Η ΘΕΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΘΟΝΙΑ , Η ΧΘΟΝΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ, Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΘΕΩΝ, Η ΧΘΟΝΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΗΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ, Η ΕΟΡΤΗ «ΤΑ ΧΘΟΝΙΑ», Η ΔΗΩ, Η ΔΩΣ, Η ΠΟΤΝΙΑ ΣΙΤΩ, Η ΚΑΡΠΟΔΟΤΕΙΡΑ, Η ΜΕΛΑΙΝΑ, Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΛΕΥΘΙΑ-ΕΛΕΥΣΙΑ ΘΕΑ, ΤΟ ΔΩΤΙΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΡΑΡΙΟΝ ΠΕΔΙΟΝ, Η ΧΛΟΗ ΚΑΙ Η ΕΥΧΛΟΟΣ ΘΕΑ, ΤΑ «ΑΡΡΗΤΑ» ΙΕΡΑ, Η ΘΕΛΠΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΗΣ ΛΥΚΟΣΟΥΡΑΣ, Η ΘΕΑ ΜΕΓΑΛΑΡΤΟΣ

Η ΘΕΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΘΟΝΙΑ , Η ΧΘΟΝΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ, Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΘΕΩΝ, Η ΧΘΟΝΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΗΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ, Η ΕΟΡΤΗ «ΤΑ ΧΘΟΝΙΑ», Η ΔΗΩ, Η ΔΩΣ, Η ΠΟΤΝΙΑ ΣΙΤΩ, Η ΚΑΡΠΟΔΟΤΕΙΡΑ, Η ΜΕΛΑΙΝΑ, Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΛΕΥΘΙΑ-ΕΛΕΥΣΙΑ ΘΕΑ, ΤΟ ΔΩΤΙΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΡΑΡΙΟΝ ΠΕΔΙΟΝ, Η ΧΛΟΗ ΚΑΙ Η ΕΥΧΛΟΟΣ ΘΕΑ, ΤΑ «ΑΡΡΗΤΑ» ΙΕΡΑ, Η ΘΕΛΠΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΗΣ ΛΥΚΟΣΟΥΡΑΣ, Η ΘΕΑ ΜΕΓΑΛΑΡΤΟΣ

Στις ανατολικές υπώρειες του Αγοραίου Κολωνού προϋπήρχε ιερό χθόνιας λατρείας, της Γαίας ή της Χθόνιας Δήμητρας. Το ιερό ανήκε στη Χθόνια Δήμητρα και  μπορεί να υπήρχε εκεί από τον πρώϊμο -7ο αιώνα ή να ήταν ακόμα παλαιότερο. Η Χθόνια Δήμητρα είναι η θεά του Κάτω Κόσμου, από την οποία οι Αθηναίοι ονομάζουν τους νεκρούς τους «δημήτριους», είναι η μόνη θεά Δήμητρα που ήξεραν οι Αθηναίοι πριν από το -630 έτος περίπου, οπότε έγινε η προσάρτηση της Ελευσίνας. Από τότε οι Αθηναίοι αφοσιώθηκαν στη Δήμητρα, την θεά των σιτηρών, και η Χθόνια Δήμητρα άρχισε να ξεχνιέται. Η λατρεία της διατηρήθηκε ακμαία στην Ερμιόνη, με την προσωνυμία «Χθονία» και με την πάνδημη εορτή «τα Χθόνια». Στο ιερό του Αγοραίου Κολονού εισέδυσε αρκετά αργότερα η φρυγική Μεγάλη Μητέρα.

Η Δήμητρα στην λατρεία και ο Ποσειδών

Ο Πλούταρχος, προσπαθώντας να βρει μια εξήγηση για την παλιά συνήθεια να λατρεύουν οι Έλληνες την Δήμητρα συχνά με τον Ποσειδώνα στον ίδιο ή σε γειτονικό χώρο, εξετάζει την ενδιαφέρουσα αυτή συνήθεια σε ένα από τα πολλά συμποσιακά προβλήματα της ομώνυμης εκτενούς πραγματεία ς του (4, 4.3).

Ο Χαιρωνεύς στοχαστής ήταν συνήθως προσεχτικός και απέφευγε τα επιπόλαια συμπέρασμα, στην προκειμένη όμως περίπτωση βασίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο που είχαν οι δύο θεότητες μεταξύ τους στους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητες, δηλαδή ο Ποσειδών αυστηρός εξουσιαστής του πελάγους και η Δήμητρα καλόβουλη θεά των σιτηρών. Έτσι ο Πλούταρχος καταφεύγει σε ένα βιαστικό συμπέρασμα, το οποίο τον έφερε σε αμηχανία, γιατί δεν έβλεπε σαφή συγγένεια στη φύση των δύο θεοτήτων, και καταφεύγει σε μια σοφιστική λύση του προβλήματος, την οποία διατυπώνει ως εξής: από την θάλασσα, την οποία κυβερνάει ο Ποσειδώνας, προέρχεται το άλας, «ου χωρίς ουδέν εστιν εδώδιμον»· προσθέτει πως και τον άρτον επίσης, ο οποίος είναι δώρο της Δήμητρας, το άλας «συνηδύνει εμμιγνύμενον· διό και Δ ή μ η τ ρ ο ς  σ ύ ν ν α ο ς  ο  Π ο σ ε ι δ ώ ν». Μα άλλα λόγια οι δύο τόσο διαφορετικές θεότητες τιμήθηκαν με κοινή λατρεία, γιατί το δώρο της μιας συμπληρώνεται από το δώρο της άλλης.

Οι Αθηναίοι ήταν εξοικειωμένοι με μια παραδοσιακή κοινή λατρεία του Ποσειδώνα και της Δήμητρας, γιατί υπήρχαν κοινά ή γειτονικά ιερά τους κατά μήκος της Ιεράς οδού, η οποία από τον αθηναϊκό Κεραμεικό κατέληγε στο ελευσινιακό κέντρο της λατρείας της Δήμητρας: το πρώτο από τα ιερά αυτά το συναντούσε κανείς στους Λακιάδες, εντελώς στην αρχή της Ιεράς οδού (στην περιοχή της σημερινής ανώτατης γεωπονικής σχολής), όπου συλλατρεύονταν εκτός του Ποσειδώνα και της Δήμητρας, και η Κόρη της Δήμητρας και η Αθηνά (Παυσανίας 1, 37, 2).

Οι ίδιες τέσσερες τοπικές θεότητες ήταν στο κέντρο της εορτής των Σκίρων, κατά την οποία μια πομπή ξεκινά από την ακρόπολη έχοντας επικεφαλής τον ιερέα του Ποσειδώνα Ερεχθέα και την ιέρεια της Πολιάδος Αθηνάς και καταλήγει για την θυσία στο ιερό της Δήμητρας του Σκίρου (επίσης παρά την Ιερά οδό, κοντά στους Λακιάδες). Στα Αλώϊα, μια χειμωνιάτικη εορτή της Δήμητρας, η θεά τιμάται πλάι στον Ποσειδώνα, με συλλατρευόμενο αυτή την φορά τον Διόνυσο.

Σε μικρή εξάλλου απόσταση από την Ιερά οδό, βορειοανατολικά του Σκίρου και των Λακιάδων, ο Ποσειδών και η Δήμητρα έχουν δυο γειτονικά ιερά: ο Ποσειδών στο χαμηλό πετρώδη λόφο του Κολωνού (Παυσανίας 1, 30, 4) και η Δήμητρα στο αντικρινό μικρό ύψωμα που από αυτή αποκαλούνταν «λόφος της Ευχλόου Δήμητρος» (σήμερα λόφος του Σκουζέ). Η μικρή ομαλή  έκταση ανάμεσα στα δύο ιερά χαρακτηριζόταν ως «Δήμητρος άρουρα».

Στην Ελευσίνα τέλος, στο χώρο όπου κατέληγε η Ιερά οδός, δηλ. σε μια μικρή πλατεία, μπροστά στα προπύλαια του τεμένους της Δήμητρας, οι Αθηναίοι είχαν χτίσει μαρμάρινο ναϊσκο για τον «πατέρα Ποσειδώνα», ώστε η λατρεία του να γειτονεύει πάλι με το επισημότερο στην Αττική ιερό της Δήμητρας. Οι Αθηναίοι τιμούσαν τον Ποσειδώνα ως θεό των «πατέρων» τους στην ακρόπολη, στο πλευρό της Αθηνάς, θεάς κι αυτή των προγόνων τους και πολιούχου της Αθηνάς. Στην Ελευσίνα ο Ποσειδών τιμάται στον μικρό μαρμάρινο ναό μαζί με την «προπυλαίαν Άρτεμιν», η οποία εδώ δεν ήταν η γνωστή από την μυθολογία θεά, αλλά σύμφωνα με μια μυστική διδασκαλία, γνωστή και στον Αισχύλο, ο οποίος καταγόταν από την Ελευσίνα, ήταν κόρη της Δήμητρας (Παυσανίας 8, 37, 6). Φαίνεται πως από τον καιρό της προσάρτησης της Ελευσίνας υπήρχαν μπροστά στην είσοδο του τεμένους της Δήμητρας απλοί βωμοί της Αρτέμιδος αυτής και του «πατρός Ποσειδώνος». Η Άρτεμις πρέπει να αποτελούσε επιβίωση της προϊστορικής ομώνυμης θεάς, της αναφερόμενης στις μυκηναϊκές πινακίδες και άσχετης προς την ολυμπιακή Άρτεμη. Όμοιο ναΐσκο είχε η ίδια θεά και μπροστά στην είσοδο του μεγάλου ιερού της Δέσποινας στην αρκαδική Λυκόσουρα (βλέπε παρακάτω).

Η αρχαιότερη φύση της Δήμητρας και του Ποσειδώνα

Η συγγενής φύση των δύο θεοτήτων, βεβαιωμένη για πολλά μέρη της Ελλάδος, αποτελεί εξέλιξη ενός αρχικού δεσμού με το υποχθόνιο βασίλειο που είχαν η Δήμητρα και ο Ποσειδώνας.

Της Δ ή μ η τ ρ α ς  η σχέση με τον Κάτω Κόσμο επισκιάστηκε στα ιστορικά χρόνια από την ισχυρή φύση της θεάς των Θεσμοφορίων (αργότερα της Ελευσίνας), η οποία επέβαλε την Δήμητρα ως θεά των σιτηρών σε αρκετά μέρη της Ελλάδος. Σε άλλα όμως διατηρήθηκε με σαφήνεια η υποχθόνια φύση της θεάς: η αρκαδική Δήμητρα της Θέλπουσας και της Φιγάλειας των ιστορικών χρόνων είναι βέβαιο πως είχε τους προγόνους της στον Κάτω Κόσμο και πως η αρχική φύση της δεν διέφερε από των άλλων σκληρών και δυσεξιλέωτων θεοτήτων που ενέπνεαν φόβο στους ανθρώπους. Πήρε το όνομα Δημήτηρ στο τέλος των προϊστορικών χρόνων, όταν μπορούσε με την λατρεία να εξευμενίζεται ή να γίνεται φιλική προς τους ανθρώπους (η συναισθηματική προσέγγισή της εκφράζεται με την έννοια της «μητέρας» που αποτέλεσε μέρος του ονόματός της). Από την χρονική αυτή στιγμή η αδυσώπητη «Ερινύς» ή «Μέλαινα» θεά άρχισε να εξελίσσεται ως φιλική θεά της βλάστησης ή των καρπών της γης (ιδίως των «δημητριακών», όπως είχε γράψει ο Ισοκράτης, Πανηγ, 28). Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο αρχικά «αμείλιχος ηδ΄αδάμαστος και έχθιστος βροτοίς» Αϊδης (Ιλιάς Ι 158) που με την λατρεία έγινε Πλούτων ή Πλουτοδότης θεός στέλνοντας κι αυτός τους καρπούς από τα βάθη της γης.

Από τα παρακάτω παραδείγματα (κατά πλειονότητα αντλημένα από τον Παυσανία και επομένως ζωντανά και στους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητα) θα φανεί πως και στα προχωρημένα ιστορικά χρόνια σε αρκετές πόλεις συνυπήρχαν ζωντανές στη λατρεία και οι δύο μορφές της Δήμητρος, η αυστηρή της Ερινύος και η Μειλίχια των καρπών της γης, ενώ σε άλλες πόλεις η ίδια η παλιά χθόνια μορφή αφομοίωνε τα γνωρίσματα της νεότερης Δήμητρας και λατρευόταν ως θεά της βλάστησης και των δημητριακών καρπών, χωρίς να στέκονται εμπόδια τα παλιά προσωνύμια της «Ερινύος» ή της «Μελαίνης», τα οποία και τότε διατηρούσε.

Ο  Π ο σ ε ι δ ώ ν, αντίθετα, διατήρησε στη λατρεία (όχι και στη μυθολογία) πολύ περισσότερο την υποχθόνια φύση του και σε αυτή έθρεψε την ευλάβεια του κόσμου ως το τέλος της αρχαιότητος. Η γνωστή από την μυθολογία μεγαλειώδης μορφή του εξουσιαστή του πελάγους υπήρξε έργο των ποιητών και των εμπνευσμένων δημιουργών εικαστικών έργων και άφησε ασυγκίνητη την ευλάβεια.

Στο μυκηναϊκό πάνθεο, στο οποίο οι χθόνιες θεότητες έχουν υπεροχή, ο Ποσειδών, όπως φαίνεται από τις ενεπίγραφες πινακίδες του -13ου αιώνα, ξεχωρίζει ως η ύψιστη μορφή του, ελέγχοντας ιδίως τις γεωλογικές ανωμαλίες και προκαλώντας ή αποτρέποντας τις υποχθόνιες αναστατώσεις («ενοσίγαιος», «σεισίχθων», «γαιάοχος»). Κατά την ησιόδεια Θεογονία είναι η ισχυρότερη θεϊκή προσωπικότητα του Κάτω Κόσμου, αφού αυτός είχε απομονώσει τους ηττημένους τιτάνες στον εκεί ευρώεντα χώρο, τον περιβαλλόμενο με πελώριο τείχος, όπου αυτοπροσώπως ο Ποσειδώνας «θύρας χαλκείας επέθηκε» κάνοντας για την αιωνιότητα αδύνατη την έξοδό τους και την επιστροφή τους στη γή (στιχ. 729-733). Στα ιστορικά χρόνια ο θεός αυτός που δεν είχε θέση στη μυθολογία επιζεί μόνο στην σκιά της επίσημης θρησκείας των Ελλήνων. Σε ταπεινά ιερά της υπαίθρου τιμάται ως ο θεός των χερσαίων υδάτων, τα οποία στέλνει από τα έγκατα της γης για να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την ζωή των φυτών υγρασία («Ποσειδών Φυτάλμιος»). Η θεσσαλική ενδοχώρα τον γνωρίζει ως τοβ θεό των πηγών («Ποσειδών Κρηναίος»), αλλά ταυτόχρονα και ως Γαιάοχο με το τοπικό όνομα Πετραίος, γιατί είναι ο θεός που έσχισε τα Τέμπη και δημιούργησε διέδοξο για τα λημνάζοντα πριν ύδατα της χώρας. Στην Αττική με την δεύτερη αυτή ιδιότητα έχει το τοπικό όνομα Ερεχθεύς και τιμάται με μυστική λατρεία στο Ερεχθείο μαζί με την χθόνια Αθηνά. Στη Βοιωτία κατέχει παρόμοια λατρεία, πάντα μακριά από την θάλασσα. Αλλά και κοντά στη θάλασσα μπόρεσε να επιζήσει ως θεός του Κάτω Κόσμου με ονομαστότερο το ιερό του στο Ταίναρο, τη νοτιότερη ακτή της Πελοποννήσο. Ο ναός του στο Ταίναρο υψώνεται πάνω από ένα στόμιο καθόδου προς τον Άδη, όπου λειτουργεί Ψυχοπομπείο βρεχόμενο από το κύμα του πελάγους. Από την περιοχή του εκεί ναού υπάρχει επιβλητική λαξευτή κάθοδος προς το Ψυχοπομπείο και προς την σπηλιά με το «στόμιο του Άδου». Πολλοί έφτανα στο ταινάριο αυτό ιερό χάριν της επικοινωνίας με ψυχές νεκρών ή άλλες υπάρξεις του Κάτω Κόσμου. Το άγαλμα του θεού, το στημένο παρά το ναό του (πάνω από το ψυχοπομπείο) ατενίζει το πέλαγος, αλλά ο θεός είναι «Αχερούσιος», όπως τον λένε και όχι «Πελάγιος». Η πελάγια υπόσταση του Ποσειδώνος στα ιστορικά χρόνια ενδιέφερε περισσότερο τους καλλιτέχνες που έχτιζαν τους επιβλητικούς μαρμάρινους ναούς του ή έστηναν τα υπερφυσικού μεγέθους χάλκινα αγάλματα του απευθυνόμενοι με αυτά στην καλαισθησία των ανθρώπων και όχι στην ευλάβεια.

Η Χθόνια Δήμητρα της αργολικής Ερμιόνης

Στην Ερμιόνη της ανατολικής Αργολίδος, την πόλη όπου είχαν επιβιώσει περισσότερες από κάθε άλλη ελληνική πόλη οι χθόνιες λατρείες, εξαιρετική θέση είχε, όπως θα το περίμενε κανείς η Δήμητρα του Κάτω Κόσμου. Φαίνεται πως λατρεύεται παράλληλα με την Δήμητρα της σποράς ή των σιτηρών. Ο Παυσανίας αναφέρει έξω από τη σύγχρονή του πόλη (στα προς την πόλη κράσπεδα της μακρόστενης χερσονήσου). «περιβόλους μεγάλων λίθων λογάδων, εντός των οποίων (οι Ερμιονείς) ιερά δρώσιν απόρρητα Δήμητρι» (2, 34, 10). Στον ένα από τους ύπαιθρους αυτούς χώρους, τους περιφραγμένους με χτιστούς μανδρότοιχους, φυσικό ήταν, κατά την πανελλήνια συνήθεια, οι γυναίκες της Ερμιόνης να τελούν τα «απόρρητα ιερά» για την σπορά και την ευόδωση της συγκομιδής (να επρόκειτο δηλαδή για δρώμενα αντίστοιχα προς τα Θεσμοφόρια των άλλων πόλεων, στα οποία παντού μετέχουν μόνο γυναίκες). Ο άλλος περίβολος πρέπει να ανήκε στην τοπική Χθόνια Δήμητρα, για την οποία οι Ερμιονείς είχαν στα αντικρινά κράσπεδα της πόλης τους (δηλαδή στα δυτικά, όπου υψώνεται ο μικρός λόφος του Πρωνός), ένα ιερό «μάλιστα λόγου άξιον», με το οποίο ο Παυσανίας ασχολείται διεξοδικά (2, 35, 4).

Η περιγραφή του ιερού και της εκεί ετήσιας εορτής είναι αρκετή να πείσει πως στην Ερμιόνη η Δήμητρα του Πρωνός (ξένη από την ομώνυμη θεά των καρπών της γης) είναι μια αυστηρή υποχθόνια βασίλισσα που μπορεί να εξευμενίζεται με δαπανηρές προσφορές και να γίνεται φιλική όχι μόνο προς όσους κατέβηκαν στο υποχθόνιο βασίλειο, αλλά και προς τους συγγενείς τους που ζουν και νιώθουν την ανάγκη της θεϊκής προστασίας για την αντιμετώπιση των καθημερινών κινδύνων.

Τα Χθόνια, η εορτή της Δήμητρος Χθονίας στην Ερμιόνη

Η εορτή αυτή είναι πάνδημη και έχει το όνομα «τα Χθόνια». Στο κέντρο της βρίσκεται μια θυσία τεσσάρων αγελάδων που πραγματοποιεί η Δήμητρα για την πόλη. Τελετουργική ιεροπρέπεια κυριαρχεί στην πομπή και στην θυσία που συνοδεύεται με μυστικό περιεχόμενο. Από επιγραφές είναι γνωστό πως η όλη εορτή είναι φημισμένη και στις γειτονικές πόλεις, από τις οποίες η Ασίνη (που θέλει να εξασφαλίσει την εύνοια της θεάς) ζητάει να της επιτραπεί η συμμετοχή στην εορτή και η προσφορά της μιας από τις θυσιαζόμενες αγελάδες (IG 4,679).

Η πομπή που σχηματίζεται για την θυσία έχει επικεφαλής τους ιερείς των θεών και τους άρχοντες . Όλοι είναι με λευκούς χιτώνες και φέρουν στο κεφάλι στεφάνι από υάκινθους (άνθη δηλαδή, με τα οποία κοσμούν τους νεκρούς και τα οποία στην προκειμένη περίσταση θυμίζουν τους νεκρούς στους επιζώντες συγγενείς τους). Οι αγελάδες, ενταγμένες και αυτές στην πομπή, οδηγούνται η μία μετά την άλλη μέσα στον ναό της Δήμητρος, όπου τις περιμένουν τέσσερες γυναίκες ηλικιωμένες, επιφορτισμένες με την θυσία (2, 35, 5). Αυτές είναι «αι τέσσαραις γραίαι» του Παυσανία, για τις οποίες υπάρχουν ισάριθμοι θρόνοι μέσα στον ναό και οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο σε μυστική ιερουργία διεκπεραιωνομένη μέσα στον ναό. Γλυπτικές εικόνες παλαιοτέρων «ιερειών» οι Ερμιονείς είχαν στήσει στο προαύλιο του ναού (2, 35, 8). Σε νομίσματά της η πόλη χρησιμοποιεί ως έμβλημα μια αγελάδα οδηγούμενη στην θυσία. Σχετικά με το κρέας των θυσιαζόμενων ζώων αυτονόητο είναι πως καθένας πρέπει να φάει ένα μέρος για «να πάει καλά η χρονιά». Οι αγελάδες, αν και προσφέρονται σε υποχθόνια θεότητα δεν γίνονται ολοκαύτωμα (όπως τα θυσιαζόμενα ζώα  σε άλλες θεότητες του Άδου). Το ολοκαύτωμα δεν συνηθιζόταν και σε άλλες περιπτώσεις θυσιών προς τιμήν θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, όπως στη νυχτερινή εορτή του άλσους των «Μειλιχίων θεών» της παρά την Άμφισσα Μυονίας, όπου ρητά γράφει ο Παυσανίας πως τα κρέατα της θυσίας καταναλίσκονταν από τους παρευρισκόμενους στην ολονύχτια τελετή επί τόπου, πριν από την ανατολή του ηλίου (10, 38, 8).

Στην Ερμιόνη, στον ίδιο χώρο και αντίκρι στο ναό της Δήμητρος, υπάρχει υπάρχει ναός του κατά τον Παυσανία βασιλιά του Κάτω Κόσμου (2, 35, 9), ο οποίος σε αυτή την πόλη έχει το ευφημιστικό όνομα Κλύμενος (Ξακουστός). Ενδιαφέρον είναι πως γι αυτόν προβλέπεται ιδιαίτερη θυσία, άσχετη με των τεσσάρων αγελάδων, η οποία είναι αποκλειστικά θυσία της Δήμητρος. Η Δήμητρα η αρχαιότερη θεότητα του Κάτω Κόσμου στην Ερμιόνη, αφού πίσω από τον ναό της υπάρχουν τρία ιερά για ισάριθμες άλλες υποχθόνιες θεότητες, από τις οποίες μια είναι ο Κλύμενος. Τα ιερά αυτά είναι ύπαιθροι χώροι, καθένας με λιθόχτιστο περίβολο («περιειργόμενος θριγκοίς λίθων»), και ανήκουν, σκτός από τον Κλύμενο, στον Πλούτωνα και στην Αχερουσία. Στο χώρο του Κλύμενου περιλαμβάνεται το στόμιο καθόδου προς τον Άδη που είναι ονομαστό σε όλη την Ελλάδα, γιατί όλοι πιστεύουν πως ανοίγεται στην αρχή του συντομότερου δρόμου προς το υποχθόνιο βασίλειο. Οι ίδιοι οι Ερμιονείς πιστεύουν πως οι δικοί τους νεκροί, κατεβαίνοντας στον Άδη από το σύντομο μονοπάτι του τόπου τους, δεν χρησιμοποιούν το Ακάτιον του Χάρωνα και γι αυτό δεν τους εφοδίαζαν με το νόμισμα του σχετικού ναύλου (Στράβων 9, 373).. Πλατιά είναι διαδεδομένη και η άποψη πως ακόμα και ο ίδιοςο Άδης, όταν απήγαγε την Κόρη της Δήμητρος, από αυτό το στόμιο την κατέβασε στο βασίλειό του, χωρίς όμως να διαφύγει την προσοχή των Ερμιονέων· γι αυτό στα μεταγενέστερα εγχειρίδια της μυθολογίας αναφερόταν πως η Δήμητρα μόνο από τους Ερμιονείς μπόρεσε να μάθει πως ο απαγωγέας της Κόρης ήταν ο Πλούτων (Απολλόδωρος 1, 5, 1).

Στην περιοχή των παραπάνω σημαντικών χθονίων ιερών των Ερμιονέων υπάρχει και ένα της επίσης χθόνιας θεάς Ειλείθυιας («εντός του τείχους » και αυτό), όπου κάθε μέρα, κατά την έκφραση του Παυσανία, βλέπει κανείς «γυναίκας μεγάλως ιλασκομένας την θεόν θυσίαις και θυμιάμασιν». Οι προσευχόμενες στην Ειλείθυια είναι γυναίκες επίτοκες ή αρτίτοκες που ανυσηχούν για τον επικείμενο τοκετό ή για την επιβίωση του εαυτού τους ή του βρέφους. Το λατρευτικό άγαλμα της αυστηρής θεάς δεν επιτρέπεται να το δει κανένας άλλος, εκτός των ιερειών (2, 35, 11).

Η υπό-Χθόνια Δήμητρα και η «Ελευσία» ή «Ελευθία»

Εκτός της Ερμιόνης, η Χθόνια Δήμητρα λατρεύεται και στην Σπάρτη με την ίδια προσωνυμία. Ο Παυσανίας σημειώνει με βεβαιότητα πως πρόκειται για την ίδια θεά του Κάτω Κόσμου (3, 14, 5). Για την ίδια θεά υπάρχει και στο Γύθειο «ιερόν άγιον», στην άμεση περιοχή του ιποίου οι Γυθεάτες έχουν στήσει άγαλμα του «Γαιαόχου Ποσειδώνος» (3, 21, 8). Ο Γαιαόχος Ποσειδώνας είναι ο προϊστορικός βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο οποίος εμφανίζεται σαφέστατα ως ο πάρεδρος της Δήμητρας στην Αρκαδία, ιδίως στις παρακάτω εξεταζόμενες περιοχές της Θέλπουσας, της Φιγάλειας, της Λυκόσουρας-Μεγαλόπολης και της Μαντινείας-Νεστάνης-Αλησίου. Αλλά και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο και στη βορειότερη Ελλάδα αφθονούν τα ιερά της Δήμητρος ως θεάς με σαφείς υποχθόνιες καταβολές. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και όταν γίνεται λόγος για «Ελευσίνια» ιερά ή για Δήμητρα «Ελευσινία», δεν επρόκειτο για την Δήμητρα της σποράς και δημητριακών καρπών, αλλά για μια παλιά υποχθόνια «Δήμητρα Ελευθία» ή «Ελευσία», η οποία είναι θεά του τοκετού με λατρεία ασκούμενη από γυναίκες, όπως και η λατρεία της ομώνυμης θεάς των δημητριακών. Σύγχυση μπορούσε να δημιουργείται μόνο στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητος, όταν οι πόλεις καλούσαν από την Αττική μέλη του ελευσινιακού ιερατείου για να οργανώσουν μυστικές τελετές «κατά μίμησιν» των αυθεντικών της Ελευσίνας. Τα ιδρυόμενα ιερά αποκαλούνται κι αυτά Ελευσίνια, αλλά δεν ήταν παλαιά. Αντίθετα το Ελευσίνιο της αρχαίας αρκαδικής πόλης Βασίλιδας (βορειοδυτικά της Μεγαλόπολης) ήταν παλαιότατο, ιδρυμένο, κατά την παράδοση, από τον αρχαίο βασιλιά των Αρκάδων Κύψελο (Αθήναιος 13, 609), ο οποίος ζούσε την εποχή που οι Ηρακλείδες είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο (Παυσανίας 8, 5, 6). Ο Κύψελος θεωρούνταν και «οικιστής» της Βασιλίδας, της οποίας τον καιρό του Παυσανία μόνο ερείπια σώζονταν (8, 29, 5).  Ο Κύψελος αν πραγματικά είχε ιδρύσει εκεί «τέμενος και βωμόν Ελευσινίας Δήμητρος», όπως λέει ο Αθηναίος, τα είχε αφιερώσει στην παλαιά αρκαδική Ελευσία ή Ελευθία ή Ελευθώ Δήμητρα. Στην  γειτονική Μεγαλόπολη όμως, που δεν ήταν αρχαία πόλη, οι μυστικές τελετές για την Δήμητρα και την Κόρη είχαν οργανωθεί «κατά μίμησιν των ελευσινιακών δρωμένων» από τέσσερες θρησκευτικούς δασκάλους, των οποίων αδριάντες είδε ο Παυσανίας εκεί (8, 31, 7). Η Ελευσινία Δήμητρα των Θηρών (Παυσανίας 3, 20, 5), στα νότια της Σπάρτης και στα δυτικά των Αμυκλών, κοντά στην ανατολική πλαγιά του Ταϋγέτου, αρχικά ήταν κι αυτή η παλιά τοπική θεά του τοκετού. Ο Παυσανίας ονομάζει το τέμενός της Ελευσίνιον ή «ιερόν Δήμητρος Ελευσινίας» («Ελευθίας» ή «Ελευθινίας» στην τοπική διάλεκτο). Στις επιγραφές που βρέθηκαν εκεί αποκαλείται «ιερόν θεάς Δάματρος» ή «θεάς Ελευσινίας», κάποτε όμως και «Δάματρος και Κόρας» (όταν «εν ημέραις ρηταίς» έφερναν στο ιερό κάποιο ξόανο της «Κόρης» από το παραλιακό Έλος που βρισκόταν 35 περίπου χιλιόμετρα νοτιότερα. Έχοντας τότε ένα ζεύγος Δήμητρας και Κόρης, μπορούσαν να το ταυτίζουν με το ελευσινιακό). Για την ίδια παλιά (την προελευσινιακή) Δήμητρα γίνεται από τους Λάκωνες και ο αναφερόμενος από τον Ησύχιο «θυμελικός αγών» Ελευσίνια.

Στην Κόρινθο υπάρχει λαϊκή λατρεία της ίδιας της Δήμητρας ως θεάς κουροτρόφου (όχι των σιτηρών), στην προς την πόλη πλαγιά του Ακροκορίνθου, όπου υπήρχε και μικρός ναός της Δήμητρας και των Μοιρών (Παυσανίας 2, 4, 7). Τα πολλά κορινθιακά αγγεία, που έχουν εξεταστεί, παρουσιάζουν την Δήμητρα καθισμένη να κρατεί στην αγκαλιά την Κόρη σε βρεφική ή παιδική ηλικία, ενώ αντίκρι φαίνεται μια από τις Μοίρες «νήθουσα».

Η Δήμητρα της Θέλπουσας και της Λυκόσουρας

Στην Θέλπουσα, τη Θιγάλεια και την Λυκόσουρα υπήρχαν «ιεροί λόγοι», παραδιδομένοι μόνο σε μυστικές τελετές, σύμφωνα με τους οποίους η υποχθόνια Δήμητρα, ως πάρεδρος του Γαιαόχου Ποσειδώνα, είναι η μητέρα της μεγάλης θεάς των Αρκάδων Δέσποινας. Η Θέλπουσα τον καιρό του Παυσανία είχε δύο ιερά της Δήμητρας, ένα για την θεά της βλάστησης και των δημητριακών καρπών και άλλο της υποχθόνιας Δήμητρας τιμώμενης με την προσωνυμία Ερινύς. Στο πρώτο, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση βορειότερα της πόλης (αλλά εντός της Θελπουσίας, όπως ρητά σημειώνει ο Παυσανίας (8, 25, 3), η Δήμητρα έχει συννάους την Κόρη και τον Διόνυσο, με υπερφυσικού μεγέθους λίθινα αγάλματα των τριών θεών. Το άλλο ήταν στα νότια της Θέλπουσας, σε σχετικά μικρότερη απόσταση από την πόλη, και ανήκε στην αρχαιότερη και αυστηρότερη θεά Δήμητρα Ερινύν. Η θελπουσία Ερινύς πρέπει να αποτελεί επιβίωση της Ερινύος των μυκηναϊκών πινακίδων του -13 αιώνος. Σε αυτή προπάντων βασίστηκε ο Σπ- Μαρινάτος για την μικρή μελέτη του, η Δήμητρα Ερινύς των Μυκηνών. Κατά τις παραδόσεις των Θελπουσίων, τις γνωστές και στους άλλους Αρκάδες και δυνάμενες να συμπληρωθούν με τις παραδόσεις της Φιγάλειας και της Λυκόσουρας, η Δήμητρα είχε από τον Ποσειδώνα μια κόρη (την θεά Δέποινα) και έναν υιό, ο οποίος κατά τους Θελπούσιους είχε την μορφή αλόγου (ως υιός του ιππίου Ποσειδώνα και της ιππόμορφη· Δήμητρας των Φιγαλέων, Παυσανίας 8, 42, 4). Το άλογο είναι το γνωστό στον Όμηρο (Ιλιάς Ψ 346) και σε άλλους ποιητές με το όνομα Αρείων ή Αρίων ή Ερίων. Όσοι έλεγαν πως η γή είχε αναδώσει το εκπληκτικό αυτό άλογο και πως δεν το είχε γεννήσει η Δήμητρα δεν ήξεραν τις τοπικές παραδόσεις των Θελπουσίων και των Φιγαλέων (Παυσανίας 8, 25, 9).

Στο θελπούσιο ιερό της Ερινύος ο Παυσανίας είδε δύο αγάλματα της Δήμητρος, ένα μρ την προσωνυμία Ερινύς και το άλλο Λουσία, και τα δύο ξύλινα ακρόλιθα υπερφυσικού μεγέθους. Η Ερινύς Δήμητρα κρατά κίστη ως σύμβολο των μυστικών τελετών που γίνονται στο ιερό (γιατί στην κίστη φυλάσσονται τα χρησιμοποιούμενα στην μύηση ιερά αντικείμενα). Η παρουσία των δύο αγαλμάτων σχετιζόταν από τους ίδιους τους Θελπούσιους με τις δύο υποστάσεις της Δήμητρος, μια της οργισμένης και αδυσώπητης (της «ερινυούσης») θεάς, όπως ήταν κατά κανόνα όλες οι υποχθόνιες υπάρξεις, και μια (εξελιγμένη) της «μειλίχιας» που μπορούσε να εξευμενιστεί με την λατρεία.

Η κόρη της Δήμητρος και του Ποσειδώνα που είναι σχεδόν αφανής στην Θέλπουσα, αποτελεί την κεντρική μορφή του ιερού της Λυκόσουρας, με το όνομα της Δέσποινας. Το ιερό αυτό που είναι το σεβαστότερο όλης της Αρκαδίας τέθηκε στα μετάκλασικά χρόνια υπό την προστασία του γειτονικού εθνικού κέντρου των Αρκάδων, δηλαδή της Μεγαλόπολης, που ιδρύθηκε τρία ή τέσσερα έτη μετά τη μάχη των Λεύκτρων του -371 έτους. Μέσα στο μεγάλο εκείνο ιερό της Λυκόσουρας υπάρχει, εκτός του ναού της Δέσποινας, ιδιαίτερη καταασκευή για μυστικές τελετές, με επιβλητικό βωμό πλάτους 8.30 μέτρων, μπροστά σε στοά , μήκους 9.50 μέτρων.

Στο ναό της Δέσποινας είχαν στηθεί στο -180 έτος, ή λίγο αργότερα λατρευτικά αγάλματα υπερφυσικού μεγέθους, έργα του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα που παρίσταναν την Δέσποινα με την μητέρα της Δήμητρα, καθισμένες στον ίδιο επιμήκη θρόνο (η Δέσποινα με την κίστη στα γόνατα ως η θεά προς τιμήν της οποίας οργανώνονταν  οι μυστικές τελετές). Δεξιά οι δύο θεές είχαν όρθιο τον κατά τους τοπικούς μύθους τροφό της Δέσποινας Τιτάνα Άνυτο.  Όρθια παριστάνονταν και η αρκαδική Άρτεμη στα αριστερά του όλου συντάγματος, μια θεά του Κάτω Κόσμου, όπως μαρτυρούσαν τα δυο φίδια που ελίσσονταν στον αριστερό της βραχίονα και η δάδα που κρατούσε με το δεξί της χέρι. Η ίδια η Άρτεμις είχε ναό με την προσωνυμία Ηγεμόνη μπροστά στην είσοδο του μεγάλου ιερού της Δέσποινας, όπως στην Αττική η παραπάνω μνημονευόμενη Προπυλαία Άρτεμις» είχε ναό μαζί με τον «πατέρα Ποσειδώνα» μπροστά στην είσοδο του ελευσινιακού ιερού της Δήμητρας. Στην Λυκόσουρα για τον πατέρα της Δέσποινας Ίππιο Ποσειδώνα υπήρχε βωμός ψηλότερα, κοντά σε ένα άλσος της Δέσποινας, περιβαλλόμενο με χτιστό μανδρότοιχο (Παυσανίας 8, 37, 10).

Η Δέσποινα της Λυκόσουρας και η Άρτεμις Ηγεμόνη

Μπορεί κανείς να επισημάνει μερικές σκέψεις που είναι φυσικό να απασχολούν κάθε στοχαστικό αρχαίο προσκυνητή του ιερού της Λυκόσουρας:

Α’. Πριν μπεί στο τέμενος, συναντούσε ναό αφιερωμένον στην Άρτεμη Ηγεμόνη, μια θεά που η προσωνυμία της έχει την ίδια έννοια με το όνομα της Δέσποινας, δηλαδή «κυρίαρχη» ή «ηγέτιδα».

Β’. Ο γλύπτης Δαμοφών στο επιβλητικό λατρευτικό σύνταγμα του ναού παρέστησε όρθια, κοντά στην καθιστή Δήμητρα, την Άρτεμη, με υποτυπώδη μόνο γνωρίσματα της ομώνυμης ολυμπιακής θεάς και περισσότερα της χθόνιας (δυό φίδια ελισσόμενα στον αριστερό βραχίωνα και δάδα στο δεξί χέρι). Δάδες και στα δυο χέρια είχε και το χάλκινο λατρευτικό άγαλμα της Ηγεμόνης (όπως οι θεότητες του Κάτω Κόσμου), όχι τόξο, όπως η ολυμπιακή Άρτεμις (Παυσανίας 8, 37, 1). Η φύση της Αρτέμιδος αυτής είναι συγγενής με της Δήμητρας, όπως και του Άνυτου, τον οποίο έχει όρθιο στο πλευρό της η Δέσποινα (όλοι οι Τιτάνες είναι χθόνιοι, ως «γηγενείς» ή παιδιά της Γης).

Γ’. Η καθισμένη στο πλευρό της Δήμητρας θεά Δέσποινα όλοι ήξεραν από τους αρκαδικούς μύθους πως είναι η κόρη της Δήμητρος. Το προσωπικό κύριο όνομά της κοινολογούνταν κατά τη μύηση και φαίνεται πως έμεινε απόρρητο. Μια μαρτυρία του Αισχύλου, γνωστή και στον Παυσανία ( 8, 37, 6), με σχετικούς υπαινιγμούς και σε άλλες φιλολογικές πηγές, αφήνει καταλήγει στο συμπέρασμα  πως το όνομα της Δέσποινας ήταν Άρτεμις. Αυτό θα σήμαινε πως το κύριο όνομα της Δέσποινας συνέπιπτε με το δεδομένο της Ηγεμόνης και επομένως ο Παυσανίας, που λίγο πριν έγραψε (8, 37, 6) την άποψη του Αισχύλου για την Αρτέμιδα ως κόρη της Δήμητρας, μένει εκτεθειμένος παρακάτω (9) ισχυριζόμενος πως από το ιερό δέος δεν κοινολογεί σε αμύητους το πραγματικό όνομα της Δέσποινας. Δικαιολογημένος θα ήταν, αν ήξερε άλλο ως κύριο όνομα και όχι Άρτεμις.

Δ’. Στην τελευταία περίπτωση θα ήταν ένα από τα πολλά τοπικά ονόματα ή προσωνύμια μιας θεάς του Κάτω Κόσμου.

Ε’. Ο ταυτισμός των δυο θεοτήτων δεν φαίνεται να ευνοείται και από τον γλύπτη Δαμοφώντα, ο οποίος παρουσίασε την Άρτεμη ως διαφορετικό πρόσωπο από την Δέσποινα στο ίδιο πλαστικό σύνταγμα.

ΣΤ’. Δεν ευνοείται επίσης ο ταυτισμός από κοινό ανάθημα για τις θεές Δέσποινα και Άρτεμη που είχαν κάνει δυο πολίτες του τόπου, ένας τέως  ιερέας και μια τέως ιέρεια ή δυο άνδρες που είχαν ασκήσει ιερατικά καθήκοντα στο ναό της Δέσποινας (IG V 2 522)τον -2ο αιώνα. Αυτοί είχαν αφιερώσει μέσα στο ναό μια μαρμάρινη τράπεζα λατρευτικών προσφορών για την Δέσποινα και την Άρτεμη και είχαν χαράξει στα κράσπεδα της πλάκας, της οποίας το πλάτος ξεπερνούσε το 1.5 μέτρο, τα ονόματά τους και την αφιέρωση: «Δ ε σ π ο ι ν α ι,   Α ρ τ έ μ ι τ ι». Είναι πολύ πιθανό οι δύο αναθέτες να αφιέρωσαν την τράπεζα ευθύς μόλις στήθηκαν τα υπερφυσικού μεγέθους αγάλματα του Δαμοφώντα. Οι δύο παρθενικές θεές εμφανίζονται ως «σύνναες». Η Δήμητρα έχει δικό της βωμό στην είσοδο του ναού.

Η Χθόνια Άρτεμις της Λυκόσουρας (η Άρτεμις Ηγεμόνη)  κατάγεται από την προϊστορική ομώνυμη υποχθόνια θεά των πινακίδων του -13ου αιώνος, η οποία δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί με την ολυμπιακή Άρτεμη των ιστορικών χρόνων. Η τελευταία είναι βέβαιο πως έχει απορροφήσει μια προϊστορική παρθενική θεά της θήρας και της άγριας πανίδας και έχει απεικονιστεί από τους πλάστες και ζωγράφους με τόξο στα χέρια και φαρέτρα στους ώμους. Όταν το κυνήγι έπαψε να έχει καίρια σημασία για την ζωή των ανθρώπων, έγιναν εμφανή στην ίδια Άρτεμη των ιστορικών χρόνων άλλα γνωρίσματα κληρονομημένα από χθόνιες προϊστορικές θεότητες, όπως προπάντων η συμπαράσταση της θεάς στις επίτοκες και αρτίτοκες γυναίκες. Αυτά τα γνωρίσματα την έκαναν την κυριότερη ολυμπιακή θεά στη λατρεία των γυναικών με τα επίθετα «Λοχία» (του τοκετού) και «Ορθία» («κουροτρόφος»).

Στη γειτονική Μεγαλόπολη ο ίδιος γλύπτης Δαμοφών είχε εργαστεί, πριν καταλήξει στη Λυκόσουρα. Είχε κάνει και εκεί αγάλματα υπερφυσικού μεγέθους για τις «Μεγάλες θεές» Δήμητρα και Κόρη (ή «Σώτειρα», όπως λεγόταν στη Μεγαλόπολη η Κόρη). Οι δύο θεές είχαν στην Μεγαλόπολη δικό τους τέμενος με χτιστό περίβολο, μπροστά στην είσοδο του οποίου υπήρχε πάλι εικόνα λίθινη ανάγλυφη της Αρτέμιδος (Παυσανίας 8, 31, 1).

Η Μέλαινα Δήμητρα της Φιγάλειας

Η Δήμητρα της Φιγάλειας φωτίζει από άλλη όψη την υποχθόνια μορφή της αρκαδικής Δήμητρας: οι παλαιοί Φιγαλείς την αποκαλούν Μέλαιναν, όχι ως «μελανειμονούσαν», όπως νόμιζαν οι απόγονοι του της εποχής του Παυσανία (8, 42, 4), αλλά γιατί είναι η βασίλισσα στο σκοτεινό υποχθόνιο κράτος του Ιππίου Ποσειδώνα, πάρεδρος του αυστηρού αυτού θεού και μητέρα της Δέσποινας (8, 42, 1). Η Δήμητρα των Φιγαλέων έχει από τα προϊστορικά χρόνια την κοινή σε όλες τις υποχθόνιες θεότητες «θηριομορφική εμφάνιση» που ενέπνεε φόβο, έχει δηλαδή την μορφή του δαιμονικού αλόγου, το οποίο παίρνει στην ράχη του τους ανθρώπους και τους πηγαίνει στο υποχθόνιο βασίλειο. Κατά τις παραδόσεις των Φιγαλέων υπάρχει στο τοπικό ιερό της Δήμητρας(μέσα σε σπηλιά του Εκαϊου όρους) παλαιότατο ξόανό της, που κάηκε όταν βασίλευε ο μυθικός βασιλιάς των Αρκάδων Σίμος  (Παυσανίας 8, 5, 7), τον -8 αιώνα ή στον πρώϊμο -7ο αιώνα. Το ξόανο αυτό δεν παρίστανε τη θεά ανθρωπομορφικά, για την ακριβή όψη του όμως δεν διατηρήθηκαν αναμνήσεις. Αργότερα έστησαν για τη Μέλαινα Δήμητρα στην ίδια σπηλιά χάλκινη εικόνα της, η οποία ήταν έργο του Αιγηνήτη Ονάτα (λίγο με τά την εισβολή των Περσών του Ξέρξη στην Ελλάδα). Και η θεά του Ονάτα δεν ήταν τελείως ανθρωπόμορφη: παρίστανε την Δήμητρα σα γυναίκα καθισμένη σε βράχο, με κεφάλι όμως και χαίτη αλόγου και φίδια να περιβάλλουν το κεφάλι της.

Η Μέλαινα Δήμητρα, αν και σύζυγος του Ποσειδώνος (κατά άλλους μύθους η Μέδουσα), δεν είχε την ειδεχθή όψη της Μέδουσας. Μοιάζει με γυναίκα ενδεδυμένη μαύρο χιτώνα, μακρόν μέχρι τα πόδια. Έχει κεφάλι αλόγου, περιβαλλόμενο από όφεις, οι οποίοι όμως δεν εμποδίζουν να φαίνεται η αλογίσια χαίτη της θεάς. Είναι καθισμένη σε βράχο και κρατά στο ένα χέρι δελφίνι και στο άλλο περιστέρι, σύμφωνα με τον «ιερό λόγο», απόρρητον που ανακοινωνόταν στις μυστικές τελετές της Λυκόσουρας για την θεά Δέσποινα που είναι η κόρη της Μέλαινας Δήμητρος και του Ποσειδώνα (8. 37, 9). Η παρουσία του Δελφινιού είναι ευνόητη και χωρίς την βοήθεια του «ιερού λόγου»: τον καιρό που έγινε το άγαλμα ο σύζυγος της Μέλαινας Δήμητρας Ποσειδών ήταν ήδη θεός του πελάγους, με σύμβολο το δελφίνι. Με την ίδια την Δήμητρα, ως θεά της βλάστησης, ή των δημητριακών καρπών, δεν είχε κανένα δεσμό το δελφίνι. Επομένως η μύηση αποκαλύπτει την αρχική σχέση της θεάς με τον Ποσειδώνα, από την οποία γεννήθηκε η πιο σεβάσμια θεά των Αρκάδων Δέσποινα.

Στους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητος δεν σωζόταν καμιά εικαστική παράσταση της Μέλαινας Δήμητρας, η λατρεία της όμως εξακολουθούσε στη σπηλιά του Ελαϊου, πάντα με την αρχαία προσωνυμία. Η Μέλαινα όμως του +2ου αιώνα είχε ήδη μεταπηδήσει στον τύπο της αγαθής και καλόβουλης θεάς της βλάστησης και της γονιμότητας. Αιματηρές θυσίες δεν είχαν πια θέση στην λατρεία της και πολλοί άνθρωποι που καταδίκαζαν τις θυσίες αυτές θεωρούσαν χρέος τους να κάνουν ένα ευλαβικό προσκύνημα στην σπηλιά της. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Παυσανίας, ο οποίος με χαρά σημειώνει πως επισκέφτηκε τη Φιγάλεια για να εκφράσει την ευλάβειά του στο ταπεινό σπήλαιο του Ελαϊου. Οι μόνες προσφορές που επιτρέπονται επί των ημερών του στο ιερό είναι «καρποί ήμερων δέντρων, σταφύλια, κομμάτια κερηθρών με το μέλι τους, ακατέργαστα και άπλυτα μαλλιά προβάτων», τα οποία οι προσκυνητές αποθέτουν σε χτιστό βωμό, μπροστά στην σπηλιά (8, 42, 11).

Η εξελικτική πορεία της θεάς Μέλαινας των Φιγαλέων μπορεί να θεωρηθεί το πρότυπο της πορείας που ακολούθησε η θεά Δήμητρα σε όλη την Ελλάδα. Η θεά δηλαδή απέβαλλε πρώτα με την λατρεία τον αρχικό αμείλιχο χαρακτήρα της  και κατέληξε σε μια καλόβουλη καρποδότειρα θεά, όπως ο αδυσώπητος Άδης έγινε Πλούτων ή πλουτοδότης.

Σημαντικό είναι πως ούτε ο Πλούτων ούτε η Δήμητρα έχασαν ποτέ στην Ελλάδα τους αρχικούς τους δεσμούς με τον κάτω κόσμο: ο Ισοκράτης, μιλώντας για την ελευσινιακή Δήμητρα, παρουσιάζει ως διττή τη δωρεά της, ευεργετεί δηλαδή τους ανθρώπους στην επίγεια ζωή τους ως δωρήτρια των σιτηρών, αλλά και τους παρηγορεί για την μετά θάνατο μοίρα τους, γιατί κάνει όσους μυούνται να βλέπουν με «ηδίους ελπίδας την του βίου τελευτήν» (Πανηγυρικός 28). Στην Αρκαδία και στην άλλη Πελοπόννησο ο ρόλος της Δήμητρος για την ζωή στο υπερπέραν δεν αποκαλύπτονταν μόνο σε μυήσεις, όπως στην Ελευσίνα, αλλά συχνά αποτελούσε μέρος της δημόσιας λαϊκής λατρείας της: ήδη ο Λυκούργος είχε νομοθετήσει για τους Λάκωνες να κάνουν θυσία στην Δήμητρα την δωδεκάτη ημέρα μετά τον θάνατο προσφιλούς προσώπου τους, και μετά την θυσία να σταματούν την πένθιμη συμπεριφορά τους (Πλουτ. Λυκ. 27). Η Δήμητρα είναι παντού πιο παρήγορη θεά από τον Άδη-Πλούτωνα και σε αυτή προτιμούν όλοι να εμπιστεύονται τους νεκρούς τους. Ακόμα και οι Πύλιοι της Τριφυλίας που είχαν προσπαθήσει να κάμψουν τον αδυσώπητο Άδη αφιερώνοντας σε αυτόν τέμενος στο όρος Μίνθη, δεν παρέλειψαν ταυτόχρονα να αφιερώσουν και στην Δήμητρα ένα παρακείμενο άλσος (Στραβ. 8. 344). Tο αναφερόμενο από τον Πλούταρχο στην πραγματεία του Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης 28 (943), πως οι Αθηναίοι «τους νεκρούς δημητρίους ωνόμαζον», δηλαδή υπάρξεις που ανήκαν στην Δήμητρα, ισχύει και για τους άλλους Έλληνες (άλλωστε ακόμα και σήμερα το σιτάρι, ο ευγενέστερο των δημητριακών καρπών, αποτελεί υπό την μορφή των «κολλύβων» πανελλήνια προσφορά χάριν των νεκρών στα μνημόσυνά τους): στην αρχαιότητα τα επιτάφια εικαστικά έργα (η μαρμάρινη εικόνα του νεκρού ή της νεκρής, ο επιτάφιος βωμός ή η απλή επιτύμβια στήλη) αφιερώνεται από πολλούς Έλληνες στην Δήμητρα του Κάτω Κόσμου. Αφιερώσεις του είδους αυτού από την Ερμιόνη : «Τάι Δάματρι τάι Χθονίαι» (IG IV 683 και 684) ή απλώς «τάι Δάματρι» (IG IV 685). Επίσης στην τριάδα «Δάματρι, Κλυμένωι, Κόραι» (IG IV 686,687, 688, 690, 691). Παράδειγμα από την θεσσαλική Φθιώτιδα Αχαϊα: στο επιστύλιο επιτύμβιας στήλης: «Δάματρι Παναχαιάι» (S.E. 24, 643).

Η Δήμητρα και ο Ποσειδώνας στην ανατολική Αρκαδία.

Αν από τα δυτικότερα κράσπεδα της αρχαίας Αρκαδία (από την περιοχή της Φιγάλειας) μεταφερθεί κανείς στα ανατολικότερα (στην περιοχή της Μαντινείας), δεν θα δυσκολευτεί να βρεί με τις ίδιες βαθιές ρίζες το ίδιο ζεύγος των υποχθόνιων θεοτήτων να κυριαρχεί στις λαϊκές λατρείες ως τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας. Το είχαν εξάρει αυτό από τον περασμένο αιώνα οι Γάλλοι μελετητές της αρχαίας Μαντικής (G. Fougeres). Σε αυτήαυτή την Δήμητρα ανήκε το πρώτο ιερό που είχε συναντήσει ο Παυσανία, προερχόμενος από την Αργολίδα και κατηφορίζοντας από την Νεστάνη προς την Μαντίνεια : όλοι οι Μαντινείς συγκεντρώνονταν μια φορά τον χρόνο στο ιερό εκείνο (8, 8, 1) για να τιμήσουν την σεβάσμια θεά, την πάρεδρο του επισημότερου θεού του αρκαδικού πανθέου. Για τον θεό αυτόν, τον Ίππιο Ποσειδώνα, είχαν μεγαλύτερο ιερό πλησιέστερα στην πόλη τους, κοντά στα νότια ριζά του λόφου του Αλησίου. Πάνω στον ίδιο λόφο είχαν αφιερώσει και στη Δήμητρα ένα άλσος.

Το ιερό του Ίππιου Ποσειδώνα είχε μακρά ιστορία. Στα προϊστορικά χρόνια ήταν χώρος ύπαιθρος, αλλά αυστηρά άβατος. Κατά τις τοπικές παραδόσεις ο θεός είχε θανατώσει στο ιερό αυτό τον μυθικό βασιλιά Αίπυτο (πατέρα του παραπάνω αναφερόμενου Κύψελου), γιατί ασεβέστατα είχε περιφρονήσει το «άδυτο» του ιερού χώρου. Στη θέση οι Μαντινείς έχτισαν αργότερα ναό, ο οποίος τον καιρό του Παυσανία ήταν ερειπωμένος. Νέο ναό έχτισε την ίδια εποχή ο αυτοκράτορας Αδριανός, ο οποίος, σεβόμενος τον χώρο, είχε υποχρεώσει τους οικοδόμους όχι μόνο να μη θίξουν τα αρχαία ερείπια, αλλά και να μην στρέφουν προς αυτά το βλέμμα τους κατά την διάρκεια των οικοδομικών εργασιών (Παυσανίας 8, 10, 2). Μέσα στην πόλη της Μαντίνειας υπήρχε νεότερο (τρίτο) ιερό της Δήμητρας, με λατρεία η οποία είχε επίδραση από την ελευσινιακή, άγνωστο όμως μέχρι ποιού βαθμού: υπήρχε ναός της Δήμητρας («μέγαρον») και χώρος αφιερωμένος στην Κόρη («κοράγιον»). Το ιερατείο είχε τη φροντίδα να παραμένει άσβεστη μια φωτιά στο ιερό (Παυσανίας 8, 9, 2). Ένας «Σύλλογος ιερειών Δήμητρος και Κόρης» είναι γνωστός από επιγραφές.

Η «Καρποδότειρα» Δήμητρα και η «Μέλαινα» στα ιστορικά χρόνια

Στα ιστορικά χρόνια είναι πολύ κοινή η λατρεία της Δήμητρας και των δύο τύπων (του Κάτω Κόσμου και των σιτηρών). Σημαντικό είναι πως ο αρχαιότερος τύπος ποτέ δεν εξέλειπε, παρά την προϊούσα γενική υποδεέστερη θέση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου. Η γνώση των λεπτομερειών κάθε τοπικής λατρείας διευκολύνει την κατάταξή της στον ένα ή στον άλλο τύπο. Έτσι στο λεγόμενο Κατά Δέσποιναν Ερμαίον  (Παυσ. 8, 35, 2), των συνόρων Αρκαδίας και Μεσσηνίας, η συνύπαρξη αγαλμάτων του χθόνιου Ερμή, της Δέσποινας και της Δήμητρας, και η γειτνίαση του χώρου με την Λυκόσουρα και τη Μεγαλόπολη επιτρέπει την αναγνώριση εκεί της υποχθόνιας Δήμητρας. Αντίθετα, το τεγεατικό ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, οι οποίες ονομάζονται από τους περιοίκους θεές «καρποφόρες» (Παυσ. 8, 53, 7), ανήκει στις δύο θεές που έχουν συνδεθεί είτε με την βλάστηση (όπως η Δήμητρα Χλόη ή Ευχλόος) είτε με τους καρπούς γενικά είτε ειδικότερα με τα σιτηρά : ένα χάλκινο ειδώλιο της Δήμητρας του -5ου αιώνος, από τον Αγ. Σώστη της Τεγέας, την παριστάνει καθιστή σε θρόνο να κρατεί καρπούς στα προτεινόμενα χέρια της (ρόδι ατο ένα, κυδώνι στο άλλο). Η καθιστή στάση είναι κατάλοιπο της αρχαιότερης φύσης της ως υποχθόνιας βασίλισσας και θυμίζει την καθιστή Δήμητρα την απεικονισμένη στο εσωτερικό ενός βοιωτικού πιάτου, η οποία στο αριστερό προτεινόμενο χέρι κρατεί στάχυα και παπαρούνες και στο δεξί δάδα.

Θεά των καρπών είναι και η Δήμητρα ενός ιερού στις Υσιές, νοτιοανατολικά της Πλάταιας, η οποία στο σωζόμενο ενεπίγραφο βάθρο του λατρευτικού της αγάλματος φαίνεται πως αποκαλούνταν «ωραφόρος και αγλαόκαρπος». Αλλού αποκαλείται «πολύκαρπος», ενώ στην πολίχνη του Σκώλου, λίγο ανατολικότερα των Υσιών, η Δήμητρα είναι αποκλειστικά θεά των σιτηρών και αποκαλείται Μεγάλαρτος ή Μεγαλόμαζος (Αθήναιος. 10, 416). Για την ίδια στις Κώπες της Βοιωτίας χρησιμοποιείται το συνήθως αποδιδόμενο στην Άρτεμη απίθετο «Ταυροπόλος». Η Δήμητρα ως Ταυροπόλος (δηλαδή θεά που νοιάζεται για τα βόδια IG VII 2793) είναι η προστάτρια των αροτριώντων βοδιών. Η θαυματουργή Μυκαλησσία Δήμητρα συνδέεται περισσότερο με τους καρπούς που ωριμάζουν στο τέλος του καλοκαιριού: στα πόδια του λατρευτικού αγάλματός της αποθέτουν ώριμους καρπούς, οι οποίοι διατηρούν την αρχική τους φρεσκάδα όλη την χρονιά (Παυσ. 9, 19, 5).

Στην Αττική, η «Ανησιδώρα» Δήμητρα της Φλύας (Παυσ. 1, 31, 4), δηλαδή η θεά που από τα βάθη της γης «ανίησι» τους καρπούς ως δώρα για τους θνητούς, έχει γίνει κι αυτή θεά της βλάστησης, η έννοια όμως του προσωνυμίου της δεν αφήνει αμφιβολία πως η αρχαιότερη έδρα της είναι το υποχθόνιο βασίλειο. Αντίθετα ως θεά αποκλειστικά των σιτηρών που συγκεντρώνονται στα αλώνια παρουσιάζει την Δήμητρα το επίθετο «ευαλωσία», κατά το Ησύχιο «ότι μγάλας τα άλως ποιεί και πληροί» (εννοείται των σταχύων). Ως «θεσμοφόρες» η Δήμητρα και η Κόρη (συνδεόμενες με την συνήθεια να ρίχνονται στα «μέγαρα» νεογέννητα χοιρίδια και να συλλέγονται τα αποσυντεθειμένα κατάλοιπά τους για να ανακατευθούν με το σιτάρι της σποράς) ήταν παντού θεές της σποράς και της συγκομιδής (γνωστότερη με το επίθετο αυτό η Δήμητρα που είναι στο κέντρο της εορτής των Θεσμοφορίων όχι μόνο της Αθήνας, αλλά και της Θήβας ,Παυσ. 9, 6, 5, και των Ποτνιών (9, 8, 1), καθώς και απόμερων πολιχνών, όπως της φωκικής Δρυμαίας, η οποία έχει και ετήσια εορτή Θεσμοφόρια, Παυσ. 10, 33, 12).

Η εξελικτική πορεία της Δήμητρας από θεάς υποχθόνιας σε θεά των σιτηρών δεν ανακόπτεται από το πλήθος των τοπικών ιδιαιτέρων γνωρισμάτων που αποκτάει συχνά η λατρεία της. Η Καβειραία Δήμητρα π.χ. των Καβειρείων της Θήβας και της Ανθηδόνας είναι βέβαιο πως δέχτηκε σημαντική επίδραση από τις δυό τοπικές λατρείες των Καβείρων, τις οποίες με την σειρά της σημαντικά επηρέασε η λατρεία της Δήμητρας: για την Δήμητρα και την Κόρη υπάρχει άλσος σε απόσταση 7 σταδίων από το θηβαϊκό Καβείρειο. Οι μυστικές τελετές διαμορφώθηκαν κοινές για τους Καβείρους και την Καβειραία Δήμητρα (Παυσ. 9, 25, 5), και πήραν χαρακτήρα γονιμικόν, ώστε να συμβάλλουν πρώτα από όλα στην πλούσια συγκομιδή των καρπών της γης και έπειτα στην γονιμότητα των ανθρώπων και των εξημερωμένων ζώων, των απαραίτητων για την διατροφή των ανθρώπων. Και στην Ανθηδόνα  επίσης υπάρχει κοντά στο ιερό των Καβείρων, το άλσος της Καβειραίας Δήμητρας, με ναό και αγάλματα λίθινα της Δήμητρας και της Κόρης  (Παυσ. 9, 22, 5).

Οι Φενεάτες της Αρκαδίας είναι από εκείνους που τον καιρό του Παυσανία καυχώνταν πως ένα διακεκριμένο μέλος του ελευσινιακού ιερατείου είχε φέρει στην πατρίδα τους τα δρώμενα της ελευσινιακής Δήμητρας. Έλεγαν ακόμα πως η ίδια η Δήμητρα είχε επισκεφθεί παλαιότερα την περιοχή και πως την είχαν φιλοξενήσει δύο Φενεάτες, οι οποίοι έχτισαν ναό και οργάνωσαν μυστική τελετή για την Θεσμία Δήμητρα, «υπό την Κυλλήνην». Εκτός από τον ναόν αυτόν τον καιρό του Παυσανία υπάρχουν πλησιέστερα στην πόλη των Φενεατών δύο ακόμη ιερά της Δήμητρας που είναι γειτονικά, ένα της «Ελευσινίας» και άλλο της «Κιδαρίας» Δήμητρας, στη θέση Πέτρωμα. Κιδαρία είναι η παλαιά τοπική θεά, αυστηρού τύπου, με μαγική τελετή για την ευόδωση της συγκομιδής. Σημαντικό είναι πως μετά τον ταυτισμό της Κιδαρίας με την Δήμητρα, η παλαιά μαγική τελετή της Κιδαρίας διατήρησε την υπεροχή απέναντι των εισαχθέντων ελευσινιακών δρωμένων, τελούμενη κάθε δεύτερη χρονιά και αποκαλούμενη «μείζων τελετή». Κατά την «μείζονα τελετή» ο ιερέας της Κιδαρίας, φορώντας το προσωπείο της θεάς, η οποία ενεπνέι το δέος, χτυπά την νύχτα με ραβδιά το έδαφος και ξορκίζει με δυνατή φωνή τις κακόβουλες δαιμονικές υπάρξεις, οι οποίες καιροφυλακτούν για να βλάψουν την βλάστηση: η μαγική δύναμη του προσωπείου και τα ξόρκια απομακρύνουν από τα χωράφια των Φενεατών τις δυσμενείς υποχθόνιες δυνάμεις. Φορώντας προσωπείο ο ιερέας προστατεύει τον εαυτό του, για να μην τον αναγνωρίσουν οι αόρατες εχθρικές υπάρξεις. Ο ραβδισμός του εδάφους δεν έχει το σκοπό να «ξυπνήσει» (όπως υποστηρίχθηκε) φιλικές υποχθόνιες υπάρξεις (οπότε το προσωπείο θα ήταν περιττό), αλλά να τρομοκρατήσει και να απομακρύνει τις κακόβουλες που θα κατέστρεφαν την σοδειά.

Η Δηώ και η Δώς του ομηρικού ύμνου. Η Πότνια Σιτώ

Η αρχική υποχθόνια φύση της Δήμητρος αμφισβητήθηκε από μια κατηγορία ιστορικών της αρχαίας θρησκείας, η οποία, παραμερίζοντας το τεράστιο πλήθος των τοπικών λατρειών που έχουν στο κέντρο τους τη Δήμητρα του Κάτω Κόσμο, δέχτηκε την θεά ως συνδεόμενη αποκλειστικάμε την σπορά και την καλλιέργεια των σιτηρών.

Στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα ο μελετητής των λαϊκών γερμανικών λατρειών και μύθων Wilhelm Mannhardt είχε προτείνει την ετυμολογία του ονόματος Δ η ώ  (αναφερόμενου στον ομηρικό ύμνο της Δήμητρας, στ. 47, ως ταυτόσημου του κοινότερου ονόματος της θεάς) από την ιδιωματική λέξη «δηαί» (κριθάρι) της κρητικής διαλέκτου, η οποία αποτελεί και το πρώτο συνθετικό του ονόματος Δημήτηρ (Mythologische Forschungen,1884, 202). Η άποψηαυτή στηρίχθηκε στο Μέγα Ετυμολογικόν: «Δηώ, παρά τας δηάς· ούτω γαρ προσαγορεύονται υπό Κρητών αι κριθαί». Ο Martin Nilsson, Griechische Feste (1906) 311, και σε όλες τις μεταγενέστερες μελέτες του, ακολούθησε την ετυμολογία αυτή και αναγνώρισε τα δηάς και στο πρώτο συνθετικό του ομηρικού επιθέτου «ζείδωρος άρουρα» (Ιλιάς Β548), δηλαδή γη που χαρίζει στους ανθρώπους τας «δηάς» ή «ζειάς» (το ασπροσίτι ή μάλλον το κριθάρι που παλαιότερα ήταν το κυριότερο από τα σιτηρά, όπου βασιζόταν η διατροφή των ανθρώπων). Με παραμερισμένα τα άλλα δεδομένα, η Δήμητρα έγινε έτσι αποκλειστικά η «Μητέρα των κόκκων του σταριού ή του κριθαριού» (δηλαδή των κόκκων που κλείνει στους κόλπους του το στάχυ): ήταν κατά αυτούς επομένως η Kornmutter (Ένα γερμανικό πνεύμα αγρού, το πνεύμα της καλλιέργειας σιτηρών ενσαρκώθηκε στο τελευταίο δεμάτι) κι όχι η Mutter Erde ( Ένα γερμανικό πνεύμα της Μητέρας γαίας).

Η Δήμητρα υπήρξε πράγματι «Μητέρα των κόκκων του σταριού» ή ένα είδος «Σταρομάνας» σε έναν από τους σταθμούς της εξελικτικής της πορείας. Στην  α φ ε τ η ρ ί α  όμως όμως της πορείας αυτής είναι μια θεά του Κάτω Κόσμου, η κυρίαρχη στο προολυμπιακό πάνθεο. Στο όνομά της ο Ευριπίδης βλέπει ένα είδος στοργικής Μητέρας Γης : «Δημήτηρ θεά, Γη δ’ έστιν» (Βάκχες 275) και Σέξτος Ἐμπειρ. 9, 189: «η γαρ Δημήτηρ ουκ άλλο τι εστὶν ή Γη Μήτηρ»). Στη σημαντική αυτή φάση της ιστορίας της εντάσσεται η λατρεία της στην Ερμιόνη, στη Μαντίνεια, στην Θέλπουσα και στη Φιγάλεια που ήταν γνωστί στην αρχαιότητα και από τις πιο ενδιαφέρουσες στον νεότερο ιστορικό της θρησκείας. Εντάσσεται και η τεκμαρτή δραστηριότητα της  μ ό ν η ς  θεάς με το όνομα Δημήτηρ που ήξεραν οι παλαιοί Αθηναίοι (των «προελευσινιακών» χρόνων), οι οποίοι αποκαλούσαν δημητρίους τους νεκρούς τους : πριν από το τέλος του -7ου αιώνος οι Αθηναίοι, αναγνωρίζοντας ως υποχθόνια θεότητα την Δήμητρα, είχαν άλλες τοπικές θεότητες για την σπορά και την βλάστηση, όπως την χθόνια Πολιάδα Αθηνά και την Πάνδροσο με τα «άρρητα ιερά», τα γνωστά από την μυστική τελετή των Αρρηφορίων που παρέμεινε αθηναϊκή ως το βίαιο τέλος της αρχαιότητος, ανηπερέαστη από τα ελευσινιακά δρώμενα. Ειδικότερα για την σπορά είχαν δικούς τους επίσης τελετουργικούς «ιερούς αρότρους» και είχαν τιμήσει με χάλκινο αδριαάντα τον Βουζύγη Επιμενίδη, γενάρχη του τοπικού ιερατικού γένους των Βουζύγων που πρώτος στον κόσμο είχε ζεύξει βόδια σε αλέτρι. Είχαν τα παλαιά Θεσμοφόρια (προτού γίνουν εορτή της ελευσινιακή Δήμητρας), βασισμένα στο μαγικό ανακάτεμα των αποσυντεθειμένων ζωϊκών καταλοίπων με το σιτάρι της σποράς, μια ιεροπραξία που εξασφάλιζε την πλούσια καρποφορία στην Αθήνα.

Μετά την προσάρτηση της Ελευσίνας, οι Αθηναίοι αφοσιώθηκαν στην εκεί λατρεία της της Δήμητρας, έχτισαν μεγάλο τελεστήριο στην Ελευσίνα και αναδιοργάνωσαν τα τοπικά μυστήρια, τα οποία γρήγορα έπαψαν να είναι απλές τελετές για την επιτυχία της σποράς. Οι Αθηναίοι φρόντισαν να τα εμπλουτίσουν με πνευματικό περιεχόμενο, το οποίο ενέπνευσε σε μερικούς κατά φαντασίαν και τας «ηδίους ελπίδας» την πέραν του τάφου ζωή. Αντίθετα, τις παλαιές δικές τους γονιμικές τελετές (ιδίως των ρρηφορίων) τις άφησαν να ασκούνται ως απλές αγροτικές τελετές. Η  παλιά αθηναϊκή υποχθόνια Δήμητρα παραμερίστηκε από την ελευσινιακή και επέζησε στην Ερμιόνη ως «Χθόνια» Δήμητρα. Σε ολόκληρ την ανατολική Αργολίδα (από την Επίδαυρο ως την Αίγινα συμπεριλαμβανομένη) λατρευόταν για την σπορά και την σιτοκαλλιέργεια, αντί του ελευσινιακού ζεύγους της Δήμητρος και της Κόρης, το ζεύγος της Δαμίας και της Αυξησίας, γυναικείων θεοτήτων με εξάρτηση από την προελευσινιακή Αθήνα, γιατί τα παλαιά και θαυματουργικά ξόανά τους είχαν γίνει από ξύλο αθηναϊκού ελαιοδένδρου, το οποίο ανήκε στην Αθηνά. Τα ξόανα χρωστούσαν την ιερότητά τους στο ελαιόδενδρο της Αθηνάς. Η ιστορία των δύο ξοάνων που την αναφέρει διεξοδικά ο Ηρόδοτος τελείωσε το -650 έτος, οπότε ακόμη δεν είχαν αρχίσει να επικρατούν στην Αθήνα οι ελευσινιακές θεότητες (Ηρόδοτος 5, 82).

Από πότε το πλήθος των τοπικών θεοτήτων της σποράς και της σιτοκαλλιέργειας άρχισε να απορροφάται από την πανελλήνια Δήμητρα δεν μπορεί να εξιχνιαστεί. Στην Ιλιάδα (Ε 498) η Δήμητρα είναι ήδη η θεά των σιτηρών, ενώ έναν αιώνα αργότερα (στο τέλος του -7ου αιώνος) η ίδια η θεά γίνεται η κεντρική μορφή του εκτενούς ομηρικού ύμνου που φέρει το όνομά της.

Στις μυκηναϊκές πινακίδες της Πύλου και Κνωσού του -13ου αιώνος, το όνομα Δημήτηρ δεν αναφέρεται. Για την σιτοκαλλιέργεια όμως είναι λογικό να υπήρχε κάποια θεότητα, αφού τουλάχιστον από την -6η χιλιετία ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε αρχίσει να εμπιστεύεται την ζωή του στην γεωργία. Με αυτή την θεότητα συνδέθηκαν ήδη δύο κομμάτια πήλινων πινακίδων, ομοίων με της Πύλου και της Κνωσού, που βρέθηκαν στην ακρόπολη των Μυκηνών, στα οικοδομικά λείψανα μεταξύ του πρώτου κυκλικού ταφικού περιβόλου και του ιερού των δύσμορφων αγαλματιδίων της δυτικής πλαγιάς της ακροπόλεως (πλησιέστερα στο δεύτερο ιερό). Από αυτά γίνεται γνωστή η «Π ό τ ν ι α  Σ ι τ ώ»  που είναι η τοπική θεά της σιτοκαλλιέργειας, μια από τις πολλές που απορροφήθηκαν αργότερα από την Δήμητρα: άγαλμα της «Σιτούς Δήμητρος» αναφέρει στη Σικελία ο αρχαιοδίφης του -2ου αιώνος, Πολέμων (Αθήναιος 10, 416). Ο ταυτισμός της Σιτούς με την Δήμητρα θα μπορούσε να είχε γίνει περίπου στα πρώϊμα ιστορικά χρόνια, οπότε η Δήμητρα είχε αρχίσει να ξεχωρίζει ως η κατεξοχήν θεότητα των σιτηρών.

Άλλο όνομα χρησιμοποιούμενο από τον ομηρικό ύμνο ως ταυτόσημο με της Δήμητρας είναι η  Δ ώ ς  (όχι Δωσώ, όπως είχε διορθωθεί στο αρχαίο κείμενο, ή Δμωίς ή Δωίς): στιχ. 122, όπου η ίδια η Δήμητρα δίνει για τον εαυτό της το όνομα αυτώ: «Δως εμοί γ’ όνομ’ εστί· το γαρ θέτο πότνια μήτηρ». Η θεά Δως (γενική της Δωτούς), δηλαδή δότειρα των καρπών της γης, είναι στην Θεσσαλία η επώνυμη θεά του Δωτίου πεδίου, μιας εύφορης κοιλάδας που άρχιζε από τη νότια έξοδο των Τεμπών και εκτινόταν πολύ νοτιότερα, ως τις όχθες της άλλωτε λίμνης Νεσσωνίδας. Σε αυτή την θέση, κατά την τοπική παράδοση, είχαν φυτέψει οι Πελασγοί στην απώτατη αρχαιότητα άλσος αμφιλαφές (βαθύσκιο), το οποίο κόπηκε εγκληματικά αργότερα και η θέση αποψιλώθηκε από την δενδρώδη βλάστηση. Η φυσική όμως ευφορία του εδάφους παρέμεινε στο Δώτιον πεδίον, το οποίο με τη νέα του μορφή αφιερώθηκε στην θεά Δωτώ. Η Δως δεν ήταν η Δήμητρα, αλλά μια τοπική θεά της παντοειδούς βλάστησης. Επειδή ο ποιητής του ύμνου φαίνεται πως την ξέρει ως αρχαία και φημισμένη θεά του είδους, νεότεροι ερευνητές υποστήριξαν πως το Δώτιον πεδίον υπήρξε η κοιτίδα της πανελλήνιας λατρείας της Δήμητρας.

Αυτό πρέπει να ισχύει μάλλον για το ελευσινιακό  Ρ ά ρ ι ο ν  π ε δ ί ο ν, το πρώτο που δέχτηκε την ευλογία της Δήμητρας, όταν αυτή αποξενώθηκε από τον Κάτω Κόσμο και άρχισε να εξελίσσεται ως θεά «καρποφόρος». Το Ράριον πεδίο υπήρξε, κατά τον ύμνο, το «φερέσβιον ούθαρ αρούρης» (ο μαστός της τροφού Γης που χαρίζει την ζωή). Είναι το πρώτο που «καρπόν ανήκεν» αυθύς μόλις η θεά αποκάλυψε τα «σεμνά όργια» στους άρχοντες της Ελευσίνας και στον Τριπτόλεμο, τον μελλοντικό ανά τον κόσμο απεσταλμένο της (στιχ. 470-479).

Συμπεράσματα

Η ησιόδεια Θεογονία, θεωρώντας παλιά θεά την Δήμητρα, την γενεαλογεί ως κόρη του Κρόνου και της Ρέας και αδελφή του Διός και της Ήρας (στιχ. 454). Για την αρχαιότητα όμως της Δήμητρας υπάρχουν στις τοπικές λατρείες των ιστορικών χρόνων ασφαλή στηρίγματα που επιτρέπουν την ανασύσταση της πλήρους εξελικτικής της πορείας της.

Η Δήμητρα ξεκίνησε, όπως τα περισσότερα μέλη του προϊστορικού πανθέου, ως αυστηρή θεά του Κάτω Κόσμου, όπως μαρτυρεί η θελπούσια προσωνυμία της  Ε ρ ι ν ύ ς  (δηλαδή Άγρια και Αδυσώπητη θεά). Σε μια δεύτερη βαθμίδα της ανέλιξής της η ίδια θεά μπορεί με την λατρεία να κάμπτεται παραμένοντας όμως υποχθόνια ύπαρξη, όπως μαρτυρεί η προσωνυμία της  Μ έ λ α ι ν α  στην Φιγάλεια, σε συνδυασμό με την βεβαιωμένη για τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας μειλίχια φύση της.

Περισσότερο ευμενής και φιλική έγινε ως  Α ν η σ ι δ ώ ρ α,  αν και εξακολούθησε να παραμένει υποχθόνια, αφού «α ν ί ε ι» (έστελνε επάνω) από τα βάθη της γης ως «δώρα» τους καρπούς της. 

Ταυτόχρονα άρχισε γοργά και η μεταπήδηση της θεάς από υποχθόνιας σε χθόνια (όχι ουράνια ή «ολυμπιακή»): Δημήτηρ Χ λ ό η  ή  Ε υ χ λ ό ο ςΚ α ρ π ο φ ό ρ ο ςΠ ο λ ύ κ α ρ π ο ςΑ γ λ α ό κ α ρ π ο ς. Ως αληθινά χθόνια η Δήμητρα, δηλαδή επίγεια θεά, χρειάστηκε να αποσπαστεί όχι μόνο από τους υποχθόνιους θεούς, αλλά και από τους ουράνιους για να μένει κοντά στους ανθρώπους. Έτσι δεν ακολούθησε στον Όλυμπο άλλες τέως υποχθόνιες θεότητες, όπως την Αθηνά και την Ήρα.

Μένοντας η Δήμητρα κοντά στους ανθρώπους (κατά τον Ισοκράτη, Πανηγ. 28), πρώτα καθαγίασε τους από το όνομά της γνωστούς «δημητριακούς καρπούς», οι οποίοι «αίτιοι γεγόνασι του μη θηριωδώς ζην αυτούς». Οι εξημερωμένοι άνθρωποι χρειάστηκε πρώτα να εγκαταλείψουν τη νομαδική και ληστρική ζωή και να εγκαθιδρύσουν την πρώτη έννομη τάξη, την οποία πήρε υπό την προστασία της η Δήμητρα με τη νεότερη από τις προσωνυμίες της, δηλαδή της Θεσμίας ή προστάτιδας των κοινωνικών θεσμών (άσχετης από τα «θεσμά» των Θεσμοφοριών που ήταν ξένα από τους κοινωνικούς θεσμούς και αρχικά και από την ίδια την Δήμητρα).

Η Δήμητα της σιτοκαλλιέργειας βρίσκεται έτσι στο προτελευταίο σκαλοπάτι της ανέλιξής της, το εκφραζόμενο με τις προσωνυμίες της Μ ε γ ά λ α ρ τ ο ς  ή   Μ ε γ α λ ό μ α ζ ο ς, και με την εορτή των  Μ ε γ α λ α ρ τ ί ω ν  και τον εορτολογικό μήνα  Μ ε γ α λ ά ρ τ ι ο ν.

Ν. Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση