ΤΑ ΒΟΙΩΤΙΚΑ ΔΑΙΔΑΛΑ

ΤΑ ΒΟΙΩΤΙΚΑ ΔΑΙΔΑΛΑ

Στο αρχέγονο προγονικό ημερολόγιο των Βοιωτών, ο μήνας Αλαλκομένιος αρχικώς ήταν ο δωδέκατος στη σειρά και ταυτιζόταν με τον Ποσειδεώνα στην Αττική. Στα εμβόλιμα χρόνια του κύκλου των Βοιωτών υπήρχε ο δέκατος τρίτος μήνας ή ο εμβόλιμος και αυτός ήταν ο Αλαλκομένιος Β΄. 
Ο Ιερός Γάμος του Διός και της Ήρας, των Βοιωτών, αυτή την εποχή βρισκόταν στον πυρήνα μιας πολύ γνωστής εορτής, αυτής των Δαιδάλων. Η εορτή συνδυαζόταν με τελετή «ιεράς πυράς».
Η Ήρα, μαλωμένη με τον Δία, τον εγκατέλειψε και κρύφθηκε στον Κιθαιρώνα. Ο Ζεύς, που μάταια την αναζητούσε, δέχθηκε τη συμβουλή του Βοιωτού Αλαλκομένους να προσποιηθεί ότι νυμφεύεται άλλη.
Έκοψε «πάγκαλην δρύν» και κατασκεύασε ξόανο που το στόλισε σαν νύφη. Η Ήρα, βλέποντας από τον κρυψώνα της τη γαμήλια πομπή, στην οποία μετείχαν και Βοιωτοί με αυλούς, ώρμησε στη γαμήλια άμαξα και άρπαξε τη «νύφη» που καθόταν στο πλευρό του Διός. Μόλις βεβαιώθηκε ότι ήταν άψυχο ξύλο, συμφιλιώθηκε με τον Δία και η γαμήλια πομπή συνεχίσθηκε με νύφη την ίδια την Ήρα. Στο τέλος η ζυλότυπη Ήρα έκαψε το ξόανο.
Οι Πλαταιείς έλεγαν ότι η εορτή των Δαιδάλων γινόταν (κατά χρονικά διαστήματα όχι αυστηρά ωρισμένα, συνήθως κάθε πέντε εώς επτά χρόνια) σε ανάμνηση της συμφιλιώσεως του Διός και της Ήρας, έτσι πήγαιναν στο δάσος των δρυών τν Αλαλκομενών και εξέθεταν κομμάτια βρασμένου κρέατος• περίμεναν έπειτα ένα κοράκι να αρπάξη κάποιο κομμάτι από αυτά και να πετάξει σε ένα δένδρο• έκοβαν τότε το δένδρο αυτό και με το ξύλο του έκαναν το δαίδαλο, δηλαδή, το ξόανο, το οποίο χρησιμοποιούσαν στην εορτή που την ονόμαζαν «Δαίδαλα μικρά». Στα «μεγάλα Δαίδαλα», που γίνονταν κάθε εξήντα χρόνια, στην καρδιά του χειμώνα , στο μήνα Αλαλκομένιο, έπαιρναν μέρος όλες σχεδόν οι βοιωτικές πόλεις. Από το νέο ξόανο που κανονικά ετοίμαζαν οι Πλαταιείς (όπως και τα κατά καιρούς ξόανα των μικρών Δαιδάλων) μεταφερόταν στις όχθες του Ασωπού και στολιζόταν σαν νύφη• το ποτάμι, είναι απαραίτητο για το «νυφικό λουτρό» που πάντοτε ακολουθεί. Από εκεί ξεκινούσε ένα αμάξι με το τελευταίο δαίδαλο, πλάι στο οποίο καθόταν μια γυναίκα ως «παράνυφος», έπειτα κατευθυνόταν σε ιερό του Διός, στην κορυφή του Κυθαιρώνος, και το ακολουθούσαν τα αμάξια των άλλων πόλεων με σειρά που προσδιωριζόταν με κλήρο. Εκεί κάθε πόλη θυσίαζε αγελάδα για την Ήρα και ταύρο για τον Δία και οι ιδιώτες πολλά μικρότερα ζώα.
Στο τέλος άναβαν μια μεγάλη πυρά, στην οποία έκαιγαν όλα τα ξόανα. Η τελετή συνδυάστηκε με τον Ιερό Γάμο του Διός και της Ήρας, η οποία είναι η μεγαλύτερη θεά των Πλαταιών.
Ο Ιερός Γάμος και η ιερά πυρά της Ήρας λάμβαναν χώρα στην καρδιά του χειμώνος, όταν η δύναμη του Ήλιου εξασθενούσε και είχε σκοπό την ευόδωση της βλαστήσεως, αυτό συνέβαινε κοντά στην σύνοδο του Ηλίου και της Σελήνης, αρχικώς την 1η του Γαμηλιώνος σύμφωνα με το Αττικό ημερολογίο πριν την διόρθωση του Σόλωνος, αρδότερα η εορτή μετατέθηκε κατά πάσα πιθανότητα την 27η του αττικού Γαμηλιώνος, όπως δείχνουν οι επιγραφικές μαρτυρίες.

Αφήστε μια απάντηση