Η ΟΙΚΙΑΚΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ  ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ-ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΟΠΡΑΞΙΑ-ΟΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ-Η ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ-ΣΤΟΝ ΟΙΚΟ-ΣΤΟΝ ΝΑΟ- ΣΤΟ ΙΕΡΟ -Η ΘΥΣΙΑ-ΤΑ ΤΡΑΠΕΖΩΜΑΤΑ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΤΡΕΥΤΩΝ

Η ΟΙΚΙΑΚΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ-ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΟΠΡΑΞΙΑ-ΟΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ-Η ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ-ΣΤΟΝ ΟΙΚΟ-ΣΤΟΝ ΝΑΟ- ΣΤΟ ΙΕΡΟ -Η ΘΥΣΙΑ-ΤΑ ΤΡΑΠΕΖΩΜΑΤΑ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΤΡΕΥΤΩΝ

Οι αναίμακτες προσφορές των πιο πολυποίκιλων ειδών είναι ένα κοινό και γνωστό χαρακτηριστικό της Ελληνικής θυσίας στα Πάτρια σε όλες τις χρονικές περιόδους. Οι Έλληνες θεωρούν τις Τράπεζες Εναπόθεσης ως το κατάλληλο μέρος για τα δώρα των θεών. (Πλάτων, Ευθύφ. 14c). Το δώρο για τους θεούς παραδίδεται τοποθετώντας το απλώς πάνω στην Τράπεζα μας σε ένα μέρος στον οίκο μας αφιερωμένο στους θεούς συνήθως ή ένα ιερό, όπου είναι παρών ο θεός για να το λάβει. Σε αυτή τη μορφή καθαγίασης δόθηκε η κατάλληλη τεχνική ονομασία της «Εναπόθεσης», για να διακριθεί από άλλες μεθόδους που καθαγιάζουν τις προσφορές τροφών στους θεούς – όπως το «Ολοκαύτωμα» ή απλά η «Ρίψη» (κοιλότητα , μέγαρα, χάσμα). Η Εναπόθεση τροφών διαδραματίζει επίσης ρόλο στον πιο κοινό τύπο της αιματηρής προσφοράς, την «Θυσία». Εδώ, σε αντίθεση με την Εναπόθεση πιο πάνω, ο θεός και οι θεραπευτές του λαμβάνουν μια μεριδα από το φαγητό που προσφέρεται. Στην Θυσία το ζώο σφάζεται, το κομμάτι που ανήκει στον τιμώμενο θεό ξεχωρίζεται και καίγεται στον Βωμό- οι λατρευτές του μοιράζονται σε ίσες μερίδες το υπόλοιπο ζώο – το υπόλοιπο, δηλαδή, εκτός από ορισμένες περαιτέρω μερίδες οι οποίες επίσης ανατίθενται για τον θεό, και «αποτίθεται» (όχι καμένο) για αυτόν, συνήθως σε μία ειδική καθαγιασμένη «Τράπεζα». Αυτές οι δεύτερες προσφορές θα απασχολήσουν το ενδιαφέρον μου και θα ερευνηθούν σε αυτό το μελέτημα. Οι Έλληνες τις ονομάζουν – μεταξύ άλλων ονομασιών , «Τραπεζώματα», έτσι και εγώ θα κάνω το ίδιο. Αλλά πρώτα θα επιστρέψω, ως εισαγωγή, στις Αναίμακτες προσφορές τροφών.

ΟΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΡΟΦΩΝ
Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ
Αυτή η μορφή της θυσίας φαίνεται να έχει ποικίλες προελεύσεις και τύπους. Το έθιμο της εναπόθεσης τροφής για τους θεούς στα ιερά τους και σε άλλα μέρη, όπου θεωρείται ότι είναι παρόντες με έναν ειδικό τρόπο, είναι προφανώς πολύ πανάρχαιο και παλιό. Η σεβάσμια ηλικία αυτής της πρακτικής είναι γνωστή μεταξύ των Ελλήνων και αναπαριστάται, ίσως καλύτερα, με το έθιμο της τοποθέτησης μικρών κομματιών τροφής στην κορυφή των μαρμάρινων στηλών (Ερμαί) που βρίσκονταν διάσπαρτες ως σημεία στην ύπαιθρο και στις οποίες η θεότητα, που αργότερα ονομάστηκε «Ερμής», από τις «Ερμαϊκές Στήλες», εθεωρείτο ότι ήταν ενσωματωμένος. Μια προσφορά αυτού του τύπου μπορεί να μας επιστρέψει σε μια εποχή πριν την προσωποποίηση της θεότητας και ήταν σαφώς συνδεδεμένη με τις «Ερμαί» αρχικώς και ίσως, μια καλοκάγαθη χειρονομία εμπνευσμένη από την αίσθηση ότι το μέρος εκείνο ήταν κατά κάποιο τρόπο θεϊκό.
Αυτές οι μικρές, ιδιωτικές προσφορές, ανεξάρτητα από την αρχική τους πρόθεση, γίνονταν και σε άλλες θεότητες. Αποτελούνται κυρίως από πολυζυμωτούς άρτους, περίτεχνους πλακούντες, φρούτα, πόπανα, σπονδές, και γενικά διάφορα είδη τα οποία οι άνθρωποι θα έτρωγαν. Αρχικά, σε παλαιότερες εποχές, οι προσφορές τοποθετούνταν στο έδαφος (Παυς. 9. 19. 5) ή πάνω σε έναν βράχο. Αργότερα, όταν οι θεοί απέκτησαν ναούς και αγάλματα και όταν οι άνθρωποι έτρωγαν συνήθως από τα ίδια τα τραπέζια, έγινε η φυσιολογική και φυσική πράξη να έχουν Τράπεζες και οι θεοί για να λαμβάνουν τις προσφορές των τροφών [Ομηρ. Ιλ. 6 302]. Τέτοια πρακτική εφαρμόζονταν ήδη στην Πελασγική (Μινωική-Μυκηναϊκή) θρησκεία, όπου οι Τράπεζες προσφορών και τα επιτραπέζια Αποθετήρια είναι καλά τεκμηριωμένα [Μ.Π. Νίλλσον Μινωϊκή- Μυκηναϊκή Θρησκεία 122].
Οι Τράπεζες, οι οποίες στα ιστορικά χρόνια βρίσκονται στα περισσότερα ιερά, ήδη, πριν ακόμα τοποθετηθεί το άγαλμα του θεού, είχε και άλλες λειτουργίες όπως θα δούμε, αλλά η πιο κοινή, καθημερινή χρήση τους χωρίς αμφιβολία παρέμενε η ίδια, δηλαδή δεχόταν τις μικρές, άκαυστες προσφορές των ιδιωτών ή των ομάδων των θρησκευτών που έρχονταν να επισκεφθούν το ιερό. Η σκηνή που περιγράφεται στο ιερό του Ασκληπιού από τον Αριστοφάνη στον Πλούτο 672,81, απεικονίζει αυτήν την πρακτική. Εκεί υπάρχουν αρκετοί βωμοί στο ναό για την καύση πτηνών και μία Τράπεζα με πλακούντες και σύκα τοποθετημένα πάνω στην επιφάνεια της. Ο σχολιαστής λαμβάνει την Τράπεζα και τη χρήση της ως δεδομένη στην πρακτική των θρησκευτών : εισί γαρ τράπεζαι εν τοις ιεροίς, εν αις τιθέασι τα εισφερόμενα. Ο Σέρβιος στην Αινειάδα 8. 279, γίνεται εξίσου σαφής όταν εξηγεί γιατί οι Σπονδές γίνονται στην Τράπεζα και όχι στον Βωμό «όμως το πρότυπο των αρχαίων επίπλων είναι η Τράπεζα όπου εκεί οι θρησκευτές σπένδουν εντός του ιερού ή εντός του οίκου και όχι στον αφιερωμένο βωμό». Οι επιγραφές του Ηφαίστειου στην Αθήνα (IG, I ² 371, IG, I ² 421 το -416, παρέχουν μία Τράπεζα λατρείας μαζί με τα αγάλματα. Στις σειρές της επιγραφής, 15-17, υπάρχει μια καταχώρηση για πληρωμή ποσού που δεν σώζεται, στην «Τράπεζα ποιήσαντι», η αμέσως επόμενη καταχώρηση καταγράφει: μισθός εσαγαγόντι το αγάλματε και στέσαντι εν τοι νεοί»
Μια επιγραφή από τη Δήλο αναφέρει δύο αγάλματα και δύο Τράπεζες στο Ηραίον (Επιγραφές Δήλου, 141 7, όψις A, στήλη Β, 21-22, το έτος -156). Οι Έλληνες που έστησαν ένα άγαλμα του θεού Τάνος στην Αίγυπτο το έτος- 360, πρόσθεσαν και μία Τράπεζα μπροστά από το άγαλμα . (Επιγρ. Αιγ. 4702).
Επίσης, δύο επιγραφές (IG, II², 4963, το έτος -400 και IG ΙΙ² I534 Β, σειρά Ι63, το έτος -247), αναφέρουν την τοποθέτηση των Τραπεζών στο ιερό του Ασκληπιού στην Αθήνα.
Διατηρημένα κομμάτια από πέτρα, μερικά βρέθηκαν στη θέση τους μέσα στους ναούς και τα ιερά, μας δίδουν μια ιδέα για την εξέχουσα θέση που έχουν αυτές οι Τράπεζες.
Ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα είναι η Τράπεζα που βρέθηκε μέσα στον μικρό ναό του Απόλλωνος Ζωστήρος στην Αττική . Εκεί βρέθηκε ένας συμπαγής πέτρινος ογκόλιθος λαξευμένος με γλυπτά πόδια λέοντος με χαραγμένη πάνω του μια επιγραφή που καταγράφει ένα τιμητικό διάταγμα ενός λατρευτικού συλλόγου. Η πέτρινη Τράπεζα με το Διάταγμα χαραγμένο πάνω της βρισκόταν στη μέση, μέσα στο Ναό, πριν από τις βάσεις του αγάλματος. Στην Ακρόπολη των Αθηνών η βάση από μια μεγάλη Τράπεζα λατρείας σώζεται μπροστά από την βάση του αγάλματος της Αθηνάς Υγείας (IG Ι² 395). Ο Παυσανίας (8.31) περιγράφει με αρκετές λεπτομέρειες τα ανάγλυφα στην περίτεχνη γλυπτή Τράπεζα που βρισκόταν μπροστά από ένα άγαλμα του Ηρακλέους στο ιερό της Δήμητρας και Κόρης στη Μεγαλόπολη. Μια επιγραφή του πρώτου αιώνα από τη Σμύρνη περιγράφει ακόμη μία πολύ πιο περίπλοκη Τράπεζα, μπροστά από το άγαλμα του Ηλίου Απόλλωνος : «και πιο μπροστά η Τράπεζα με την μαρμάρινη επιφάνεια για τη χρήση των θρησκευτών» (SIG³ 996).
Μια μεγάλη επίπεδη Τράπεζα, του πέμπτου αιώνα από την Αίγινα (SEG XI 4), μήκους πάνω από δύο μέτρα , έχει οκτώ ρηχά τμήματα χαραγμένα στην άνω επιφάνεια του, φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για να λαμβάνει προσφορές διαφόρων τύπων όλα ταυτόχρονα, προφανώς για είδη Πανσπερμίας. Οι Σπονδές επίσης χύνονται απευθείας στις Τράπεζες, όπως σαφώς μας δείχνει η σχεδίαση ορισμένων από αυτές. Η πιο εντυπωσιακή είναι μια μεγάλη Τράπεζα από την Επίδαυρο (IG IV² I 161), στη μέση πλαισιώνεται από δύο ρηχά ορθογώνια τμήματα, έχει σχεδιαστεί ως μια βαθιά, στρογγυλή λεκάνη, όπως ένα Περιρραντήριο. Μια Τράπεζα από την Τροιζήνα (IG IV 773) φαίνεται να έχει τα αγγεία μόνιμα συνδεδεμένα στην επιφάνειά της.

Η ΟΙΚΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
Ένα άλλο πλαίσιο λατρείας στο οποίο οι άκαυστες αναίμακτες προσφορές τροφών προσφέρονται στους θεούς είναι η Οικιακή λατρεία. Εκτός από την μεριδοποίηση των τροφών στα καθημερινά γεύματά τους με τους θεούς και την Ευχαριστία με Σπονδή στην ολοκλήρωση αυτών στον Άγαθο Δαίμονα (GFR 73), οι ελληνικές οικογένειες κάνουν δώρα από Πλακούντες και άλλα είδη φαγητού στις Τράπεζες και στους μικρούς Οικιακούς Βωμούς, ειδικά στον Δία με τις πολλές οικιακές πτυχές στην λατρεία του (63ff).
Ήταν προφανές από αυτές τις προσφορές που γίνονται για τους Οικιακούς θεούς ότι προέρχονται από τα γνωστά δημόσια γεύματα για τους Διόσκουρους, τους γιους του Διός. Σε αυτά τα γεύματα απλώνονταν αρκετά καθίσματα και οι τροφές τοποθετούνταν σε Τράπεζες για τους δίδυμους θεούς.
Αγγειογραφίες και αναθηματικά ανάγλυφα αναπαριστούν ότι κατεβαίνουν από τα άλογα τους για να λάβουν τέτοια γεύματα. Διάφορες περιπτώσεις αυτής της λατρευτικής πρακτικής πιστοποιούνται στα γραπτά αρχεία (GFR 69, GGR I² 409). Τα δύο κείμενα, στα οποία η Τράπεζα αναφέρεται ρητώς, αναπαριστούν την προέλευση της Οικιακής Λατρείας.
Η ιστορία του Παυσανία για τον Φορμίωνα στη Σπάρτη (3, 6), ο οποίος τιμωρήθηκε για την περιορισμένη φιλοξενία του στους Διόσκουρους, αναμφισβήτητα αποσκοπεί στην εξήγηση του εθίμου του στησίματος και της προετοιμασίας της λατρευτικής Οικιακής Τράπεζας με το φυτό Σίλφιο πριν από τα αγάλματα των θεών μέσα στον οίκο. Ένα θραύσμα του Χιονίδη (-486) μας δείχνει ότι η λατρευτική πρακτική είχε γίνει σε πρώϊμη περίοδο δημόσια τελετή στην Αθήνα. Ο Αθηναίος καταγράφει (4.137) ότι οι Αθηναίοι συνήθιζαν να στήνουν γεύματα στις Τράπεζες μέσα στο Πρυτανείο για τους Διόσκουρους. Πρόσφεραν «τυρί, πλακούντες από κρίθο, ωριμασμένες ελιές και πράσα» για να ενθυμηθούν τον πρώιμο και απλούστερο τρόπο του βίου τους. Τα γεύματα για θεότητες χωρίς την συμμετοχή των λατρευτών είναι επίσης χαρακτηριστικό της λατρείας των ηρώων, στο οποίο είναι πιθανώς μια επέκταση ή μια συνέχιση των γευμάτων που προσφέρονται στους τάφους των νεκρών Ακόμα, σε μεταγενέστερες εποχές, ένας ορισμένος τύπος τάφου μνημείου ονομάζεται Τραπέζα (Πλούτ. Ηθ. 838). Η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο, είναι ότι οι ήρωες, έχοντας φτάσει σε ένα μέτρο θεϊκής υπόστασης, έχουν συνήθως ένα Ιερό ή ένα μικρό Ναό με κανονική λατρεία και Τράπεζα για τα γεύματα. Αυτά τα γεύματα ίσως προέρχονταν από την εποχή των Πελασγών (Μυκήναι) μαζί με την λατρεία των ηρώων και χωρίς αμφιβολία ήταν βαθιά ριζωμένη στη θρησκεία του κοινού ανθρώπου. Μια ένδειξη αυτού είναι ο αριθμός των αναπαραστάσεων του ενός πολύ γνωστού τύπου ήρωος ξαπλωμένου σε μια κλίνη μπροστά από μία Τράπεζα γεμάτη με γεύματα. Η ηρωίς παρουσιάζεται συνήθως καθημένη στα πόδια της κλίνης (GGR Ι² I35).
Ένα ημερολόγιο με δημόσιες εορτές στην Αθήνα, που χρονολογείται από τις αρχές του -5ου αιώνα (IG, I², 840 Α), περιλαμβάνει, μαζί με τις θυσίες των ζώων σε διάφορους θεούς, και την αναφορά σε «Τράπεζαι» σε δύο ανώνυμους ήρωες (ή ηρωίδες). Στο ημερολόγιο τελετών της Τετράπολης του Μαραθώνος (IGII²1358) οι ανώνυμοι ήρωες και ηρωίδες λαμβάνουν επίσης και Τράπεζαι μαζί με τις θυσίες των ζώων. Δεν είναι σαφές εάν οι Τράπεζες περιέχουν κάποια ειδική προσφορά προς τους ήρωες και όχι στους θεούς, ή εάν πρόκειται Τραπεζώματα , δηλαδή οι επιπλέοω μερίδες των ηρώων από την θυσία.
Και στις δύο περιπτώσεις, σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα δεν πρέπει να νοείται ως το κοινό τραπέζι, αλλά ως το γεύμα , πιθανώς η μερίδα που έχει καθοριστεί από την παράδοση ή έχει αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των λατρευτών, οι οποίες προσφέρθηκαν στο τραπέζι. [Πολυδ. 6. 83] ― τράπεζας δ’ εκάλουν και τα σιτία τα επ’ αυτών τιθέμενα».
Το Ηρώον του Καλυδώνος και η Τράπεζα που βρίσκεται εκεί παρέχουν μια καλή απεικόνιση του ιερού ενός ήρωα από μια μεταγενέστερη εποχή. Τα γεύματα αυτού του τύπου δεν περιορίστηκαν, ωστόσο, στη λατρεία των ηρώων. Αναθήματα του ίδιου τύπου με τα ηρώα γεύματα δείχνουν τους θεούς να ξαπλώνουν στις Τράπεζες και τις θεές να κάθονται στα πόδια της κλίνης . Μεταξύ άλλων, ένα ανάγλυφο ανθηματικό που βρίσκεται στην Κοπεγχάγη δείχνει τον Δία Φίλιο και την μητέρα του Φιλία, και το ανάγλυφο αναθηματικό του Λυσιμαχίδη από την Ελευσίνα Ι² 135, δείχνει τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη να ξαπλώνουν σε τέτοια γεύματα.
Και τα δύο τεκμήρια είναι επιβεβαιωμένα επιγραφικά. Στο Ελευσίνιο της Αθήνας στα τέλη του -4ου αιώνα, (IG II² 1933 και 1934), οι ιεροφάντες διορίζουν τακτικά στελέχη για να φροντίζουν για το στήσιμο των καθισμάτων και της Τράπεζας για τον Πλούτωνα. Η λατρευτική πρακτική βεβαιώνεται επίσης και τον πρώτο αιώνα (IG II² 1935). Επιπλέον, οι Τράπεζες που στήνονται στα Αλώϊα στην Αθήνα με «όλα τα τρόφιμα της γης και της θάλασσας εκτός από εκείνα που απαγορεύονται στα μυστήρια » (Σχόλια Λουκ. 7. 4), μπορεί να ήταν ένα γεύμα αυτού του τύπου, στην πρώϊμη περίοδο τουλάχιστον. Παρόλο που αυτά τα γεύματα για τους θεούς δείχνουν ότι προέρχονται από την λατρεία των νεκρών, καθώς φαίνεται η ομοιότητα στις παραστάσεις, δεν είναι όμως ακόμη τεκμηριωμένο. Είναι δυνατόν να προέρχονται, αλλά τα γεύματα για τις θεότητες είναι γνωστά και από άλλες πλαίσια λατρείας, δηλαδή από την Οικιακή λατρεία, από τις ιδιωτικές προσφορές στα ιερά και από την Πελασγική θρησκεία (Μινωική-Μυκηναϊκή), το ζήτημα όμως ακόμη παραμένει ανοιχτό. Σε κάθε περίπτωση, καμία διάκριση μεταξύ των θεών και των ηρώων φαίνεται να έχει γίνει στην ιστορική περίοδο.
Στη σύγχρονη λογοτεχνία για την ελληνική θυσία, τα γεύματα για τους θεούς και για του Ήρωες καλούνται συχνά υπό ένα γενικό όρο, Θεοξενία (ή Θεοδαισία το συνώνυμό της). Οι Έλληνες φαίνεται να ήταν πιο φειδωλοί στη χρήση αυτών των όρων, περιορίζοντάς τους κυρίως σε ειδικές δημόσιες εορτές σε ημέρες που οι θεοί θεωρούνταν ότι ήταν παρόντες στην πόλη κατά κάποιον ιδιαίτερο τρόπο (Σχολ. Πίνδ. Ολυνθ. 3). Αυτό ήταν σαφώς η περίπτωση της Θεοξενίας του Απόλλωνος στους Δελφούς, η πιο γνωστή από αυτού του τύπου τους εορτασμούς. Ο Πολέμων(περίπου -190) αναφέρει την λατρευτική Τράπεζα που χρησιμοποιήθηκε στους Δελφούς στην περιγραφή του για το παράξενο έθιμο της προσφοράς ενός κρεμμυδιού για την Λητώ στην Θεοξενία [Αθην. 9.372].
Δεν ονομάζεται κάθε γεύμα προς τιμήν των θεών Θεοξενία. Κάποιοι ερευνητ΄ς αναφέρουν ως Θεοξενία γεύματα και σε άλλες περιπτώσεις, για το λόγο αυτό έχω αποφύγει τον όρο Θεοξενία, ο οποίος φαίνεται να έχει μια πιο περιορισμένη εφαρμογή, στο μελέτημα για τα γεύματα και την Τράπεζα για τους θεούς.

ΤΡΑΠΕΖΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΘΥΣΙΑ
Η θυσία, σε αντίθεση με τις προσφορές που συζητούμε, είναι μια θυσία στην οποία
τόσο οι άνθρωποι όσο και οι θεοί, λαμβάνουν κάτι για ως τροφή. Εάν θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως ένα κοινό γεύμα θεών και ανθρώπων ή ένα γεύμα μεταξύ των ανθρώπων ως προσφορά τροφής στους θεούς δεν είναι απολύτως σαφές. Προς το παρόν μπορούμε να αφήσουμε το ερώτημα αναπάντητο και να επιστρέψουμε σε αυτό λίγο αργότερα. Δεν είναι, επίσης, εδώ η πρόθεσή μου να αναφερθώ στην ανησυχητική ερώτηση για την προέλευση της θυσίας και τους λόγους για την καύση συγκεκριμένων τμημάτων τροφής.
Στην πιο κοινή μορφή θυσίας, όπως είναι γνωστό από τον Όμηρο αλλά και κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας, το τμήμα του θεού, «τα μήρια» τυλίγονται με λίπος και μαζί με άλλα επιλεγμένα κομμάτια κρέατος, καίγονται στον βωμό, ενώ οι λατρευτές καταναλώνουν το υπόλοιπο ζώο της θυσίας σε ένα ιερό γεύμα. Οι μερίδες των λατρευτών, επομένως, ήταν πιο επιλεκτικές και πιο μεγαλύτερες από αυτές της θεότητας, και αυτή η απόκλιση φαίνεται ότι από νωρίς ότι είχε προκαλέσει την κερδοσκοπία.
Η ιστορία του Διός και του Προμηθέα στη Μηκώνη (Ησίοδος, Θεογ. 535) προβάλλει το πρόβλημα με τον δικό του τρόπο. Η ιστορία λέει για το πώς ο Προμηθέας προσπάθησε να εξαπατήσει τον Δία προς όφελος των θνητών. Προσφέρθηκε μια θυσία και όταν ήρθε η ώρα να διαλεχτούν τα τμήματα των μερίδων, ο Ζευς φυσικά είχε την πρώτη επιλογή. Ο Προμηθέας τύλιξε τα οστά του ζώου σε ζουμερό και λαμπερό λίπος για να τα καταστήσει πιο ελκυστικά, ο Δίας, αν και είδε το τέχνασμα του Προμηθέα, επέλεξε αυτή την μερίδα. Από εκείνη την ημέρα οι θνητοί παίρνουν τα καλύτερα μερίδια στις θυσίες. Αργότερα οι Κωμικοί ποιητές (Μένανδρος 447) και οι Χριστιανοί χρησιμοποίησαν τα μικρά μερίδια των θεών ως υλικό για την κριτική τους για την αρχαία θρησκεία.
Από την άλλη πλευρά, στην πραγματικότητα, τα μερίδια των θεών στην κλασική περίοδο δεν ήταν τόσο πενιχρά.
Εκτός από τα «Μήρια» και το λίπος λάμβαναν επίσης και κομμάτια κρέατος όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και πολλά περισσότερα. Περαιτέρω, το αίμα – μερικές φορές τουλάχιστον – θεωρούνταν ότι θα πήγαινε στους θεούς. Πιο σημαντικό ωστόσο ήταν ,οι σημαντικές μερίδες κρέατος από το ζώο της θυσίας -που ονομάζονταν ποικίλως ως Τραπεζώματα, Θεομοίρια, Ιερά Μοίρα, ή απλώς Τα Παρατιθέμενα- να έχουν ανατεθεί στον θεό , συνήθως πάνω στην Τράπεζα του , στην τελετή της θυσίας.
Το τελευταίο είναι μια πτυχή ενός προβλήματος που έχει λάβει πολύ λίγη προσοχή στις αναφορές μεταξύ των αρχαίων και των σύγχρονων. Αν και οι λατρευτικές Τραπέζες αναφέρονται κατά περίπτωση στην αρχαία λογοτεχνία, υπάρχουν λίγες και συγκεκριμένες πληροφορίες για τα Τραπεζώματα. Ο Παυσανίας (9.40) αναφέρει ότι στην καθημερινή θυσία για το θεοποιημένο σκήπτρο του Δι’ος στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας μια Τράπεζα ανατέθηκε με «παντοδαπών κρεών και πεμμάτων». Ο Πλούταρχος (θρ. 95) φαίνεται να αναφέρεται στα Τραπεζώματα και ταυτόχρονα προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευσή τους όταν το λέει ότι, προσφέροντας στους θεούς ένα μέρος από αυτό που πρόκειται να φάμε «απάρξασθαι», καθαγιάζουμε ολόκληρο το γεύμα. Αυτό, προσθέτει, είναι το νόημα της τοποθέτησης τμημάτων μεριδίων της θυσίας σε μία Τράπεζα «και γαρ αι των ιερών τραπεζώσεις τούτο είχον απαρξάμενοι γαρ απ’ αυτών εδαίνυντο». Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (Απ.5.176) επίσης μιλάει για αυτά όταν αναφέρεται στους τύπους των θυσιών των ζώων (θύματα δηλαδή θυσίαι) οι οποίες είναι κατάλληλες για την τοποθέτηση Τραπεζών και την κοινή τους χρήση με τους θεούς (ων μόνων κοινωνείν άξιον και τραπεζούν θεοίς). Ακόμη, και η αναφορά στον Αριστοφάνη, [Ορνιθες 518] , της απολαβής των σπλάγχνων που γίνεται προς τιμήν του Διός στην θυσία εξηγείται με τον ίδιο τρόπο. Τα Σπλάγχνα ήταν το άκαυστο τμήμα του ζώου:

― ιν όταν θύων τις επειτ’ αυτοίς ες την
χειρ, ως νόμος εστίν,
τα σπλάγχνα διδώ, του Διός αυτοί πρότεροι
τα σπλαγχνα λάβωσιν,

Οι ιεροί νόμοι και οι λατρευτικές επιγραφές δίνουν μια πληρέστερη εικόνα. Τα αποδεικτικά στοιχεία τους καθιστούν σαφές ότι αυτές οι συμπληρωματικές μερίδες μια κοινή πτυχή στις θυσίες ζώων – οι οποίες θα μπορούσαν να είναι αρκετά γενναιόδωρες. Εκτός από τα «Σπλάγχνα», διαβάζουμε και για τους μηρούς, τις νευρώσεις και τις σιαγόνες (IG II² 1356), την «Καταρχή» (IG II² 1359), μια γλώσσα και τρία άλλα (μη καθορισμένα) τεμάχια κρέατος (IGXII 7.237), μια «εορτή», έναν μηρό με τα δέρματα, και τρία (μη καθορισμένα) τεμάχια κρέατος και σπλάγχων. Επιπλέον, υπάρχουν πολλά μέρη που αναφέρουν, χωρίς να προσδιορίζουν τα τμήματα, τα Τραπεζώματα, τα Δείπνα, τα Παρατιθέμενα, και άλλα παρόμοια. Δεν είναι βέβαιο ότι η κάθε θυσία περιλάμβανε προσφορές των Τραπεζωμάτων, αλλά αυτή η πρακτική φαίνεται να ήταν αρκετά κοινή. Οι μερίδες που θα μπορούσαν να προσφερθούν στην Τράπεζα ήταν προφανώς όχι τόσο αυστηρά καθορισμένες όσο εκείνες που καίγονταν στο βωμό. Διακρίνονται από λατρεία σε λατρεία για τον κάθε θεό και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος στην εορτή και των τεμαχίων που αποκτούν οι λατρευτές. Υπάρχουν ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που απαιτούν ξεχωριστή αναφορά.
Στη λατρεία του Διός Παναμάρου στην Στρατονίκεια τον -3ο αιώνα, διάφορα βοοειδή θυσιάζονται αρχικά αμέσως (βουθυσίαν) και ένα από αυτά από (ιερείον τέλειον) τοποθετείται σε μια Τράπεζα, αφού θυσιάζεται και τεμαχίζεται. Το ίδιο συμβαίνει προφανώς και με την αίγα που προσφέρεται, μαζί με άλλες θυσίες, στην Τράπεζα του Απόλλωνος στους Δελφούς (επί την τράπεζαν αίγα καλλιστεύοντα). Σε έναν ιερό νόμο από την Ερυθραία του -380, που καταστεί τις θυσίες στον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό, όταν ένας από τους δύο θεούς λαμβάνει θυσίες ενός πλήρως αναπτυσσόμενου θύματος (ιρέον τέλεον) ή ενός νεαρού θύματος (γαλαθηνόν), ο άλλος θεός λαμβάνει τα Τραπεζώματα, ό, τι κι αν ήταν αυτά, και όταν προσφέρονταν τα Θυστά (οι άρτοι των θεών) ο καθένας από τους θεούς λαμβάνει από έναν στην Τράπεζα του. Πολύ συχνά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι ακριβείς μερίδες που πρέπει να δοθούν στις θεότητες δεν καθορίζονται στους νόμους. Για παράδειγμα, στην εορτή των Ελευσινίων , τον -3ο αιωνα, η επιγραφή IGII² 1363, περιγράφει την θυσία μιας αίγας στον Απόλλωνα και απλά προσθέστε: « τράπεζαν κοσμήσαι τωι θεώι ιερεώσυνα ιερεί…». Ομοίως μια άλλη επιγραφή LSCG20 από την Αθήνα περιγράφει μια θυσία : «τωι δε ήρωι ιερείον τέλειον και τράπεζαν παρατιθέναι χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα Τραπεζώματα ήταν είτε ένα ποσό που καθορίζεται από το έθιμο ή την Παράδοση και επομένως δεν χρειάζεται να διευκρινιστεί – ή το ποσό έμενε στην διακριτική ευχέρεια των λατρευτών που τελουσαν την θυσία ή του ιερέως. Η επιγραφή IGII² 776, ένα τιμητικό διάταγμα των Αθηναίων, που μπορεί να αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση που είδαμε παραπάνω, μιλάει για: «της τε κοσμήσεως της τραπέζης κατά τα πάτρια». Η δεύτερη περίπτωση, παραπάνω, ίσως απεικονίζεται στον ιερό νόμο (επιγραφή SIG³1106) του λατρευτικού συλλόγου του Ηρακλέους και του Διομήδωνος στην νήσο Κω, το -300. Όταν ένα μέλος του συλλόγου έπρεπε να παντρευτεί, λάμβανε χώρα μια εορτή στην οποία ο Ηρακλής ήταν ο Επίτιμος προσκεκλημένος.
Ο ιερός νόμος δηλώνει: « Να υπάρξουν παντού καθίσματα μοιρασμένα, εικόνες του Ηρακλέους στο ιερό μέχρι να τελεστεί ο Γάμος. Οτιδήποτε φαίνεται καλό πρέπει να ληφθεί από τα θυσιαζόμενα ζώα για την Τράπεζα του θεού». ( αφαιρείν δε από των ιερείων όσον αν δοκήι καλώς έχειν επί την τράπεζαν την του θεού).
Οι επιγραφές που μιλάνε για θυσία και συνοδεύονται από την « στρώσις της κλίνης» ή την «κόσμησις-επικόμησις της τραπέζης», μπορεί επίσης να αναφέρονται στα Τραπεζώματα και στο συνοδευτικό τελετουργικό. Συνήθως ο επικεφαλής της λατρείας που εκτελούσε την θυσία επιμελούνταν την Τράπεζα του θεού, όπως τεκμηριώνεται από την επιγραφή IGII² 676, που καταγράφει τους «Επιμεληταί» : «οἱ ἐπιμεληταὶ πάσας ἔθυόν τε τὰς θυσίας», και την επιγραφή IGII² 775, που καταγράφει την θυσία να την τελεί ο ιερέας. Στην επιγραφή IGII²1245 τα καθήκοντα του άρχοντος των Μεσογείων περιελάμβαναν όχι μόνο τη θυσία και την κόσμηση της Τράπεζας του θεού αλλά και την οργάνωση της πομπής , την αγορά του ζώου και την διανομή του κρέατος σε ίσες μερίδες στα μέλη του λατρευτικού συλλόγου μετά τη θυσία. Στη δημόσια λατρεία της θεάς Αθηνάςστην Αθήνα οι ειδικές ιέρειες , οι «τραπεζοφόρος» και η «κοσμώ» φαίνεται να έχουν διοριστεί ειδικά για να φροντίσουν για το τελετουργικό παρουσίασης των Τραπεζωμάτων. Ο λεξικογράφος Αρποκρατίων στο λήμμα «τραπεζοφόρος», αναφέρει την ομιλία του Λυκούργου για την ιέρεια (αποσπ. 48), όπου ο ρήτορας χρησιμοποιεί τον όρο τραπεζοφόρος ο οποίος είναι το όνομα μιας ιέρειας στην Αθήνα: «ότι δ’ αύτη τε και η κοσμώ συνδιέπουσι πάντα τη της Αθηνάς ιερεία». Τα Ανέκδοτα του Becker προσθέτουν σχετικά με την τραπεζοφόρο ότι είναι: «η ιέρεια την τράπεζαν παρατιθείσα τη Αθηνά». Ο λεξικογράφος Ησύχιος στο λήμμα «τραπεζών» αναφέρει ότι υπήρχε μια ιέρεια στην Αθήνα με αυτό το όνομα. Αυτή η ιέρεια αναμφίβολα είχε μια παρόμοια λειτουργία να επιτελέσει.
Αυτός ο διορισμός ειδικών ιερειών για αυτούς τους σκοπούς φαίνεται να δείχνουν ότι η παρουσίαση των Τραπεζωμάτων συνοδευόταν με καθορισμένο τελετουργικό – τουλάχιστον στις μεγάλες δημόσιες εορτές. Ο ιερός νόμος από την Κω που αναφέρθηκε παραπάνω (SIG³1106) μας δίνει μια εικόνα για το πώς θα έπρεπε να φαινόταν η τελετή σε μια ιδιωτική εορτή λατρείας. Ο Ηρακλής υπήρξε ο Επίτιμος καλεσμένος, όπως ήταν κατά την θυσία και το συνοδευτικό συμπόσιο. Ο νόμος προβλέπει ότι καθίσματα έπρεπε να εξαπλωθούν στο άγαλμά του κατά τη διάρκεια της τελετής και ότι τα Τραπεζώματα έπρεπε να ανατεθούν στην Τράπεζα του.
Ίσως να φανταζόμαστε ότι η Τράπεζα του ήταν ήδη εκεί πριν από το άγαλμα, ένα μόνιμο εξάρτημα του ναού, όπως αυτό στο ναό του Απόλλωνος Ζωστήρος ή της Αθηνάς Υγείας στην Ακρόπολη της Αθήνας. Για την θυσία και το συμπόσιο τα καθίσματα και η Τράπεζα του Επίτιμου θεού έπρεπε να διακοσμηθούν με ειδικά υφάσματα. Το θύμα θα θυσιαστεί, θα τεμαχιστεί και θα μαγειρευτεί έξω στην ύπαιθρο, τότε οι μερίδες που ανατέθηκαν στον τιμώμενο θεό θα μεταφερθούν και θα τοποθετηθούν στην Τράπεζα του. Ένα απόσπασμα επιγραφής από την Αιγιαλή [61.74 θρ.], απεικονίζει μια παρόμοια κατάσταση, εκτός από το ότι το θύμα θυσιάζεται μπροστά στο άγαλμα:« και του κριού τα κρεά ολομελή αποζέσαντες παρατιθέτωσαν τω αγαλμάτι και την παράθεσιν». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι άλλες Τράπεζες, πριν ακόμη τοποθετηθούν τα αγάλματα των θεών στα ιερά, είχαν χρησιμοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο. Γενικά, όπως υποστηρίχθηκε παραπάνω, οι Τράπεζες χρησίμευαν για να λάβουν τις άκαυστες προσφορές τροφών των μεμονωμένων επισκεπτών στο ιερό • όταν εκεί έφτανε η ώρα μιας ιδιαίτερης περίσταση – μιας εορτής που περιελάμβανε θυσία , τότε η Τράπεζα του θεού κοσμούνταν για να δεχθεί τα Τραπεζώματα, δηλαδή την τελετή των προσφορών της θυσίας.

ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ-ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
Χαρακτηριστικό στοιχείο αρκετών ιερών νόμων είναι η διάκριση που κάνουν μεταξύ των άκαυστων μερίδων των θυσιών που αντιστοιχούν στη θεότητα και τις μερίδες που λαμβάνει ο ιερέας ως προνόμιο του (ιερεώσυνα, γέρα). Οι επιγραφές IGII² 1356 και IGII² 1359, για παράδειγμα, έχουν πολλές καταγραφές στις ρήσεις « ιερείαι ιερεώσυνα», με τον κατάλογο των μερίδων για την ιέρεια, και «επί δε την Τράπεζαν», για τις μερίδες του επίτιμου θεού. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, ο ιερέας ,στην πραγματικότητα, λαμβάνει όχι μόνο τις μερ΄δες που του δίδονται, αλλά επίσης και από την μερίδα του θεού. Ορισμένοι νόμοι το δηλώνουν ρητά, από άλλους μπορεί να συλλεχθεί αυτό το συμπέρασμα.
Αυτή η ιεροπρακτική εγείρει το ερώτημα όμως γιατί θα πρέπει ξεχωριστά να ανατεθούν οι μερίδες αν ο ιερέας είναι το πρόσωπο που στο τέλος θα λάβει τα πάντα. Αυτό το Μελέτημα όμως δεν επεξεργάζεται την κατανομή των θυσιών, εδώ σκοπεύω απλώς να απεικονίσω την πρακτική από τα άφθονα στοιχεία και να υποδείξω μερικά συμπεράσματα. Η παλαιότερη και σαφέστερη περίπτωση είναι ένας ιερός νόμος από την Ερυθραία που χρονολογείται το -380. Περιέχει κανόνες για διάφορους τύπους θυσιών προσφερόμενες στον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό, και σε κάθε περίπτωση καθορίζει προσεκτικά ποιες μερίδες πρέπει να τοποθετηθούν στην Τράπεζα για τους θεούς και ποια χρηματικά ποσά πρέπει να λάβει ο ιερέας. Έπειτα ακολουθεί μια επικεφαλίδα που προφανώς αναφέρεται σε όλες τις θυσίες, και αποδίδει τα Τραπεζώματα των προσφορών από όλες αυτές στον ιερέα: «όσα δε επί την τράπεζαν παρατεθήι ταύτα είναι γέρα τωι ιρέι»
Στον ιερό νόμο για τα μυστήρια της Ανδανίας (IGVI 1390) το – 90, ο Μνασίστρατος, ο ιερεύς λαμβάνει : όσα κα οι θύοντες….τραπεζώσι», και συμφωνεί προφανώς στο ίδιο πράγμα με τoν παραπάνω ιερό νόμο. Παίρνει επίσης και άλλα προνόμια, συμπεριλαμβανομένων των δερμάτων των ζώων που θυσιάζονται.
Στην επιγραφή (Incr.Perg.13) από την Περγάμο, το -133, ο ιερέας του Ασκληπιού λαμβάνει ως «γέρα» το δεξί πόδι και τα δέρματα όλων των ζώων που θυσιάστηκαν στο ιερό. Επιπλέον, παίρνει « και τάλλα τραπεζώματα παρατιθέμενα τοις θεοίς».
Και σε ένα νόμο από την Αμοργό (IGXII 7 237), η ιέρεια φαίνεται ότι μοιράστηκε « τα παρατιθέμενα τηι θεώι επί την τράπεζαν » μαζί με άλλους των οποίων τα ονόματα έχουν χαθεί, καποιος μπορεί να θεωρήσει ότι αυτοί ήταν επίσης θρησκευτικοί αξιωματούχοι με κάποια θέση στην λατρεία.
Τέλος, ένας ιερός νόμος από τη Θήβα της Μυκάλης (Inc.Myc. 40) περιλαμβάνει απλώς την μερίδα του τιμωμένου θεού στον κατάλογο των προνομιών του ιερέως, και διαφαίνεται ότι αυτός ο κανόνας είναι δεδομένος. Ο ιερέας αυτός θα υπηρετήσει για όλη του την ζωή τον θεό και «λαμβάνων γλώσσαν, σκολίον, νεφρόν, ιερήν μοίραν, κωλήν και τα κώιδια των θυομένων».
Η εικόνα, αυτών των ιερών νόμων αλλά και άλλων όπως αυτών, είναι σαφέστατη, ότι η πρακτική αυτή, τουλάχιστον από τις αρχές του -4ου αιώνος, αν όχι όλες, λατρείες, όριζε για τον ιερέα να λάβει όχι μόνο την μερίδα που του αναλογούσε αλλά επίσης και τις μερίδες που ονομαστικά ενετίθεντο στους θεούς.
Υπάρχουν και άλλοι ιεροί νόμοι όπου εκεί η κατάσταση δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη, αλλά ίσως έτσι δικαιολογείται ταυτόσημα η ερμηνεία τους υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων, όπως καταγράφεται σε έναν ιερό νόμο της Αττικής που αναφέρθηκε παραπάνω (IGII² I356). Περιέχει κανονισμούς για θυσίες σε διάφορες θεότητες, σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά οι μερίδες που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι: «κωλήν, πλευρόν, ισχίο, ημίκραιναν χορδής». Εκτός από την αναφορά σε άλλους ιερούς νόμους όπου ο ιερέας παίρνει τα Τραπεζώματα για τον εαυτό του, στον παραπάνω ιερό νόμο παραθέτουμε την αναφορά που γίνεται στον Αθήναιο [9.368] για να φανεί ότι μόνο αυτές οι προσφορές θα μπορούσαν να είναι η μερίδα του ιερέα: «δίδοται μάλισθ’ ιερεώσυνα κωλή, το πλευρόν, ημίκραιρ’ αριστερά».
Περαιτέρω, αναφέρεται μια επιγραφή από την Στρατονικεία [22.7 αποσπ.], όπου ένας ιερέας επαινείται γιατί: «απέδωκεν πάση τύχη τα ανενελχθέντα τω θεώ δείπνα και τα εκ των θυσιών γεινόμενα γέρα», δηλ. διέθεσε τις δικές του μερίδες και εκείνες του θεού στους θρησκευτές.
Στην επιγραφή (IGΙΙ²1366), οι μερίδες του θεού παραμένουν επάνω στον βωμό, περιλαμβάνουν , εκτός από το πόδι, το δέρμα, την κεφαλή, τα κότσια, και το στήθος του ζώου , επίσης και ελαιόλαδο, έναν λύχνο, ξύλα και μια φιάλη για σπονδή. Ομοίως, σε μια άλλη επιγραφή ο μυημένος που προσφέρει θυσίες πρέπει να λάβει, ξύλα, ελαιόλαδο και οίνο για την Τράπεζα. Ο λύχνος και τα ξύλα παρέχονται στον ιερέα για την τέλεση της θυσίας και δεν θα μπορούσαν ποτέ να καθαγιαστούν και να προσφερθούν στην θεότητα εκτός αν γίνεται με έναν τελεστικά προσωρινό τρόπο, δηλαδή, για χρήση τους στην παρούσα θυσία. Στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε επίσης να εννοήσουμε και την παρουσία του κρέατος που τοποθετείται πάνω στην Τράπεζα του.
Η επιγραφή (IGII² 1363), από την Ελευσίνα, στις σειρές 12-13, περιλαμβάνει το τυπικό :«τράπεζαν κασμήσαι τωι θεώι ιερεώσυνα ιερεί». Η επόμενη σειρά έχει χαθεί. Μπορεί να καθόριζε τα «ιερεώσυνα» ή ένα χρηματικό ποσό ισοδύναμο με αυτά, αλλά είναι εξίσου πιθανό ότι τα ιερεώσυνα εδώ εννοούνται τα Τραπεζώματα.
Στη επιγραφή (Incr.Prien 36), το -200, από την Πριήνη, απονέμεται στον ιερέα μόνο μέρος από την τροφή στην Τράπεζα του θεού, και στην επιγραφή (Incr. Magn . 34), από την Μαγνησία, φαίνεται να λαμβάνει μόνο το ένα τρίτο.
Η αναλογία των παραπάνω περιπτώσεων, ωστόσο, μας δίδει το δικαίωμα τουλάχιστον να υποψιαστούμε ότι μεχρι το πέρας της εορτής αποδόθηκαν περισσότερα στον ιερέα ή ακόμη και όλα τα Τραπεζώματα.
Μια ελαφρώς διαφορετική περίπτωση είναι η επιγραφή (Incr. Att. 20 ), από την Αθήνα, όπου δηλώνεται ότι ο Εστιάτωρ των Οργεώνων θα θυσιάσει, θα θέσει την Τράπεζα (τράπεζαν παρατιθέναι) για τον θεό, και θα διανείμει μία συγκεκριμένη μερίδα του κρέατος σε καθένα από τα μέλη της λατρευτικής ένωσης. Η διανομή οργανώνεται προσεκτικά, αλλά δεν υπάρχει καμία αναφορά μιας μερίδας για τον εαυτό του, αν και υποτίθεται ότι πρέπι να έλαβε μία μαζί με τους άλλους. Θα μπορούσε να λάβει μια μερίδα ως ένα απλό μέλος ή, είναι εξίσου πιθανόν, να είχε ήδη μοιραστεί τις μερίδες που είχε θέσει στην Τράπεζα, ονομαστικά για τους θεούς.
Στους Δελφούς (Αθήναιος 9. 372) και στο Σούνιο (IGII² 1366), απλοί λατρευτές επιτρέπονταν να λάβουν μερίδες από τα Τραπεζώματα ως ανταμοιβή για την ειδική Ευσέβεια τους. Στους Δελφούς, λέει ο Πολέμων (-190), «αποφασίστηκε για τη θυσία της Θεοξενίας … ότι όποιος έφερνε το μεγαλύτερο κρεμμύδι για την Λητώ θα έπρεπε να λάβει μία μερίδα από
την Τράπεζα» και ο Ξάνθος έδωσε εντολή για τους λατρευτές του Μηνός Τυρράνου στο Σούνιο, ότι « εάν πληρώσει κάποιος την Τραπεζα του Μηνός Τυρράνου, θα λάβει την μισή».
Επομένως, για την Κλασική Περίοδο υπάρχουν περισσότερα από επαρκή στοιχεία που δείχνουν ότι ο ιερέας λάμβανε συνήθως για τον εαυτό του, εκτός από τα εξειδικευμένα προνόμιά του, τις άκαυστες μερίδες (Τραπεζώματα) που προσφέρονταν για τον θεό στην θυσία. Μερικοί από τους ιερούς νόμους το καταγράφουν ρητά, άλλοι μπορεί να ερμηνευτούν ως υπονοώντας το. Σε καμία από τις περιπτώσεις που παρατέθηκαν παραπάνω δεν μπορεί αποδειχθεί ότι ο ιερέας ή οι βοηθοί του δεν λάμβαναν αυτές τις μερίδες. Από την άλλη πλευρά, όπως δείχνουν οι ονομασίες «θεομοιρία» και «ιερά μοίρα» βεβαιώνεται ότι οι μερίδες αρχικά προορίζονται για τους θεούς στην πραγματική τους έννοια. Σε διαφορετική περίπτωση η διάκριση που γίνεται ανάμεσα στις μερίδες του θεού και του ιερέα δεν έχει νόημα. Επιπλέον, η Τράπεζα, είναι « η Τράπεζα του θεού» η «ιερή Τράπεζα», και οι μερίδες που συχνά τοποθετούνται σε αυτήν αποδίδονται και ανήκουν στον τιμώμενο θεό, και οι δύο ονομασίες που δίδονται οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Αν και από τον -4ο αιώνα , ή ακόμα και τον -5ο αιώνα, αυτές οι μερίδες αποδίδονται τακτικά στους ιερείς, οι ιεροί νόμοι εξακολουθούν να διατηρούν το νόμιμο μέρισμα της ανάθεσης ξεχωριστών προνομίων για τους ιερείς και τους θεούς. Μερικοί ιεροί νόμοι φαίνεται να το έχουν διατηρήσει τελείως, δηλώνοντας ξεχωριστά τις μερίδες και των δύο χωρίς να καταγράφουν ποιος λαμβάνειτο μερίδιο του θεού, άλλοι, κάπως παράλογα, αλλά όχι τυχαία του θρησκευτικού συντηρητισμού, συνέχιζαν να αναθέτουν χωριστά τις μερίδες αφενός, και αφ’ετέρου στη συνέχεια ανέθεταν όλες τις μερίδες στον ιερέα.
Το γεγονός ότι τον -4ο αιώνα, αυτή η πρακτική γίνεται σαφέστατη στους ιερούς νόμους, βγαίνει το συμπέρασμα ότι αυτό συνέβαινε ήδη για κάποιο χρονικό διάστημα, όπως ασφαλώς θα είχε χρειαστεί και λίγος χρόνος για να γίνει μια τέτοια πρακτική επίσημη. Επίσης, είναι μια ένδειξη ότι τα Τραπεζώματα ήταν αρχαία και δείκνυαν την προέλευσή ους ήδη από την Αρχαϊκή εποχή.
Κάθε φορά που ο ιερέας γινόταν ο επίσημος αποδέκτης των Τραπεζωμάτων, η αλλαγή αυτή πρέπει να έχει ενέπλεκε μια τροποποιημένη άποψη για την θυσία και τους ρόλους του θεού και του ιερέα σε αυτήν. Ίσως γεννήθηκε η άποψη ότι ο ιερέας θεωρείτο εκπρόσωπος της θεότητας, και ότι η θεότητα λάμβανε την τροφή μέσω του ιερέως με κάποιο τρόπο.
Αυτό όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο και η πρακτική της διατήρησης ξεχωριστών
μερίδων για τον ιερέα , μόνον ονομαστικά πολλές φορές, υποστηρίζει θετικά προς ενός τέτοιου συμπεράσματος. Φαίνεται πολύ πιο πιθανό ότι, καθώς οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι οι θεοί δεν είχαν καμία πραγματική ανάγκη για το κρέας, η απλή τοποθέτηση της προσφοράς στην ιερή Τράπεζα θεωρήθηκε επαρκής για να το καθαγιαστεί ή να μεταφερθεί στον ιερέα σε έναν συμβολικό τρόπο. Ήταν η χειρονομία της προσφοράς που μετρούσε, και μετά την ολοκλήρωση της τελετής, η μερίδα θα επιτρέπονταν να ληφθεί από εξουσιοδοτημένο άτομο • ήταν «για τον θεό», υπό την ίδια έννοια έτσι και τα ξύλα και ο λύχνος στους ιερούς νόμους, που είδαμε παραπάνω ήταν «για τον θεό» δηλαδή, ήταν για την καθαγίαση της τελετής , και αμέσως μόλις τελείωσε η τελετή ο θεός δεν τα χρειάζονταν.
Μια σχετική απορία γεννιέται με τις άκαυστες προσφορές των πλακούντων, των άρτων, των φρούτων κ.λπ. που έπρεπε να γίνονται καθημερινά στα περισσότερα ιερά από μεμονωμένα άτομα, εκτός των μελών της θυσίας , που έρχονταν στα ιερά ως απλοί λατρευτές. Γίνεται αρκετά σαφές από τον Αριστοφάνη (Πλούτος 676-81), όπου σε ορισμένες περιπτώσεις αποδίδονται στην μερίδα του ιερέα. Δείτε επίσης (Πλούτος 594-97), όπου οι άποροι και φτωχοί άνθρωποι μοιράζονται τα Δείπνα που προσφέρονται στην Εκάτη από τους πλούσιους. Η πράξη του ιερέα στον Πλούτο του Αριστοφάνους είναι νόμιμη από έναν ιερό νόμο από την Ερυθραίας περίπου της ίδιας περιόδου, -380, όπου εκεί αναφέρεται ρητά ότι αν ο ιερέας προσφέρει πλακούντες και άρτους σε μια Τράπεζα, αυτά πρόκειται να γίνουν το «γέρα» του. Αν οι ιερείς συλλέγουν τακτικά τα Τραπεζώματα, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να γίνει πιστευτό ότι άφηναν αυτές τις προσφορές στον ναό τα ποντίκια. Ο Παυσανίας (9, 19, 5) γράφει για μια περίπτωση όπου το φρούτο που προσφέρθηκε στο ιερό της Δήμητρας στην Μυκάλλησο, τέθηκε μπροστά από το άγαλμα της θεάς για ένα ολόκληρο έτος. Ακόμα και αυτή η περίπτωση είναι ασυνήθιστη και δεν χρειάζεται να αντικατοπτρίζει τη γενική πρακτική. Πειστική απόδειξη με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο πάλι στερείται αποδείξεων. Μια πιθανή υπόδειξη στη νοοτροπία που επέτρεψε στους ιερείς να λάβουν την τροφή που είχε αφιερωθεί στους θεούς ήταν το διάταγμα της Ιάσου σχετικά με το ιερατείο του Διός Μεγίστου (59 IV). Το διάταγμα αναφέρει ότι μπορεί να λάβει ο ιερέας, για δική του, οποιαδήποτε από τις αναθηματικές προσφορές στο ιερό που τέθηκαν σε αχρηστία, οι άλλες, αυτές που είναι ακόμα καλές – παραμένουν στην ιδιοκτησία του θεού και θα παραμείνουν στο ιερό: « των δε αναθημάτων όσα μεν αργά ή άχρηστα αυτών, έστω του ιερέως, τα δε άλλα αναθήματα του θεού έστω». Το ίδιο θα πρέπει να εφαρμόζονταν και για τις προσφορές των τοφών, μόλις εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους στην τελετή, ο θεός πλεόν δεν ενδιαφέρονταν για αυτές. Η ιδέα ότι οι θεοί χρειάζονταν πραγματικά τις τροφές που προσφέρονταν στις θυσίες μπορεί να είχε ισχύ σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα μεταξύ του πληθυσμού.

Η ΠΡΟΕΥΛΕΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΜΑΤΩΝ
Η παρουσία των Τραπεζωμάτων στην θυσία θέτει τα ερωτήματα για το γιατί είναι εκεί και από πού ήρθαν. Δηλαδή, γιατί θα πρέπει να υπάρχουν, στην τελετή της θυσίας, δύο ξεχωριστές μεθόδοι μεταφοράς της μερίδας του θεού τελώντας την θυσία σε αυτόν;
Δηλαδή , προς τί η καύση ορισμένων τμημάτων του ζώου στην εσχάρα του βωμού και εναπόθεση άλλων στην ιερή του Τράπεζα ;
Οι δύο μέθοδοι καθαγίασης είναι σαφώς διαφορετικές και φαίνεται να υποδηλώνουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τυπικό της θυσίας. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι και οι δύο ήταν εξ’ αρχής στην τελετή της θυσίας. Έτσι αρκετοί ερευνητές έθεσαν κάποια ερωτήματα αλλά και απαντήσεις πάνω σε αυτήν την πρακτική αλλά η βασική απορία παραμένει άλυτη.
Το πρώτο ερώτημα που γεννάται είναι ότι στον Όμηρο δεν υπάρχει καμία αναφορά των Τραπεζωμάτων και πώς γίνεται και οι δύο μέθοδοι καθαγίασης, η καύση και η εναπόθεση , να υπήρξαν μαζί στην θυσία. Προτάθηκε ότι το δεύτερο (εναπόθεση) ίσως είναι παλαιότερη και πιο πρωτότυπη μέθοδος η οποία με την πάροδο του χρόνου προωθήθηκε με την καύση των τμημάτων του ζώου, έτσι ώστε τελικά τα Τραπεζώματα έχασαν την αρχική σημασία και τελικά ο ιερέας έγινε ο κύριος αποδέκτης του περιεχομένου της λατρευτικής Τράπεζας. Άλλοι βλέπουν την λατρευτική Τράπεζα να προέρχεται από την λατρεία των νεκρών.
Έχουμε δει παραπάνω ότι,ακόμη και αυστηρά με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία των ιερών νόμων, την πρακτική της προσφοράς Τραπεζωμάτων στη θυσία να επιστρέφει τουλάχιστον στον -5ο αιώνα και πιθανότατα και νωρίτερα. Άλλα αποδεικτικά στοιχεία ωθούν την πρακτική αυτή πίσω, ακόμα περισσότερο.
Πολλοί αποδέχονται ότι τα Τραπεζώματα είναι εντελώς άγνωστα στον Όμηρο. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αληθές. Είναι όμως αληθές ότι ο όρος «Τραπεζώματα» δεν βρίσκεται πουθενά στον Όμηρο, αλλά η πρακτική φαίνεται να υπάρχει σε ένα μέρος, στη θυσία στον οίκο του Ευμαίου στην Οδύσσεια (14 418-38). Ολόκληρη η σκηνή διαδραματίζεται μέσα στον οίκο του χοιροβοσκού. Ένας αγριόχοιρος ηλικίας πέντε ετών μεταφέρεται στην εορτή, ο Εύμαιος τον φέρνει στην εστία (εσχάρα), κόβει μερικές από τις τρίχες του και τις ρίχνει στη φωτιά, ευχόμενος ταυτόχρονα για την επιστροφή του κυρίου του, του Οδυσσέα. Αυτός τότε σκοτώνει τον χοίρο με τη βοήθεια των καλεσμένων του και καίει μερικά κομμάτια από το κρέας του τυλιγμένα με λίπος στην εστία για τους θεούς. Το υπόλοιπο το κρέας που μαγειρεύτηκε στις σούβλες τοποθετείται στην τράπεζα : « βάλλον δ’ ειν ελεοίσιν αολλέα» [432]. Ο «ελεός» σε αυτόν τον στίχο αλλά και στην Ιλιάδα [9.215] νοείται η τράπεζα του μαγειρείου όπου κόβεται το κρέας, το ίδιο και στους Ιππείς του Αριστοφάνους [152] αλλά και στον Πολυδεύκη [6.90].
Αμέσως μετά ο Εύμαιος διαιρεί το μαγειρεμένο κρέας σε επτά μερίδες , η σοφία του είναι επαινεμένη γι ‘αυτό, θέτει μία μερίδα για τις Νύμφες και τον Ερμή οι οποία συνοδεύεται από μία Ευχή και άλλες εξι μερίδες για τον εαυτό του και τους καλεσμένους του :
― και τα μεν έπταχα πάντα διεμοιράτο δαϊζων.
την μεν ίαν ωύμφησι και Ερμή, Μαιάδος υιεί,
θήκεν επενζάμενος, τας δ’ άλλας νείμειν εκάστω. [434-6]
Η σφαγή του αγριόχοιρου και οι συνοδευτικές τελετές και οι Ευχές σαφώς αποτελούν μια θυσία, αν και μερικά συνήθη στοιχεία από αυτές δεν υπάρχουν. Η εναπόθεση του ενός εβδόμου για τις Νύμφες και τον Ερμή δεν διαφέρει, κατ ‘αρχήν, από την πρακτική της προσφοράς των Τραπεζωμάτων της Κλασικής Περιόδου, η μόνη διαφορά είναι ότι δεν υπάρχει το ειδικά κοσμημένο τραπέζι, η Τράπεζα. Ο Εύμαιος απλώς τοποθετεί το κρέας στην άκρη του τραπεζιού του οικου του, στο οποίο θα έτρωγε μαζί με τους καλεσμένους του. Αν και σε μεταγενέστερες εποχές δεν υπήρχε πάντοτε κάποια ειδικά κοσμημένη τράπεζα για τα Τραπεζώματα, σε ορισμένες περιπτώσεις απλώς προσφέρονταν (άκαυστα) πάνω στον οικιακό ή πολιτειακό βωμό. Στο υπόλοιπο έπος του Ομήρου δεν υπάρχει καμία αναφορά στα Τραπεζώματα, ούτε καν στην περιγραφή της θυσίας και του γεύματος στην σκηνή του Αχιλλέα (Ιλιάδα 9, 205), η οποία είναι σχετικά παράλληλη με την θυσία και το γεύμα του Ευμαίου. Στην φυσιολογική Ομηρική Θυσία οι θεοί λαμβάνουν, προφανώς, μόνο τα μέρη του ζώου που καίγονται πάνω στον βωμό – ή άλλες φορές, πιο συχνά, στο έδαφος. Αυτό, θα έλεγα, αντιστοιχεί στην αρχική κατάσταση των πραγμάτων. Σε αντίθεση με προτάσεις ερευνητών ότι η εναπόθεση των μεριδίων του θεού στις Τράπεζες ήταν η αρχική πρακτική στη θυσία, θα έλεγα μάλλον ότι εισήχθη αργότερα στο τελετουργικό. Αν τα Τραπεζώματα ήταν τα πρωτότυπα,τότε είναι δύσκολο να δούμε το σημείο της ιστορίας της εξαπάτησης του Προμηθέα που εξαπάτησε τον Δία στην Μηκώνη (παραπάνω). Η ιστορία είναι αναμφίβολα παλιά και πρέπει να είχε συμβεί σε μια εποχή που οι θεοί λάμβαναν μόνο ό, τι καίγονταν στο βωμό. Επίσης, η ετυμολογία του όρου «θυσία» –από το «θύω», σημαίνει «προσφορά με καύση», και είναι συγγενική με την λατινική «fumus» που σημαίνει «καπνός» και δείχνει ότι η καύση των μερών του ζώου ήταν το κύριο στοιχείο αυτής της μορφής θυσίας. Η παρουσία των Τραπεζωμάτων στην Οδύσσεια βάζει τον χρόνο της εισαγωγής τους πίσω, τουλάχιστον στην Αρχαϊκή Περίοδο. Κάπου εδώ τα θετικά αποδεικτικά στοιχεία τελειώνουν. Είναι δυνατόν ωστόσο, αν και δεν είναι εμφανές, ότι τα Τραπεζώματα είναι στην πραγματικότητα παλαιότερα από τον Όμηρο. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι έπη- ποιήματα, και, ως επί το πλείστον, αντικατοπτρίζουν τις προτιμήσεις και τις πεποιθήσεις των βασιλιάδων και των ευγενών των οποίων οι ιστορίες λένε. Η θυσία του Ευμαίου – ενός φτωχού χοιροβοσκού – στις Νύμφες και τον Ερμή – οι τοπικές λαϊκές θεότητες, είναι μια σχεδόν μοναδική περίπτωση στα Ομηρικά ποιήματα για την θρησκείας του φτωχού ανδρός. Η πρακτική της προσφοράς τραπεζωμάτων που βρίσκουμε εκεί μπορεί να ήταν αρκετά συνηθισμένη στη λαϊκή θρησκεία πολύ πριν από τον Όμηρο. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν τραπεζώματα στις άλλες θυσίες των Ομηρικών έπων δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι αυτή είναι η χρονική στιγμή που τα Τραπεζώματα μόλις αρχίζουν να προσφέρονται , κατά την εποχή δηλαδή της σύνθεσης της Οδύσσειας.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ένας από τους παλαιότερους γνωστούς ελληνικούς ναούς είναι αυτός του Απόλλωνος στη Δρήσο της Κρήτης (-8ος αιώνας) ο οποίος, φαίνεται τουλάχιστον, να κατέχει κάποιον εξοπλισμό για τα Τραπεζωμάτα, είτε προσφέρονταν εκεί είτε όχι. Μέσα στον ναό υπήρχε, εκτός από ένα κάθισμα τοίχου, μια εστία-βωμός, και μία λατρευτική Τράπεζα που σαφώς εξυπηρετούσε αυτόν τον σκοπό. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η αίθουσα του θρόνου στην Πύλο, όπου βρέθηκε μια μικρή Τράπεζα προσφοράς κοντά στην εστία. Αν υποθέσουμε, μαζί με μερικούς μελετητές, ότι η εστία του Πελασγικού (Μυκηναϊκού) παλατιού χρησίμευε για την καύση των μερίδων του θεού στην θυσία, όπως συνέβαινε στο σπίτι του Ευμαίου ,τότε έχουμε στην Πύλο μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν στη Δρήσο της Κρήτης και στους κλασικούς ναούς, δηλαδή ένα βωμό για καύση και ένα τραπέζωμα. Ο ναός στη Δρήσο έχει «Μινωικά» χαρακτηριστικά, και χρησιμοποιήθηκε σαφώς για την ελληνική λατρεία καθώς οι «Μινωϊτες» ήταν στην πραγματικότητα οι Πελασγοί. Αν θέσουμε περαιτέρωτο ερώτημα και πούμε για ποιο λόγο εισήχθησαν επιπλέον μερίδες για τη θεότητα στην θυσία, τότε βρίσκουμε μια πιθανή υπόδειξη για άλλη μια φορά στην ιστορία του Προμηθέως στην Μηκώνη. Η καταγωγή της ιστορίας έχει ως εξής, ότι κάποιος ενοχλήθηκε από την δυσανάλογα μικρή μερίδα που έλαβαν οι θεοί. Το αρχικό σκεπτικό, ανεξάρτητα από το ποιο ήταν, για την επιλογή αυτών των συγκεκριμένων μερίδων, είχε ξεχαστεί εδώ και καιρό. Ποιος ο καλύτερος τρόπος για να διορθωθεί η φαινομενική αδικία από την τοποθέτηση μιας επιπλέον θέσης στο τραπέζι για τους θεούς; Τα μέρη του ζώου που επρόκειτο να καούν στο βωμό ήταν αναμφισβήτητα καθορισμένα από την παράδοση και για το λόγο αυτό δεν μπορούσαν να παραβιαστούν ή να προστεθούν , στην πραγματικότητα φαίνεται ότι παρέμειναν ουσιαστικά τα ίδια καθ ‘όλη την ιστορία της ελληνικής θρησκείας. Αλλά υπήρξε μια άλλη , και ίσως και παλαιότερης, μεθόδου προσφοράς τροφής σε μια θεότητα, δηλαδή με απλή εναπόθεση, αφήνοντάς την τροφή σε κάποιο βολικό και ευπρεπές μέρος. Για αυτόν τον τύπο προσφοράς τροφών δεν υπήρχαν αυστηροί κανόνες ως προς το περιεχόμενο και το ποσό. Επιπλέον, ήταν ένας προφανής και απλός τρόπος για να μοιραστείτε ένα γεύμα με κάποιον, δηλ. κάνοντάς του τον χώρο στο τραπέζι. Έτσι, τα Τραπεζώματα προστέθηκαν για να συμπληρώσουν τα φαινομενικά πενιχρά καμένα μέρη του ζώου που λαμβάνουν οι θεοί σε ένα ιερό συμπόσιο. Δεν υπήρχαν αμφιβολίες ότι οι δύο μέθοδοι καθαγίασης, της καύσης και της εναπόθεσης υπήρχαν πάντοτε, δίπλα –δίπλα στην Ελληνική θρησκεία, πριν ακόμη συνδυαστούν με την θυσιά και συνέχιζαν να υπάρχουν δίπλα-δίπλα, π.χ. σε αναίμακτες προσφορές στους θεούς από την μία και τις θυσίες με τα ολοκαυτώματα από την άλλη.
Όσον αφορά την πρόταση ορισμένων ερευνητών ότι τα Τραπεζώματα μπορεί να προέρχονταν από τη λατρεία των νεκρών, προφανώς ως επέκταση και για τους Ολύμπιους από τα γεύματα που είχαν τοποθετηθεί στους τάφους των νεκρών ηρώων, έτσι φαίνεται ότι και αυτή η εκδοχή δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ’ ολοκλήρου. Δηλαδή, όταν αποφασίστηκε να προστεθούν οι μερίδες των θεών στο ιερό γεύμα, η πρακτική των γευμάτων για τους ήρωες μπορεί να χρησίμευσε ως πρότυπο. Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν και άλλα πρότυπα: η οικιακή λατρεία και η πρακτική της εναπόθεσης τροφών στους θεούς στα οικιακά ιερά και τους οικιακούς βωμούς. Ο Πλούταρχος (απόσπ. 95) φαίνεται να συνδέει τα Τραπεζώματα με την Οικιακή λατρεία. Η σκηνή της Οδύσσειας με τον Εύμαιο μας οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Αυτή είναι η απλούστερη εξήγηση και η πιο δίκαια στο Μελέτημα μας σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία. Μια άλλη ένδειξη προς την ίδια κατεύθυνση προκύπτει από τη μάλλον ευρέως διαδεδομένη θεωρία ότι η θυσία έχει την προέλευση της από την λατρεία της Εστίας, της θεάς του Οίκου. Στην αρχή αυτού του Μελετήματος ανέφερα το πρόβλημα του κατά πόσο οι Έλληνες σκέφτηκαν την θυσία ως ένα κοινό γεύμα θεών και ανθρώπων ή απλά ένα γεύμα μεταξύ των ανθρώπων πρωτίστως με την τέλεση της καθαγίασης και της προσφοράς της τροφής στους θεούς.
Υπήρχε μια συνειδητή επικοινωνία με τον θεό στον οποίον προσφέρονταν η θυσία ή απλώς μια ανθρώπινη, το ίδιο και θεϊκή ευσπλαχνία , στις επιτραπέζιες προσφορές μεταξύ των ανθρώπων ; Μπορεί να υπήρχαν και τα δύο αλλά σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι πρώϊμες μαρτυρίες – η ιστορία του Ευμαίου, η εξαπάτηση του Προμηθέως στον Δία, και το γεγονός ότι ένας τόπος ,προφανώς, έγινε στο τραπέζι για τον θεό (Τραπεζώματα), φαίνεται να δείχνει ότι ο θεός θεωρήθηκε ότι ήταν παρών στο γεύμα κατά κάποιο τρόπο. Αργότερα, όταν τα Τραπεζώματα ανατέθηκαν ανοιχτά στον ιερέα και όταν ο Πλούταρχος ομιλεί για την καθαγίαση ενός γεύματος με την απόδοση τροφής στους θεούς πριν αρχίσει το γεύμα, οι ιδέες φαίνεται να έχουν αλλάξει. Ο θεός είναι περισσότερο στο παρασκήνιο, περισσότερο θεατής παρά ένας συμμετέχων στο ιερό δείπνο προς τιμήν του, βρίσκεται όμως πάντα δίπλα στους ανθρώπους, δίπλα στους Έλληνες πρόγονους μας και εμάς που συνεχίζουμε να τιμούμε τους θεούς μας.

Βιβλιογραφια:
Ομήρου Οδύσσεια
Ομήρου Ιλιάδα
Πλούταρχος
Επιγραφικό Μουσείο
David Gill 1974
The Harvard Theological Review
The Greek Cult Table, AJA 1964
Cambridge University Press
Μ.P. Nillson Greek Folk Religion
F. Sokolowski 1955

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu