ΑΡΤΟΙ ΕΠΙ ΤΩ ΛΙΚΝΩ – ΟΙ ΑΡΤΟΙ ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ – ΤΑ ΛΙΚΝΑ ΩΣ ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ – ΟΙ ΑΡΤΟΙ ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ – Ο ΚΟΛΛΑΒΟΣ – ΤΟ ΠΟΠΑΝΟΝ – ΠΟΠΑΝΑ ΠΟΛΥΟΜΦΑΛΑ – Ο ΠΛΑΚΟΥΣ – Ο ΒΛΩΜΙΑΙΟΣ Η ΒΛΩΜΟΣ – Η ΜΑΖΑ – ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΜΑΖΑΣ – Η ΣΗΣΑΜΙΣ – Η ΠΑΓΚΑΡΠΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΤΡΙΑ – Η ΤΟΛΥΠΗ – ΤΟ ΠΑΛΑΘΙΟΝ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΘΗ – Η ΓΑΣΤΡΙΣ – Η ΠΥΡΑΜΙΣ Η Ο ΠΥΡΑΜΙΣ – Ο ΝΑΣΤΟΣ – Ο ΕΛΑΦΟΣ – Η ΑΧΑΪΝΗ – Ο ΒΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΕΛΗΝΗ – Ο ΦΘΟΙΣ – Ο ΘΑΡΓΗΛΟΣ

ΑΡΤΟΙ ΕΠΙ ΤΩ ΛΙΚΝΩ – ΟΙ ΑΡΤΟΙ ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ – ΤΑ ΛΙΚΝΑ ΩΣ ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ – ΟΙ ΑΡΤΟΙ ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ – Ο ΚΟΛΛΑΒΟΣ – ΤΟ ΠΟΠΑΝΟΝ – ΠΟΠΑΝΑ ΠΟΛΥΟΜΦΑΛΑ – Ο ΠΛΑΚΟΥΣ – Ο ΒΛΩΜΙΑΙΟΣ Η ΒΛΩΜΟΣ – Η ΜΑΖΑ – ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΜΑΖΑΣ – Η ΣΗΣΑΜΙΣ – Η ΠΑΓΚΑΡΠΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΤΡΙΑ – Η ΤΟΛΥΠΗ – ΤΟ ΠΑΛΑΘΙΟΝ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΘΗ – Η ΓΑΣΤΡΙΣ – Η ΠΥΡΑΜΙΣ Η Ο ΠΥΡΑΜΙΣ – Ο ΝΑΣΤΟΣ – Ο ΕΛΑΦΟΣ – Η ΑΧΑΪΝΗ – Ο ΒΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΕΛΗΝΗ – Ο ΦΘΟΙΣ – Ο ΘΑΡΓΗΛΟΣ

Τα λίκνα ως αναθήματα

Οι ανασκαφές στο Ιερό της Δήμητρος και της Κόρης στον Ακροκόρινθο έφεραν στο φως πολυάριθμα μικροσκοπικά πήλινα λίκνα, δηλαδή καλάθια για λίχνισμα, γεμάτα με αρτόζυμα αφιερώματα για τις δύο θεές που πρώτες αποκάλυψαν στον άνθρωπο τα μυστικά της καλλιέργειας των δημητριακών. Τα αφιερωματικά λίκνα ήταν τάματα στο Ιερό από την πρώιμη περίοδο του -6ου αιώνος, αν όχι νωρίτερα, μέχρι τον -2ο αιώνα. Είναι σχεδόν αδύνατο να εξακριβώσουμε τα χρονολογικά όρια, καθώς υπάρχουν πολύ λίγα στρωματοποιημένα ή κλειστά αρχαία λείψανα. Αυτά τα αφιερώματα τα συναντάμε πιο συγκεντρωμένα στον -6ο και -5ο αιώνα. Από τα 588 θραύσματα που βρέθηκαν, ο μεγαλύτερος αριθμός, περίπου 365, βρέθηκαν στο μεσαίο Άνδηρο, όπου πραγματοποιούνταν η θυσία και κατά πάσα πιθανότητα παρουσιάζονταν οι προσφορές. Ένας μικρότερος αριθμός, 212 θραύσματα, ανακτήθηκαν από το χαμηλό Άνδηρο, μέρος το οποίο προοριζόταν για το φαγητό. Εδώ οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις θραυσμάτων βρέθηκαν στην κατασκευή κάτω από τα πρώτα κτίρια της τραπεζαρίας. Από το Άνω Άνδηρο, όπου πραγματοποιούνταν αναμφισβήτητα κάποιου είδους μύηση, στο μικρό θέατρο, βρέθηκαν μόνο τρία λίκνα.

Στην πραγματικότητα το λίκνο , ή το καλάθι λιχνίσματος, που εκπροσωπείται από το πήλινο αφιέρωμα ήταν ένα λεκανοειδές καλάθι με επίπεδο πυθμένα, κεκλιμένες πλευρές, και ένα ανοικτό άκρο, συνήθως είχε και δύο λαβές. Οι πρόγονοι το χρησιμοποιούσαν για να διαχωρίσουν το σιτάρι από το άχυρο μετά το ράβδισμα.
Το πτύον, ή θρίναξ, δηλαδή το φτυάρι ή η πηρούνα λιχνίσματος χρησιμοποιούνταν πρώτα για να ριχτεί το σιτάρι και άχυρο στον αέρα, με τα φύσημα του αέρα απομακρύνονταν οι ελαφρότεροι φλυοί και οι βαρύτεροι πυρήνες έπτεφταν στην άλω δηλαδή στο αλώνι.
Το λίκνο παρείχε έναν πρόσθετο πιο λεπτομερή καθαρισμό, ο οποίος πιθανώς γίνονταν από καθιστές γυναίκες. Οι γυναίκες το περιστρέφαν και το ανακινούσαν στα δύο χέρια μέχρι το ελαφρύτερο άχυρο ανερχόταν στην κορυφή και πεταγόταν έξω το ανοικτό άκρο.

Η βασική συζήτηση για το λίκνον γίνεται από την Harrison 1903, σελ. 292-324, αλλά για μια πιο πρόσφατη συζήτηση για το λίκνον στο τελετουργικό, δείτε Berard 1976, σελ. 101-104.

Στην ουσία ήταν ένα ανοιχτό καλάθι με δύο λαβές, ως εκ τούτου το λίκνο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να μεταφέρει οτιδήποτε, ως δευτερεύουσα λειτουργία. Το θείο βρέφος στο λίκνο ήταν ένα ισχυρό σύμβολο της ανανέωσης της ζωής καθότι η γεωργία κατέστη δυνατή. Ο Δίας και ο Ερμής κοιμόνταν στα λίκνα όταν ήταν μωρά, το ίδιο και ο Διόνυσος, του οποίου η αφύπνιση στο λίκνο του από τις Θυιάδες εορταζόταν σε ένα τελετουργικό στους Δελφούς.

Καλλίμαχος 48, Ερμ. 150. Πλουταρχος περι Ίσ. και Όσ. 378f

Τα Λικνοφόρια, ή η μεταφορά των λίκνων στην πομπή, ήταν ένα κοινό στοιχείο των τελετών και ιδιαίτερα τελετών που είναι συνδεδεμένες με τα μυστήρια της Δήμητρος

Σούδα, Αρποκρατίων: λικνοφόρος· το λίκνον προς πάσαν τελετήν και θυσίαν επιτηδςιόν εστι. Bekker, Anecd. Graec. . . . έστι δε ο επί τω λίκνω πλακούς και άλας. Καλλίμαχος, Δημ. 127: ως δ’ αι λικνοφόροι χρυσώ πλέα λίκνα φέροντι, ως αμές τον χρυσόν αφειδέα πασεύμεθα. Τα λίκνα λέγεται ότι ήταν γεμάτα χρυσό, ίσως αυτό είναι μεταφορά για τον πλούτο της γεωργικής παραγωγής.

Ο Αθήναιος μας λέει ότι αυτός που φέρει το σκεύος Κέρνος (ένας δίσκος με πολλά μικρά κύπελλα που συνδέονται στο εσωτερικό, και χρησιμοποιούνται σε Ελευσίνια τελετουργικά) δοκιμάζει για να δει τι είναι το καθένα, όπως ακριβώς κάνει και ο λικνοφόρος. Δεν μας λέει τι ήταν στο λίκνο, αλλά δίνει έναν κατάλογο με τις τροφές που συνήθως μεταφέρονται στον κέρνο: «φασκόμηλο, λευκούς σπόρους παπαρούνας, σιτάρι, κριθάρι, μπιζέλια, όσπρια, μπάμιες, φακές, φασόλια, δίκοκκο σιτάρι, βρώμη, κέικ καρπών, μέλι, ελαιόλαδο, κρασί, γάλα και το άπλυτο μαλλί προβάτου»

Αθηναιος 478d: Μετὰ δὲ ταῦτα τὴν τελετὴν ποιεῖ καὶ αἱρεῖ τὰ ἐκ τῆς θαλάμης καὶ νέμει ὅσοι ἄνω τὸ κέρνος περιενηνοχότες. Τοῦτο δ´ ἐστὶν ἀγγεῖον κεραμεοῦν ἔχον ἐν αὑτῷ πολλοὺς κοτυλίσκους κεκολλημένους· ἔνεισι δ´ ἐν αὐτοῖς ὅρμινοι, μήκωνες λευκοί, πυροί, κριθαί, πισοί, λάθυροι, ὦχροι, φακοί, κύαμοι, ζειαί, βρόμος, παλάθιον, μέλι, ἔλαιον, οἶνος, γάλα, ὄιον ἔριον ἄπλυτον. Ὁ δὲ τοῦτο βαστάσας οἷον λικνοφορήσας τούτων γεύεται.

Η στενή σύνδεση του λίκνου με τον κέρνο βεβαιώνεται στη βιβλιογραφία και αντανακλάται έντονα στην ανακάλυψη μεγάλων αριθμών κέρνων τύπου λίκνου στο Ιερό, Εικ. 85-90.

Στα Ελληνιστικά χρόνια το λίκνο συνδέεται με τα μυστήρια του Διονύσου, όπου εμφανίζεται γεμάτο με τους καρπούς της γης και με έναν φαλλό.

Nilsson 1957, 30-35: Ο Stroud πρότεινε ότι ο Διόνυσος λατρευόταν με τη Δήμητρα στον Ακροκόρινθο και ότι μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στα μυστήρια που γίνονταν κατά πάσα πιθανότητα στον θεατρικό χώρο του ιερού: Stroud 1968, σ. 326, σημείωση 31, και σ. 329.

Το λίκνο είναι στενά συνδεδεμένο επίσης με τη Δήμητρα, όπως βλέπουμε στην λάρνακα Lovatelli, όπου κρατείται πάνω από το κεφάλι ενός καλυμμένου, με πέπλο, μύστη κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής μύησης στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Αυτή η μαρμάρινη λάρνακα του +1ου αιώνα, συζητείται από τον Deubner 1932, σελ. 77-78, πίν. 7:2, τον Burkert 1987, σελ 94-95., τον Kerenyi 1967, σ. 56, και τον Nilsson 1957, σ. 36.

Το λίκνο που καθαρίζει τον φλοιό του σταριού από τον σπόρο βλέπουμε ότι μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε έναν μυστικό καθαρμό. Η σύνδεση του με το νεογέννητο, καθώς και με τον καθημερινό άρτο του ανθρώπου έθεσε το λίκνο ως ένα κοινό σύμβολο της γονιμότητας.
Τα λίκνα από το ιερό κυμαίνονται σε μέγεθος από το μικρότερο που είναι μόλις 0.022 μέτρα σε μήκος έως το μεγαλύτερο, 0. 132 μέτρα ( Εικ.30).
Τα περισσότερα από τα λίκνα είναι κατασκευασμένα από πηλό και περιέχουν μια μέτρια έως πυκνή ποσότητα του μαύρου χώματος.

Το χρώμα της καύσης του αργίλου κυμαίνεται από στιλβωμένο ή ανοιχτό καφέ , λίγα είναι είτε ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμα είτε λίγο πιο κόκκινα. Όλα είναι τοπικής Κορινθιακής κατασκευής, και το μεγαλύτερο μέρος των λίκνων είναι χειροποίητα. Μια μικρότερη ομάδα διαμορφώθηκε από πολύ λεπτό πηλό (Βλέπε Εικ. 28, 31, 36-38, 56, 57, 59, 60, 71-75, 78, 79, 83, 87, 90, 92, 93).

Επιπλέον, αυτά τα κομμάτια είναι γενικά λεπτά, και μερικά (Εικ. 57, 60, 79, 83, 87, 90) είναι φτιαγμένα πάνω στον τροχό της αγγειοπλαστικής.

Οι λεπτότεροι τύποι χρονολογούνται, πιθανώς όχι πριν από τον -5ο αιώνα, και τα βρίσκουμε συχνότερα από τον -4ο αιώνα και αργότερα. Το λίκνο στην Εικ.1, είναι το πρώϊμο στο πλαίσιο, και αποτελεί μια εξαίρεση, διαμορφώνεται από πολύ λεπτό πηλό, αλλά διαφέρει από εκείνα που αναφέραμε παραπάνω είναι καθότι είναι φτιαγμένο από ένα πολύ παχύτερο ύφασμα.

Οι εκτεθειμένες επιφάνειες των κοιλοτήτων των χονδρόκοκκων λίκνων συχνά εμφανίζονται να έχουν σκουπιστεί με ένα σφουγγάρι ή πανί για να αποφέρουν μια λεία επιφάνεια, ενώ οι κάτω επίπεδες πλευρές συνήθως αφήνονται αρκετά σκληρότερες. Σε πολύ λίγα δείγματα, όπως τα λίκνα στην Εικ.31 και 75, χρησιμοποιείται ένα θαμπό μαύρο ή αραιό μαύρο βερνίκι για να προσομοιώσει την εμφάνιση της καλαθοπλεκτικής.

Πολλοί λίκνα είχαν λαβές ή τρύπες τρυπημένες στις πλευρές τους, με τις οποίες θα μπορούσαν να κρεμαστούν κάπου, όπως ακριβώς σήμερα οι αναθηματικές πλάκες ή τάμες, που είναι δεμένες σε σειρά πάνω στα εικονοστάσια των χριστιανών. Οι επίπεδοι πυθμένες των λίκνων καθιστούσαν εύκολη την αποθήκευση με το να στοιβάζονται στα ράφια. Σε έναν ενδιαφέρων παραλληλισμό προς τον κέρνο, πολλά από αυτά τα λίκνα περιέχουν μικρότερα λίκνα ή άλλα πιάτα στο εσωτερικό τους. Μερικά από τα λίκνα είναι άδεια, όπως στην Εικ. 31, και μπορεί να είχαν στο περιεχόμενο τους φθαρτές προσφορές, και μερικά, όπως στην Εικ. 30, είναι αρκετά μεγάλα ώστε να έχουν πληρωθεί με το κατάλληλο περιεχόμενο για να χρησιμοποιηθεί στην τελετουργία. Τα περισσότερα από αυτά, ωστόσο, είναι παραγεμισμένα με μια ποικιλία αναγνωρίσιμων αρτόζυμων ή άρτων διαμορφωμένα σε πηλό.

Οι άρτοι ως αφιερώματα

Οι άρτοι μπορούν να χωριστούν σε περίπου επτά τύπους.
Ο πρώτος τύπος , είναι ένας μικρός πεπλατυσμένος δίσκος από πηλό, ο οποίος είναι η συχνότερη μορφή, μερικές φορές αγγίζουν το χείλος του λίκνου έτσι ώστε δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος αν είναι άρτος ή ένας διακοσμητικός κόμβος (π.χ. στις Εικ. 14 και 21, διακοσμητικοί κόμβοι, Εικ.1, 38).

Ο Κόλλαβος
Οι παραπάνω (14, 21, 1, 38) είναι οι μικρότεροι από όλους τους άρτους, και μπορούν να ταυτιστούν με τον Κόλλαβο ή τον Κόλλυβον, ένα μικρό σταρένιο άρτίδιο, το όνομα του οποίου προέρχεται από την ομοιότητά του με το μικρό κέρμα Κόλλυβος.

Ησύχιος, κόλλυβα· τρωγάλια (έψητος σίτος). Ο Αθηναίος 112f περιγράφει τον κόλλαβο ως τον ίδιο με τον Κολλίκιο, ένα μικρό Θεσσαλικό κυλινδράκι άρτου: των δε κολλίκιων άρτων ― οι αυτοί δε εισί τοις κολλάβοις. Αριστοφάνης Βάτραχοι 507, Ειρ. 1196, 1200, κόλλαβος, ο και κόλλυβον το. Σήμερα τα χριστιανικά κόλλυβα, είναι ένα μείγμα από βρασμένα δημητριακά και καρπούς τα οποία διαμοιράζονται στις κηδείες. Προβατάκης 1990. σελ.57, Τσαμπουνάρα 1987. κόλλυβα· 1534 σελίς.

Τα κόλλυβα χρησιμοποιούνταν στο τελετουργικό καλωσόρισμα ενός νέου μέλος της οικογένειας ή ενός δούλου, τον οποίον τον έραιναν με «τραβήγματα», όπως φοινίκια (χουρμάδες), Κόλλαβους, σύκα, και καρπούς.

Σχόλια Πλούτος Αριστοφάνους 768: τραβήγματα. . . από φοινίκων, κολλύβων, τρωγαλίων και ισχάδων και καρύων.

Τα κόλλυβα προσφέρονται στις θυσίες για τον Δία, στον Ξένιο, στην Δαμία και την Αυξησία, οι θεές αυτές συνήθως ταυτίζονται με την Δήμητρα και την Κόρη.

Sokolowski 1969, 55, σειρά 24 (Μια επιγραφή του +2ου αιώνος, από το Σούνιο σχετίζει με μια λατρεία του Ξένιου και του Τυράννου: κολλύβων χοίνικες δύο (τα κόλλυβα είναι φτιαγμένα από 700 γραμμάρια περίπου αλεύρι), Αρ. 62 σειρά 11 (επιγραφή από την Σπάρτη, του +1ου αιώνος, σχετίζει με την λατρεία του Διός Ταλητίτη, Δαμίας και Αυξησίας): κόλλυβα. Η Δαμία και η Αυξησία είναι γνωστές από την Τροιζήνα και την Επίδαυρο: Σχόλια σε Αριστείδη 3 σελ. 598 (Dindorf), Ηρόδοτος 5.82-83, Παυσανίας 2.32.2, IG IV² I 386. Για συζήτηση στους άρτους από επιγραφικές πηγές βλέπε Kearns 1994.

Το Πόπανον
Ο δεύτερος τύπος, επίσης, εμφανίζεται συχνά, είναι ένας μεγαλύτερος, στρογγυλός, επίπεδος άρτος με έναν ομφαλό (κόμβο) στο κέντρο (παράδειγμα Εικ. 9, 10, 20, 36, 49, 55, 64 ). Αυτός ο επίπεδος άρτος ταυτίζεται με το Πόπανον, το οποίο περιγράφεται ως επίπεδο, ελαφρύ, και κυκλικό.

Φώτιος, πόπανα· πλακούντια πλατέα λεπτά και περιφερή.

Ο επίπεδος άρτος με έναν κεντρικό ομφαλό (κόμβο) είναι το Πόπανον μονόμφαλον, το οποίο προσφέρεται στην Αρτέμιδα, την Λητώ, τον Ηρακλή, την Κουροτρόφο και τον Ερμή.

Sokolowski 1969, αρ. 23 (-4ος αιώνας, επιγραφή από τον Πειραιά που σχετίζεται με την λατρεία της Αρτέμιδος), Αρτέμιδος Ακόλουθοι μονόμφαλα ΙΙΙ Λετοϊ · μονόμφαλα· ΙΙΙ αρ. 24 (-3ος , -2ος αιώνας Αθηναϊκή λατρευτική επιγραφή) : Κουροτρόφωι και Ερμήι· πόπανα μονόμφαλα ΙΙΙ.

Το πόπανον, από το πέπτω, (ψήνω, στο φούρνο), είναι ένα ουσιαστικό μέρος της θυσιαστικής τελετουργίας, συνήθως είναι μέρος από τα προθύματα ή αλλιώς τις προκαταρκτικές θυσίες και πολύ συχνά το σχετίζουν με δύο θεές.

Αριστοφάνης Πλούτος 660: επεί δε βωμώ πόπανα και προθύματα καθωσιώθη. Θεσμ 285: το πόπανον, ως λαβούσα θύσω ταίν θεαίν. . . Sokolowski 1969, αρ. 21 Α, σειρές 2-6 (-4ος αιώνας, επιγραφή στον Πειραιά που σχετίζεται με την λατρεία του Ασκληπιού): κατά τάδε προθύεσθαι· Μαλεάτηι πόπανα τρία· Απόλλωνι πόπανα τρία· Ερμήι πόπανα τρία.

Το μέγεθός του είναι πάντοτε ιερό κατά κανόνα, πρέπει να είναι κατασκευασμένο από έναν πλήρη χοίνιξ (τέσσερα κύπελλα, ή ένα κιλό) αλεύρι: πόπανον χοινικιαίον, ίσως ένας όρος ανάλογος με τον άρτο του κιλού σήμερα, τα θυσιαστικά εθιμοτυπικά καμμιά φορά μπορεί να απαιτήσουν έναν άρτο φτιαγμένο από δύο χοίνικες ή δύο κιλά αλεύρι.

Sokolowski 1969, αρ.52, σειρές 1-3 (+1ος αιώνας, Αθηναϊκό λατρευτικό ημερολόγιο): θεαίς . . . της Παντελείας πόπανον δωδεκόνμαλον χοινικιαίον. . . Αθηναίος 647α ταυτίζει τα Παντέλεια με τα Θεσμοφόρια των Συρακουσών, άρτοι αιδοία, σε σχήμα θυληκών οργάνων, περιφέρονταν στην πομπή προς τιμήν της Δήμητρος και της Κόρης. Sokolowski 1969, αρ.169 Β Ι, σειρές 9-10 (-3ος αιώνας, λατρευτικό ημερολόγιο από την Κω): πόπανον εγ δύο χοινίκων.

Τα Πόπανα που προσφέρονται στον Δία Γεωργό, στους Ανέμους και τον Ηρακλή περιγράφονται ως ορθόνφαλα, δηλαδή έχουν έναν όρθιο ή προεξέχων μεγάλο ομφαλό, ίσως είναι το ίδιο με τον Ορθοστάτη, έναν θυσιαστικό άρτο του οποίου τα συστατικά μας είναι άγνωστα.

Sokolowski 1969, αρ.52 (+1ος αιώνας, Αθηναϊκό λατρευτικό ημερολόγιο), σειρές 12-13: Διί Γεωργώ κ’ πόπανον χοινικιαίον ορθόνφαλον. Σειρές 19-20: Ανέμοις πόπανον χοινικιαίον οθόνφαλον. Σειρές 26-28: Ηρακλεί. . . πόπανα χοίνικος δωδεκόμφαλα ορθόνφαλα. Πορφύριος περί απ. 2.7 (συζητώντας αναίμακτες θυσίες) : δρωμένη πομπή Ηλίου τε και Ωρών πομπεύει . . . ορθοστάτης. Πολυδεύκης 6.74: ορθοστάτης· ιερού αρτου τι είδος. Ησύχιος, ορθοστάτης· είδος πέμματος.

Μια πιθανή αναπαράσταση του πόπανου ορθόνφαλου έχει ταυτοποιηθεί μεταξύ των πήλινων αγαλματιδίων από την αθηναϊκή Αγορά, προερχόμενο ίσως από το αθηναϊκό Ελευσίνιο. Το κεφάλι μιας γυναίκας υποστηρίζει αυτό που μοιάζει με έναν μεγάλο άρτο του οποίου οι εξωτερικές πτυχώσεις σύρονται προς τα μέσα, όπου εκεί υπήρχε μια μεγάλη κεντρική προεξοχή η οποία έχει σπάσει.

D.B. Thomson 1954, σελ. 94, 105.

Το πόπανον καθήμενον, είναι ένας πεπλατυσμένος άρτος που προσφέρεται στον Ποσειδώνα και στον Κρόνο.

Sokolowski 1969, αρ. 52 (+1ος αιώνας, λατρευτικό Αθηναϊκό ημερολόγιο), σειρές 9-10: Απολλώνι και Αρτεμίδι ζ’ πόπανον χοινικιαίον ορθόμφαλον και καθήμενον δωδεκόνφαλον, σειρές 16-17: πόπανον χοινικιαίον δωδεκόνφαλον καθήμενον Ποσιδώνι, σειρές 23-24: Κρόνω πόπανον δωδεκόμφαλον καθήμενον.

Πόπανα πολυόμφαλα
Ο τρίτος τύπος είναι ένας επίπεδος άρτος κέικ με περισσότερους από έναν ομφαλούς (κόμβους). Ο αριθμός των κόμβων του άρτου είναι συνήθως πέντε, διατεταγμένα με το ένα στο κέντρο και τέσσερα ομοιόμορφα κατανεμημένα γύρω στην περίμετρο, συχνά δύο λωρίδες της ζύμης ,που διασχίζουν τον άρτο, συνδέουν τους κόμβους τον ένα με τον άλλο. Οι διάφοροι τύποι απεικονίζονται στις εικόνες παρακάτω:
Άρτοι με τέσσερεις κόμβους [Εικ. 5].

Άρτοι με πέντε κόμβους [Εικ. 7, 60, 72, 78].

Άρτοι με επτά ή οκτώ κόμβους [Εικ. 29].

Άρτοι με πέντε κόμβους που συνδέονται με δύο λωρίδες ζύμης [Εικ. 8, 25, 27, 28, 38,50].

Ένα σύγχρονο παράδειγμα ενός παρόμοιου άρτου απεικονίζεται στην Εικόνα Α.

Αυτοί οι πολύκομβοι άρτοι ονομάστηκαν κλήθηκαν πόπανα πολυόμφαλα από τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό, Προτρ. 2. 19, όπου : « οίαι δε και αι κίσται αι μυστικαί· δει γαρ απογυμνώσαι τα άγια αυτών και τα άρρητα εξειπείν. οι σησαμαί ταύτα και πυραμίδες και τολύπαι, και πόπανα πολυόμφαλα χόνδροι τε αλών και δράκων, όργιον Διονύσου Βασσάρου·…και Γης Θέμιδος» αποκαλύπτει το περιεχόμενό τους που δεν είναι τίποτα περισσότερο από διάφορους άρτους, κομμάτια από αλάτι, και ένα φίδι.
Οι θυσιαστικοί άρτοι με πολλούς κόμβους ονομάζονται επίσης ομφαλωτά πόπανα.

Πολύβιος 6.25.7: τοις ομφαλωτοίς ποπάνοις παραπλήσιον τοις επί τας θυσίας επιτιθεμένοις.

Οι άρτοι με δώδεκα κόμβους δεν εμφανίζονται στα λίκνα, αν και στο αθηναϊκό λατρευτικό ημερολόγιο τα πόπανα δωδεκόμφαλα προσφέρονται στις δύο θεές, στον Απόλλωνα, στην Αρτέμιδα, στον Δία Γεωργό, ατον Ποσειδώνα, στους Ανέμους, στον Κρόνο, και στον Ηρακλή.

Sokolowski 1969, αρ. 52 (+1ος αιώνας, λατρευτικό Αθηναϊκό ημερολόγιο) σειρές 1-3: θεαίς. . . πόπανον δωδεκόνφαλον χοινικιαίον. . . , σειρές 9-11: Απόλλωνι και Αρτέμιδι ζ’ πόπανον χοινικιαίον ορθόνφαλον και καθήμενον δωδεκόνφαλον, σειρές 12-13: Διί Γεωργώ κ’ πόπανον χοινικιαίον ορθόνφαλον δωδεκόφαλον. . . , σειρές 17-18: πόπανον χοινικιαίον δωδεκόνφαλον καθήμενον, Ποσιδώνι Χαμαιζήλω. . , σειρές 19-20: ανέμοις πόπανον χοινικιαίον ορθόνφαλον δωδεκόνφαλον νηφάλιον, σειρές 26-28: Ηρακλεί. . . πόπανα χοίνικος δωδεκόμφαλα.

Ο Πλακούς
Ο τέταρτος τύπος είναι ένας άρτος παχύς με έναν κόμβο . Παρόλο που δεν είναι πολυάριθμα στα λίκνα, αυτός ο τύπος είναι εύκολα αναγνωρίσιμος από χαρακτηριστική εμφάνιση του, με βαθιές τομές ή με νευρώσεις στις πλευρές οι οποίες συναντώνται στην κορυφή κάτω από έναν μεγάλο κεντρικό κόμβο (π.χ., 10, 68, 73, 91.

Αυτός ο τύπος πρέπει να ταυτίζεται με τον Πλακούντα, ένας άρτος του οποίου η εξωτερική εμφάνιση συγκρίνεται, κατά τους αρχαίους συγγραφείς, με τον λοβό της εξημερωμένης μολόχας, η οποία είχε επίσης μια ραβδωτή δομή και έναν κεντρικό κόμβο για κορυφή.

Αθηναίος 58d-e: της ημέρου μαλάχης ο σπερματικός τύπος καλείται πλακούς, εμφερής ων αυτώ· το μεν γαρ κτενώδες ανάλογον καθάπερ η του πλακούντος κρηπίς, κατά μέσον δε του πλακουντικού όγκου το κέντρον ομφαλικόν. Ησύχιος, πλακούς· εκτός του πέμματος και ο σπερματικός τύπος της ημέρας μαλάχης.

Μια πρόσφατη συζήτηση ως προς την ετυμολογία, την εμφάνιση, και τα συστατικά του πλακούντα υποστηρίζει ότι δεν ήταν ένας επίπεδος άρτος, ακόμη και αν πολύ συχνά έτσι αποδίδεται.

Grandjouan 1989, σελ.. 57-67.

Ο πλακούς είναι ένας ελαφρύς, με πολλά φύλλα ζύμης άρτος, μια ακαταμάχητη μεταγευματική απόλαυση, σύμφωνα με τον Αθήναιο: «… , όταν είδα το χρυσό, γλυκό, μεγάλο, στρογγυλό, χοντρό παιδί της Δήμητρας που ερχόταν, έναν ψημένο πλακούντα …. ».

Αθήναιος 137b-c: δεύτεραι αύται τράπεζαι εφωπλίζοντο γέμουσαι. . . ως δε ίδον, ξανθόν, γλυκερόν, μέγαν, έγκυκλον, αδρόν, Δήμητρος παιδ’ οπτόν επεισελθόντα πλακούντα. . ., Σούδα, πλακόεις· και τον πλακόεντα πίον τυρόφορον.

Και πάλι, ο κωμικός ποιητής Αντιφάνης, τον -4ο αιώνα, αναφέροντας, δίνει μια περιγραφή της δομής του πλακούντα, ο οποίος αποτελείται από μέλι και κατσικίσιο τυρί το οποίο εναλλάσσεται στις λεπτές στρώσεις
της ζύμης μέσα σε μια διαμορφωμένο κέλυφος τούρτας.

Αθήναιος 449b-c: ξουθής μελίσσης νάμασιν δε συμμιγή μηκάδων αιγών απόροουν θρόμβον, εκαθειμένον εις πλατύ στέγαστρον αγνής παρθένου Δηούς κόρης, λεπτοσυνθέτοις τρυφώντα μυρίοις καλύμμασιν. Βλέπε και Grandjouan 1989, σελ. 58, για την επεξήγηση αυτού του δύσκολου αποσπάσματος.

Ο πλακούς προσφέρεται επίσης στη θυσία,όπως μας αποκαλύπτει το ιερό ημερολόγιο από τη Μίλητο, και ήταν ένα από τα τρόφιμα που μεταφέρονται στο λίκνο από την λικνοφόρο.

Sokolowski 1955, αρ. 43, σειρά 2 (-5ος αιώνας, ιερό λατρευτικό ημερολόγιο Μιλήτου): πλακόντα…. Bekker, Ανέκδοτα Ελληνικά I, σελ. 277: λικνοφόρος· ο φέρων το λίκνον. έστι δε τούτο μυστικόν της Δήμητρίου τροφής σημείον. . . έστι δε ο επί τω λίκνω πλακούς και άλας.

Ένα ποίημα του -3ου αιώνα, περιγράφει το δώρο ενός τετράχρονου αγοριού στον Απόλλωνα, με την ευκαιρία του πρώτου κουρέματος του, έναν κόκκορα και έναν πλούσιο πλακούντα γεμάτο με τυρί.

Παλ. Ανθολογία 6.55: αιχμητάν δ’ επέθυσεν αλέκτορα και πλακόεντα παις Ηγησιδίκου πίονα τυροφόρον.

Ο Βλωμιαίος ή Βλωμός
Μία παραλλαγή του πλακούντα είναι ένας άρτος ο οποίος είναι χαραγμένος με μια τη μία, ομοιόμορφα, σε τέσσερα μέρη (π.χ.Εικ. 55, 71), και με έναν κεντρικό κόμβο (Εικ.40).

Ο Αθήναιος τους ονομάζει Βλωμιαίους, « άρτοι που έχουν χαρακιές, και που οι Ρωμαίοι τους αποκαλούν τέταρτα».

Αθήναιος 114e: βλωμιαίους τε άρτους ονομάζεσθαι λέγει τους έχοντας εντομάς, ους Ρωμαίοι κοδράτους λέγουσι.

Ένας άρτος με παρόμοια εμφάνιση από την Αθηναϊκή Αγορά, χαραγμένος σε τρία μέρη και χωρίς τον κεντρικό ομφαλό, έχει προσδιοριστεί ως πλακούς τριάβλωμος κατ ‘αναλογία με οκτάβλωμος.

D. B. Thompson 1954, T 431, σελ. 96, σημ. 46, και 22.

Αυτό το επίθετο χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Ησίοδο στο Έργα και Ημέραι, όπου συμβουλεύει τον αγρότη, σ’ έναν πλούσιο σαραντάχρονο ζευγολάτη, ότι θα πρέπει να δοθεί ένα άρτοζυμο που είναι τετράτρυφον, οκτάβλωμον (442). Ως βλωμός νοείται συνήθως ένα κομμάτι άρτου χαραγμένο, αυτός ο δύσκολος στίχος έχει αποδοθεί ως, «ένα αρτόζυμο χαραγμένο σε οκτώ μέρη, αλλά χωρισμένο σε τέσσερα.

Ησίοδος Εργα και Ημέραι. 441-442: τοις δ’ άμα τεσσαρακονταετής αιζηός έποιτο άρτον δειπνήσας τετράτρυφον, οκτάβλωμον.

Το επίθετο τεράτρυφος προέρχεται από το Θρύπτω, «σπάζω σε κομμάτια», και θα μπορούσε κατά προτίμηση να αποδοθεί ως «θραυσμένο τέσσερις φορές» αντί για “σπασμένο στα τέσσερα». Ένας άρτος κομμένος ή θραυσμένος τέσσερις φορές, είτε στρογγυλός ή τετράγωνος, θα δώσει οκτώ κομμάτια, όπως οι άρτοι που περιγράψαμε παραπάνω, χαραγμένοι με δύο σχισμές αλλά αποφέρουν τέσσερα κομμάτια. Στην εικόνα [45[, βλέπουμε έναν άρτο σφραγισμένο με δύο ρόδακες που μοιάζουν με τις σφραγίδες ψωμιού που χρησιμοποιούνται για την τελετουργία των χριστιανών στην Ελλάδα σήμερα, και είναι μοναδικό σε αυτή τη συλλογή. Αναθηματικές πλάκες με παρόμοια μικρά σφραγιδόζυμα ήταν αφιερωμένα στο Ηραίο στην Ιταλία.

Προβατάκης 1990, σελ. 203, 340

Η Μάζα
Ο πέμπτος τύπος άρτου είναι μια άμορφη μάζα επίπεδη με κυκλικές τομές ή στίξη που φαίνεται να αντιπροσωπεύει μια κοκκώδη υφή (π.χ. Εικ.34, 47, 54, 55).

Η έλλειψη ύψους και το σχήμα του κάνει κάποιον να σκεφτεί ότι πρόκειται για μια μάζα από βρώμη ή βραστά δημητριακά. Ο γενικός όρος των δύο, για τα άψητο δημητριακό (πλιγούρι) και το βρασμένο σιτάρι σε ένα υγρό (βρώμη ή πλιγούρι) είναι μάζα. Η Μάζα αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ησίοδο στην περιγραφή του για τις απολαύσεις στις αρχές του καλοκαιριού, να καθίσουν στη σκιά, να πιουν κρασί, και να φάνε μάζα αμολγαίη που γίνεται με το γάλα των αιγών που μόλις έχουν στερέψει: μάζα τ᾽ ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων (στ.590). Από τις πολλές πιθανές αποδόσεις της αμολγαίης μάζας ο M. L. West βρίσκει πιο πειστική την απόδοση του σχολιαστή :«δίκοκκο σιτάρι μουσκεμένο σε γάλα ή άρτο με προζύμι και γάλα

West 1978, σελ. 307. Παρ. σχολ. Ησίοδ. 590 : μάζα αμολγαίη· άρτος μετά γάλακτος εντεθρυμμένος ή τυρός. . . ή όλυραν βεβρεγμένην γάλακτι. μάζα ουν αμολγαίη ή τυρός ή άρτος εκ γάλακτος εζυμωμένος.

Στο πρόσφατο παρελθόν στην Ελλάδα το υπόλειμμα από το κατσικίσιο ή πρόβειο γάλα βραζόταν με χονδρόκοκκο σιτάρι, ιδιαίτερα με κριθάρι, και το άπλωναν να στεγνώσει στον ήλιο για να κάνουν τραχανά. Αυτή η αποξηραμένη, γαλακτώδης μάζα θα μπορούσε να θερμανθεί σε υγρό για να κάνει έναν χυλό, αυτός ήταν ένας απλός τρόπος για την αποθήκευση του γάλακτος για χρήση κατά τη διάρκεια του χειμώνος.

Sittl (1889, σελ. 290) συζητεί για το χονδρόκοκκο σιτάρι, ή το πλιγούρι, καθώς και για το βραστό πλιγούρι με γάλα, τον τραχανά. Εμπορικά παρασκευασμένος τραχανάς είναι διαθέσιμος στα αθηναϊκά παντοπωλεία.

Η Μάζα θα μπορούσε να γίνει με νερό, λάδι, γάλα, ή ακόμη και τη χολή ενός μοσχαριού, το σιτάρι που θα χρησιμοποιόταν ήταν, τις πιο πολλές φορές αλφίτα, χονδρόκοκκο τριμμένο, άψητο κριθάρι, ή σιτηρά για πλιγούρι.

Σούδα, λήμ. μάζα· όστις αλφιτοσιτεί, ύδατι και ελαίω (κριθάρι που διαβρέχεται με νερό και λάδι). Γεωπονικά 20.23: ανάμειξη της χολής ενός μοσχαριού με το κριθάρι το λάδι και το νερό κάνει Μαζία.

Η Μάζα σχετίζεται με το μάσσω, αναμειγνύω, ανακατεύουμε, καθώς η προετοιμασία της περιλαμβάνει την ανάμειξη του υγρού και ξηρού σε μια διαδικασία που περιγράφεται ως τα προφυράματα των μαζών (πρβλ. φυράω, αναμειγνύω το στεγνό με το υγρό, να παρασκευάσω, υδατώσω, διαβρέξω).

Αθηναίος 140α, Ιπποκράτης 2.40, 3.68, Ησύχιος τολύπη.

Η φράση αυτή δεν αναφέρεται σε αλεύρι που είναι «προζυμωμένο», όπως αποδίδεται τις πιο πολλές φορές λανθασμένα, αλλά στη διαδικασία κατά την οποία το γεύμα μουσκεύει μέσα στο υγρό και το απορροφά έτσι ώστε να διογκωθεί πριν να ξηρανθεί όπως ο τράγος (δηλαδή ο σύγχρονος τραχανάς). Η Μάζα, η οποία θα μπορούσε να προσφερθεί υγραίνεται με μέλι ή γάλα ή βρασμένη σε ένα υγρό, διαχωρίζεται από τον άρτο, ένα καρβέλι ψωμί που παρασκευάζεται με προζύμι και ψήνεται στον φούρνο.

Ηροδοτος 1.200: μάζαν μαζαμένος έδει, δ’ δε άρτου οπτήσας. Αριστοφάνης Πλ. 543: σιτείσθαι δ’ αντί μεν άρτων μαλάχης πτόρθους, αντί δε μάζης φυλλεί ισχνών παφανίδων.

Οι Δειπνοσοφιστές του Αθηναίου ονομάζουν πρώτα κάθε είδος του άρτου που βρίσκουν στην ελληνική γραμματεία και την λογοτεχνία και στη συνέχεια απαριθμούν κάθε είδος μάζας.

Αθήναιος 109β: ημείς ουν ειπωμέν τι και περί άρτων. . . 114ε: Και μάζας δ’ έστιν ευρείν αναγεγραμμένας.

Διάφορες απόψεις υπήρχαν σχετικά με την πεπτικότητα και την θρεπτική αξία της Μάζας και του Άρτου. Ο Ιπποκράτης ισχυρίζεται ότι η Μάζα, καλά εμποτισμένη και μη αλεσμένη, είναι η πιο μαλακή και η πιο καθαρή τροφή, ενώ ο Μνησίθεος υποστηρίζει ότι ο Άρτος είναι πιο εύπεπτος από την Μάζα.

Ιπποκράτης 3.68.120: χρη ουν. . . τοίσι τε σίτοισι μαλακωτέροισι και καθαρωτέροισι και ελάσσοσι χρήσθαι, είτα τη μάζα πλείον ή τω άρτω, ταύτη δε προφυρητή ατριπτοτέρη. Αθήναιος 115φ: Μνησίθεος δε φησι τον Άρτον της μάζης ευπεπτότερον είναι.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις ένα καλό ψωμί μαγιάς από κριθάρι, αλλά αυτό το λιτό και παραγωγικό δημητριακό κάνει έναν πλούσιο χυλό όταν συνδυάζεται με το τυρί, τα όσπρια, το γάλα, ή και διάφορα καρυκεύματα. Έτσι υπήρχαν πολλά διαφορετικά είδη Μάζας.

Τα είδη της Μάζας
α’. Η Βασύνια, που αποτελείται από βρασμένο σιτάρι, μέλι, ένα σύκο και καρύδια, προσφέρονταν στην Ίριδα από τους Δήλιους.

Αθήναιος 645b: τη Ίριδι θύουσι τους Βασυνίες καλούμενους. εστιν δε εφθόν πύρινον σταις μέλιτι και τα καλούμενα κόκκωρα ισχάς και κάρυα τρία.

β’. Οι Βήρηκες, που τρώγονται σε μια εορτή του Απόλλωνος στη Σπάρτη, γίνονται από Μάζα, με έχουν “κέρατα”, σύμφωνα με μια πηγή.

Αθήναιος 114f: και μάζας δ΄έστιν ευρείν . . . και βήρηκα. . , 140a: εν Αμυκλαίον παρ’ Απέλλω, ει Βαράκες πολλαί κάρτοι. . . λέγων μάζας. . . τούτο γαρ αι βάρακες δηλούσιν, ουχί τολύπας. . . ή τα προφυράματα των μαζών. . . Bekker, Ανέκδ. Ελλ. Ι, σελ. 220: μάζαι ορθαί επάνω κέρατα έχουσαι.

γ’. Τα Νεήλατα, τα οποία διανέμονται σε μυήσεις, έχουν φρεσκοτριμμένο κριθάρι που είναι μουσκεμένο με μέλι σε συνδυασμό με σταφίδες και χλωρά ρεβίθια, ένα γλυκό παρασκεύασμα που θυμίζει τα κόλλυβα που τρώγονται στη μνήμη των νεκρών στην Ελλάδα σήμερα.

Αρποκρατίων· νεήλατα · άλφιτα, τα νεωστί αληλεσμένα, α δη μέλιτι αναδεύοντες, ασταφίδας τε και χλωρούς ερεβίνθους επεμβάλλοντες, τοις τα ιερά τελούσιν ένεμον. Πβλ. Δημοσθένης, περί στεφ. 260, Bekker, Aνέκδ. Ελλην. I, σελ. 282, Ιουλ., Eπ. 24, Πολυδ. 6.77

δ’. Οι Όμπαι, είναι σιτάρι εμποτισμένο με μέλι, και καίγεται στη φωτιά ως προσφορά στη Δήμητρα, η οποία έφερε τον τίτλο Ομπνία.39

Καλλίμαχος αποσπ. 658: εν δε θεοίσιν επί φλογί καιέμεν όμπας, Απόσπ. 681: νηφάλιαι και τήσιν αεί μελιηδέας όμπας λήτειραι καίειν έλλαχον Ησυχίδες. Ησύχιος, όμπαι· θύματα. πυροί μέλιτι δεδευμένοι. Σούδα, όμπνιος λειμών· ο σίτος και οι Δημητριακοί καρποί, επεί Ομπνία η Δημήτηρ λέγεται. Πβλ. σχόλια Νικάνδρου Αλεχ. 450, Ετυμ. Μεγ. ομπή, Σχόλια Λυκοφρων 621, Bekker Aνέκδ. Ελλ. Ι, σελ. 287.

ε’. Τα Προκώνια, είναι άψητο κριθάρι, η άλφιτα, εμποτισμένο με μέλι. Επιγραφές από την Ελευσίνα, τον -4ο αιώνα, περιγράφουν την προκωνία ως το κριθάρι που προσφέρεται στην Δήμητρα και την Κόρη κατά την εποχή της συλλογής των Απαρχών, δηλαδή τους πρώτους καρπούς των σιτηρών.

IG II² 1672, σειρά 280 (-4ος αιών Ελευσίνιες επιγραφές): εἰς προκώνια τοῖν θεοῖν μέδιμνος. Πολυδ. 6.77: προκώνα και προκώνια τα εξ΄αφρύκτων κριθών άλφιτα. Φώτιος, προκώνια· η ως Κράτης πυροκώνια αι άφρυκτοι κριθαί. ή πυροί μέλιτι κεχρισμένοι. Αρποκρατίων, προκώνια.

στ’. Τέλος, η Υγεία, που είναι μάζα και διανέμεται στις θυσίες για τους συμμετέχοντες να δοκιμάσουν ή δίδεται σε μια θεότητα ως εξιλαστήρια προσφορά.

Αθηναίος 115a: υγεία δε καλείται η διδόμενη εν ταις θυσίαις μάζα ίνα απογεύσωνται. Πολυδ. 6.76: μελιτούττα μεν Τροφονίω ως αρεστή, και υγεία ομοίως· και γαρ υγίεια μάζης τι είδος.

Δεν μπορούμε να κατονομάσουμε κάποια Μάζα στις παραπάνω εικόνες των αναθηματικών λίκνων, θα μπορούσαν να είναι ή Νεήλατα ή Προκώνια ή Όμπαι, δεδομένου ότι αυτά είναι που συνδέονται με την Δήμητρα και την Κόρης ή με την μύηση γενικότερα σε γενικές. Η ανασκαφή των δωματίων της τραπεζαρίας στο Κάτω Αίθριο του Ιερού έχει αποδώσει μυλόπετρες, κονιάματα και μαγειρικά σκεύη (κατσαρόλες, γάστρες), τα οποία παραπέμπουν σε βρασμό ή βράσιμο κατά το ψήσιμο.

Βουκίδης 1990, σελ. 92

Αυτά τα σκεύη φαίνεται να δείχνουν ότι οι προσκυνητές κατανάλωναν σιτηρά, με τη μορφή βρασμένου πλιγουριού καθώς και φουρνιστά, μάζες ή άρτους. Τα τρόφιμα που εκπροσωπούνται στα αναθηματικά λίκνα μας δίδουν μια ζωντανή ιδέα του φάσματος φάσμα των τροφών που διανέμονταν στην τραπεζαρία.

Η Σησαμίς
Ο έκτος τύπος του άρτου είναι σφαιρικός και αποτελείται από σφαιρίδια που μπορεί να αντιπροσωπεύουν σπόρους (Εικ. 10, 23, 52).

Αυτός μπορεί να είναι ένας άρτος από σουσάμι, ποικιλοτρόπως ονομάζεται
Σησαμίς, Σησαμούς, (σησαμοείς), ή Σησαμίτης. Η Σησαμίς, είναι ένας σφαιρικός άρτος που γίνεται από ψημένο σουσάμι, μέλι και λάδι, και είναι ένας από τους άρτους που μεταφέρονταν στην μυστική κίστη στις τελετές του Διονύσου και της Γαίας, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό.

Αθήναιος 646f: σησαμίδες εκ μέλιτος και σησάμων πεφρυγμένων και ελαίου σφαιροειδή πέμματα. Κλήμης Προτ. 2.19: οίαι δε και αι κίσται αι μυστικαί· δει γαρ απογυμνώσαι τα άγια αυτών και τα άρρητα εξειπείν. ου σησαμαί ταύτα. . . Αριστοφάνης Αχαρν. 1092, Θουκυδίδης 5.70, Πολυδ. 6.72, Αθήναιος 114a.

Στο Σπαρτιατικό λατρευτικό ημερολόγιο ο άρτος αυτός είναι αφιερωμένος στην λατρεία των χθόνιων θεοτήτων όπου δεικνύεται η προσφορά ενός σησαμίτη στην Δήμητρα και την Δέσποινα, η οποία είναι η Κόρη.

Sokolowski 1969, αρ. 63, σειρές 8-12: Δάματρει θύσει. . . άρτον διά σαάμων. . . Δεσποίνα. . . άρτον διά σαάμω.

Η Παγκαρπία και τα Ίτρια
Ένας στρογγυλός άρτος που ονομάζεται Παγκαρπία γινόταν και είχε πάνω του ίτρια, δηλαδή λεπτά μικρά αρτίδια από σουσάμι και μέλι, βρασμένα στο μέλι, κατόπιν σχηματισμένα σε βώλους και συσκευασμένα σε λεπτούς βύβλους (πάπυρους) για να κρατούν το σχήμα τους.

Αθήναιος 646d: ίτριον· πεμμάτιον λεπτόν διά σησάμου και μέλιτος γινόμενον, 648b: παγκαρπία· ίτρια δ’ εστί ταύτα συντεθρυμμένα μετά μέλιτος εψόμενα· και μετά την έψησιν σφαιρηδόν συντεθέντα περιδείται βύβλω λεπτή ένεκα του συμμένειν.

Σε ένα ιδιωτικό λατρευτικό ημερολόγιο του +1ου αιώνα προσφέρονται στον Δία Γεωργό.

Sokolowski 1969, αρ. 52, σειρές 12-15 (+1ος αιών, Λατρευτικό ημερολόγιο εκ των Αθηνών): Διί Γεωργώ. . . παγκαρπίαν νηφάλιον.

Η Τολύπη
Ένας άλλος στρογγυλός άρτος είναι η Τολύπη, η οποία περιγράφεται ως κατασκευασμένη από Μάζα, δεδομένου ότι Τολύπη σημαίνει επίσης την μπάλα του νήματος, συνήθως θεωρείται ότι είναι ένας στρογγυλός άρτος. Δεν περιγράφεται ότι είναι κατασκευασμένη από σπόρους, ωστόσο, και έτσι στην εμφάνισή της, δεν ταιριάζει με τα στρογγυλά αρτόσπορα στα λίκνα.47

Ησύχιος, τολύπη· τα προφυράματα των μαζών, α και βήρηκας καλούσιν. Αθήναιος 114f: και μάζας δ’ εστιν . . . και τολύπας. Αθήναιος 140a, Κλήμης, Προτρ. 2.19.

Το Παλάθιον και η Παλάθη
Ο έβδομος τύπος άρτου είναι επίπεδος και επιμήκης και αντιπροσωπεύει έναν άρτο φρούτων ή ξηρών καρπών συμπιεσμένων με το μέλι, το Παλάθιον ή η Παλάθη, τον οποίον ο Αθήναιος καταγράφει ως την παραδοσιακή προσφορά για τους Κέρνους κατά το έθος (Εικ. 14, 29, 47).

Αθήναιος 500d: συντιθάσιν εις παλάθης Συριακής τρόπον πλάττοντες. Θεόφραστος 4.2.10, Σούδα, παλάθη, Ησύχιος, παλάθη, Πορφύριος 2.7 · παλάθη ηγητρία, Αθήναιος 478d, Ηρόδοτος 4.23.

Η Γαστρίς
Ο Αθήναιος δίνει μια λεπτομερή συνταγή για έναν παρόμοιο άρτο, που ονομάζεται Γαστρίς ή Γάστριον και σημαίνει (λαίμαργος) στην Κρήτη: καρύδια, φουντούκια, αμύγδαλα και ψητοί σπόροι παπαρούνας κατόπιν σε πολτό μαλακωμένα με βραστό μέλι με πιπέρι. Λευκό σουσάμι τίθεται στην ίδια διαδικασία για να παραχθεί μια αντίθεση λευκού στρώματος που τοποθετείται πάνω και κάτω από το σκούρο στρώμα του άρτου. Κατόπιν γίνεται τετράγωνο και επίπεδο με σπόρους σπόρους παπαρούνας και φουντουκιού.

Αθήναιος 647f: ἐν Κρήτῃ δέ, φησίν, πλακουντάριον ποιοῦσιν ὅπερ ὀνομάζουσι γάστριν. γίνεται δὲ οὕτως : κάρυα Θάσια καὶ Ποντικὰ καὶ ἀμύγδαλα, ἔτι δὲ μήκων, ἃ φρύξας θεράπευσον καλῶς καὶ εἰς θυίαν καθαρὰν τρῖψον ἐπιμελῶς: συμμίξας τε τὴν ὀπώραν μάλαξον μέλιτι ἡψημένῳ, προσβαλὼν πέπερι πλέον καὶ μάλαξον γίνεται δὲ μέλαν διὰ τὴν μήκωνα. διαπλατύνας ποίησον τετράγωνον. εἶτα σήσαμον λευκὸν τρίψας μάλαξον μέλιτι ἡψημένῳ καὶ ἕλκυσον λαγάνια δύο καὶ ἓν θὲς ὑποκάτω καὶ τὸ ἄλλο ἐπάνω, ἵνα τὸ μέλαν εἰς μέσον γένηται, εὖ ῥύθμισόν τε αὐτό. Ησύχιος, γάστριον· πέμμα, σησαμώδες παρά Κρησί.

Τα αναθηματικά λίκνα περιελάμβαναν επίσης, εκτός από άρτους, μικρά σφαιρίδια ή σφαίρες που αντιπροσωπεύουν διασκορπισμένους κόκκους ή σπόρους (Εικ. 3, 7, 53, 72).

Οι σπόροι δεν είναι αναγνωρίσιμοι, αν και σε μία περίπτωση μοιάζουν με αμύγδαλα (Εικ.37), και σε μια άλλη, ίσως είναι ρεβίθια (Εικ. 29).
Αυτά τα σφαιρίδια ή σφαίρες εμφανίζονται σε μικρά δισκία ή λίκνα στον πυθμένα του λίκνου (Εικ. 4, 29, 58, 77).

Ένας αριθμός λίκνων τύπου κέρνου, με άδεια κύπελλα που είναι συνδεδεμένα με τον πυθμένα τους, έχουν βρεθεί στο Ιερό (Εικ. 85-90).

Αυτά τα λίκνα είναι παρόμοια στην λειτουργική τους χρήση με τον Κέρνο, ο οποίος είναι πήλινο σκεύος που κατέχει μικρούς Κοτυλίσκους που περιέχουν σπόρους παπαρούνας, σιτάρι, κριθάρι, μπιζέλια, φακές, διάφορα όσπρια, και φασόλια. Τα κενά κύπελλα στα λίκνα πρέπει να είχαν χρησιμοποιηθεί για να κρατήσουν ένα οποιοδήποτε από τα τέσσερα υγρά που συνήθως μεταφέρονται στον Κέρνο, μέλι, το λάδι, οίνο, ή γάλα από αίγα.

Αθήναιος 478d: . . . το κέρνος . .. ένεισι δ’ εν αυτοίς … .μέλι, έλαιον, οίνος, γάλα …

Στην Εικ. 89 βλέπουμε ότι το λίκνο έχει τέσσερα σκαφίδια και ίσως να περιείχε και τα τέσσερα από αυτά τα υγρά.

Επίσης στον Κέρνο βρίσκουμε, σύμφωνα με τον Αθήναιο, το πρόβειο άπλυτο μαλλί, Όιον έριον άπλυτον, το οποίο φαίνεται να εκπροσωπείται στα λίκνα των Εικ. 43, 51, και 54.

Αυτό είναι το μόνο μη βρώσιμο στοιχείο στην καταγραφή του Αθηναίου, και συναντάται πολύ συχνά στις προσφορές των πρώτων καρπών. Το Μαλλί συνδέεται με τις προσφορές των διαφόρων καρπών και των σπόρων που τελούνται τόσο για τον Κτήσιο Δία, την θεότητα των αγαθών στην αποθήκη μας, όσο και για την Δήμητρα.

Παυσανίας 8.42.11 (προσφέρεται στην Δήμητρα στη Φιγάλεια): τα δε από των δένδρων των ημερών τα τε αλλά αμπέλου καρπόν και μελισσών τε κηρία και ερίων τα μη ες εργσίαν πω ήκοντα αλλά έτι ανάπλεα του οισύπου. . . Αθήναιος 473c (στον Δία Κτήσιο): κάδισκον καινόν δίωτον επίθημα έχοντα στέψαι τα ώτα ερίω λευκώ. . .

Υπάρχει επίσης και ένας αριθμός από άρτους που είναι γνωστοί από φιλολογικές πηγές, οι οποίοι δεν εμφανίζονται στα λίκνα.

Η Πυραμίς ο Πύραμους
Η Πυραμίς ή ο Πύραμους, είναι ένας πυραμιδικός άρτος από σιτάρι και γίνεται από σουσάμι και μέλι. Ο άρτος αυτός περιγράφεται ως βραβείο και προσφέρεται σε όσους έμεναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα σε συμπόσια και σε εορτές, όπως τα Θεσμοφόρια.

Αθήναιος 114b: εστί δε και ο πυραμούς άρτος διά σησάμων πεπτόμενος και τάχα ο αυτός τω σησαμίτη ων. Aθήναιος 647c: τούτων μνημονεύει Ιατροκλής εν τω περί Πλακούντων καὶ τοῦ πυραμοῦντος καλουμένου, οὐ διαφέρειν λέγων τῆς πυραμίδος καλουμένης: γίνεσθαι γὰρ ταύτην ἐκ πυρῶν πεφωσμένων καὶ μέλιτι δεδευμένων. αὗται δὲ ἆθλα τίθενται ταῖς παννυχίσι τῷ διαγρυπνήσαντι. Ετυμ. Μ. πυραμίς· η εκ πυρών και μέλιτος ώσπερ σησαμίς, ή εκ σησάμων και μέλιτος. τινές δε από του συμβαίνοντος αυτή σχήματος πλατέος κάτωθεν όντος και εις οξύ λήγοντος, δ’ έστι το φλογί αναφερομένη εοικός. Ησύχιος, πυραμούντα· την πυραμίδα. πυραμούς· είδος πλακούντος, εκ πυρών πεφρυγμένων και μέλιτι αναδεδευμένων. Σούδα, πυραμούς, Φώτιος, πυραμειδής, Σχόλια σε Αριστοφάνη Θεσμ. 94, Αριστοφάνης Ιπ. 277, Σχόλια σε Πίνδαρο 9, Κλημης Προτρ. 2,19.

Εφόσον οι πυραμιδικοί άρτοι εμφανίζονται σε συμπόσια ηρώων σε ανάγλυφα, έχει υποστηριχθεί ότι η Πυραμίς προοριζόταν για χθόνιες θεότητες και λατρείες.

Thonges-Stringaris 1965, σελ. 75-76.

Σύμφωνα με τον Αθήναιο, ωστόσο, οι Πυραμίδες επιδίδονταν σε συμπόσια και δεν προορίζονταν για χθόνιες τελετές.

Aθήναιος 642e-f, απαριθμεί τις πολλές «δαγκωματιές» που προσφέρονται στην ώρα του επιδόρπιου: . . ίτρια, τραγήμαθ’ ήκε, πυραμούς, άμης. . . βλέπε και Dentzer 1982, σελ. 519-521.

Ο Ναστός
Ένας άλλος άρτος που δεν φαίνεται στα λίκνα είναι ο Ναστός, ένας κωνικού σχήματος άρτος ή αρτόζυμο έχει έναν πλούσιο πολτό στο εσωτερικό του, που αποτελείται από μέλι με τριμμένες σταφίδες και αμύγδαλα.

Αθήναιος 646e: ναστὸς πλακοῦντος εἶδος, ἔχων ἔνδον καρυκκείας. Πολυδ. 6.78: ναστοί (σακτοί)· . . . κώνος συν ασταφίσι και αμυγδάλαις, άπερ τριφθέντα και μιχθέντα οπτάται. Σχόλια σε Αριστοφάνη Πλ. 1142, Ησύχιος, ναστός, Αθήναιος 111c-d.

Το κωμικό λατρευτικό ημερολόγιο στις Όρνιθες του Αριστοφάνους περιγράφει έναν μελίρρυτο Ναστό ως θυσία στον Φαλακροκόρακα (Κορμοράνο).

Aριστοφάνης, Όρν. 567: λάρω ναστούς θύειν μελιτούττας·

Στην αττική λατρεία, ο Ζεύς Γεωργός λαμβάνει ένα Ναστό που γίνεται από έναν πλήρη χοίνικα αλευριού.

Sokolowski 1969, αρ. 52, σειρές 12-14 (+1ος αιών, Λατρευτικό ημερολόγιο των Αθηνών): Διί Γεωργώ. . . ναστόν χοινικιαίον επιπλασμένον.

Άρτοι σε σχήμα ζώων προσφέρονται στους θεούς στους οποίους είναι ιδιαίτερα κατάλληλοι.

Ο Έλαφος
Ένας άρτος από σιτάρι γίνεται με μέλι και σουσάμι και διαμορφώνεται στο σχήμα του ελαφιού και προσφέρεται στην Αρτέμιδα κατά την διάρκεια της εορτής της, στα Ελαφηβόλια.58

Aθήναιος 646e: ἔλαφος πλακοῦς ὁ τοῖς Ἐλαφηβολίοις ἀναπλασσόμενος διὰ σταιτὸς καὶ μέλιτος καὶ σησάμου.

Η Αχαϊνη
Ένας μεγάλος άρτος γεμάτος από λαρδί, διαμορφωμένος στο σχήμα μιας κατσίκας, προσφέρεται στη Δήμητρα Αχαϊνα (θλιβερή) στα Μεγαλάρτια, στην εορτή των μεγάλων άρτων στην Βοιωτία.59

Αθήναιος 109e: Ἀχαΐνας. τούτου τοῦ ἄρτου μνημονεύει Σῆμος ἐν η᾽ Δηλιάδος λέγων ταῖς θεσμοφόροις γίνεσθαι. εἰσὶ δὲ ἄρτοι μεγάλοι, καὶ ἑορτὴ καλεῖται Μεγαλάρτια επιλεγόντων των φερόντων· αχαϊνην στέατος έμπλεων τράγον. Πολεμών 39, Πλούταρχος περί Ισιδ. και Όσιρ. 378e.

Ο Βους και η Σελήνη
Ο Βους είναι ένας άρτος διακοσμημένος με κέρατα και αντιπροσωπεύει είτε τη Νέα Σελήνη ή ένα βόδι, προσφέρεται στον Απόλλωνα, την Αρτέμιδα, την Εκάτη, την Σελήνη, την Δήμητρα, και τον Κρόνο.60

Πολυδεύκης 6.76: πέμμα γαρ εστί κέρατα έχον πεπηγμένα, προσφερόμενον Απόλλωνι και Αρτέμιδι και Εκάτη και Σελήνη. Sokolowski 1969, αρ. 25 (-4ος-3ος αιώνας, επιγραφή σχετικά με τη λατρεία του Απόλλωνα Πυθίου): Απόλλωνος Πύθιο. . .θύειν τρεις εβδόμους βους, αρ. 52, σειρές 23-25 (+1ος αιώνας, Αθηναϊκό λατρευτικό ημερολόγιο): Κρόνω. . . επιπλάσεις βουν χοινικιαίον, Sokolowski 1962, αρ. 80, γραμμές 4-7 (Αχρονολόγητη επιγραφή λατρείας από τη Σάμο): Κουροτρόφωι και Ερμή. . .εβδόμους [:ΙΙΙ], Sokolowski 1955, αρ. 43, σειρά 3 (+5ος αιώνας, λατρευτική επιγραφή από τη Μίλητο): –ν: βόν, Ανθ. Παλ.. 6.36, 98.

Προφανώς, ένα κομμάτι θυσιαστικού τεχνάσματος θυμίζει την ιστορία του Ησιόδου για τον Προμηθέα, όπου αυτός ο άρτος θα μπορούσε να υποκατασταθεί για ένα πραγματικό βόδι.

Ευστάθιος, Iλ. 18.575: … σελήναι πέμματα ήσαν πλατέα κυκλοτερή επί δε έξ σελήναις τοιαύταις βουν, φασίν, έβδομον έπεπτον κέρατα έχοντα κατά μίμησιν πρωτοφυούς σελήνης. έθυον μεν ουν επί τέσσαρσι ποπάνοις έθυον βουν και εκάλουν αυτόν πέμπτον βουν, μάλλον μέντοι επί ταις εξ έθυον αυτόν, ος και εκαλείτο διά τούτο έβδομος βους, Ησύχιος, μαζεινός βους· ο εξ αλφίτων, Σούδα, πόπανα.

Ο Φθοίς
Ο Φθοίς ή η Φθοΐς γίνεται από μαλακό αλεύρι σίτου, τυρί και μέλι. O Αθήναιος μας δίνει μια συνταγή: αφού στραγγιστεί η επιπλέον υγρασία από το τυρί, τρίψτε το, βάλτε το σε ένα χάλκινο στραγγιστήρι, σουρώνουμε, προσθέτουμε το μέλι και ένα φλιτζάνι μαλακό αλεύρι σίτου, και ανακατεύουμε μέχρι να μαλακώσει. Άλλες πηγές καθιστούν σαφές ότι ψήνεται όπως ο πλακούς και δεν τηγανίζεται.62

Αθήναιος 647d-e: ὁ δὲ φθοῖς οὕτω γίγνεται: τυρὸν ἐκπιέσας τρῖβε καὶ ἐμβαλὼν ἐς ’ κόσκινον χάλκεον διήθει, εἶτ᾽ ἐπίβαλε μέλι καὶ σελίγνεως ἡμίναν καὶ συμμάλαξον εἰς ἕν. Σχ’ολ. Αριστοφ. Πλ. 677: έστι δε πλακούντας ή πέμματα. . . Τζετζης Προλ. Κωμ. Αριστοφ. Πλ. 677, Σουδα, ανάστατοι, φθόϊς, Ησύχιος, φθοίς.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατονομάζει τον Φθοίν μεταξύ των περιεχομένων των μυστικών κύστων των Μυστηρίων του Διονύσου and Γαίας Θέμιδος.

Κλήμης, Προτρ.,2.19: οίαι δε και αι κίσται αι μυστικαί· δει γαρ απογυμνώσαι τα άγια αυτών και τα άρρητα εξειπείν. ου σησαμαί ταύτα. . . δε και φθοΐς.

Ο Φθοίς συνήθως κατά την παράδοση προσφέρεται σε θυσίες, που σχετίζονται, από επιγραφές, με την Εστία, τον Δία, τον Απόλλωνα, και τον Ασκληπιό.

Sokolowski 1969, αρ. 151 A (-4ος αιών, Λατρευτικό ημερολόγιο της Κω), σειρά 30: και τογ καυτόν και φθόιας επτά και μέλι , σειρά 37: θύη και τους φθόιας. . . , Sokolowski 1955, αρ. 24 A, σειρά 22 (-4ος αιών, επιγραφή από τις Ερυθραί που σχετίζεται με την λατρεία του Ασκληπιού): θυστά θύηι φθοίγ. . ., Sokolowski 1962, αρ. 109, σειρά 5 (+1ος αιών,θυσία στον Δία Αταβύριο): θυόμενον και φθόϊας …

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είδος άρτου που συνδέεται με τις τελετές της Δήμητρος δεν γίνεται αναγνωρίσιμο στα παραπάνω λίκνα. Αυτά είναι οι άρτοι Αιδοία, ψημένα στο σχήμα των ανδρικών και των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Συνδέονται με τα Θεσμοφόρια και τα Αλώϊα ή Αλώα, εορτές της Δήμητρος, αυτοί οι άρτοι μπορεί να θεωρούνταν υπερβολικά άρρητοι, ή ακατονόμαστοι, ώστε να αναπαραχθούν ως αναθηματικά.

Σχόλια Λουκ.,σελ . 276, αρ. 15-17: …αναφέρονται δε καταύθα άρρητα ιερά εκ στέατος του σίτου κατασκευασμένα, μιμήματα δρακόντων και ανδρείων σχημάτων, σελ. 280: . . . εκ πλακούντος κατασκευασμένα αμφοτέρων γενών αιδοία, Αθήναιος 647a: Ἡρακλείδης ὁ Συρακόσιος ἐν τῷ περὶ Θεσμῶν ἐν Συρακούσαις φησὶ τοῖς Παντελείοις τῶν Θεσμοφορίων ἐκ σησάμου καὶ μέλιτος κατασκευάζεσθαι ἐφήβαια γυναικεῖα, ἃ καλεῖσθαι κατὰ πᾶσαν Σικελίαν μυλλοὺς καὶ περιφέρεσθαι ταῖς θεαῖς.


Λίγα είναι γνωστά για τη λατρεία της Δήμητρας και της Κόρης στην Κόρινθο από μη αρχαιολογικές πηγές. Ο Παυσανίας επισκέφθηκε τον Ακροκόρινθο και σημείωσε ότι ο ναός των Μοιρών, της Δήμητρος και της Κόρης είχε αγάλματα που δεν ήταν στη δημόσια θέα.

Παυσανίας 2.4.6: ο δε των Μοιρών και ο Δήμητρος και Κόρης ου φανερά έχουσι τα αγάλματα.

Το ότι τα αγάλματα δεν ήταν σε δημόσια θέα σημαίνει ότι η λατρεία ήταν μυστική εκεί. Η μοναδική άλλη λογοτεχνική αναφορά της Δήμητρος στην Κόρινθο είναι από τον Ησύχιο, ο οποίος μας λέει ότι το επίθετο της ήταν Εποικιδίη, δηλαδή αυτή που προεδρεύει στην οικεία.

Ησύχιος, εποικιδίη· Δημήτηρ εν Κορίνθω.

Η Δήμητρα η Εποικιδίη, υποδηλώνει ένα τελετουργικό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις γυναίκες, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα από τα τελετουργικά που συνδέονται με τα λίκνα γεμάτα με τους άρτους. Δεδομένου ότι κανένα από αυτά λίκνα δεν προέρχεται από το πρωτογενές μέρος της εναπόθεσης, δεν είναι σαφές από πού ή πώς ήταν αφιερωμένα, κανένα δεν έχει βρεθεί άθικτο στο δάπεδο, και γι ‘αυτό δεν ξέρω αν ήταν αφιερωμένα στις τραπεζαρίες ή αν έπαιζαν κάποιο ρόλο στη τελετουργία. Μερικά λίκνα έχουν τρύπες για να κρεμιούνται, το οποίο μπορεί να υποδεικνύει ότι ήταν εμφανώς κρεμασμένα μέσα στο ιερό. Ο μεγάλος αριθμών αυτών των λίκνων που έχουν ανασκαφεί οδηγεί κάποιον να σκεφτεί ότι τα γεμάτα άρτους αναθηματικά λίκνα ήταν ένα σύνηθες, φθηνό ανάθημα για τους πολλούς προσκυνητές στο ιερό που θα το αγόραζαν πριν από την είσοδο τους και θα το αφιέρωναν ως τάμα στη θεότητα.


Με ποια εορτή όμως, εάν υπάρχει, μπορούμε να συνδέσουμε αυτές τις προσφορές των δημητριακών;

Η παρουσίαση των ψημένων αγαθών στο λίκνον σίγουρα φαίνεται να υποστηρίζεται με μια εορτή που συνδέεται με την συγκομιδή δημητριακών και την προσφορά των πρώτων καρπών, αλλά το ιερό της Δήμητρας τυπικά είναι το μέρος για τις εορτές της Δήμητρος όλο το χρόνο. Πολλές από τις τελετουργίες γνωστές από αλλού, όπως τα Μυστήρια, τα Αλώα ή Αλώϊα, τα Θεσμοφόρια, τα Καλαμαία, και η προσφορά των πρώτων καρπών, μπορεί να εορτάζονταν στο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στον Ακροκόρινθο.
Η αφιέρωση των αρτόζυμων στο λίκνο ήταν κατάλληλη σε οποιαδήποτε στιγμή του έτους αφού, όπως είδαμε, οι άρτοι ήταν ένα βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των θυσιών.
Εκτός από την χρησιμότητα του στο αλώνι, το λίκνο ήταν ένα πολυδύναμο σύμβολο με προεκτάσεις μυστικές ως προς τον καθαρμό και τη γονιμότητα και έπαιζε ένα ρόλο σε μια σειρά από διαφορετικές τελετουργίες.
Η μοναδικότητα του λίκνου στην Κόρινθο είναι κάπως αξιοπερίεργη. Το λίκνο γεμάτο με προσφορές φαίνεται σαν μια φυσική προσφορά σε ένα ιερό της Δήμητρας, αλλά άρτοι, με ή χωρίς το λίκνο, δεν έχουν αναφερθεί πουθενά αλλού τόσο συχνά. Ακριβώς όπως και ο κέρνος που φαίνεται να είναι ιδιαίτερα Ελευσίνιος, ίσως και τα μικροσκοπικά αναθηματικά λίκνα είναι ιδιαίτερα Κορινθιακά προϊόντα.

Pollitt 1979, σελ. 232. Τα λίκνα τύπου Κέρνου από την Κόρινθο διαφέρουν από τους Ελευσίνιους Κέρνους και αποτελούν έναν άλλο τύπο αναθηματικού.

Θεωρείται ότι το λίκνο συνδέεται κυρίως με τον Διόνυσο, ακόμα και αν είναι το πρώτο που πιστοποιείται ως μέρος της λατρείας του στην ελληνιστική εποχή. Η πρώϊμη ημερομηνία σε αυτά τα αναθηματικά λίκνα από την Κόρινθο καθιστά σαφές ότι το λίκνο είναι επίσης ιερό για την Δήμητρα από την πρώϊμη αρχαιότητα.69

Ure 1949, σελ. 18-24, Ure 1969, σελ. 120-121, Nilsson 1957, σελ. 21.

Σύνοψις
Συνοψίζοντας ότι μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για τα λίκνα γεμάτα με τους άρτους:

Είναι αφιερωμένα στη Δήμητρα στο ιερό της στον Ακροκόρινθο τουλάχιστον από τις αρχές του -6ου αιώνα μέχρι τον -2ο αιώνα, και αφέθηκαν στο ιερό σε τέτοια αφθονία και περιοδικά απομακρύνθηκαν στο σημείο εναπόθεσης όπου και βρέθηκαν.

Συνδέθηκαν με τις θυσίες και τα ιερά γεύματα που πραγματοποιήθηκαν στο Ιερό, πολύ πιθανόν μόνο από γυναίκες.

Bουκίδης 1990, σελ. 91.

Προφανώς οι αναθηματικοί άρτοι στα λίκνα ήταν αφιερωμένοι ως μνημείο της τελετής στην οποία οι πραγματικοί άρτοι θυσιάστηκαν στις θεές.
Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αναμνηστικών αναθηματικών και ανάγλυφων από θυσίες εορτών που περιλάμβαναν την χρήση των άρτων.

Kearns (1994, σελ. 68) συζητά μια λατρευτική επιγραφή του -4ου αιώνος από τον Πειραιά κατά την οποία ο ιερέας Ασκληπιού έχει χαραγμένη μια εικόνα ενός πόπανου που προσφέρθηκε ως προκαταρκτική θυσία, ίσως για να εξασφαλίσει ότι οι προσκυνητές είχαν προετοιμάσει το σωστό είδος του άρτου: Sokolowski 1969, αρ. 21 Α, γραμμές 16-17: εν αίς τα πόπανα πρώτος εξηικάσατο α χρη προθύεσθαι.
Ένα αναθηματικό δίδεται επίσης ως αναμνηστικό ενός πέλανου, βλέπε Jameson 1956, σ. 60.


Δεν μπορούμε να ονομάσουμε την εορτή ή τις εορτές κατά τις οποίες, αυτά τα λίκνα γεμάτα με άρτους, χρησιμοποιήθηκαν στην Κόρινθο, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να πούμε και τίποτα για το πότε τα αφιερώματα που μνημονεύουν την θυσία έλαβαν χώρα, η πιθανότητα είναι ότι έχουν προσφερθεί σε πολλές περιπτώσεις τελετουργικών, όπως ακριβώς και οι πραγματικοί άρτοι τους οποίους μνημονεύουν χρησιμοποιήθηκαν σε πάρα πολλές θυσίες.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ :
Οι ονομασίες των θυσιαστικών άρτων που προσφέρονται στους θεούς

Αχαΐνας: άρτος σε σχήμα αίγας, πού δίδεται στην Δήμητρα και την Κόρη στα Μεγαλάρτια, εορτή της Βοιωτίας.

Αθήναιος 109e ,Πλούταρχος, περί Ις. και Ος. 378e.

Αμφιφών: άρτος με δαδάκια γύρω από αυτόν, αφιερωμένος στην Αρτέμιδα.

Αθήναιος 645α, Πολυδεύκης 6,75, Σούδα, ανάστατοι, Ευστάθιος Ιλ.18.575.

Ανάστατοι: άρτος που δίδεται στις Αρρηφόρους.

Αθήναιος 114α-β, Σούδα ανάστατοι.

Αρεστήρ: άρτος που καίγεται στη φωτιά, προσφέρεται στον Ήλιο στην Μνημοσύνη και στις Μοίρες.

Πολυδεύκης 6,76, LSCG 21.B19, σειρές 23-24, LSCG 22, σειρά 2, LSCG 26, σειρά 2, Bekker, Ανέκδοτα. Ελλην. I, σ. 215.

Βασύνια: σιτάρι βρασμένο με μέλι, σύκα, καρύδια, προσφέρεται στην Ίριδα

Αθήναιος 645b.

Βήρηξ: Μάζα, τρώγεται στην εορτή του Απόλλωνος Κοπίδος στην Σπάρτη.

Ησύχιος, τολύπη, βήρηκες, Αθήναιος 114f 140a, Bekker, Ανέκδοτα. Ελλ. I, σ. 220.

Βούς: επίπεδος στρογγυλός άρτος με κέρατα, προσφέρεται στον Κρόνο, στην Εστία, στην Εκάτη, στην Σελήνη κατά την Νουμηνία, στον Απόλλωνα, στην Αρτέμιδα, στην Κουροτρόφο και στον Ερμή.

Ευστάθιος, Ιλ. 18.575, Σούδα, πόπανα, Ανθ. Παλ. 6.36, 98, Πολυδεύκης 6,76, Ησύχιος, μαζεινός βούς.
LSCG 25,LSCG 52, σειρές 24-25, LSS 80, σειρά 7, LSS 21, LSAM 43, σειρά 3.

Γάστρις: επίπεδος άρτος φτιαγμένος από σπόρους, ξηρούς καρπούς, πιπέρι και μέλι.

Αθήναιος 647f, Ησύχιος,γάστριον. Ετυμ. Μ. 221,45.

Ελατήρ: άρτος πεπλατυσμένος και γεμισμένος με πολτό βρασμένων φασολιών (φασολάδα) και προσφέρεται στην Ήρα, στον Δία Φράτριο, στον Διόνυσο, και στην Αθηνά.

Αριστοφάνης, Αχ. 246 Ιπ. 1183, Σούδα, ελατήρ, Ησύχιος, έλατρα, LSCG 19, σειρά 7, LSCG 151Β, σειρά 9, LSAM 37, σειρά 11, LSAM 50, σειρά 36.

Ελαφός: άρτος μορφοποιημένος σε σχήμα ελαφιού φτιαγμένος από σιτάρι, μέλι, και σουσάμι, προσφέρεται στην Αρτέμιδα και στην εορτή της, στα Ελαφηβόλια.

Αθήναιος 646e.

Ελλύτης: άρτος από σιτάρι που προσφέρεται στις Μούσες.

LSCG 135, σειρές 71-73.

Επιπελανίαι: άρτοι που προσφέρονται σε προκαταρκτικές θυσίες.

Ησύχιος, επιπελανίαι.

Επιπέμματα: γενικοί θυσιαστικοί άρτοι.

LSAM 38, σειρές 10-12.

Θάργυλος, Θαλύσιος: άρτος που γίνεται από τους πρώτους καρπούς της συγκομιδής σιτηρών και προσφέρεται στην Δήμητρας και στον Απόλλωνα, στα Θαλύσια και στα Θαργήλια αντίστοιχα.

Αθήναιος 114α, Ευστάθιος, Ιλ. 772,22.

Θιαγών: αυτός ο άρτος προσφέρεται στους θεούς στην Αιτωλία.

Αθήναιος 114c, Ησύχιος, θιαγόνες.

Κόλλυβα: μικρά στρογγυλά αρτίδια που προσφέρονται στον Δία, στην Δαμία και την Αυξησία.

Ησύχιος, κόλλυβα, Αριστοφάνης Βατ. 507, Ειρ 1196, Σχολ. Αριστοφάνους, Πλ. 768, Αθήναιος 112f, LSCG 55, σειρά 24, LSCG 62, σειρά 11.

Κρήιον: Αργείος γαμήλιος άρτος που ψήνεται στην εσχάρα και στα κάρβουνα.

Αθήναιος 645d.

Κρίβανα: άρτοι μορφοποιημένοι σε σχήμα μαστού, μεταφέρονται σε Σπαρτιατικά τελετουργικά γάμου.

Αθήναιος 115α, 646a.

Λοχιά: άρτος που γίνεται για την Αρτέμιδα, ίσως να συνδέεται με τα έθιμα του τοκετού.

Ησύχιος, λοχιά.

Μύλλος: άρτοι-αιδοία από σουσάμι και μέλι, πομπεύονται προς τιμήν της Δήμητρος και της Κόρης στην Θεσμοφόρια, στις Συρακούσες.

Αθήναιος 647a.

Ναστός: άρτοι κωνικοί με σταφίδες, αμύγδαλα, και πολτό ζεστού μελιού στο εσωτερικό του, προσφέρεται στον Δία Γεωργό.

Αθήναιος 111c-d, 646e, Πολυδεύκης 6,78, Αριστοφάνης, Σφ. 567, Πλούτ. 1142, Σχολ., Αριστοφάνης, Πλούτ. 1142, Ησύχιος, ναστός LSCG 52, σειρές 11-14, LSCG 55, σειρά 23.

Νεήλατα: αρτόζυμα από τριμμένο κριθάρι και βρασμένα με μέλι, σταφίδες, και χλωρά ρεβίθια, διανέμεται στις μυήσεις.

Δημοσθένης, περί Στεφ. 260, Πολυδεύκης 6,77, Ιουλ, Επ. 24, Αθήναιος 645b, Bekker, Aνεκδ. Ελλην, σ. 282, Αρποκρατίων, νεήλατα.

Οβελίας: άρτος ψημένος στη σούβλα, μεταφέρεται σε πομπή προς τιμήν του Διονύσου.

Πολυδεύκης 6,75, Αθήναιος 111b, Ησύχιος, οβελίας.

Ομπαί: σιτάρι εμποτισμένο με μέλι, προσφέρεται στην Δήμητρα Ομπνία.

Καλλίμαχος, Απ. 658, 681, Σχολ. Νίκανδρου, Άλεξ. 450, Ησύχιος, όμπαι, Σούδα, όμπνιος, Bekker, Ανέκδ. Ελλην. I, σ. 287,Ετυμ. Μ, ομπή, Σχολ. σε Λυκόφρονα 621.

Ορθοστάτης: άρτος που προσφέρεται στον Ήλιο και στις Ώρες.

Πολυδεύκης 6,74, Πορφύριος, Περ. 2.7, Ησύχιος, ορθοστάτης.

Παλάθη: άρτος φρούτων, που προσφέρεται μέσα στο λίκνο.

Ηρόδοτος 4.23, Αθήναιος 478d, 500d, Θεόφραστος, 4.2.10, Σούδα, παλάθη, Ησύχιος, παλάθη, Πορφύριος, Περ. 2.7.

Πανκαρπία: άρτοι από σουσάμι και μέλι, βρασμένοι στο μέλι και τυλιγμένοι σε βύβλο, προσφέρονται στον Δία Κτήσιος και στον Δία Γεωργό.

Αθήναιος 473c, 648b, LSCG 52, σειρά 15.

Πελανός: γενικός όρος για την προσφορά σιτηρών στην Δήμητρα και την Κόρη και σε όλους τους θεούς.

Παυσανίας 8.2.3, Αισχύλος, Χοηφ. 92 IG ΙΙ² 1672, σειρά 280, Ευστάθιος, Ιλ. 18.575, Πολυδεύκης 6.75.

Πέμμα: γενικός όρος για άρτο που χρησιμοποιείται σε θυσίες για την Δήμητρα, τον Δία και η Αθηνά.

Ηρόδοτος 1.160, Παυσανίας 1.38.6, Αντιφών 174,2, Αθήναιος 12e, 172c-e,
642a, 645e, 648a, Ησύχιος, πέμμα, LSS 109, σειρά 4, LSCG 152, σειρά 6, LSAM 9, σειρά 21, LSAM 57, σειρά 3, LSAM 145.

Πλακούς: ένας πλούσιος, πολύφυλλος εσωτερικά άρτος γεμάτος με τυρί, με ραβδώσεις στις πλευρές και με έναν κόμβο στο πάνω μέρος, προσφέρεται στον Απόλλωνα και σε άλλους θεούς.

Αθήναιος 58e, 642e, Ανθ. Παλ. 6.155, Πολυδεύκης 6,72, Ησύχιος, πλακούς, Σούδα, πλακόεις, Αριστοφάνης, Eκκλ. 221, Αχ. 1092, Ειρ. 869, LSAM 43, σειρά 2.

Πόπανον: στρογγυλός, επίπεδος άρτος από σιτάρι και σχετίζεται με θυσίες σε όλους τους θεούς, στον Ηρακλή, στην Κουροτρόφο, στον Ερμής, στην Λητώ, στον Απόλλωνα, στην Αρτέμιδα, στον Ασκληπιό, στην Δήμητρα, στην Κόρη, στην Ρέα, στην Κυβέλη, στους ανέμους, και στον Δία.
Με έναν κόμβο (μονόμφαλον) ή με δώδεκα κόμβους (δωδεκόμφαλον), με όρθιο υψηλό κόμβο στο πάνω μέρος (ορθόμφαλον) ή πελατυσμένος επίπεδος (καθήμενον).

Αριστοφάνης, Θεσμ. 285, Πλούτ. 660, Φώτιος, πόπανα, Σούδα, πόπανα, Ησύχιος, πόπανα, Πολύβιος, 6.25.7, LSCG 52, σειρές 2-28, LSCG 38, σειρά 12, LSCG 27, LSCG 21, σειρές 3-10, LSCG 169.B.I, σειρά 10.

Προκώνια: άψητο μείγμα από κριθάρι και μέλι, προσφέρεται στην Δήμητρα και την Κόρη.

ΙG II² 1672, σειρές 279-280, Αρποκρατίων, προκώνια, Φώτιος, προκώνια, Πολυδεύκης 6,77.

Πυραμίς: άρτος μορφοποιημένος σε σχήμα πυραμίδας με μέλι, σουσάμι και σιτάρι, τρώγεται στις παννυχίδες και στα μυστήρια της Δήμητρος και της Κόρης.

Αριστοφάνης, Ιπ. 277, Σχολ. Αριστοφάνης, Θεσμ. 94, Αθήναιος 114b, 647c, Κλήμης Προτ.2.19, Ησύχιος, πυραμούς, Σχολ. Πίνδαρος. 9.1, Σούδα,πυραμούς.

Σελήνη: επίπεδο στρογγυλό και ημικυκλικό αρτίδιο, στο σχήμα της ημισέληνου, προσφέρεται στην θεά Αρτέμιδα και στην Σελήνη.

Πολυδεύκης 6,76, Σούδα, σελήναι.

Σεσαμίς: σφαιρικός άρτος φτιαγμένος με μέλι, σουσάμι και ελαιόλαδο, προσφέρεται στην Δήμητρα και στην Κόρη.

Αθήναιος 646f,LSCG 63, σειρά 9, Κλήμης Προτ. 2.19.

Τολύπη: άρτος μορφοποιημένος σε σχήμα σφαίρας, κατασκευασμένος από Μάζα και χρησιμοποιείται στα Μυστήρια.

Κλήμης Προτ.2,19, Ησύχιος, τολύπη, Αθήναιος 1114f, 140α.

Υγεία: Μάζα, η οποία διανέμεται στις θυσίες.

Αθήναιος 115α, Πολυδεύκης 6,76, Ηρόδοτος 4.94, Ησύχιος,υγεία, Φώτιος, υγεία.

Φθοῖς: άρτος από τυρί, μέλι, και σιτάρι, προσφέρεται στην Δήμητρα, στον Δία Πολιέα, στον Δίας Αταβύριο, στην Εστία, στον Ήλιο, στις ,Ωρες, στον Απόλλωνα, στον Ασκληπιό, και σε όλους τους θεούς.

Αθήναιος 647d-e, Πορφύριος, Περ. 2.7, Φώτιος, φθοῑς, Σούδα, ανάστατοι, Αριστοφάνης, Πλούτ. 677, Ανθ. Παλ. 6.258, Σχολ. Αριστοφάνης, Πλούτ. 677, Κλήμης Προτ. 2.19? LSS 109, σειρά 5, LSCG 151, σειρά 30, LSAM 24.A, σειρά 22.

Χαρίσιοι: άρτοι που γίνονται από τα περισσεύματα παρασκευής άλλων άρτων και σερβίρονται στις παννυχίδες.

Αθήναιος 646b, Σούδα, χαρίσιοι.

Αφήστε μια απάντηση