Ο ΑΠΟΛΛΩΝ, Ο ΗΛΙΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ, ΔΕΛΦΙΚΟ ΚΑΙ ΔΗΛΙΑΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ, Ο ΗΛΙΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ, ΔΕΛΦΙΚΟ ΚΑΙ ΔΗΛΙΑΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η μυθική αφήγηση του βόρειου ταξιδιού του Απόλλωνος και ο τόπος των εορτασμών του στα διάφορα Ελληνικά ημερολόγια, που αντανακλάται στην τοπική τελετουργική πρακτική, φαίνεται ότι αντικατοπτρίζονται ορισμένα στοιχεία της φύσης που εξηγούνται καλύτερα μέσω της σχέσης του Απόλλωνος με τον ήλιο, δηλαδή, την ετήσια ηλιακή κίνηση. Η σχέση αυτή παρατηρήθηκε από πολύ παλιά και χάνεται στις ρίζες της αρχέγονης μνήμης, αλλά μια επιλεκτική ανάλυση θα δείξει ότι η αφήγηση, η παράδοση και το τελετουργικό αντικατοπτρίζουν το πρότυπο της ετήσιας ηλιακής κίνησης εκφρασμένη ως ανασταλτική αναφορά, ως μια μυθική αλληγορία, η ως μια γραμμική αφήγηση που καθορίζεται από την ίδια τη φύση της γλώσσης και το ουράνιο φαινόμενο που περιγράφει. Η ανάλυση των διαφόρων ελληνικών ημερολογίων υποστηρίζει την έννοια των Τροπών του ηλίου ως τις σημαντικότερες στιγμές, όχι ως εορτή καθ΄αυτού αλλά ως Σημείο για την ετήσια ηλιακή κίνηση και η σύνδεσή τους με τον Απόλλωνα αντικατοπτρίζει με ακρίβεια αυτό το γεγονός.

Σύμφωνα με τον Walter Burkert, ένας μύθος μπορεί να οριστεί ως «αφήγηση ως παραμύθι με μια αναφορά σε αναστολή, δομημένη με κάποιο βασικό ανθρώπινο σχέδιο δράσης». Ως εκ τούτου, υπάρχουν δύο κύριες διαστάσεις του μύθου: η αφηγηματική δομή ως «μια συνταγματική αλυσίδα των χαρακτήρων», καθώς και σε μια αναφορά σε ένα φαινόμενο κοινό (αντικειμενικό) πραγματικό όμως, «αρθρωτό, εκφρασμένο , γνωστοποιώντας το». Ο μύθος του βόρειου ταξιδιού του Απόλλωνος πάνω σε ένα άρμα που το έλκουν κύκνοι, η άφιξή του στο μακρινό Βορρά όπου παρεπιδημεί με τον ιερό λαό του, ακολουθούμενος από μια τροπή σε μια στροφή βουνού και η επιστροφή του στο σημείο αναχώρησης, είναι στην πραγματικότητα ένα σχέδιο κατά βάσην ανθρώπινο. Στην ελληνική έννοια ο «Υπερβόρειος Απόλλωνας» είναι μια μεταφορά ενός φαινομένου – η ετήσια κίνηση του ήλιου, με έμφαση στο Ηλιοτρόπιο – δηλαδή η έννοια των θεών, με μυθολογικά λόγια.
Αλλά γιατί να ισχύει αυτή η έμμεση ορολογία; Γιατί όχι άμεση αναφορά στις ηλιακές κινήσεις;
Διότι αρχικά, αναμφίβολα, η χρήση της μυθολογικής έκφρασης δεν ήταν θέμα προτίμησης αλλά απουσίας εναλλακτικών λύσεων. Η ίδια η αντίληψη των αστρονομικών φαινομένων φαίνεται να έχουν διαμορφωτικές παραμέτρους αντί για δογματική οριστική θέση…. Και η μορφή έκφρασης που ταιριάζει καλύτερα σε τέτοιες γενικές διαμορφωτικές παραμέτρους αντίληψης είναι, φυσικά, η αφηγηματική μορφή, μια ιστορία, ο Μύθος για τους προγόνους μας. Σε μια καθαρά προφορική, βασισμένη στη μνήμη παράδοση, δεν θα υπήρχε σε κάθε περίπτωση καμία πραγματική εναλλακτική λύση στην αφηγηματική μορφή.
Το πρότυπο αυτό εφαρμόστηκε ή μάλλον ενσωματώθηκε στο Ελληνικό τελετουργικό, το οποίο αντικατοπτρίζεται στα λειτουργικά ημερολόγια των διαφόρων ελληνικών πόλεων κρατών. Τρεις από αυτές — η Αθήνα, οι Δελφοί και ο Δήλος — αναλύονται σε αυτό το άρθρο.

Ο ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ
Είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες παρατήρησαν τα Ηλιοτρόπια (ηλιοστάσια) τουλάχιστον νωρίτερα από το δεύτερο μισό του (-)πέμπτου αιώνα. Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη Σφήκες 997, και το απόσπασμα του Φιλόχορου απόσπ. 328φ122, το Ηλιοτρόπιο του Μέτωνος, ήταν ένα είδος συσκευής σήμανσης των τροπών του ηλίου (του ηλιοστασίου), και υποστηρίζεται ότι είχε ανεγείρει μια στήλη όπου σημείωσε πάνω της τις του «ἡλίου τροπὰς». Ο Μέτων έστησε το Ηλιοτρόπιο του στον λόφο της Πνύκας στην Αθήνα, από όπου είχε την δυνατότητα να παρατηρήσει και τη Θερινή και τη Χειμερινή τροπή του ηλίου (ηλιοστάσιο), πάνω από τον λόφο του Λυκαβηττού και την κορυφογραμμή του Υμηττού αντιστοίχως.
Όμως ήδη ήταν γνωστές οι «τροπαὶ ἠελίοιο» στην Οδύσσεια Ο,404 του Ομήρου και πιθανόν να αναφερόταν στα Ηλιοτρόπια (ηλιοστάσια), επίσης και ο Ησίοδος είχε σίγουρα επίγνωση του φαινομένου (Εργα και Ημεραι 479, 564, 663).
Σύμφωνα με αυτή την παρατήρηση του Μέτωνος, μπορούμε να αναφέρουμε πώς ο Πλάτων (Νόμοι 12.945ε) συσχέτισε τον «κοινό περίβολο του ήλιου και του Απόλλωνα» με ένα τελετή που σχετίζεται με την θερινή τροπή (ηλιοστάσιο). Τα πραγματικά του λόγια είναι : «τροπὰς ἡλίου τὰς ἐκ θέρους εἰς χειμῶνα», που είναι μια περίεργη διατύπωση για την έκφραση της έννοιας του ηλιοτροπίου (ηλιοστάσιο). Ο Πλάτων γίνεται απλούστερος στο απόσπασμα 6.767γ, όπου χρησιμοποιεί μια κοινή έκφραση, «θερινὰς τροπὰς». Αυτό σχετίζεται κάποιες φορές ως αποδεικτικό στοιχείο για μια κοινή αντίληψη στην εποχή του Πλάτωνος – ότι ο Απόλλων ταυτίζεται με τον ήλιο. Κατά πόσον αυτή η αντίληψη είναι σωστή ή όχι, ο Απόλλων, ο ήλιος, και το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο) συνδέονται σίγουρα μεταξύ τους σε αυτό το απόσπασμα. Η έκφραση του Πλάτωνος επέτρεψε στον Πρόκλο (Θεολ. Πλατ. 6,12) να επιχειρηματολογήσει σθεναρά για την πεποίθησή του στην συσχέτιση του Απόλλωνος με τον ήλιο, βασισμένος ακριβώς πάνω σε αυτό το απόσπασμα. Τόνισε ιδιαίτερα την περιγραφή του Πλάτωνος για ένα «κοινό περίβολο» των δύο θεοτήτων (945ε, βλ. 946δ), ακολουθούμενη από μια δήλωση ότι τρεις άνδρες πρέπει να αφιερωθούν-συμπεριληφθούν στον Θεό (945ε) ή στον Ήλιο (946δ) ή, ενωμένοι για άλλη μια φορά, ο Απόλλων και ο ήλιος (946δ). Φαίνεται πράγματι ότι ο Πλάτων θεώρησε ότι είναι πανομοιότυποι, ή τουλάχιστον παρόμοιοι αρκετά ώστε να μην πιστεύεται ότι είναι απαραίτητο να διακριθεί ο ένας από τον άλλο. Δεν μας δίνει και πολύ χώρο ο Πλάτων να πούμε πολλά σχετικά με τις ιδέες του πάνω στο θέμα του Απόλλωνος και της πανομοιοτυπίας του με τον ήλιο, σύμφωνα με τον ίδιο.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
Ο Μακρόβιος αναφέρει πως το όνομα του Απόλλωνα προήλθε ετυμολογικά από το «ἀποπάλλειν» δηλαδή την εκτίναξη εμπρός των ακτίνων του ήλιου (Σατ. 1.17.7), και επίσης πώς ο Πλάτωνας εξήγησε ότι το επίθετο του Απόλλωνος Ελελεύς (που συνήθως συνδέεται με το ρόλο του ως Θεός της μάχης) πηγάζει από το γεγονός ότι ο ήλιος στην άνοδο του (Ανατολή) συλλέγει άνδρες και τους συγκεντρώνει (1.17.46), αν και ο Πλάτων στην πραγματικότητα εξάγει όνομα του Ήλιου-δωρικά Άλιος-από την «συλλογή» (ἁλίζειν) ανδρών όταν αυτός ανατέλλει, ή επειδή πάντα τρέπεται (ἀεὶ εἱλεῖν) δηλαδή γυρίζει για τη γη στην πορεία του, ή επειδή διαφοροποιεί(ποικίλλειν=αἰολεῖν) τα αγαθά της γης (Κρατ 409aα).
Το όνομα του Απόλλωνα, από την άλλη πλευρά, προήλθε για τον Πλάτωνα από τις διάφορες αρμοδιότητες του, ανάμεσα σε διαφορετικές ετυμολογίες η τελευταία που εξηγεί φαίνεται να είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την μελέτη της παρούσης έρευνα μαα (Κρατ. 405γδ).
Ο Πλάτων, συνδέοντας την κίνηση των ουράνιων σωμάτων με τη μουσική αρμονία, πρότεινε το α στο όνομα του Απόλλωνος που δηλώνει την κίνηση των Ουρανών μαζί (πόλησις) γύρω από τους πόλους, και ταυτόχρονα την αρμονία στην ωδή. Ο Απόλλων είναι η θεότητα που κατευθύνει τόσο την ουράνια όσο και τη μουσική αρμονία (Κρα. 405γδ). Αν και δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Πλάτων φανταζόταν τον ήλιο ως τον ηγέτη της Ουράνιας αρμονίας, οι μετέπειτα ακόλουθοί του όμως σίγουρα φαντάζονταν αυτό ακριβώς, αν και δεν πρέπει να κατηγορηθούν γι ‘ αυτό το συμπέρασμα, διότι είναι προφανές. Για παράδειγμα, ο Ηράκλειτος (Αλλ. 12,3, 13,1) συσχέτισε τις ακτίνες του Απόλλωνος-Ήλιου με την αρμονία των σφαιρών. Επιστρέφοντας στη συζήτηση του Πλάτωνος για την προτεινόμενη θερινή τελετή/εορτή του Ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου), αξίζει να σημειωθεί ότι το Αθηναϊκό νέο έτος ξεκινά την (1η) Α‘ του Εκατομβαιώνος, συγκεκριμένα στην πρώτη θέαση της Νέας Σελήνης μετά το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο). Αυτή η τελετή (Εισαγωγή και Ορκομωσία των νέων Δικαστών), τότε, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του μηνός του Εκατομβαιώνος, μετά το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), πιο συγκεκριμένα, την ημέρα που προηγείται της Πρωτοχρονιάς (Νομ. 6.767 γ:
― ἐπειδὰν μέλλῃ νέος ἐνιαυτὸς μετὰ θερινὰς τροπὰς τῷ ἐπιόντι μηνὶ γίγνεσθαι, ταύτης τῆς ἡμέρας τῇ πρόσθεν πάντας χρὴ τοὺς ἄρχοντας συνελθεῖν εἰς ἓν ἱερὸν καὶ τὸν θεὸν ὀμόσαντας οἷον ἀπάρξασθαι πάσης ἀρχῆς ἕνα δικαστήν, ὃς ἂν ἐν ἀρχῇ ἑκάστῃ ἄριστός τε εἶναι δόξῃ καὶ ἄριστ᾿ ἂν καὶ ὁσιώτατα τὰς δίκας τοῖς πολίταις αὐτῷ τὸν ἐπιόντα ἐνιαυτὸν φαίνηται διακρίνειν ΑΠΟΔΟΣΗ: την παραμονή της ημερας που αρχίζει ο καινούργιος χρόνος, ένα μήνα μετά το θερινό ηλιοστάσιο , κι αφου συγκεντρωθούν σε ένα ιερό, κι αφού ορκισθούν στο θεό, θα διαλέξουν σεν είδος απαρχής, για να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την έκφραση, από κάθε αρχή ένα δικαστή, που θεωρείται ότι ασκεί την εξουσία του με άριστο τρόπο, και που θα φανεί ότι συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να αποδώσει, κατά τον αρχόμενο χρόνο την δικαιοσύνη στους συμπολίτες του όσο το δυνατόπιο συμφωνα με το ανθρώπινο και τον θεϊκό).
Παρουσιάζοντας τον ήλιο σε μια περιγραφή που θα μπορούσε να λειτουργήσει με ικανοποιητικό τρόπο και χωρίς την αναφορά σε αυτόν τον ίδιο (την εισαγωγή έναρξη ενός νέου έτους σε έναν μήνα ιερό του Απόλλωνος), ο Πλάτων σκόπιμα προσθέτει ένα «φυσικό» θεμέλιο για την τελετή του [(η ετήσια κίνηση του ήλιου με αποκορύφωμα το βόρειο Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο)]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο και οι δύο θεότητες πρέπει να προσεγγιστούν, και είναι ο λόγος για τη δημιουργία του κοινού «περίβολου» τους. Αν ο Πλάτωνας θεωρεί τον Απόλλωνα πανομοιότυπο με τον ήλιο, γιατί να αναφέρει ρητά και τα δύο, καθώς ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε ήδη συσχετιστεί με —ή τουλάχιστον — το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο);
Προτείνω ότι είναι ακριβώς η «ηλιοτροπική» πτυχή του Απόλλωνα που ο Πλάτων επιθυμούσε να τονίσει, ακολουθώντας μια παράδοση που προέρχεται τουλάχιστον από την εποχή του Αλκαίου (Αλκ. 307γ). Μια άλλη πηγή, ομολογουμένως μεταγενέστερη, προτείνει την συσχέτιση του Απόλλωνος-θερινού Ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου) και του Ήλιου. Το βυζαντινό Λεξικό «Λέξεις ῥητορικαί» γράφει ότι ο Αθηναϊκός μήνας του Εκατομβαιώνος, ο πρώτος μήνας του Αθηναϊκού έτους, έλαβε το όνομά του από τον Απόλλωνα-ήλιο, λόγω του ότι έκανε έναν «Μέγα δρόμον», το οποίο είναι σίγουρα ένας υπαινιγμός για το θερινό Ηλιοτρόπιο «ηλιοστάσιο» (Ι. 247.1,6 Ανέκδοτα Ελληνικά. ἑκατομβαιών • δείτε τις ίδιες καταγραφές σε Eτυμ. Mέγα 321.4, 12 λήμμα: ἑκατομβαιών και Ἑκατομβαιὼν). Εδώ βρίσκουμε μια ρητή ταυτοποίηση του Απόλλωνος με τον ήλιο, ο οποίος ήταν μια κοινή αντίληψη των Βυζαντινών χρόνων, ακολουθούμενη από την συγκρητιστική παράδοση της Υστερης Αρχαιότητος. Πληροφορούμαστε περαιτέρω από τον Ησύχιο (1270 λήμμα) ότι οι Αθηναίοι γνώριζαν έναν Απόλλωνα Ἑκατόμβαιος, ο οποίος είναι επίσης γνωστός στη Θεσσαλία (SEG 36:548) και στη Μύκονο, όπου μια θυσία στον Απόλλων Ἑκατόμβιος προσφέρεται στην 7η του Εκατομβαιώνος (Συλλ. Επιγρ. 3 1024). Τα Σπαρτιατικά Υακίνθια, αφιερωμένα στον Υακίνθιο και τον Απόλλωνα, πραγματοποιούνται στον Λακωνικό μήνα Εκατομβεύς που ταυτίζεται με τον αθηναϊκό Εκατομβαιώνα. Επιπλέον, το λεξικό ισχυρίζεται ότι οι πρώτοι Αθηναίοι γεννήθηκαν από τη γη και τον ήλιο, και δεδομένου ότι ο Απόλλωνας είναι πανομοιότυπος με τον ήλιο, μπορεί να αποκαλείται πρόγονός τους (σελ. 291.33 – 292.3 λήμμα. Πάτριος Ἀπόλλων Ἀθηναίοις διὰ τί ἐστιν • Συγκρίνετε την αντίληψη του Πλάτωνος (Ευθύδ. 302) για τον Απόλλωνα ως προπάτορα των Αθηναίων στην καταγραφή της τραγωδίας του Ίωνος (η έννοια δίνεται ως εναλλακτική στο λεξικό, 292.3,6 , στον Πλατ. Ευθύδ. 2.369και στον Αρπ. Λεξικό: Ἀπόλλων πατρῷος Σφήκες Αριστοφάνους 1527.
Ήταν φυσικό, φαίνεται, να συσχετίζεται ο μήνας Εκατομβαιών ως ιερός με τον Απόλλωνα με τον ήλιο αλλα και το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), και η ταυτοποίηση του Απόλλωνα με τον ήλιο ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Η σύνδεση του Απόλλωνα με τα Ηλιοτρόπια (ηλιοστάσια) είναι εξαιρετικά σημαντική και δείχνει την αρχέγονη προέλευσή του ως ηλιακή θεότητα. Αλλά τι γίνεται με την «πραγματική» τελετή-εορτή του θερινού Ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου) στην Αθήνα, εκτός από την πρόταση –αντίληψη του Πλάτωνος;
Γνωρίζουμε ότι το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο) σημειώθηκε στον μήνα Σκιροφοριώνα την 13η ημέρα της σελήνης του -432 έτους, στον τελευταίο μήνα του Αθηναϊκού έτους, μεταξύ του Θαργηλιώνος και του Εκατομβαιώνος. Την προηγούμενη ημέρα, την 12η του Σκιροφοριώνος, ήταν η ημέρα της εορτής «Σκίρα» όπου η ιέρεια της Αθηνάς, μαζί με τους ιερείς του Ποσειδώνα και του ήλιου, κάτω από ένα σκειάδιο πήγαν σε πομπή από την Ακρόπολη προς το Σκίρον (Αρπ. Σουϊδ.623). Αυτή η εορτή είχε σίγουρα σχέση με το θερινό Ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο).

Ο ΔΕΛΦΙΚΟΣ «ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ» — Ο ΜΗΝ ΑΠΕΛΛΑΙΟΣ
Από πού προήλθε αυτή η ηλιοτροπική «θεότητα»; Μια ηλιακή θεότητα όπως καλείται συνήθως — όχι όμως χωρίς κάποια αιτιολόγηση — ο Υπερβόρειος Απόλλων αναφέρεται από τον Αλκαίο (γεννημένος το -620), αλλά δυστυχώς μόνο σε μια περίληψη θραύσματος που διατηρήθηκε από τον ρήτορα του τέταρτου αιώνα, τον Ιμέριο (Απ.48.10/11). Ο Αλκαίος, ή μάλλον ο Ιμέριος, περιέγραψε το άρμα με τους κύκνους του Απόλλωνος, με το οποίο ο θεός πέταξε αμέσως μετά τη γέννησή του στη γη των Υπερβορείων, και από την οποία επέστρεψε στους Δελφούς στα μέσα του θέρους. Το «μέσο του θέρους» (θέρους το μέσον) πιθανώς αναφέρεται στο θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), το οποίο είναι μάλλον περίεργο υπό την έννοια της ηλιακής κίνησης, επειδή ο ήλιος μπορούσε μόνο να «πάει στους Υπερβόρειους», που είναι στα βόρεια, στο θέρος, και να επιστρέψει στο νότο το χειμώνα. Αν ο Ιμέριος καταλάβαινε σωστά τους στίχους του Αλκαίου, τότε ο Απόλλωνας ήταν με τους Υπερβόρειους για ένα ολόκληρο έτος, οπότε θα πρέπει να είχε πετάξει προς αυτούς πάνω στο άρμα με τους κύκνους του το προηγούμενο θερινό ηλιοτρόπιο «ηλιοστάσιο», κάτι που βγάζει περισσότερο νόημα. Από την άλλη πλευρά, πιθανότατα επέστρεψε στους Δελφούς στο χειμερινό ηλιοτρόπιο «ηλιοστάσιο», όταν έπρεπε να φύγει από τον μακρινό Βορρά. Η επιστροφή του Απόλλωνα στους Δελφούς, αν διαβάσουμε την περιγραφή του Αλκαίου ως έχει, θα είχε συμβεί τον μήνα του Απελλαίου, τον πρώτο μήνα του Δελφικού έτους, αρχίζοντας από το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), έτσι ώστε να αντιστοιχεί στθν αττικό Εκατομβαιώνα, που σίγουρα συνδέεται τουλάχιστον με το όνομα του Απόλλωνος, αν και δεν έχουμε καμμία επιβεβαίωση ακόμη για αυτό σε καταγεγραμμένες τελετουργικές δραστηριότητες στους Δελφούς.
Ο ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΒΥΣΙΟΣ — ΤΑ ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΘΑΡΓΗΛΙΑ
Από την άλλη, ο Πλούταρχος (Περ. E 9.389) λέει ότι ο Απόλλων απουσιάζει από τους Δελφούς κατά τη διάρκεια των τριών χειμερινών μηνών, ενώ τα υπόλοιπα τρία τέταρτα του έτους ο θεός είναι στο ιερό του. Έτσι, κατά τη διάρκεια του χειμώνος, οι Διθύραμβοι παίρνουν τη θέση των Παιάνων στη λατρεία του. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Απόλλων βρίσκεται στους Δελφούς τόσο πριν όσο και μετά το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), φεύγοντας μόνο στις «αρχές του χειμώνος» (ἀρχομένου δὲ χειμῶνος). Είναι με τους Υπερβόρειους, προφανώς, κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοτροπίου (ηλιοστάσιο). Αυτή η παράδοση αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι τα γενέθλια του Απόλλωνος εορτάζονται στους Δελφούς την 7η του Βυσίου, τον πρώτο μήνα της άνοιξης στο Δελφικό έτος, η οποία παλαιότερα ήταν η μοναδική ημέρα του έτους που δίδονταν οι Χρησμοί.(Πλουτ. 9.292, Καλλισθένης Απ.Ελ.Ιστ.124F49 και Αναξανδρίδης), που οδηγεί στην αρχέγονη παράδοση. Οι διάφοροι κλασσικιστές προτείνουν ότι αυτή η εορτή είναι πανομοιότυπη με τα Δελφικά θεοφάνια. Άλλοι συσχετίζουν την επιστροφή του Απόλλωνος από τους Υπερβόρειους με την αρχή του Βυσίου. Δεν υπάρχει τρόπος να εξισορροπήσουμε αυτές τις δύο παραδόσεις, δεδομένου ότι ο Βύσιος δεν θα μπορούσε ποτέ να αναφερθεί ως το μέσο του θέρους, είτε αυτό να σημαίνει το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο) είτε όχι. Αλλά η Επιφάνεια του Απόλλωνος πιθανότατα εορτάζεται στην Αθήνα στα Θαργήλια (κατά τη διάρκεια του δεύτερου εαρινού μήνα του Αθηναϊκού έτους), επίσης και τα γενέθλιά του, αφόσον ο Iστρος (334φ50) περιγράφει το τελετουργικό των Φαρμακών που πλαισίωναν τα Θαργήλια στο πρώτο βιβλίο των Επιφανειών του. (Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς 1,63 τοποθετεί το τελετουργικό την 23η ή το 24η του Θαργηλιώνος, δεκαεπτά ημέρες πριν το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), τα γενέθλια του Απόλλωνος στην 7η του Θαργηλιώνος, και την Επιφάνεια του) — 31 ή 32 ημέρες πριν από το θερινό ηλιοτρόπιο ( ηλιοστάσιο). Στην πραγματικότητα, ολόκληρος ο μήνας είναι ιερός για τον Απόλλωνα και η εορτή των Θαργηλίων είναι επίσης αφιερωμένη στον ήλιο και στις Ώρες, που υποδηλώνουν την ταυτότητα του Απόλλωνος και του ήλιου, ή τουλάχιστον του Απόλλωνος που συνδέεται με το Αθηναϊκό θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο) [SEG 33:115 τῶι Ἡλίωι καὶ ταῖς  Ὥραις καὶ τῶι Ἀπόλλωνι]. Οι σχοολιαστές χρεώνουν την ταυτότητα του Απόλλωνος–Ήλιου στον Αριστοφάνη, (Ειρ. 409, Πλ.8, Νεφ.595), που δεν μας λένε και πολλά για την γνώμη του Αριστοφάνους. Ο Απόλλων και ο Ήλιος σχετίζονται με τα Βοιωτικά Δαφνηφόρια, μια εορτή όμοια με τα Δελφικά Στεπτήρια, που εορτάζεται στο θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), και με μια χάλκινη σφαίρα που συμβολίζει τον ήλιο (Απόλλων) και με ειρεσιώνες που συμβολίζουν τις 365 ημέρες του έτους, αλλά η πηγή για αυτή την τεκμηρίωση, (Πρόκλος), είναι μεταγενέστερη και ο Πρόκλος είναι γνωστός για τις συγκρητιστικές τάσεις του. Η εορτή σχετίζεται με την 7η του Θαργηλιώνος. Ο μην του θερινού ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου) στην Απολλωνία (Δυρράχιο και Δωδώνη) είναι ο Αλιοτρόπιος και απαντά στον αττικό Θαργηλιώνα. Έτσι, η Αθηναϊκή παράδοση είχε πράγματι σχέση με την Επιφάνεια του Απόλλωνος και το καλοκαίρι, αν όχι το θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο), ενώ η παράδοση των Δελφών, σε αντίθεση με αυτό καταγράφεται στους στίχους του Αλκαίου, συνδέεται με την Άνοιξη.
Υπάρχει κάτι άλλο να πούμε για την απουσία του Απόλλωνος και την επιστροφή στους Δελφούς;
Υπο την ημερολογιακή έννοια , όχι πολλά, δυστυχώς. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο παρακλάδι της παράδοσης, η Μυθολογία. Έτσι, ο Εκαταίος από τα Άβδηρα (-4ος αιώνας Αποσ. 264φ7), σε μια πολύ-επαναλαμβανόμενη και γνωστή ιστορία που γνωρίζουμε κυρίως μέσω του Διόδωρου, αναφέρει πως «ο θεός (Απόλλων) επισκέπτεται το νησί κάθε δεκαεννιά χρόνια,» το οποίο το συσχετίζει με τον Μετωνικό κύκλο , υπονοώντας ότι φεύγει από τους Δελφούς για το Βορρά. Αυτό πρέπει να σημαίνει ότι ο Εκαταίος σχετίζει τον Απόλλωνα με τον ήλιο, και επιπλέον, με τον ρόλο του στο ηλιακό έτος ως ρυθμιστή του ημερολογίου. Σε ένα άλλο μέρος, ο Εκαταίος αποκάλεσε αυτό το νησί, το οποίο έμεινε ανώνυμο στην καταγραφή του Διόδωρου, Ελίξοια νήσος, πιθανώς σε σχέση με τον αστερισμό της μεγάλης Άρκτου, Ελίκη (Αποσπ. 264φ11α). Τόσο η Ελίκη όσο και, κατά συνέπεια, η Ελίξοια, αντλούν την ονομασία τους από το ρήμα ἑλίσσω, «στρέφομαι γύρω ή γύρω από» .Ο Εκαταίος, (Αποσπ.264φ11αβ, λήμμα: Ἑλίξοια και Καραμβύκαι) ονομάζει τους κατοίκους της Ελιξοίας, οι Υπερβόρειοι Καραμβύκαι, ονομασία προερχόμενη ενός ποταμού, του Καραμβύκα, το όνομα αυτό πρέπει να συνδέεται με το ακρωτήρι Καραμβίς στην Παφλαγονία, που βρίσκεται απέναντι από την «Ελίκη την Άρκτο », εκτεθειμένη στον Βορέα. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη στην έκφραση «να ελίσσει [το άρμα] γύρω από το διπλό πόλο», τέρμαθ ἑλίσσέμεν (Ιλιάς Ψ309),… ἑλίξας (Ιλιάς Ψ 466), ενώ ο Eυριπίδης Φαέθων 3 το χρησιμοποιεί σε μια κατασκευή που σχετίζεται με την κίνηση του άρματος του ήλιου: Ἥλιε, θοαῖς ἵπποισιν εἱλίσσων φλόγα. Ο Ηράκλειτος περιέγραψε την Άρκτο ως «σχηματίζουσα τα όρια του πρωινού και του βραδινού», Ἠοῦς καὶ ἑσπέρης τέρματα ἄρκτος (Στρ. 1.1.6), και μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι η Ελίξοια σήμαινε στον Εκαταίο «το νησί της τροπής», δηλαδή, «το νησί του ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου)», συνδυάζοντας τη φύση του με τον αστερισμό που σηματοδοτεί την τοποθεσία όπου τα «μονοπάτια της ημέρας και της νύχτας συναντιούνται» (Οδ. Κ 86), και με την ετήσια τροπή του ήλιου γύρω από το ηλιοτροπικό «τέρμα».
Όσον αφορά την συσχέτιση του αστερισμού της μεγάλης Άρκτου με τα όρια της ετήσιας ηλιακής κίνησης, που μερικές φορές περιγράφεται ως «διπλό σημείο», θα μπορούσε κανείς να επιφέρει πολλά χωρία από το έργο του Φέστους Αβηϊνού. Έτσι, στο Άπ. Αρ. 649, 650 περιγράφει αυτό που φαίνεται να είναι μια παραπομπή στο θερινό ηλιοτρόπιο (ηλιοστάσιο): «όταν (Φοίβος)] φέρνει πίσω την ημέρα καθώς προσεγγίζει τα όρια της Άρκτου».
Στην Περ. Σφ. Της Γης 761, 763, ομοίως, διαβάζουμε: «εκεί, (στη Θούλη) όταν η φωτιά του Φοίβου αγγίζει τη μεγάλη Άρκο, κάτω από τη λαμπερή νύχτα, ο τροχός του ήλιου καίει με συνεχείς φλόγες, και η νύχτα, πρόθυμη να γίνει ίση, οδηγεί στη φωτεινή ημέρα»).
Στο τελευταίο απόσπασμα ο Αβηινός συσχετίζει την θερινή ηλιοτροπική ημέρα των 24 ωρών στη Θούλη με την «συνάντηση» του ήλιου στη μεγάλη Άρκτο, το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ότι είχε κατά νου τον Αρκτικό κύκλο που καθορίστηκε από τα άστρα σε αυτόν τον αστερισμό.
Και τα δύο χωρία — το ένα από την Περιγραφή απευθείας — προέρχονται από το έργο του, το οποίο λέει: «εκεί (στη Θούλη) όταν ο ήλιος κατευθύνεται προς τον πόλο της Άρκτου…» Με αυτή τη περιγραφή αμέσως βγάζουμε το συμπέρασμα ότι ο ήλιος προσεγγίζει το Βορρά. «Ο πόλος της Άρκτου» είναι απλά ο Βόρειος Πόλος, αλλά η συσχέτιση της φράσης με την Θούλη ως το νησί του ηλιοτροπίου (ηλιοστασίου) πιθανότατα οδήγησε τον Αβιήνο ― ο οποίος σίγουρα γνώριζε την πρώιμη Ιωνική αστρονομία ― να το συνδέσει πιο ρητά με την Άρκτο , δηλαδή τον Αρκτικό κύκλο της Άρκτου.
Στον Ψευδο-Αριστοτέλη Περί Νείλου (Απ. 646φ1) διαβάζουμε ότι κατά τη διάρκεια του θέρους («ο ήλιος προσεγγίζει την Άρκτο»), το οποίο πιθανώς σημαίνει ότι προσεγγίζει το Βορρά. Όταν ο Διόδωρος , ή μάλλον η πηγή του, ο Τιμαίος, τοποθέτησε τη Βρετανία ακριβώς κάτω από την Άρκτο (ὑπ ‘ αὐτὴν τὴν ἄρκτον, (Απ. 566φ164), μάλλον δεν είχε σκεφτεί τον Αρκτικό κύκλο (σύγκρινε τον – ή την τοποθέτηση της Γαλάτης από τον Ποσειδώνιο)-ή το βορειότερο τμήμα της, κάτω από τις Άρκτους στο Απ. 87 φ116), αλλά η πηγή του, σίγουρα δεν ήταν ο Πυθέας, απλώς είχε κατά νού μόνο αυτό στο μυαλό του. Ο Νόνος μίλησε για τη νύσσα του ζωδιακού κύκλου, που είναι ταυτόσημη με τα τροπικά σημεία (η έννοια είναι αμφίβολη) και από «Βορειάς νύσσα» όπου κινείται οι Άρκτοι , οι οποίες μπορούν να συσχετιστούν με την «ὑψιτενής νύσσα». Έτσι, η Άρκτος καθορίζει το βόρειο όριο του ταξιδιού του ήλιου. Το «οὖρος αἰθρίου ∆ιός» του Ηρακλείου είναι ένα άλλο όριο του πρωινού και του βραδινού -δηλαδή το νότιο όριο . Ο Ηρακλείτος ισχυρίζεται ότι ο ήλιος δεν υπερβαίνει τα «κατάλληλα όρια» «τοὺς ὅρους– ὅρους ἑαυτοῦ ή εἱμαρμένους», σε ένα αντίστοιχο απόσπασμα του Πλουτάρχου διακρίνουμε «όρους» τα οποία είναι σίγουρα μια μνεία για τα ηλιοτρόπια (ηλιοστάσια) Έτσι θα έκανε το «οὖρος αἰθρίου ∆ιός» το αντίθετο όριο από την Άρκτο, μια παραπομπή στο χειμερινό τροπικό.
Ο Αλκαίος και ο Ηράκλειτος δεν ήταν οι μοναδικοί συγγραφείς που περιέγραψαν το ταξίδι του Απόλλωνα προς το Βορρά και την απουσία του από τους Δελφούς (υπονοούμενο το δεύτερο). Ο Κικέρων (3,57) ισχυρίστηκε ότι ο «τρίτος Απόλλωνας», ο Υιός του Διός και της Λατώνας, σύμφωνα με την παράδοση, «ήρθε στους Δελφούς από τη γη των Υπερβορείων», το οποίο φαίνεται να αντιπροσωπεύει μια παράδοση παρόμοια με αυτή που ανέφερε ο Αλκαίος. Η Κλαύδιος (Περ. Αστ. 26,27) περιγράφει πώς ο Απόλλωνας αφήνει τους Δελφούς για την Υπερβορεία και τους βωμούς του, μόνο για να επιστρέψει από τα Ριφαία Όροι σε ένα άρμα που το έλκουν γρύπες (30,31), αντικαθιστώντας τους κύκνους. Αυτές είναι οι μοναδικές δυο αναφορές που περιγράφουν την διαδρομή Δελφοί και Υπερβόρεια. Ωστόσο, γνωρίζουμε και από άλλες πηγές ότι ο Απόλλων επισκέφθηκε αυτή την υπέροχη βόρεια χώρα. Έτσι ο Άβαρις, ένας μυθικός χαρακτήρας, που έχει γράψει ένα ποίημα για την άφιξη του Απόλλωνος στους Υπερβόρειους (Σουϊδ. Ἄβαρις), ανέφερε πως ο Απόλλων ταξίδεψε στην Υπερβορεία ξεκινώντας από τη Λυκία, ενώ ο Σιμίας της Ρόδου υπαινίχθηκε ότι επισκέφθηκε τους Υπερβόρειους ξεκινώντας από τη Βαβυλώνα και περιέγραψε περαιτέρω την παραμονή του Απόλλωνα στην Υπερβορεία ως ένα είδος εξορίας, όχι ως τακτικό περιστατικό. Άλλες πηγές μιλούν για την παρουσία ή την απουσία του Απόλλωνα στο μαντείο των Δελφών. Ο Καλλίμαχος διακρίνει τους ψευδείς από τους αληθινούς χρησμούς λόγω της παρουσίας (ἐπιδημέω) και της απουσίας (ἀποδημέω) των θεοτήτων. Και τώρα που συζητάμε για τους Δελφούς, αυτό ισχύει μόνο για τον Απόλλωνα Τα αρχαιολογικά ίχνη του βόρειου ταξιδιού του Απόλλωνα είναι μάλλον πολύ δύσκολο να βρεθούν. Οι αρχαιολόγοι (1950)έχουν αναγνωρίζει την επιστροφή του Απόλλωνα από την Υπερβορεία σε ένα ιμάντα ασπίδας από την Ολυμπία που χρονολογείται στις αρχές του (-)έκτου αιώνα, εκεί ένας μουσάτος Απόλλωνας που κρατά μια κιθάρα προσεγγίζει την Αρτέμιδα κρατώντας ένα κλαδί (αντιπροσωπεύεται το δέσιμο μεταξύ τους). Αυτή η εικόνα φαίνεται πολύ γενική για να μου επιτρέψει να την συμπεριλάβω ανάμεσα στις αναπαραστάσεις του Υπερβορείου Απόλλωνος. Το άρμα με τους κύκνους του Απόλλωνος δεν ήταν πολύ δημοφιλές στην τέχνη, αφού δεν απεικονίζεται σχεδόν ποτέ να το χρησιμοποιεί. Από την άλλη πλευρά, ο σπαρτιάτης εταίρος του φαίνεται να το χρησιμοποιεί συχνά, αν και ο Φιλοστρατος (14) είναι η μοναδική μας πηγή που αναφέρει ότι ο Υάκινθος φέρεται οχούμενος από το άρμα με τους κύκνους του Απόλλωνος. (Αναφέρει το γεγονός ενώ περιγράφει έναν πίνακα). Υπάρχουν περιστασιακές εμφανίσεις του θέματος στην ετρουσκική τέχνη από το τέλος του (-)έκτου αιώνα και μετά, όπου απεικονίζουν το Απόλλωνα που κρατά ένα κλαδί δάφνης, ιππεύει ένα αλογάκι και ο Υακινθος είναι οχούμενος από εναν κύκνο. Ο Υάκινθος, είναι στενά συνδεδεμένος με τον Απόλλωνα και την λατρεία του, στην λατρεία του Λακωνικού Απόλλωνα. Τέλος, επιστρέφοντας σε λογοτεχνικές πηγές, βλέπουμε πώς η Σαπφώ (απόσπ. 208) και ο Πίνδαρος (απόσπ. 262) έχουν στολίσει τον Απόλλωνα με χρυσά μαλλιά και λύρα και τον περιγράφουν ως «οχούμενον πάνω στους κύκνους του (κύκνοις ἔποχον) στο όρος Ελικών». Εδω αποδίδεται ως «μεταφέρεται από κύκνους». Αυτή η απόδοση υποδηλώνει ότι ο Απόλλωνας χρησιμοποιεί ένα άρμα που το έλκουν κύκνοι αλλά «ἔποχος» έχει την έννοια ότι «τοποθετείται πάνω σε κάτι», είτε ένα άλογο είτε ένα άρμα. Από την άλλη πλευρά, διαφαίνεται ότι ο θεός μεταφέρεται όχι από έναν μόνο κύκνο αλλά πολλούς, και το κύκνειο-άρμα του φαίνεται να εξηγεί αυτό το απόσπασμα με ικανοποιητικό τρόπο. Η άφιξή του στο όρος Ελικών και όχι στους Δελφούς δεν υποδηλώνει την αναχώρηση και την άφιξη της θεότητας και αναφέρεται μόνο ως απόδειξη για την ύπαρξη του άρματος των Κύκνων του Απόλλωνος εκτός του πασίγνωστου ποιήματος του Αλκαίου.
Ο ΔΗΛΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ
Ύστερα από την ανασκόπηση των Αθηναϊκών και Δελφικών τεκμηρίων, παραμένει να αναλύσουμε το ημερολόγιο της Δήλου. Σύμφωνα με τους Δήλιους (και τους Αθηναίους), ο Απόλλων γεννήθηκε την Ζ’ (εβδόμη) του Θαργηλιώνος. (Απολλόδωρος Απόσπ. 244φ37, και ο Φαρνέλ πιστεύει ότι αυτή είναι η ημερομηνία των Δηλίων – Απολλώνιων, ονομάζοντας την εορτή Δήλια Θαργήλια). Προσθέτει ότι η καταγραφή Θεόφραστου για τον Απόλλωνα, προς τιμήν του οποίου οι Αθηναίοι εορτάζουν την Θαργήλια με χορείες γύρω από το ναό του Απόλλωνος Δηλίου, απευθύνεται σε αυτην την εορτή, αλλά είναι πιο πιθανό να απευθύνεται στα Αθηναϊκά Θαργήλια.
Παρόλα αυτά, ο δηλιακός μήν του Θαργηλιώνος αντιστοιχεί στον Αθηναϊκό Θαργηλιώνα. Οι μελετητές τον συνδέουν με την ανοιξιάτικη Επιφάνεια του Απόλλωνος.
Όσον αφορά την αναχώρηση του Απόλλωνα από και την άφιξη στη Δήλο, στην πρώτη θέση έχουμε τη μαρτυρία του Μέναδρου του Ρήτορος (Περί Επιλεκτικών 1,4), ο οποίος, γράφοντας περί των αποπεμπτικών ύμνων, λέει ότι παραδίδονται επί πραγματικών ή υποτιθέμενων αναχωρήσεις των θεών, όπως η αναχώρηση του Απόλλωνα (ἀποδημία) από τη Δήλο. Αυτή η αναχώρηση του Απόλλωνα θα μπορούσε να συσχετιστεί με την επίσκεψή του και την κατοίκησή του στους Υπερβόρειους κατά τους χειμερινούς μήνες. Δεύτερον, είτε ο Απόλλων ξεχειμωνιάζει στη Λυκία και αναχωρεί για τη Δήλο την άνοιξη είτε το καλοκαίρι, ή αν είναι στη Λυκία φεύγει το χειμώνα, αυτή η χώρα είναι αδιανόητη ως χειμερινή κατοικία για κάποιον που συνήθως διαμένει στη Δήλο, καθώς η Δήλος είναι αδιανόητη ως χειμερινή κατοικία για κάποιον που διαμένει στη Λυκία. Πρέπει να υπήρχε κάποια σύνδεση μεταξύ της Λυκίας και της Υπερβορείας, και την βρίσκουμε στην προσωπικότητα του Ολήνος. Ο «Ωλήν της Λυκίας» ήταν ένας πρώιμος Έλληνας ποιητής που ήρθε στη Δήλο και έγραψε έναν ύμνο για την Ώπη και την Άργη (Καλλ.. 305,306). Ερχόμενος από τη Λυκία, έγραψε επίσης έναν ύμνο για Ειλείθυια που υμνούνταν από τους Δηλιανούς (Παυσαν. 1.18.5, 8.21.3, 9.27.2), και έναν ύμνο για την Αχαεία, για την οποία ισχυρίστηκε ότι είχε φθάσει στον Δήλο από την Υπερβορεία (5.7.8). Ο Αλέξανδρος Πολυίστωρ (απόσπ. 273φ64) ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Ωλή ήταν ένας Λυκιανός, αλλά η Σουϊδα (Ὠλήν), αν και επικαλούμενη τόσο τον Καλλίμαχο όσο και τον Αλεξάντερ, ανέφερε ότι μπορεί να ήταν Υπερβόρειος. Επιπλέον, ο Παυσανίας γνώριζε για έναν Υπερβορειο Ωλήν, ο οποίος ουσιαστικά καθιέρωσε το μαντείο στους Δελφούς και ήταν ο πρώτος μάντης, παραθέτει μια ντόπια ποιήτρια την Βοιώ, η οποία έγραψε έναν ύμνο στους Δελφειους στους οποίους τραγούδησε την εκδήλωση (10.5.7,8). Έτσι, είτε υπήρχαν δύο Ωλήν που συσχετίστηκαν με τα μεγαλύτερα Απολλώνια ιερά, ένα από στη Λυκία και το άλλο στην Υπερβορεία, ή υπήρχε μόνο ένας. Αλλά ποιος είναι ο «αυθεντικός»; Τόσο η Λυκία όσο και η Υπερβορεία συσχετίστηκαν με τον Απόλλωνα, αλλά όταν μιλώντας για «ξεχειμωνιάσεις» και «αφίξεις» κάποιος οδηγείται στο να στηρίξει την Υπερβορειανή αιτία. Το τρίτο μας στοιχείο των αποδεικτικών τεκμηρείων σχετικά με την άφιξη του Απόλλωνα στη Δήλο από το Βορρά αποτελείται από μια παράδοση σύμφωνα με την οποία η έγκυος Λητώ έφτασε στη Δήλο μετά από δώδεκα ημέρες και νύχτες ταξιδιού από την Υπερβορεία, αν και δεν βρίσκουμε τα μέσα της μεταφορά της εκτός από τη μορφή του λύκου που είχε πάρει(Αριστ. 6.35, Αιλ. 4.4).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Καταλήγοντας στην έρευνα μετά από τα διαθέσιμα στοιχεία, δυστυχώς εξακολουθούμε να έχουμε μείνει με το «μέσον του θέρους» ως την μόνη πληροφορία του ημερολογίου μας σχετικά με την άφιξη του Απόλλωνος από το Βορρά στους Δελφούς. Το όνομα του τοπικού μήνα θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, στην περιγραφή του Αλκαίου. Αφού επανεξέταζα μερικά από τα στοιχεία που μόλις περιγράψαμε, ο συγγραφέας Ολμστεντ» (’94, 137) κατέληξε στο συμπέρασμα «ότι η σχέση του Απόλλωνα με τον ήλιο μπορεί να «ήταν μια αρχαία πτυχή της σχέσης του με το μεσο του θέρους και τη συγκομιδή», σε αντίθεση με τον Φαρνέλ, ο οποίος συμπέρανε «ότι ο Απόλλων-ήλιος ήταν ένα μεταγενέστερο υποπροϊόν στην Ελληνική θρησκεία» (’07, 144).
Μέσω μιας ανάλυσης του Αθηναϊκού, του Δελφικού και του Δηλιακού ημερολογίου, μαζί με τις λογοτεχνικές πηγές που σχετίζονται με το θέμα, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ετήσια κίνηση του ήλιου, που αντανακλάται στην αλλαγή των εποχών, καθορίζεται από την οργάνωση του σύμπαντος, η συμπεριφορά του Απόλλωνα ορίζεται από ορισμένους κανόνες όσον αφορά την μυθολογική αφήγηση, με αποτέλεσμα ένα πρότυπο της ετήσιας ηλιακής κίνησης που μπορεί να οριστεί μεταφορικά — ή, δεδομένου ότι ο μύθος μπορεί να οριστεί ως αλληγορία στο αφηγηματικό επίπεδο , τίθοντας το ως μυθικό.

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu