ΟΙ «ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ» ΚΑΙ «ΟΙ ΘΕΟΙ ΠΡΟΤΕΡΟΙ» ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ,  ΟΙ ΧΘΟΝΙΟΙ ΘΕΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΟΥΡΑΝΙΟΙ, Η ΑΘΗΝΑ ΓΟΡΓΩΠΙΣ ΚΑΙ H ΜΕΔΟΥΣΑ ΓΟΡΓΩ, ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ, O ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΙ OI ΤΙΤΑΝΕΣ

ΟΙ «ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ» ΚΑΙ «ΟΙ ΘΕΟΙ ΠΡΟΤΕΡΟΙ» ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΟΙ ΧΘΟΝΙΟΙ ΘΕΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΟΥΡΑΝΙΟΙ, Η ΑΘΗΝΑ ΓΟΡΓΩΠΙΣ ΚΑΙ H ΜΕΔΟΥΣΑ ΓΟΡΓΩ, ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ, O ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΙ OI ΤΙΤΑΝΕΣ

Ιώ, θεοί νεώτεροι, παλαιούς νόμους
καθίππάσασθε κακ χερών είλεσθέ μου,

(Ευμεν. 778)

Οι Χθόνιοι θεοί στην Ελλάδα και οι Ουράνιοι
Τον καιρό του Αισχύλου όλοι ήξεραν πως η θρησκεία των Ολυμπίων θεών που βρισκόταν τότε στην χρυσή περίοδο της ακμής της δεν υπήρχε πάντοτε στην Ελλάδα. Ήταν μια «νέα» θρησκεία που είχε παραμερίσει τους άτεγκτους ή απάνθρωπους παλιότερους θεούς και ύψωσε στην θέση τους νέους και καλόβουλους.
Οι παλαιότεροι θεοί ήταν υπάρξεις του Κάτω Κόσμου που τους είχε γεννήσει η αγωνία των ανθρώπων για την πέραν του τάφου τύχη τους. Από την αρχή της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας οι πανίσχυρες δυνάμεις των εγκάτων της γης που προκαλούν τις γεωλογικές αναστατώσεις είχαν ταυτιστεί με θεότητες ακαταμάχητες που μπορούσαν να ελέγχουν την ζωή και τον θάνατο των θνητών. Οι υποχθόνιες αυτές θεότητες ήταν οι αυστηρότερες που είχαν γνωρίσει ως τότε οι άνθρωποι. Από τους θεούς των ιστορικών χρόνων, αρχικά άνηκε σ’ αυτές ο Ποσειδώνας, ο οποίος, ως βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, υπήρξε ο ύψιστος θεός του Μυκηναϊκού πανθέου, όπως φαίνεται από τις ενεπίγραφες πινακίδες της Πύλου. Στην εξαιρετική αυστηρότητα του στηρίχτηκαν οι μύθοι που τον παρουσίασαν ως πάρεδρο της Γοργούς-Μέδουσας, ενός «δεινού πελώρου» της προολυμπιακής θρησκείας, το οποίο μπορούσε να απολιθώνει με το βλέμμα του. Με ένα τόσο άγριο πάνθεο το κυρίαρχο συναίσθημα των σεβιζόντων ανθρώπων ήταν μόνο ο φ ό β ο ς.
Αποφασιστική στροφή προς τις Ολύμπιες ή Ουράνιες θεότητες έγινε στους προχωρημένους «σκοτεινούς αιώνες» και κατά την διάρκεια της πολυσήμαντης «αναγέννησης» των γεωμετρικών χρόνων. Η τάξις των ευγενών γαιοκτημόνων που τότε διαμορφώνονταν δεν συμπαθούσε τις μελαγχολικές θεότητες του Κάτω Κόσμου, γιατί ήταν σταθερά προσανατολισμένη στις χαρές της ζωής και στον αγώνα για επικράτηση και για δόξα, όπως φαίνεται από το ηρωϊκό έπος. Οι ραψωδοί της εποχής στερέωναν την εδωκοσμική αντίληψη της ζωής προωθώντας τα ιδανικά των ευγενών, οι οποίοι τους είχαν υπό την προστασία τους. Η τάξη που έβαλαν στη δογματική σύγχυση των υπομυκηναϊκών και των πρωτογεωμετρικών χρόνων ήταν εκείνη που επιθυμούσαν οι ευγενείς. Πρόβαλαν και μια θεϊκή οικογένεια με όλα τα μέλη της να σκέφτονται και να ενεργούν, όπως τα μέλη μιας ευγενούς οικογένειας. Ως οικογένεια Ο υ ρ α ν ί ω ν θεών έπρεπε να έχει επικεφαλής τον Δία, ο οποίος από τα μυκηναϊκά χρόνια και πολύ παλαιότερα ήταν ο θεός των καιρικών μεταβολών (Νεφεληγερέτης, Υέτιος, Κεραύνιος, δηλαδή ο θεός του ουρανού). Ο Ζεύς έγινε ο νέος Ύψιστος θεός του ουράνιου ή ολυμπιακού πανθέου και ταυτόχρονα η λατρεία του Ποσειδώνος υποχώρησε ως δεύτερη τη τάξει, ο οποίος παραμερίστηκε και περιορίστηκε στην πλούσια μυθολογία.
Για να γίνει ο παραμερισμός του Ποσειδώνα χρειάστηκε να νοθευτεί η μυθική παράδοση, η οποία ήξερε ως μεγαλύτερο στην ηλικία και επομένως σεβαστότερο Κρονίδη τον Ποσειδώνα, ενώ το Δία τον ήξερε ως μικρότερο από τα παιδιά του Κρόνου («οπλότατον παίδον Κρόνου»), όπως σημειώνει ο ποιητής της Θεογονίας, Ησίοδος, στίχ. 478, ο οποίος έμεινε πιστός στην παλαιά παράδοση, αν και λάτρης κι αυτός του ολυμπιακού πανθέου και ιδίως του Διός). Η Θεογονία σημειώνει ακόμη πως τον σπαργανωμένο λίθο που είχε καταπιεί τελευταίον ο Κρόνος νομίζοντας ότι καταπίνει τον Δία, τον έστησε αργότερα ο ίδιος ο Ζευς «Πυθοί εν ηγαθέη» στιχ. 500, για να τον βλέπουν οι άνθρωποι ποιος ήταν ο λίθος που έγινε αφορμή να εξεμέσει ο Κρόνος τους αδελφούς και τις αδελφές του που είχαν γεννηθεί πριν από αυτόν. Η παλιά παράδοση για τον Ποσειδώνα ως μεγαλύτερον από τα παιδιά του Κρόνου διατηρούνταν στην καθυστερημένη Αρκαδία ακόμα και τον καιρό του Παυσανία: σύμφωνα με αρκαδική παραλλαγή του αρχικού μύθου η Ρέα, ξέροντας το σχέδιο του Κρόνου, είχε σπεύσει όταν γεννήθηκε ο Ποσειδώνας να τον κρύψει σε κοπάδι προβάτων και να δώσει στον Κρόνο να καταπιεί σπαργανωμένον «πώλον ίππου». Η επιτυχία του εγχειρήματος την έπεισε να δώσει «κ α ι ύ σ τ ε ρ ο ν» στον Κρόνο σπαργανωμένο λίθο αντί του Διός (Παυσ. 8.8.2).
Η Ιλιάς , αντίθετα παρουσιάζει τον Δία ως «γενεή πρότερον» και «πολύ φέρτερον» του Ποσειδώνα (Ο 181). Ετοιμάζοντας ο Ζευς την «παλίωξιν παρά των νεών», παρουσιάζεται να απευθύνει στον Ποσειδώνα και στην Ήρα την αυστηρή διαταγή να εγκαταλείψουν αμέσως την μάχη και τους απειλεί πως αν δεν συμμορφωθούν, θα γνωρίσουν από κοντά την δύναμή του (Ο 165). Η Ίρις πρόσθεσε πως οι Ερινύες θα συμπαρασταθούν στον Δία, γιατί αυτός είναι ο πρεσβύτερος ανάμεσα στους Κρονίδες (Ο 204).

Συγκερασμός Χθονίων και Ουρανίων θεών
Την εποχή του Αισχύλου, 250 χρόνια μετά τον Όμηρο, η πίστη στην ηγετική υπεροχή του Διός είχε παραμεριστεί μαζί με τον ηγετικό ρόλο των αριστοκρατικών γενών. Οι λαϊκές λατρείες ευνοήθηκαν πρώτα από την θρησκευτική πολιτική των τυράννων (οι οποίοι βρίσκονταν σ’ αντίθεση προς τους ευγενείς και ήθελαν την εύνοια των λαϊκών μαζών) και έπειτα από τα δημοκρατικά πολιτεύματα που άρχισαν να εγκαθίστανται στις πόλεις. Η λατρεία του Διονύσου είναι λαϊκή και επομένως μισητή από τους ευγενείς. Την ευνόησαν πρώτα οι τύραννοι (Κλεισθένης στη Σικυώνα, Πεισίστρατος στην Αθήνα). Αλλά και το δελφικό ιερό δεν άργησε να αναγνωρίσει τον Διόνυσο σύνναο του Απόλλωνος. Το ιερό αυτό ήταν σεβαστό τόσο από τα λαϊκά στρώματα, όσο και από τους ευγενείς: τους ανθρώπους του λαού, γιατί αρχικά ήταν μέγα κέντρο χθόνιας λατρείας (της Γαίας και του Ποσειδώνα) και ακόμα, γιατί είχε αναγνωρίσει τους θρησκευτικούς Καθαρμούς και την Μαντική και είχε συμβάλει στην εισαγωγή πολλών μυστικών λατρειών στην επίσημη θρησκεία. Από τους ευγενείς, γιατί ο συμπαθής σ’ αυτούς θεός «του μέτρου και της σωφροσύνης», ο Απόλλωνας, είχε γίνει ο νέος κύριος του ιερού, παραμερίζοντας τους παλαιούς χθόνιους θεούς του. Η εγκατάσταση του Απόλλωνα έγινε θριαμβευτικά μετά τον μυθολογούμενο φόνο του Πύθωνα, του συμβολικού φύλακα της Πυθούς, πράγμα που για τους ευγενείς ήταν ισοδύναμο με τον παραμερισμό του χθόνιου χαρακτήρα του ιερού.
Το κύρος του δελφικού ιερού έγινε καθολικό μετά τον ευτυχή συγκερασμό ολυμπιακών και χθόνιων λατρειών, στον οποίο πρωτοστάτησε. Από σκηνής συνέβαλε στο συγκερασμό και ο Αισχύλος συμφιλιώνοντας τους «νέους» θεούς με μερικούς από τους «πρότερους». Στα χρόνια του Αισχύλου είναι βέβαιο πως η αρχαία θρησκεία μπόρεσε να αγγίξει την τελειότητα.
Μετά τα μηδικά άρχισε η προϊούσα αποσύνθεσή της, συντελούμενη όμως με αργό ρυθμό, ώστε η θρησκεία εκείνη μπόρεσε να επιζήσει χίλια ακόμη χρόνια.

Οι Ερινύες.
Πρόθεση του Ασχύλου ήταν όχι να αποκαλύψει, αλλά μόνο να δικαιολογήσει την παρουσία στην θρησκευτική ζωή μερικών χθονίων λατρειών. Και πρώτα των Ε ρ ι ν ύ ω ν που είχαν και τότε και αργότερα την φήμη σκοτεινών και αμείλιχων θεοτήτων. Ο Αισχύλος τις χρησιμοποιεί στον χορό της σωζόμενης τρίτης τραγωδίας της Ορέστειας. Δεν τις παρουσιάζει λιγότερες άγριες από όσο τις ήθελε η λαϊκή παράδοση ή λιγότερο σκληρές, αλλά τις συγκαταριθμεί στις θεότητες που με την λατρεία μπορούσαν να γίνουν ευμενείς και να συμπαρασταθούν στους ανθρώπους (η πλειονότητα των θεοτήτων του είδους είχαν την φήμη απάνθρωπων και μόνιμα ανεξιλέωτων θεοτήτων). Οι Ερινύες είναι γνήσιες θεότητες του Κάτω Κόσμου, από τις αρχαιότερες του παλαιού πανθέου (στους μύθους παιδιά του πρώτου θεϊκού δυνάστη Ουρανού που είχαν ξεφυτρώσει από την γή, εκεί όπου είχαν πέσει σταγόνες από τα κομμένα «μήδεα» του Ουρανού). Παρέμειναν και στα ιστορικά χρόνια μορφές δαιμονικές, μόνιμες κάτοικοι του Ερέβους («κακόν σκότον νεμόμεναι, Τάρταρον τε υπό χθόνος» κατά τον Αισχύλο, Ευμ. 72). Από τις περιγραφές φαίνεται πως υποκινούσαν μεγαλύτερο φόβο και ήταν ειδεχθέστερες από τις δαιμονικές μορφές, των οποίων οι πήλινες εικόνες αποκαλύφθηκαν τελευταία σε ιερό χθονίων θεοτήτων της νοτιοδυτικής πλαγιάς της ακροπόλεως των Μυκηνών. Οι Ερινύες των παραδόσεων είχαν τους βοστρύχους της κόμης ανακατωμένους με φίδια και ήταν, κατά τον Αισχύλο (Ευμ. 51), «μέλαιναι ες το παν» και «βδελύκτροποι», αναπνέοντας με συχνούς ρόγχους και χύνοντας απεχθή δάκρυα. Οι άνθρωποι μισούσαν τις υπάρξεις αυτές. Τις μισούσαν και οι Ολύμπιοι θεοί, γιατί οι Ερινύες αντιμάχονταν με πείσμα ολόκληρο το πάνθεο των «νέων θεών». Όταν εισέβαλαν στο ιερό του Απόλλωνα, τις σταμάτησε οργισμένος ο ίδιος ο θεός με λόγια: «μισητά ανδρών και θεών ολυμπίων, αις ου μίγνυται θεών τις ουδ’ άνθρωποι ουδέ θηρ ποτε» (Ευμ. 68).
Σκληρά απάντησαν και εκείνες στον Απόλλωνα, αποφασισμένες να μην απεμπολήσουν τα παλαιά δίκαιά τους και να μην παραιτηθούν της τιμωρίας του μητραλοία Ορέστη, τον οποίον «εξέκλεψε» απ΄αυτές ο Απόλλωνας (Ευμ. 149-153).
Μόνο στο τέλος της τραγωδίας ο οξύς πόνος αμβλύνθηκε, με πρωτοβουλία όμως των «νέων θεών», οι οποίοι, κάνοντας την αρχή, μπόρεσαν να κάνουν και τις Ερινύες διαλλακτικές, αποδεικνύοντας πως ήταν επιδεκτικές εξευμενισμού: πρώτος ο Απόλλωνας, αίροντας το μίσος, αναγνώρισε τα κεκτημένα δικαιώματα των Ερινύων, και η Αθηνά έπειτα ομολόγησε πως «μέγα δύναται πότνια Ερινύς, παρά τα’ αθανάτοις, τοις θ’ υπό γαίαν θεοίς» (Ευμ. 950). Η άποψη του Αισχύλου προβάλλει με σαφήνεια: οι άνθρωποι, απονέμοντας στις Ερινύες τις οφειλόμενες τιμές, μπορούν οι ίδιοι να τις μεταβάλουν σε υπάρξεις καλοπροαίρετες (Ευμ. 950). Οι Ερινύες πείθουν τότε τους ανθρώπους πως είναι και αυτές πρόθυμες για συμπαράσταση και απομακρύνουν τον ομηρικό χαρακτηρισμό τους ως «στυγερών θεών» (Ιλ. Ι 454) ή θεών με «αμείλιχον ήτορ» (Ιλ. Ι 571).
Την εποχή του Αισχύλου (και στους επόμενους αιώνες) οιι Ερινύες είχαν ήδη βρεί μια θέση στην λατρεία, πλάι στις θεότητες του Ολύμπου. Από τότε το όνομά τους σπάνια ήταν πιά «Ερινύες» (Οργισμένες) και έγινε «σεμναί θεαί» (Σεβάσμιες θεές) ή «Ευμενίδες» (καλόβουλες) ή «Επιτελίδες» (θεές που επιτελούν) το αιτούμενο.

Η Γοργώ-Μέδουσα και η Αθηνά η Γοργώπις
Από τις θεότητες του παλαιού πανθέου που δεν εξευμενίζονταν φαίνεται πως ιδιαίτερα είχε απασχολήσει τον Αισχύλο η Γοργώ-Μέδουσα. Η περιπετειώδης επιχείρηση του αποκεφαλισμού της από τον Περσέα πρέπει να βρισκόταν στο κέντρο μιας τριλογίας που χάθηκε. Αποσπάσματα υπάρχουν μόνο από το σατυρικό δράμα που σχετίζονταν κι αυτό με τον Περσέα και είχε τον τίτλο «Δικτυουλκοί», γιατί αναφερόταν στους ψαράδες της Σερίφου που είχαν ανελκύσει μέσα στα δίχτυα τους την «λάρνακα» με την Δανάη και τον μικρό Περσέα (Απολλόδ. 2,4,1). Ο Αισχύλος τοποθετούσε τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας, όπως φαίνεται από τον σωζόμενο Προμηθέα 796, στα «Γοργόνεια πεδία» της έσχατης Δύσης, όπου «ποτέ δεν έριξε το φως της καμιά ακτίνα του ήλιου ή της σελήνης». Ο ποιητής είναι βέβαιο πως δεν ακολούθησε την αθηναϊκή παράδοση πως η Αθηνά είχε σκοτώσει την Γοργόνα, το «δεινόν τέρας» που είχε γεννήσει η Γη για να βοηθήσει τους Γίγαντες, κατά την γιγαντομαχία (Ευριπ. Ιων 989). Για το επίτευγμα όμως του Περσέα κατά της Γοργούς και για τον ρόλο της Αθηνάς μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Ο Αισχύλος είναι αδύνατο να κατέληγε αυτή τη φορά σε εξευμενισμό μιας ακόμα θεότητας του παλαιού πανθέου, της πιο σκληρής και απάνθρωπης. Αυτό θα ερχόταν σ’ αντίθεση με τη μνεία των Φορκίδων στους στίχους 792-800 του Προμηθέα δεσμώτη, όπου οι γοργόνες παρουσιάζονται ως «βροτοστυγείς, ας θνητός ουδείς εισιδών έξει πνοάς». Ο Αισχύλος συμμερίζονταν την λαϊκή ιδέα για την Γοργώ-Μέδουσα ως θεά σκληρή και μόνιμα ανεξιλέωτη. Έτσι η τριλογία του Περσέα δεν μπορούσε να καταλήγει παρά μόνο σε έξαρση της προσωπικότητας της Αθηνάς και να παρουσιάζει ως παρήγορο γεγονός την κατοχή του γοργονείου από μια συνετή ολυμπιακή θεά, η οποία θα έστρεφε την εκπληκτική δύναμή του εναντίον του κακού και δεν θα εξόντωνε αδιάκριτα δικαίους και αδίκους, όπως η Γοργώ. όπως φαίνεται από μια φράση του Απολλόδωρου 2,4,3, υπήρχαν άνθρωποι που θεωρούσαν προσχεδιασμένη τη μεταβίβαση στην Αθηνά του πιο ακαταμάχητου όπλου που είχε η προολυμπιακή Μέδουσα:
«λέγεται δε υπ’ενίων ότι δι’ Αθηνάν η Μέδουσα εκαρατομήθη».
Το όνομα Μέδουσα σημαίνει «βασίλισσα». Αρχικά ήταν μια τοπική αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου ή μια πάρεδρος ενός υποχθόνιου βασιλιά. Όταν νεώτεροι μύθοι τη συγκαταρίθμησαν στις Φορκίδες, η επιβλητική παλαιά «πότνια» εξακολούθησε να αποκαλείται Μέδουσα, προστέθηκε όμως ως Τρίτη στις αρχικά δύο γοργόνες. Οι αδελφές των γοργόνων «οι γραίες» παρέμειναν δύο, όπως ήταν από την αρχή (Θεογ. 273). Το όνομα Μέδουσα και το επιβλητικό παρελθόν της «τρίτης» αυτής γοργόνας την επέβαλα και ανάμεσα στις Φορκίδες, ώστε τελικά να αναγνωριστεί ως η κατ’ εξοχήν Γοργώ και η καταλληλότερη πάρεδρος για τον υποχθόνιο βασιλιά Ποσειδώνα. Τόσο όμως η Γοργώ όσο και η Μέδουσα ήταν ύπαρξη άτεγκτη και απάνθρωπη, όπως οι περισσότερες τερατώδεις θεές του παλαιού πανθέου. Οι πιο ήπιες απ’ αυτές που ήταν κατάλληλες να μεταπηδήσουν στο νεώτερο πάνθεο, βρέθηκαν σ’ αντίθεση με τις σκληρότερες του παλαιού πανθέου και ιδίως με τη Μέδουσα. Πρώτος θέλησε να την εξοντώσει ο εμφανιζόμενος στους μύθους ως βασιλιάς της Σερίφου Πολυδέκτης, ο οποίος ζήτησε από τον Περσέα να του φέρει την ολέθροφόρα «κεφαλή» της. Το όνομα του σημαίνει τον «πολλούς δεχόμενον» στο βασίλειο του. Ήταν δηλαδή μια τοπική μορφή του Άδη που ήθελε το γόητρο του με την εξόντωση μιας μισητής «αντιτέχνου» του.
Αλιθηνή όμως νικήτρια στον αγώνα κατά της Μέδουσας υπήρξε η Αθηνά που έγινε κληρονόμος του φοβερού γοργονείου. Η Οδύσσεια χρησιμοποιεί για το γοργόνειο την έκφραση «γοργείη κεφαλή», την οποία θεωρεί όπλο της βασίλισσας του Άδη Περσεφόνης (λ 633). Παρόμοια με την Περσεφόνη τοπική θεά του Κάτω Κόσμου ήταν αρχικά και η Αθηνά, η οποία όχι μόνο οριστική κάτοχος της «γοργείης κεφαλής» έγινε, αλλά την έκανε και αναπόσπαστο μέρος του εαυτού της, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως α π ο ρ ρ ό φ η σ ε την ονομαστότερη ύπαρξη του παλαιού πανθέου, κι ακόμα πως τ α υ τ ί σ τ η κ ε μ’ αυτήν. Ο ταυτισμός δεν εξέπληττε κανέναν στην αρχαιότητα: ένας αρχαιοδίφης της ελληνιστικής εποχής, γνωστός με το όνομα Παλαίφατος, λέει σε σωζόμενο απόσπασμα έργου του (Αρ.31) πως οι κάτοικοι του νησιού Κέρνη (δυτικότερα της Λιβύης, δηλαδή στην «έσχατη Δύση») ονόμαζαν την Αθηνά Γοργώ. Παντού στην Ελλάδα άλλωστε ήταν γνωστό το επίθετο της Αθηνάς «Γοργώπις» που σημαίνει η θεά «με όμμα της Γοργούς». Στον Αίαντα του Σοφοκλέους χρησιμοποιείται αντί της Αθηνάς η έκφραση «γοργώπις αδάμαστος θεά» (στ. 450).
Στο ουράνιο πάνθεον η Αθηνά μεταπήδησε αρκετά πρώϊμα. Ταυτόχρονα με τη μεταπήδηση εμφανίστηκε και η αιγίδα στο στήθος και στους ώμους της. Η αιγίδα (δηλαδή το βαρύ νέφος που προμηνύει βροχή) ήταν αρκετή να χαρακτηρίσει ως ουράνιο τον κατεξοχήν «αιγίοχο» θεό Δία. Επειδή η αιγίδα συνόδευε και την Αθηνά στις παλαιότερες εικαστικές εμφανίσεις της, οι μελετητές των μύθων είχαν αναγνωρίσει τον περασμένον αιώνα όμοιο περιεχόμενο και στην Αθηνά. Για πολλούς τότε η Αθηνά ήταν η θεά του νεφοσκεπούς ουρανού, της καταιγίδας και της αστραπής.
Πολεμική θεά έγινε η Αθηνά αποκλειστικά ως κάτοχος του γοργονείου: ένας πλόκαμος του ακαταμάχητου αυτού όπλου που τον είχε προσφέρει η Αθηνά στη Στερόπη, την κόρη του βασιλιά Κηφέα της Τεγέας, έσωζε για πάντα από κάθε κίνδυνο (ιδίως πολεμικό) την πόλη: φυλασσόταν σε ιερό της Πολιάτιδας Αθηνάς που είχε τα γνωρίσματα «αδύτου» της θεότητος του Κάτω Κόσμου: ήταν μόνιμα κλειστό για τους ανθρώπους και μόνο ένας ιερέας επιτρεπόταν να μπαίνει μια φορά τον χρόνο (Παυσανίας 8,477.5, Απολλόδωρος 2,7,39). Ειδώλια αρχαϊκών χρόνων που συνήθιζαν να τα βάζουν και σε τάφους παρίσταναν την Αθηνά καθιστή σε θρόνο, σα μεγάλη υποχθόνια δέσποινα, με το γοργόνειο στο στήθος και χωρίς κανένα από τα συμβατικά όπλα. Μόνο όταν η μυστική δύναμη του γοργονείου επισκιάστηκε, οι αγγειοπλάστες και οι ζωγράφοι άρχισαν να παριστάνουν την Αθηνά με δόρυ, ασπίδα και κράνος.
Σήμερα, η άποψη του M. Nilsson πως η Αθηνά κατάγεται από τη μινωϊκή ανακτορική «θεά των όφεων», η οποία ήταν ειρηνική, έγινε όμως πολεμική στους πολεμοχαρείς Αχαιούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, έχει παραμεριστεί. Είχε διατυπωθεί πολύ πρόωρα (1921), όταν η παρουσία των φιδιών και ενός πουλιού (όχι γλαύκας) στην εικόνα της ανακτορικής θεάς των υστερομινωϊκών χρόνων μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής για να δικαιολογήσει τον ταυτισμό με την Αθηνά. Από τότε ο Nillson συνήθιζε να επαναλαμβάνει σε νεώτερες μελέτες του (και στην τελευταία έκδοση της Μινωϊκής και Μυκηναϊκής θρησκείας του 1950) την παλιά άποψη, αγνοώντας πάντοτε τον πιθανό ρόλο των προολυμπιακών θεοτήτων της ηπειρωτικής Ελλάδος. Αν μια ή περισσότερες μινωϊκές θεές κληροδότησαν γνωρίσματά τους στην Αθηνά, απ’ αυτές φαίνεται πως πρέπει να αποκλειστεί η ανακτορική «θεά των φιδιών», η εικόνα της οποίας δεν συνιστάται στα μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδος, ενώ είναι πολύ συνηθισμένες οι εικόνες άλλων μινωϊκών θεών.

Προμηθεύς και Τιτάνες
Στους παλαιούς ή «πρότερους» θεούς συγκαταριθμεί ο Αισχύλος και τους τιτάνες και κάνει μια προσπάθεια να τους απαλλάξει (όσο είναι δυνατό σε τραγωδοποιό (όσο είναι δυνατό σε τραγωδοποιό) από την προαιώνια κατηγορία πως υπήρξαν θεοί κακόβουλοι. Ο αρχαιότερος για τους τιτάνες μύθος που σώζεται στην ησιόδεια Θεογονία παρουσιάζει τον πατέρα τους Ουρανό (τον οποίο είχαν ακρωτηριάσει και εκθρονίσει οι τιτάνες, να τους καταριέται, γιατί «τιταίνοντες ατασθαλίη», έρρεξαν «μέγα έργον», για το οποί θα πληρώσουν στο μέλλον (209). Ο Κρόνος, ο πρωτεργάτης, της εκθρόνισης, έκλεισε τους έντεκα αδελφούς του τιτάνες στον Τάρταρο, όπου με μικρά διαλείμματα έμειναν στο μέλλον και όπου τους ξέρει φυλακισμένους ο Όμηρος (Ιλ.Ξ 279). Ο Αισχύλος ζήτησε να άρει την αντιπάθεια των μύθων προς αυτούς προβάλλοντας την ευεργετική για τους ανθρώπους δραστηριότητα του τιτάνα Προμηθέα. Ο Προμηθέας δεν άνηκε στην ομάδα των αρχαιότερων δώδεκα τιτάνων και τιτανίδων, των αναφερόμενων στη Θεογονία ως υιών και θυγατέρων του Ουρανού και της Γαίας (133). Ήταν ένας από τους τιτάνες των νεώτερων γενεών, στους οποίους άνηκε, μεταξύ των πολλών που αναφέρονται από τοπικούς μύθους, και ο Άνυτος, που τον τιμούσαν οι Αρκάδες (ως καλόβουλο σαν τον Προμηθέα), γιατί αυτός είχε αναλάβει την ανατροφή της μεγάλης τοπικής θεάς Δέσποινας της Λυκόσουρας. Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως ο Προμηθέας ξεχώριζε ως υιός του Ιαπετού, ενός από τους αρχικούς δώδεκα τιτάνες, και επομένως ξάδελφος του Δία, γιατί ο Κρονίδης Ζευς έχει πατέρα έναν από τους αρχικούς δώδεκα.
Στη σοζώμενη τραγωδία του Προμηθέα η ομάδα των ολυμπίων θεών αποκαλείται «νέοι θεοί» (στιχ. 439) και ο εχθρός του Προμηθέα Ζεύς «νέος τύραννος εν θεοίς» (309, 942). Ο ίδιος ο Προμηθέας, μέσα στα βασανιστήριά του, αποκαλεί τον εαυτό του απλώς «θεό» (στιχ. 92). Με την προσφορά στους ανθρώπους του «πάντεχνου πυρός» (στιχ. 7) ο Προμηθέας είχε εκδηλώσει τον «φιλάνθρωπο τρόπο» του και είχε επισύρει, πέραν της ευγνωμοσύνης όλων των θνητών, και μια υποτυπώδη λατρεία του: οι Αθηναίοι είχαν ιδρύσει βωμό του στην Ακαδήμεια (Παυς. 1,30,2), όπου γινόταν γι αυτόν παλαιότερα έμπυρη προσφορά. Από αυτόν τον βωμό άναβαν τις λαμπάδες τους οι έφηβοι και με αγώνα λαμπαδηδρομίας διά μέσου του Κεραμεικού κατέληγαν σ’ ένα ιερό της πόλης, όπου ο νικητής άναβε τον εκεί βωμό. Η ίδια όμως λαμπαδηδρομία, από την ίδια αφετηρία και διαφορετικό κάθε φορά τέρμα, είχε εισαχθεί και σε μια γιορτή του Ηφαίστου, καθώς και στα μεγάλα Παναθήναια (σχόλια στους Βατρ. του Αριστοφ. 131). Έτσι ο βωμός της Ακαδήμειας κατάντησε να υπηρετεί απλώς ένα άθλημα, χωρίς λατρευτική σημασία. Παρά ταύτα ο Αισχύλος και με την τριλογία του Προμηθέα ζήτησε να προαγάγει την ιδέα της συμφιλίωσης παλιών και νέων θεών: στο μη σωζόμενο δράμα Προμηθεύς λυόμενος είχε χρησιμοποιήσει στο χορό τους τιτάνες, τους οποίους με συμφιλιωτική πρωτοβουλία είχε ελευθερώσει ο Ζευς από τα υποταρτάρια δεσμά τους. Η διαφορά από τις αντίστοιχες προσπάθειες του σ’ άλλες τριλογίες είναι πως εδώ ο ποιητής συμφιλίωνε πρόσωπα της μυθολογίας κι όχι της λατρείας.
Την ίδια εποχή σε διαφορετικούς κοινωνικούς κύκλους ενισχυόταν η ιδέα της κακής ή της διεστραμμένης φύσης των τιτάνων. Ο χρησμολόγος και προφήτης Ονομάκριτος, που ήταν στην ακμή του λίγο πριν γεννηθεί ο Αισχύλος ή όταν ο Αισχύλος ήταν ακόμα μικρό παιδί (στα πρώτα χρόνια του τυράννου Ιππία), είχε οργανώσει τις μυστικές τελετές των ορφικών (Παυσ. 8,37,5). Επεξεργάστηκε και ένα παλιότερο ορφικό ποίημα που παρουσίαζε το θεϊκό βρέφος Διόνυσο-Ζαγρέα, υιό του καταχθόνιου Δία και της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου Περσεφόνης, να κατακρεουργείται και να τρώγεται από τους κακομήχανους τιτάνες, τους οποίους έσπευσε να κατακεραυνώσει ο Ζεύς. Οι άνθρωποι που πλάστηκαν από την στάχτη των κεραυνωμένων τιτάνων ήταν φυσικό να μετέχουν και της κακής ή «τιτανικής» φύσης, αλλά και της «θείας», αφού οι τιτάνες είχαν φάει τον Διόνυσο. Αυτή διδασκαλία αποτελούσε μέρος του μεταγενέστερου ορφικού δόγματος, υποτίθεται όμως πως στα ουσιώδη σημεία της την είχε ακούσει και ο Αισχύλος, και στον προχωρημένο -5ο αιώνα, και ο Πλάτων, ο οποίος ονομάζει «τιτανική» την κακή φύση των ανθρώπων, που από αλαζονεία ή νοσηρή αυτοπεποίθηση περιφρονούν τη γνώμη των βελτιόνων, των αρχόντων και τελικά περιφρονούν τους νόμους και τους θεούς (Νόμοι 701). Ο Αισχύλος όμως δεν συμμεριζόταν διδασκαλίες που πολεμούσαν την αγαθή ή ουδέτερη φύση των παλαιών θεών και θα προτιμούσε να αντικρίσει και τους τιτάνες ως εξευμενισμένους θεούς (απλώς «στρεπτούς», αν ήταν μόνο μυθολογικές μορφές).
Η περιγραφή των τιτάνων (από την Θεογονία) ως γιγαντόσωμων υπάρξεων με εκπληκτική δύναμη (αφού μπορούσαν να ξεριζώνουν και να μετακινούν βουνά) συνέβαλε στο να αποκαλείται έως σήμερα σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες «τιτάνιο» κάθε εκπληκτικό έργο. Οι μελετητές όμως των μύθων, ιδίως της σύγκρουσης των τιτάνων με τους ούμπιους θεούς, εισήγαγαν εκκεντρικές ερμηνείες που είναι αδύνατο να είχαν περάσει από την σκέψη των αρχαίων μυθοπλαστών ή να είχαν αντίκρισμα στη θρησκευτική ιστορία του τόπου: Η μακροχρόνια, (δεκάχρονη), «τιτανομαχία», κατά την οποία η γή «μέγα εσμαράγησε» με τον «μακρόν Όλυμπον πεδόθεν τινασσόμενον», ενώ ο «απείρων πόντος δεινόν περίαχε» και ο «ευρύς ουρανός επέστενε» (Θεογονία 678) θεωρήθηκε αυθαίρετα ως μακρινή ανάμνηση κάποιου μακροχρόνιου «θρησκευτικού πολέμου» μεταξύ των θεών που είχαν φέρει οι εισβολείς Έλληνες (που θα μπορούσαν να αποτελούν το «νέο πάνθεο») και των «παλαιών θεών» (του ιθαγενούς πληθυσμού), των μισητών στους Έλληνες.
Η ιστορία όμως του μεταγενέστερου θρησκευτικού βίου στην Ελλάδα, αλλά και τα ανασκαφικά κατάλοιπα των προϊστορικών και των πρώϊμων ιστορικών χρόνων διδάσκουν πως το Ολυμπιακό πάνθεο διαμορφώθηκε αβίαστα, με παντός είδους επιδράσεις, εγχώριες και ξένες και χωρίς μισαλλοδοξίας (ακατανόητες άλλωστε για τους Έλληνες με την φτωχή τότε θρησκευτική ζωή).

Ν. Δ. Παπαχατζής

Αφήστε μια απάντηση