τώρα των Φρυγών, για τους περισσότερου ιστορικούς εξακολουθούν να ισχύουν αυτά που έχει γράψει ο Ηρόδοτος κατά τα μέσα του -5ου αιώνος. Βρισκόμενος στην Μακεδονία ο Ηρόδοτος, άκουσε από τους σύγχρονούς του κατοίκους της περιοχή του Βερμίου όρους (στην περιοχή της Βέροιας), ως ζωντανή ακόμη παράδοση, πως οι Φρύγες, πριν μεταλλαχθούν σε Ασιάτες, ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή εκείνη και λέγονταν Βρίγες: «οι δε Φρύγες, ως Μακεδόνες λέγουσι, εκαλέοντο Βρίγες, χρόνον όσο Ευρωπήοι εόντες, σύνοικοι ήσαν Μακεδόσι, μεταβάντες δε ες την Ασίην, άμα τη χώρη και τούνομα μετέβαλον ες Φρύγες» (7, 73). Προσθέτει πως οι Αργείοι Τημενίδαι, από τους οποίους κατάγονται οι βασιλείς της Μακεδονίας, είχαν εγκατασταθεί κοντά στους κήπους που ανήκαν άλλοτε στο Μίδα, τον υιό του Γορδίου. Στους κήπους αυτούς ανθούσαν μόνα τους (χωρίς καλλιεργητικές φροντίδες) τριαντάφυλλα που δεν είχαν μόνο τριάντα πέταλα, αλλά εξήντα και η ευωδία τους ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη  των κοινών τριαντάφυλλων. Η θέση των κήπων ήταν σε μια πλαγιά του Βερμίου όρους. Μέσα σε αυτούς τους κήπους, κατά την παράδοση, ο Μίδας είχε συλλάβει τον σοφό Σειληνό.

[Ηρόδοτος 8, 138: Οίκησαν (οιΤημενίδαι) πέλας των κήπων των λεγομένων είναι Μιδέω του Γορδίεω, εν τοίσι φύεται αυτόματα ρόδα, εν έκαστον έχον εξήκοντα φύλλα, οδμή τε υπερφέροντα των άλλων. Εν τούτοισι και ο Σιληνός τοίσι κήποισι ήλω, ως λέγεται υπό Μακεδόνων, Υπέρ δε των κήπων ούρος κέεται, Βέρμιον ούνομα, άβατον υπό χειμώνος].

Ούτε ο Ηρόδοτος ούτε ο Παυσανίας επιχείρησαν να ξεχωρίσουν ένα μυθικό Μίδα από το ομώνυμο ιστορικό πρόσωπο που ήταν βασιλιάς στο Γόρδιον της Φρυγίας το -720 έτος. Ο δεύτερος αυτός Μίδας, ο βασιλιάς των Φρυγών (που μπορεί να θεωρηθεί σύγχρονος του ποιητή Ομήρου) συμπαθούσε τους Έλληνες της αρχαϊκής εποχής και αυτός που είχε στείλει στους Δελφούς ως δώρο τον καταστόλιστο θρόνο, στον οποίο καθόταν και δίκαζε. Ο θρόνος σωζόταν στους Δελφούς γύρω στο -450 έτος, οπότε είχε βρεθεί εκεί ο Ηρόδοτος (1, 14). Η συμπάθεια του Μίδα προς τους Έλληνες είχε αρχίσει αφότου ελιχε νυμφευτεί Ελληνίδα από την Κύμη, την αιολική αποικία απέναντι από την Λέσβο (στα νότια της Τροίας), από την οποία καταγόταν ο πατέρας του Ησιόδου. Ο Παυσανίας που ήξερε εξ’ αυτοψίας την περιοχή της Πεσσινούντας λέει πως σωζόταν επί ημερών του εκεί μια πηγή, στην οποία ο Μίδας είχε συλλάβει τον σοφό Σειληνό (κατά την παράδοση η πηγή βρισκόταν στους «κήπους του Μίδα», αλλά ο Παυσανίας αναφέρει μόνο την πηγή, 1, 4, 5). Στην πηγή πήγαινε συχνά ο Σειληνός, χωρίς να τον βλέπουν οι άνθρωποι, για να σβήσει την δίψα του. Ο Μίδας που θαύμαζε τον Σειληνό για την σοφία του ήξερε πως αποφεύγει τους ανθρώπους και αποφάσισε να τον συλλάβει, αφού πρώτα τον μεθύσει. Τον μέθυσε διοχετεύοντας δυνατό κρασί στην πηγή. Όταν ο Σειληνός ξεμέθυσε, βρέθηκε αιχμαλωτισμένος από τον Μίδα, ο οποίος υποσχέθηκε πως θα τον ελευθέρωνε μόνο αν του έδινε μια απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα για την αντικειμενική αξία της ανθρώπινης ζωής, αν δηλαδή η ανθρώπινη ζωή αξίζει πραγματικά όσο πιστεύουν οι άνθρωποι. Ο Σειληνός, αν και ήταν δέσμιος, αρνούνταν επίμονα να απαντήσει. Στο τέλος, οργισμένος, γιατί τον υποχρέωναν να αποκαλύψει διά της βίας την αλήθεια, είπε πως το καλύτερο για τους ανθρώπους είναι να μην γεννηθούν. Αν όμως γεννηθούν, είναι προτιμότερο να πεθάνουν όσο γίνεται γρηγορότερα  (άριστον το μη γενέσθαι, γενομένους δε, αποθανείν ως τάχιστα).  Την απάντηση αυτή του Σειληνού την χρησιμοποιεί ο Πλούταρχος στον Παραμυθητικό προς Απολλώνιον (115, κεφ. 27) αντλώντας από τον Εύδημο ή Περί ψυχής του Αριστοτέλους. Ο Παυσανίας, μαζί με την πηγή του Μίδα αναφέρει στην ίδια περιοχή και την πόλη Άγκυρα, από την οποία ο Μίδας στην θέση που είχε βρεί μια άγκυρα (αν και θάλασσα δεν υπήρχε στον τόπο). Η άγκυρα σωζόταν μέχρι των ημερών του Παυσανία και φυλασσόταν μέσα σε ιερό του Δία (1,4, 5). Για τους δύο θρυλικούς βασιλείς των Φρυγών Μίδα και Γόρδιο υπάρχει πλουσιότατη ανεκδοτολογία, γνωστή πάντα από ελληνικές πηγές ή από λατινικές που αντλούν από ελληνικές. Διεξοδικά π.χ. ασχολήθηκε ο Οβίδιος (Μεταμορφ. 11, 85) με το πάθος του Μίδα για το χρυσάφι: από τον θεό Διόνυσο που ο Μίδας τον τιμούσε περισσότερο από κάθε άλλο θεό είχε ζητήσει το χάρισμα να μεταβάλλεται σε χρυσάφι οτιδήποτε αγγίζει με τα χέρια του. Ο θεός Διόνυσος ικανοποίησε αυτή την επιθυμία του, γρήγορα όμως ο Μίδας κινδύνεψε να πεθάνει, γιατί γινόταν χρυσάφι και το φαγητό που έπιανε και το νερό μέσα στο κύπελλο που χρησιμοποιούσε για να πίνει. Έτσι την επομένη κιόλας μέρα ο Μίδας, πεινασμένος και διψασμένος, ικέτευσε τον Διόνυσο να του αφαιρέσει το ολεθροφόρο δώρο. Ο Διόνυσος αποφάσισε να ανακαλέσει το χάρισμα και ζήτησε από τον Μίδα να πλυθεί με λουτρό στον Πακτωλό ποταμό. Ο βασιλιάς λούστηκε αμέσως στο ποτάμι και έχασε την ασυνήθιστη ιδιότητα, η κοίτη όμως του Πακτωλού έγινε από τότε χρυσοφόρα. Η παράδοση πως ο Μίδας είχε αυτιά όνου συνδέθηκε από μερικούς με τον μουσικό αγώνα Απόλλωνα και Μαρσύα, κατά τον οποίο ο νικητής θα έγδερνε τον ηττημένον. Ο Απόλλωνας νίκησε και έστειλε έναν θεράποντα του να εκτελέσει την ποινή. Ο Μίδας ως κριτής είχε ψηφίσει υπέρ του Μαρσύα και εναντίον του Απόλλωνα και ο θεός μετέβαλε τα αυτιά του Μίδα σε γαϊδουρινά που είναι μεγαλύτερα, ώστε να ακούει καλύτερα.

Το πρόβλημα της θρησκείας των Χιττιτών άρχισε να βρίσκει τη λύση του μετά την αποκρυπτογράφηση μεγάλου αριθμού πήλινων ενεπίγραφων πλακών: οι Χιττίτες είχαν πολλούς θεούς και θεές. Στα οικοδομικά κατάλοιπα των οικισμών τους αναγνωρίστηκαν και «ναοί», χρίσματα μεγαλύτερα από τους ελληνικούς ναούς. Υπήρχε σε αυτά εσωτερική τετράγωνη ή ορθογώνια αυλή, περιβαλλόμενη στις τρείς τουλάχιστον πλευρές της από σειρές δωματίων, τα οποία δεν εξυπηρετούσαν όλα την λατρεία. Πρέπει μερικά να χρησίμευαν για την φύλαξη λατρευτικών σκευών ή μέσων μαγικών ιερουγιών, οι οποίες είχαν σημαντική θέση στη χιττιτική θρησκεία. Στους μεγάλους ναούς και οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες συγκεντρώνονταν σε ειδικούς γι αυτές στεγασμένους χώρους. Και για τη διαβίωση των μελών του ιερατείου πρέπει να προβλέπονταν χώροι στεγασμένοι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χιττιτικό πάνθεο έχει μια σειρά πήλινων πινακίδων που περιγράφει την οργή (άγνωστο για ποιο λόγο) και την εξαφάνιση ενός μέλους του (του θεού Τελεπίνου) που ήταν από τα σημαντικότερα, γιατί είχε τον έλεγχο της βλάστησης και μαζί της γονιμότητας ανθρώπων και ζώων. Η εξαφάνιση συνοδεύτηκε με αναστολή όλων των γεννήσεων των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και με πλήρη στασιμότητα κάθε μορφής βλάστησης (η χλόη και τα φυτά και τα δέντρα μαράθηκαν). Τα μέλη του πανθέου (ανάμεσα σε αυτά και ο άγριος θεός της καταιγίδας και των κεραυνών) εξαπολύθηκαν για την ανεύρεση του Τελεπίνου, γιατί απειλούνταν με θάνατο το ανθρώπινο γένος. Εξαιρετική δραστηριότητα έδειξε, πλάι στο θεό Ήλιο, η βασίλισσα του ουρανού και σεβάσμια Μητέρα των θεών, η οποία με την βοήθεια μιας μέλισσας, ανακάλυψε τον Τελεπίνου, κοιμισμένον βαθιά σε ένα ξέφωτο δάσους, κάτω από ξερή βλάστης. Η μέλισσα που έκανε την ανακάλυψη, τον ξύπνησε τσιμπώντας τον στα χέρια και στα πόδια, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε από την βασίλισσα. Εκείνος σηκώθηκε άγριος, αποπήρε τη μέλισσα με φωνές και απειλές και πολλαπλασίασε το εκδικητικό του μένος, προκαλώντας ξεχείλισμα των ποταμών συνοδευόμενο με πλημμύρες και σεισμούς που γκρέμιζαν τις οικίες. Η βασίλισσα έκρινε τότε πως έφτασε η ώρα να ζητήσει την επέμβαση της Καμρουσέπα, της θεάς που με μαγικά μέσα κατάφερνε καθετί που δεν μπορούσαν να πετύχουν οι άλλοι. Στο χιττιτικό πάνθεο η Καμρουσέπα κατείχε τη μεγαλύτερη μυστική δύναμη και μπορούσε να ελέγχει και τους θεούς επιβάλλοντας και σ’ αυτούς την επιθυμία της, έστω κι αν ήταν αυθαίρετη. Μεγάλο μέρος του αρχαίου κειμένου στις πήλινες πινακίδες είναι αφιερωμένο στα λόγια και τις πράξεις της Καμρουσέπα που άρχισε να ξερριζώνει με μαγικά δίστιχα το ένα μετά το άλλο τα πάθη του Τελεπίνου (την οργή, το μίσος, την κακία και την εμπάθεια). Αργά, αλλά σταθερά αποκαθιστούσε την ψυχική ισορροπία του θεού, χωρίς αυτός να μπορεί να αντιδράσει. Κάθε τροφή ή φρούτο που του πρόσφεραν οι αδελφοί του θεοί, η Καμρουσέπα το συνόδευε με το κατάλληλο δίστιχο που εμπεριείχε λέξεις ικανές να τον κάνουν υπάκουο, ευμενή και πρόσχαρο. Τα δώρα των θεών αδελφών του ήταν νέκταρ, γάλα, μέλι, ελιές, σύκα και σταφύλια. Η Καμρουσέπα καθόταν με υπομονή πλάϊ τουκαι σιγοτραγουδούσε το κατάλληλο για κάθε προσφορά δίστιχο. Όσο η κακή διάθεση και η εμπάθεια του Τελεπίνου υποχωρούσαν, τόσο υποχωρούσαν βαθμιαία και οι συμφορές που είχαν ενσκήψει στον κόσμο: ο παγερός χειμωνιάτικος αέρας γινόταν σιγά-σιγά μαλακός, η μαραμένη χλόη ζωντάνευε, το νερό που είχε παγώσει έλειωνε και τα πουλιά ξανάρχιζαν τα χαρούμενα τραγούδια.

Εικ. 9. Παράσταση ταυροβολικού βωμού από τον αθηναϊκό δήμο της Φλύας. Αν και η ταυροβολική θυσία είχε εισαχθεί στην λατρεία της φρυγικής θεάς από τον +2ο αιώνα, μόνο 200 χρόνια αργότερα, δηλαδή λίγο πριν γίνει αυτοκράτορας του ενωμένου ρωμαϊκού κράτους ο Ιουλιανός, άρχισε και στην Αττική το είδος αυτό της θυσίας, το οποίο οριστικά καταργήθηκε μετά 40 ή 45 χρόνια. Στις παραστάσεις των μονολιθικών βωμών που στήνονταν μετά την τελετή του ταυροβολίου κεντρική μορφή ήταν η καθιστή σε θρόνο φρυγική Μεγάλη Μητέρα με το τύμπανο στο αριστερό χέρι και την φιάλη στο δεξί, όπου δεχόταν τις χοές των πιστών. Πλάϊ στο θρόνο της απεικονιζόταν το λεοντάρι. Μαζί με τη Μεγάλη Μητέρα συνήθως απεικονιζόταν ο Άττις. Εδώ απεικονίστηκε καθιστή η χθόνια Δήμητρα (όχι η Ελευσιακή, όπως φαίνεται από το μεγάλο φίδι που ελίσσεται στην δάδα της θεάς). Με το ίδιο επίθετο και με την πάνδημη εορτή ως «Τα Χθόνια» η Δήμητρα είναι πολιούχος της Ερμιόνης. Η ίδια θεά είχε εξαιρετική θέση και ανάμεσα στις θεότητες της Φλύας ως «ανησιδώρα» δηλαδή η θεά που στέλλει πάνω για τους ανθρώπους τα δώρα της. Η θεά αυτή του Κάτω Κόσμου επιτρέπει την αναγνώριση του δεξιά της θεού με την δάδα ως χθόνιου ή ψυχοπομπού Ερμή και της αντικρινής θεάς με τις δυό δάδες ως Εκάτης.

Οι απλοϊκοί Φρύγες με την λατρεία της πεσσινούντας Μεγάλης Μητέρας έκαναν ένα βήμα προς τα εμπρός στο χώρο της θρησκευτικής εμπειρίας: πρόσφεραν μια λατρεία, από την οποία έχει φυγαδευθεί κάθε ίχνος μαγείας και ο πιστός έχει να κάνει με την ελεύθερη και αβίαστη θ έ λ η σ η  τ η ς  θ ε ά ς  που πρέπει να την κερδίσει όχι με ξόρκια, αλλά με την προσευχή και τις θεάρεστε πράξεις του. Ο χιττιτικός Τελεπίνους δεν εκφράζει καμιά προσωπική του θέληση, γιατί ξέρει πως είναι ανώφελο, αφού η δύναμη της μαγικής τελετής είναι ακαταμάχητη.

Η υπεροχή αυτή της φρυγικής λατρείας αναγνωρίστηκε στους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητος από τους βασιλείς της Περγάμου, οι οποίοι πρόθυμα επωμίστηκαν την δαπάνη της ανακαίνισης του ιστορικού ναού της θεάς με λευκό μάρμαρο (Στραβων 12, 567).

Συμπεράσματα

1. Μια αρχαιότατη θεά του κεντρικού μικρασιατικού υψιπέδου και η ησιόδεια τιτανίδα Ρέα (μορφή του μύθου των Ελλήνων) διεκδίκησαν στην αρχή των ιστορικών χρόνων τον τίτλο της σεβάσμιας «Μητέρας θεών και ανθρώπων».

2. Η πρώϊμη (μορφή καθαρά λατρευτική) ήταν βαθιά ριζωμένη στη φύση του ιθαγενούς κεντρομικρασιατικού πληθυσμού και φαίνεται πως πρέπει να ταυτιστεί με τη γνωστή από την ανασκαφική έρευνα ως θεά του τοκετού (ή ως θεϊκή Μεγάλη Μητέρα) του τέλους της -7ης χιλιετίας ή της αρχής της -6ης.

3. Κατά τη χιττιτική κυριαρχία της -2ης χιλιετίας κατείχε μια θέση στο τότε πάνθεο ως βασίλισσα του ουρανού ή ως Μητέρα των θεών.

4. Ο επίσης έπηλυς λαός των Φρυγών (όπως και ο λαός των Χιττιτών που είχε προηγηθεί) δέχτηκε στην αρχή της -1ης χιλιετίας την παραδοσιακή θεά του τόπου, ίδρυσε το πεσσινούντιο ιερό και διαμόρφωσε την λατρεία με την συμπαράσταση του συνήθως παραγκωνισμένου εγχώριου πληθυσμού, καθώς και των γειτόνων Λυδών. Φρυγικής καταγωγής ήταν ο εκστατικός χαρακτήρας της λατρείας, ο επιδιωκόμενος με την χρήση τυμπάνων, κυμβάλων και αυλών (επίσης η περιορισμένης αποδοχής αγαμία των θεραπόντων της θεάς και η εκτομή ή ο αυτοευνουχισμός τους για την κατοχύρωση της ηθικής αγνότητάς τους).

5. Πρώϊμοι αποδέκτες της λατρείας(με ελεύθερη επιλογή ουσιωδών γνωρισμάτων της): οι μικροί λαοί της της Μικράς Ασίας, οι Έλληνες άποικοι των δυτικών παραλίων, οι κάτοικοι της ηπειρωτικής Ελλάδας από τα αρχαϊκά χρόνια και οι Ρωμαίοι από το -204 έτος.

6. Ο πρώϊμος ταυτισμός της μικρασιατικής θεάς με τη νεότερη της ησιόδεια Ρέα δεν περιορίστηκε στη χρησιμοποίηση του ονόματος Ρέα για τη μικρασιατική θεά, αλλά συνοδεύτηκε και με τη μεταφορά του μυθικού περιεχομένου της ησιόδειας Ρέας στην ξένη θεά. Έτσι έγινε λόγος για την οργή της ξένης μεγάλης θεάς κατά του συζύγου της Κρόνου που «κατάπινε» τα παιδιά της, για την εξαπάτηση του Κρόνου με τον σπαργανωμένο λίθο και για τον πανηγυρισμό της σωτήριας απάτης με ενθουσιώδεις χορούς υπό τους θριαμβικούς ήχους τυμπάνων, κυμβάλων και αυλών (Οβίδιος Fasti 179.372).

Ν.ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ

Αφήστε μια απάντηση