ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΠΟΝΔΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΩΝ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΠΟΝΔΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΟΩΝ

ΤΟ ΧΥΣΙΜΟ ΥΓΡΩΝ, η σπονδή, που τώρα δεν υφίσταται (απο τις Ιουδαϊκές Θεοκρατίες Ιουδαϊσμό, Χριστιανισμό , Ισλαμισμό), ήταν κατά τούς προϊστορικούς χρόνους και ίδιαιτέρως μεταξύ τών πολιτισμών τής έποχής του Χαλκού μιά από τίς συνηθέστερες iεροτελεστίες .
Οί πρόγονοι μας χρησιμοποιούσαν, παράλληλα μέ τήν ποιητική λέξη λείβειν, λοιβή, τό σπένδειν, σπονδή αφ΄ ένός καί τό χέειν, χοή αφ΄έτέρου· κατά, χαρακτηριστικό τρόπο τό σπένδειν συνδέεται κυρίως μέ τό κρασί, τό προϊόν τής Μεσογείου· βεβαίως ύπάρχουν έπίσης χοαί με κρασί καί σπονδαί με μέλι, λάδι καί νερό.

Η διάκριση βασίζεται κατ’ άρχήν στόν τύπο του δοχείου καί στόν τρόπο τον όποiο χύνεται τό ύγρό: η σπονδή γίνεται από τήν οινοχόη πού τήν κρατούσαν στό χέρι ή τό κύπελλο καί η ροή είναι ελεγχόμενη, ένώ χοή γίνεται με πλήρη ανατροπή καί κένωση ένός μεγαλύτερου άγγείου που τό κρατούν ή το στηρίζουν στο έδαφος. ‘Η χοή γίνεται γιά τούς νεκρούς καί τούς «χθονίους» θεούς· ωστόσο είναι δυνατόν νά γίνει λόγος καί γιά σπονδή πρός τούς χθονίους.
Κάθε οίνοποσία συνοδεύεται από σπονδή: πρίν πιούμε τό κρασί που θέλουμε γίνεται σπονδή· έτσι είναι καθορισμένο ήδη από την εποχή του Ομήρου σύμφωνα μ’ έναν τυπικό στίχο. Αργότερα κατά τα συμπόσια υπήρχαν συγκεκριμένοι κανόνες, κατά τους όποίους π.χ. έπρεπε νά κάνουν σπονδή από τόν πρώτο κρατήρα στόν Δία καί στούς ‘Ολυμπείους, άπό τόν δεύτερο στούς ήρωες, άπό τόν τρίτο καί τελευταίο στόν Δία τον Τέλειο, ή έπίσης άπό τόν πρώτο στόν «Αγαθό δαίμονα», από τόν τρίτο στόν ‘Ερμή. Κάθε συμποσιαστής είναι έλεύθερος με άλλες σπονδές νά έπικαλεσθή κάποιον θεό.
Μαζί τήν σπονδή γίνεται έπίκληση καί ευχή σέ κάποιον θεό: γεμίζουν τό κύπελλο, γιά νά γίνει ευχή στους θεούς, καί, τό προσφφέρουν γεμάτο στόν καλεσμένο μέ τήν προτροπή νά προσευχηθή με την σειρά του. Γιά νά γίνει μέ άπολύτως σωστό τρόπο η ηκεσία στους θεούς, είναι άπαραίτητη η σπονδή. Οταν ξεκινούν γιά θαλασσινό ταξείδι, άναμειγνύουν κρασί σε κρατήρες καί κατόπιν το αδειάζουν από την πρύμνη στην θάλασσα μέ ευχές και τάματα. Οταν ο Αχιλλεύς στέλνει τον Πάτροκλο στήν μάχη, παίρνει από τήν κασέλα του τό κύπελλο, από το όποίο μόνο αύτος έπινε, το πλένει, πλένει επίσης τά χέρια του, τό γεμίζει κρασί καί κατόπιν εύχεται βηματίζοντας στην αυλή καί χύνει τό κρασί, στρέφοντας τό βλέμμα του πρός τόν ούρανό, γιά νά νικήσει, ο φίλος του καί νά έπιστρέψει άσφαλής. ό Ζεύς βέβαια ικανοποιεί το ένα αλλά αρνείται το άλλο.
Επίσης και κατά την τελετή της θυσίας ζώου οι σπονδές οίνου έχουν την δική τους ορισμένη θέση. Η κραυγή σπονδή! σπονδή! μπορεί νά αποτελεί γενικώς τήν εισαγωγή μιας θυσιαστήριας πράξεως. Στό τέλος της θυσίας χύνουν κρασί πάνω στίς φλόγες του βωμού, οι οποίες καταβροχθίζουν τα υπολείμματα. Ετσι ο θύτης με το κύπελλο της σπονδής στο χέρι πάνω από τον φλεγόμενο βωμό έγινε αγαπητό εικονογραφικό θέμα . Ακόμη και οι ίδιοι οι θεοί παρουσιάζονται με κύπελλο σπονδής στο χέρι σε αγάλματα και ιδιαιτέρως σε ζωγραφικούς πίνακες. Ισως ο ιερεύς να έχυνε στο κύπελλο του θεού, από το οποίο κατόπιν συνέχιζε να χύνεται τό κρασί. ‘Ο θεός κάνει ταυτοχρόνως προσφορά στον έαυτό του ή μάλλον λαμβάνει μέρος στήν ροή που κυλά ήρεμα, μιά συνοπτική εικόνα αύτοεπιβεβαιουμένης εύσεβείας.
Η σπονδή επομένως έχει χωρίς άμφιδολία αντιθετική σχέση μέ τήν αίματηρή θυσία, η οποία προηγείται. Οπως με τε σφάγια αρχιζει ο αγώνας, έτσι οι σπονδές κλείνουν τίς έχθροπραξίες. Δέν ύπάρχει γιά την ανακωχή καί την συνθήκη ειρήνης καμμιά άλλη εύχρηστη λέξη έκτός από την λέξη σπονδαί: «εμείς, η πόλις, εκάναμε. σπονδή», κι αυτό σημαίνει: άποφασίσαμε καί δεσμευθήκαμε. ‘Επίσης η ιερή έκεχειρία κατά τήν διάρκεια των πανελληνίων εορτών, των Ολυμπιακών αγώνων ή των Ελευσινίων Μυστηρίων, είχε αυτό το όνομα· σπονδοφόροι περιέρχονταν την χώρα, γιά να διακηρύξουν καί νά κάνουν πραγματίκότητα την ανακωχή. αυτού του είδους η «σπονδή» είναι αναίμακτη, ήπια καί ταυτοχρόνως αμετάκλητη καί οριστική.
«Χοές που πίνει ή γη», προορίζονται για τους νεκρούς και τους χθονίους θεούς, αυτούς που κατοικούν στην γη. Ηδη ο ‘Οδυσσεύς κάνει μια τέτοια τελετή κατά την ικεσία του πρός τους νεκρούς: γύρω από τον λάκκο προσφορών προσφέρει χοή γiά όλους τους νεκρούς, πρώτα μέ μέλι, κατόπιν μέ κρασί, καί ύστερα μέ νερό, από πάνω πασπαλίζει άσπρο αλεύρι καί ικετεύει τους νεκρούς ύποσχόμενος μελλοντικές καιόμενες προσφορές. Κατά τόν ίδιο τρόπο στούς Πέρσες του Αίσχύλου η βασίλισσα φέρνει στο τάφο του νεκρού βασιλιά γάλα, μέλι, νερό, κρασί καί λάδι κι επί πλέον άνθη. τά άσματα που συνοδεύουν τήν χοή καλούν τόν νεκρό Δαρείο στό φώς. Τό δεύτερο δράμα τής αισχύλειας Ορέστειας έχει τόν τίτλο Χοηφόροι, λόγω τών νεκρικών προσφορών πρός τόν ‘Αγαμέμνονα, τις οποίες φέρνει στόν τάφο η ‘Ηλέκτρα μέ τίς υπηρέτρiές της. η εξέλιξη τής τελετής έχει ένα ρυθμό αντίστοιχο μ’ εκείνον τής κανονικής θυσίας: πρώτα, η τελετουργική πομπή πρός τόν τάφο μέ όλα τά προσκομιζόμενα αγγεία. κατόπιν μιά στάση, μιά ευχή πρός τούς νεκρούς. ύστερα ή χοή συνοδεύεται από άγριες κραυγές θρήνου όμοιες μέ την ολολυγή κατά την θυσία ζώων.
Ο Σοφοκλής στόν Οιδίποδα ετί Κολωνώ παρέχει την λεπτομερέστερη περιγραφή του τελετουργικού τής χοής, που εκτελείται στό άλσος τών Ευμενίδων μέ σκοπό τόν έξαγνισμό: πρώτα φέρνουν νερό από μιά συνεχώς ρέουσα πηγή· κρατήρες πού βρισκονται στό ‘Ιερό στεφανώνονται μέ μαλλί, καί, γεμίζονται μέ νερό καί μέλι· αύτός πού προσφέρει την χοή άνατρέπει καί άδειάζει τόν κρατήρα πρός την δύση, ενώ ό ‘ίδιος στρέφει πρός την άνατολή. κατόπιν τά κλαδιά έλιάς πού κρατάει στά χέρια του τά σκορ πίζει, στό έδαφος, έκεί πού η γη δέχθηκε την χοή, καί ευχόμενος σιωπηλά αναχωρεί χωρίς νά κοιτάξει πίσω του. Η σιωπηλή ήρεμία αυτής τής πράξεως γίνεται σύμβολο της μυστηριώδους έξαφανίσεως του θνήσκοντος Οιδίποδος.
Ο Λουκιανός αργότερα γράφει ότι οί νεκροί, «τρέφονται από τις χοές»· κατά συνέπεια οί σπονδές συνήθως θεωρούνται χωρίς αμφιβολία ώς προσφορά τροφής. Οτι η γή «πίνει» λέγεται συχνά μέ αρκετή έμφαση. Κατά τήν Μυθολογία επομένως πρέπει νά άποδοθούν στούς νεκρούς καί στά υποχθόνια όντα ιδιόρρυθμες ανάγκες καί παραμένει ανεξήγητο γιατί τό κρασί γιά τούς ουράνιους χύνεται απλώς στό έδαφος . Στήν πραγματικότητα η σπονδή οίνου πρίν από τήν οίνοποσία είναι ένα σαφές παράδειγμα προσφοράς απαρχών από τήν άρνητική της πλευρά: αύτο που έχει σημασία δέν είναι ότι η σπονδή φθάνει στόν προορισμό της, αλλά ότι ό προσφέρων μέ την πράξη της ήρεμης σπατάλης ύποχωρεί σε μιά άνώτερη θέληση. έπομένως καί οί νεκρίκές σπονδες σημαίνουν αναγνώριση τής δυνάμεως τών νεκρών. Τό ίδιαίτερο στοιχεϊο τών σπονδών, πού τις διακρίνει από συνήθεις προσφορές τροφών, είναι ότι δέν ανακαλοϋνται: ό,τι χύνεται δέν μπορεί ποτέ να γυρίσει πίσω. Επομένως οι σπονδές είναι η καθαρότερη και χαρακτηριστικότερη μορφή προσφοράς.
Καί όμως δεν είναι αυτό τό πάν.
Ο ρόλος του λαδιού κατά τίς σπονδές έχει προκαλέσει απορία: πώς είναι δυνατόν κάτι πού δέν πίνεται νά Θεωρηθεί «προσφορά ποτού»; Ωστόσο τό λάδι μαζί μέ κρασί, καί μέλι αναφέρεται ρητώς σε σπονδές. Οταν οι ταφικές στήλες αλείφονται μέ λάδι και στεφανώνονται , μπορεί να θεωρηθούν ώς άναπαραστάσεις των νεκρών, που άλείφονται μέ λάδι καί στολίζονται γιά τίς έορτές όπως οί ζωντανοί. Λάδι όμως χύνεται καί πάνω σέ συγκεκριμένες πέτρες σέ συγκεκριμένους τόπους χωρίς άνθρωπομορφικούς συσχετισμούς : μπροστά άπό τό παλάτι του Νέστορος στήν Πύλο βρισκόταν ένας λίθος, ό οποίος συνεχώς γυάλιζε από τό λάδι• πάνω του καθόταν ό βασιλιάς. Πέτρες γυαλισμένες μέ λάδι βρίσκονταν στά σταυροδρόμια• όποιος κι άν είχε κάνει σπονδή έκεί, ό προληπτικός άνθρωπος έκφράζει πρός αυτές τόν σεβασμό του.
Σ’ αυτήν τήν περίπτωση σαφώς πρόκειται άπλώς γιά όριοθεσία, γιά καθορισμό ενός κέντρου ή σημείου προσανατολισμού: όποιος χύνει λάδι εδώ βεβαιώνεται γιά τήν τάξη τών πραγμάτων στόν χώρο• κάθε ξένος πού φθάνει άναγνωρίζει αnό τήν «γυαλάδα» ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν έγκαταστήσει τήν δική τους τάξη. Ετσι τά ίχνη τής προσφοράς στόν τάφο του ‘Αγαμέμνονος άναγγέλουν την παρουσία του Ορέστη κι επίσης έτσι ερμηνεύονται οί κηλίδες αίματος πάνω στόν άσβεστωμένο βωμό. Τό κέντρο του κόσμου, όπως τό γνωρίζει ή Μυθολογία, είναι ό λίθος του όμφαλού στούς Δελφούς• κι αυτός είναι έπίσης τόπος σπονδών.
Οί Ελληνες έπίσης άντιλαμβάνονται καί περιγράφούν μέ πολλούς τρόπους καί τό χύσιμο του νερού. Στήν άρχή τής κανονικής θυσίας γίνεται λόγος γενικώς καί άπλώς γιά τό πλύσιμο τών χεριών, τήν χέρνιβα. ‘Επίσης, όταν χύνουν νερό στόν τάφο, όχι σπανίως κάνουν λόγο γιά «λουτρό» όσων είναι κάτώ άπό τήν γή , ιδίως γιά τήν περίπτωση που κάποιος έχει πεθάνει ανύπαντρος καί έπομένως έπρεπε νά κάνει τό νυφικό λοντρό, ώστε νά πραγματοποιήσει έκ τών ύστέρων τόν «σκοπό» τής ζωής. Συγχρόνως όμως γίνεται λόγος καί γιά τήν «δίψα» του νεκρού• οί σπονδές μέ νερό άκολουθούν τίς άλλες σπονδές μέ μέλι καί κρασί. Παραλλήλως υπήρχαν καί ειδικές έορτές, τά Υδροφόρια, όπως π.χ στήν ‘Αθήνα. Γιά μιά ρωγμή στό Ιερό της «Ολυμπίας Γής» διηγούνταν ότι άπό έκεί κάποτε διέρρευσαν τά νερά του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος. είναι φανερό ότι το νερό που έφερναν έκεί τό έχυναν σ αυτή την ρωγμή. Κατά την λήξη της τελετής των Ελευσινίων Μυστηρίων γέμιζαν δύο κρατήρες είδικοϋ σχήματος -μέ νερό, -και τούς άδειαζαν, τόν ένα πρός την ανατολή τόν άλλο πρός την δύση, καί συγχρόνως φώναζαν πρός τόν ούρανό «βρέξε» καί πρός τήν γή «σύλλαβε», πράγμα πού στά έλληνικά αποτελεί λογοπαίγνιο: ύε-κύε.Η ίδια φράση ήταν χαραγμένη σέ μιά πηγή. Ελλειψη καί πλεόνασμα σέ νερό, «μαγεία βροχής» καί κατακλυσμός συνθέτουν μέ σαφήνεια τό σημασιολογικό πεδίο τελετών αύτού του εϊδους, βεβαίως «μαγεία» όχι με την μορφή συμπαθητικής μαγείας, άλλά, και πάλι σύμφωνα μέ τιήν βασική σημασία της σπονδής: τήν έλπίδα μέσω τής ήρεμης σπατάλης.

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu