ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΣΗΜΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΩΝ  ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΤΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΣΗΜΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΤΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ

Από τα προϊστορικά χρόνια, ο άνθρωπος παρατηρεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον ουρανό και τα ουράνια φαινόμενα, Οι περιοδικές κινήσεις του ήλιου, και της σελήνης και των πλανητών ήταν πρωταρχικά, ευπρόβλεπτα και συνεπώς τα πιο αξιόπιστα φυσικά στα οποία στήριξε από τους αρχαιοτάτους χρόνους ο άνθρωπος τον υπολογισμό των ημερών για να καταρτίσει τα ημερολόγια του. Η παρατήρηση του ουράνιου θόλου τη ρύθμιση του χρόνου για τις ενασχολήσεις του όπως το κυνήγι, τη ναυσιπλοϊα, τη προετοιμασία του εδάφους για τη σπορά, την πρόβλεψη του υετού (βροχής) που ήταν πολύτιμη για τις καλλιέργειες και η αναμονή της οποία, τις περισσότερες φορές δημιουργούσε ένταση , με αποτέλεσμα να στρέφονται οι άνθρωποι στην οργάνωση λατρευτικών τελετών κατά τις ετιςές της παραγωγικότητας της γης, όπως στη σπορά και τη συγκομιδή. Τα σωζόμενα μνημεία της αρχαιότητος αντανακλούν την εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών στο σύνολο τους, από τους προϊστορικούς χρόνους εως τους ιστορικούς χρόνους. Οι γνώσεις μας για τους αρχαίους πολιτισμούς προέρχονται από τα σωζόμενα μνημεία, είτε λατρευτικά, ταφικά και πολιτικά οικοδομήματα, τεχνουργήματα, εικαστικές αναπαραστάσεις καθώς και γραπτά κείμενα της ύστερης αρχαιότητος τα οποία διασώζουν ακόμη παλαιότερες παραδόσεις.
Σε αυτά τα μνημεία αποδεικνύεται το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα ουράνια σώματα, για τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα. Ο προσανατολισμός αυτών των αρχαίων οικοδομημάτων έχει απασχολήσει εκατοντάδες ερευνητές. Η έρευνα σε αρκετά προϊστορικά και πρωτοϊστορικά μνημεία έδειξε ότι κατά την χρονολογία της ίδρυσης τους ήταν αστρονομικά ευθυγραμμισμένα προς την ανατολή του ηλίου, τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες ή σε πολύ άλλες σημαντικές ημερομηνίες του έτους. Τα απερισσότερα λατρευτικά μνημεία της ΝοτιοΑνατολικής Μεσογείου είναι ευθυγραμμισμένα στον άξονα ανατολής – δύσης, καθώς η ανατολή και η δύση του ηλίου και της σελήνης κατά τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια αλλά και κάποιων άλλων λαμπρ΄ν αστέρων ήταν οι προτιμώμενες κατευθύνσεις με αρκετές ωστόσο εξαιρέσεις της ευθυγράμμισης στον άξονα βορρά – νότου.
Παράδειγμα, οι περισσότεροι ναοί του Απόλλωνος δείχνουν κάποια προτιμώμενη κατεύθυνση στον άξονα ανατολής – δύσης ή νοτιοανατολικά – βορειονατολικά αλλά και κάποιοι άλλοι στον άξονα βορρά – νότου, αυτό εξαρτόταν από την λατρεία στο θεό.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ : υπήρξε αναγκαία η μελέτη κειμένων της αρχαίας γραμματείας καθώς διασώζουν ιστορικά στοιχεία, γεγονότα, και πολύτιμες πληροφορίες για την στενή ή την ευρύτερη περιοχή στην οποία ήταν χτισμένο το μνημείο, από εκεί πληροφορούμαστε το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής, την τοπική οικονομία τις σχέσεις με άλλες πόλεις τις φυσικές καταστροφές τους πολέμους κτλ.
Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Μελετούμε τα μυθολογικά στοιχεία που σώζονται στην αρχαία γραμματεία και συνδέονται με την θεότητα και την περιοχή όπου το μνημείο είναι αφιερωμένο, αλλά και τη σχέση της θεότητας αυτής με κάποιο ουράνιο σώμα ή φαινόμενο. Σε πολλές περιπτώσεις η Ανατολή ή η Δύση λαμπρών άστρων συνδέθηκε με καθημερινές ή λατρευτικές ενασχολήσεις, συνδέοντας μυθολογικά τα ουράνια σώματα με τη γονιμότητα της γης, ή την καταλληλότητα των καιρικών συνθηκών για θαλάσσιες επιχειρήσεις, ή ακόμη και για λατρευτικές εκδηλώσεις, συνιστώντας με αυτόν τον τρόπο την παρατηρησιακή Αστρονομία που υπήρξε ο πρόδρομος της σύγχρονης επιστήμης.

Η ΡΩΜΗ
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Ρωμύλος 12), ο Ρωμύλος ίδρυσε την πόλη της Ρώμης χαράσσοντας με άροτρο ένα αυλάκωμα κυκλικού σχήματος γύρω από τον Παλατινό λόφο, Η τάφρος γύρω από το αυλάκωμα, ονομαζόταν Μundus και ήταν ένα όρυγμα που συνέδεε τον γήϊνο και τον κάτω κόσμο, άνοιγε μόνο τρεις φορές κατά την διάρκεια του έτους, 24 Αυγούστου, 5 Οκτωβρίου και 8 Νοεμβρίου, όταν οι θεοί του Κάτω Κόσμου ήταν ελεύθεροι μέσα στην πόλη. Η ίδια η Ρώμη που χτίστηκε τετράγωνη εντός της τάφρου αποτελούσε μια λεπτομερή εικόνα του κόσμου διαιρούμενη σε τέσσερα τέταρτα βασισμένη στο ουράνιο μοντέλο.

ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ
Οι αναφορές για τον προσανατολισμό των ιερών των εβραίων προς την ανατολή προέρχονται από το βιβλίου της Εξόδου και την Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του Ιώσηπου. Στην Έξοδο , κεφ. ΛΕ’-ΛΖ΄, η Σκηνή του Μαρτυρίου της Αποκαλύψεως είναι με πρόσοψη προς την ανατολή.
Από τον Ιώσηπο πληροφορούμαστε ότι ο ναός της Ιερουσαλήμ στα χρόνια του Σολωμόντα είναι « τέτραπτο δε προς την ανατολήν», ανοιχτός ώστε το φως του ήλιου να ψωτίζει το άγιο των άγιων μόνο μια φορά το χρόνο, στην περίοδο της ισημερίας , της φθινοπωρινής που αποτελεί και την αρχή του Ιουδαϊκού έτους κατά τον μήνα Τίσρι.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Ο προσανατολισμός των Ελληνικών ναών, συνδέεται με αντιλήψεις θρησκευτικού περιεχομένου, όπως μαρτυρούν αναφορές ότι τα λατρευτικά αγάλματα, ήταν τοποθετημένα κατά τέτοιο τρόπο μέσα στους ναούς, ώστε να αντικρίζουν τον ανατέλλοντα ήλιο στην κατάλληλη όμως εποχή του έτους. Στην τργωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου αναφέρεται: «ιώ μέλαθρα βασιλέων, φίλαι στέγαι , σεμνοί τε θάκοι δαίμονες τ’ αντήλιοι..» δηλαδή βασιλικά παλάτια, αγαπημένες στέγες, τιμημένοι θρόνοι κι αγάλματα θεών προσήλια, που αντικρίζουν τον ήλιο με απαστράπτοντα μάτια.
Η λέξη αντήλιος (αντί ήλιον) σημαίνει προς τον ήλιον βλέποντα, τον στραμμένο προς την ανατολή, συνώνυμη θεωρείται και η λέξη προσηώος, όπως αναφέρεται στον Θεμιστοκλή [8] στους Βίους του Πλουτάρχου [Αρτέμιδος επίκλησιν Προσηώας].
Αντίθετα, ο προς τη δύση στραμμένος χαρακτηρίζεται προσεσπέριος και προσέσπερος ή ποθέσπερος , βλέπε Θεόκριτο [Νομείς 4.3 και Ειδύλια 5.113], Πολύβιος [1.2.3], Στράβων [511] κτλ.
Οι πρώτες μαρτυρίες περί ευθυγράμμισης μνημείου στην Ελλάδα, αφορούν κατ΄αρχάς τον Αναξίμανδρο [7ος-6ος] αιών, ο οποίος έστησε Γνώμονα στη Σπάρτη για την σήμανση των Τροπών του ηλίου [Ηλιοστασίων] και των Ισημεριών, και κατά δεύτερον στον Μέτωνα τον Αθηναίο[5ος αιών], ο οποίος, όπως πληροφορεί ο Φιλόχορος ιστορικός του 4ου αιώνος [ Fragm 328.122] , τα σχόλια στις ’Ορνιθες [996] του Αριστοφάνους [5ος-4ος] η Ποικίλη Ιστορία [7.5-8] του Αιλιανού, και η Ιστορική Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη [1ος] , τοποθέτησε ηλιακό ρολόι ή Ηλιοτρόπιο ή Ηλιοστασιόμετρο στο λόφο της Πνύκας στα -431,-432, προκειμένου να παρατηρήσει την εικόνα του ανατέλλοντος ηλίου κατά το θερινό ηλιοστάσιο. Αυτή η ευθυγράμμιση τον οδήγησε στην τοποθέτηση ενός Παραπήγματος, το οποίο έδειχνε τις ημέρες των ισημεριών και ηλιοστασίων καθώς και τις ηλιακές ανατολές και δύσεις των αστέρων. Τα παραπήγματα χρησιμοποιούνταν επίσης για το σκοπό της υπόδειξης των οιωνών.
Ο ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ στο έργο του Μαθηματική Σύναξις ή Μεγίστη αναφέρει ότι ο Μέτων παρατήρησε το θερινό ηλιοστάσιο, όταν αρχοντας των Αθηνών ήταν ο Αψευδής κατά το έτος -431 τον μήνα στις 27 του Ιουλιανού Ιουνίου που αντιστοιχούσε με την 21 του μηνός Φαμενώθ στην Αίγυπτο.
Ο Βιτρούβιος [1ος αιων], στο έργο του Περί Αρχιτεκτονικής 4.5.1,2, ανέλυσε τον τρόπο που πρέπει να είναι προσανατολισμένος ο ναός, σύμφωνα με τον οποίο το άγαλμα πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να κοιτάζει σε δυτική κατεύθυνση, με τρόπο που ο προσκυνητής να κοιτάζει την ανατολή, και αν οι τοπογραφικές συνθήκες δεν το επιτρέπουν να τοποθετείται σε περίοπτη και ξεχωριστή τοποθεσία. Οι βωμοί αναφέρει θα πρέπει να κοιτούν προς την ανατολική κατεύθυνση, και να είναι τοποθετημένοι σε κατώτερο σημείο από εκείνο των αγαλμάτων έτσι ώστε αυτοί που εύχονται και θυσιάζουν να κοιτούν πάντοτε επάνω στην θεότητα.
Στο έργο του Περί του Οίκου [6] , ο Λουκιανός αναφέρει ότι στην ανατολική πλευρά των κτηρίων οι θύρες πρέπει να κατασκευάζονται με ανάλογη προσαρμογή του πλάτους και του ύψους έτσι ώστε όπως στους ναούς οι πρώτες ακτίνες του ηλίου την στιγμή που εκείνος μόλις ανατέλλει, να ξεχύνονται μέσα από τις ανοιχτες πόρτες και να επιτρέπουν την άπλετη είσοδο του φωτός κατά την πορεία του ήλιου.
Ο Πλούταρχος στους Παράλληλους Βίους, αναφέρει ότι η περιστροφή αυτών που εύχονται αποτελεί μίμηση της περιφοράς του κόσμου και καθώς τα ιερά β΄’επουν προς την ανατολή, ο προσκυνητής αρχίζοντας με αυτόν τον προσανατολισμό αλλάζει συνέχεια θέση και περιστρέφεται ακολουθώντας την τροχιά του θεού κάνοντας έναν κύκλο και ολοκληρώνοντας την προσευχή του με τα ακραία αυτά σημεία, εννοώντας το ανατολικό και δυτικό σημείο.
Εκτός από τον ήλιο ενδιαφέρουσα αναφορά παρουσιάζει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης 1ος αιών, ο οποίος περιγράφει το νησί τον μυθικού λαού των Υπερβορείων και τη λατρεία προς τον θεό Απόλλωνα [2. 47. 5-48] ως εξής:
« λένε επίσης ότι η σελήνη όπως φαίνεται από αυτό το νησί, μοιάζει να είναι πολύ κοντά στη γή…ο θεός επισκέπτεται το νησί κάθε 19 έτη, την περίοδο στην οποία ολοκληρώνεται η επιστροφή των αστέρων στην ίδια θέση τους στον ουρανό…. Κατά τη στιγμή αυτής της εμφάνισης του θεού, εκείνος παίζει τη
λύρα του καί Χορεύει συνεχώςς μέσα στη νύχτα της εαρινής ισημεριας εως την ανατολή των Πλειάδων, εκφράζοντας έτσι την ευχαρίστησή του…».

Πρόκειται για τον Κύκλο του Μετωνος, που χαρακτηρίζει τον χρόνο μετά τον οποίο η σελήνη επιστρέφει στην ίδια την φάση, σε οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου.

Η ανατολή του ήλιου, Όπως προκύπτει από τις πηγές, είναι η καταλληλότερη ώρα για τη λατρεία ή την προσευχή . Ο Βιργίλιος χαρακτηριστικά
αναφέρει στην Αινειάδα (8.68-70) ότι δηλαδή εγείρεται (ο Αινείας) και παρατηρώντας το φως τον ανατέλλοντος αιθερίου ηλίου υποβαστάζει ύδωρ
εκ του ποταμού με κοίλας τας παλάμας και τοιούτους λόγούς εκχέει προς τον αιθέρα.
Τα ουράνια σώματα συχνά θεωρήθηκαν ως θεοί εξαιτίας της σταθερότητας στην κίνησή τους, τους αποδόθηκαν συνήθειες ενώ η επικοινωνία μαζί τους ήταν από τον τύπο των οιωνών. Τα σημεία του ορίζοντα από πολύ νωρίς καθόρισαν την ανάπτυξη οιωνοσκοπίας, της οποίας τη σημασία τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και σε στρατηγικές ακόμη αποφάσεις γνωρίζουμε από τα φιλολογικά κείμενα.
Κατά μία, έννοια, ο προσανατολισμός σήμαινε την κατεύθυνση προς την οποία ένας ιερέας, μάντης, βασιλιάς, δικαστής, οιωνοσκόπος, προσκυνητής ή απλός πολίτης, κοίταζε σε εκδηλώσεις όπως δημόσιες ή ιδιωτικές τελετές, Θρησκευτικές εορτές, πολιτικές εκδηλώσεις, θυσίες, όταν προσευχόταν ή συμβουλευόταν τους Θεούς κ.λπ.
Στη ραψωδία Μ (στ.237-240) 12 της Ιλιάδας τον Ομήρου αναφέρεται ο βορράς ως σημείο αναφοράς για την οιωνοσκοπία, σε σχέση με τον ήλιο και την αυγή του (ανατολή) στα δεξιά και τη δύση ή το σκοτάδι στα αριστερά.
Ο προσανατολισμός στους Ετρούσκους κατ κατά παράδοση αυτών στους αρχαίους Ρωμαίους, είχε την έννοια της καλής (ευοίωνης και τυχερής) ή της κακής (δυσοίωνης και άτυχης) αντίστοιχα κατεύθυνσης. Ιερή ή τιμητική κατεύθυνση θεωρούσαν την αριστερή, όπως μαρτυρείται από τον Λίβιο (Ι.18), σύμφωνα με τον οποίο ο Νουμάς μέσα στον ιερό χώρο, κατά την αναγόρευση τον ως βασιλιάς της Ρώμης, τοποθέτησεε τον οιωνοσκόπο δίπλα
του αλλά στα αριστερά του, δίνοντάς του έτσι τιμητική θέση.
Κάτω απ’αυτή την έννοια της τιμητικής θέσης στα αριστερά του άρχοντα ή τον θεϊκού προσώπου ερμηνεύθηκαν ρωμαϊκά μνημεία και ανάγλυφα της κύριας ρωμαϊκής τριάδας, όπως ο δεσπόζων ναός τον Διός Capitolinus στη Ρώμη σε σχέση με τους δύο ναούς της Ηρας (Juno) στα αριστερά και της Αθηνάς (Μinerva) στα δεξιά του αντίστοιχα. Με το ίδιο πνεύμα ερμηνεύθηκαν ανάγλυφα και νομίσματα που απεικονίζουν τον αυτοκράτορα στα αριστερά σε
σχέση με την πόλη, ή την αυτοκρατορική οικογένεια στα αριστερά του αυτοκράτορα.
Από την έως τώρα έρευνα προσανατολισμού προέκυψε ότι σε μεγάλο αριθμό αρχαίων ναών προτιμώμενη κατεύθυνση ήταν η ανατολή του ήλιου περί τις ισημερίες. Οι λόγοι για την επιλογής αυτής της εποχής φαίνεται ότι ήταν πρακτικοί και λατρευτικοί ταυτοχρόνως.

Η ΙΣΗΜΕΡΙΑ
Η ισημερία ορίζεται ως η ώρα του έτους κατά την οποία η ημέρα είναι ίση με τη νύκτα, ενώ ισημέριος ή ισαμέριος είναι ο διαρκών ίσον χρόνον.
Η ισημερία, ως ισομοιρία, αντιστοιχεί με την (α) ισότητα της διάρκειας της ημέρας με της νύκτας, (β) όλων των ωρών κατά τη διάρκεια τον νυχθημέρον, και (γ) την ανατολή τον ήλιου στο μέσο σημείο, μεταξύ του βορειότερου και νοτιότερου της ανατολικής κατεύθυνσης. Κατά την εποχή αυτή ο καιρός είναι ήπιος σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη (Ιστορική Βιβλιοθήκη 2.56-57), ο οποίος στην περιγραφή της νήσου Ιαμβούλου ανέφερε ότι το κλίμα είναι πιο εύκρατο στο νησί επειδή βρίκεται στον ισημερινό και οι κάτοικοι δεν ενοχλούνται ούτε από την πολύ ζέστη ούτε από το κρύο καθώς απολαμβάνουν
όλο τον χρόνο ίσες ημέρες και νύκτες, ενώ στο μέσον της ημέρας δεν γίνεται σκιά καθώς ο ήλιος είναι κατακόρυφος.

Ωστόσο εκτός από τα παραπάνω σε ελάχιστες αναφορές αρχαίων κειμένων διαφαίνεται και ο χθόνιος χαρακτήρας των ισημεριών, τον οποίο οι Χριστιανοί μετατρέπουν σε Εσχατολογία στη χριστιανική θεολογία, που αναπτύχθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους στη Δύση από την ερμηνεία βιβλικών κειμένων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στίχοι (57-83) του Δεύτερου Ολυμπιόνικου ‘Υμνου του Πινδάρου (6οs αι.) στον Θήρωνα από τον Ακράγαντα. Ο ύμνος αυτός είναι λιγότερο χαρούμενος, από τους υπόλοιπους, και αποδίδει τις τιμές στον νικητή όχι σύμφωνα με τον συνηθισμένο μύθο, παρά με έναν τρόπο που δεν ήταν συνηθισμένος στους Ελληνες, καθώς αναφέρεται στην δίκαια μετά θάνατον κρίση των αγαθών σε σχέση με τους αμαρτωλούς, όπου οι αγαθοί φέρεται ότι θα απολαμβάνουν ίσες νύκτες πάντοτε και ίσες ημέρες κάτω από το φως του ήλιου.
Ανάλογη σπαυδαιότητα τον ηλιακού φωτός, μέσα στα συνολικότερο νόημα των έργων του Αριστοφάνη ( Βάτραχοτ,(454-455) και Όρνιθες) ενώ σε απόσπασμα τον Ευριπίδη (Φοίνισσες 542-548) οι εναλλαγές της νύκτας και της ημέρας στο πέρασμα του έτους διέπονται από ισότητα και άρα από δικαιοσύνη (Woodbury 1966:606, Poll rd 1948).
H πιο σημαντική αναφορά όμως που αφορά την ισότητα με τη δικαιοσύνη προέρχεται από τον Παρμενίδη από την Ελέα, ο οποίος σε απόσπασμα ποιήματός του σχετικά με τη φυσικη αναφέρει ότι ο φυσικός κόσμος συντίθεται από φως και νύκτα, τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους, ακριβώς όπως ο Εμπεδοκλής υπέθετε ότι ο κόσμος αποτελείται από τέσσερα στοιχεία φωτιά νερό, γη και αέρα, τα οποία είναι επίσης ίσα μεταξύ τους (Β 17.27-28).
Παρόμοια αντίληψη ότι το φως και το σκοτάδι είχαν ίσο μερίδιο στον κόσμο, βρίσκεται στον Διογένη Λαέρτιο (8.26)19 καθώς κατ σε συγκεκριμένα Πυθαγόρεια, κείμενα που παρατίθενται στα Μετεορολογικά του Αριστοτέλη (Α 986 Α22).
H σύνδεση της φθινοπωρινής κυρίως ισημερίας με την ανατολή των αστερισμών του Ζυγού ή και του Παρθένου, (κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους) εμπεριείχε επίσης τον χαρακτήρα της απονομής της δικαιοσύνης. Από το απόσπασμα του Κικέρωνος, αλλά και του Κλαυδιανού (17.118-20)21 προκύπτει η αντίληψη κατά την αρχαία παράδοση ότι ο αστερισμός της Παρθένου άνοιγε τις «πύλες» του φθινοπώρου, καθώς σηματοδοτούσε το πέρασμα του ήλιου από το βόρειο στο νότιο ημισφαίριο. Όταν ο ήλιος περνούσε στο ζώδιο της Παρθένου άρχιζε την παραμονή του στο νότιο ημισφαίριο, η οποία κορυφωνόταν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, οπότε και η μικρότερη ημέρα του χρόνον.
Κατ’αυτόν ταν τρόπο ο Ζυγός, γνωστός ως «χηλαί» του Σκορπιού, αναπαριστούσε τη ζυγαριά που κρατούσε στο χέρι της η Παρθένος που ταυτιζόταν στους Λατίνους συγγραφείς με τη δικαιοσύνη . Κατά το δεύτερο μισό του -1ου αιώνα όταν έγινε η μεταρρύθμιση του Ημερολογίου από τον Ιούλιο Καίσαρα, ο Ζυγός κατέστη έμβλημα των ισημεριών, γενέθλιο σήμα της Ρώμης, καταστερισμός και σύμβολο της δικαιοσύνης σύμφωνα με τον Μανίλιο που έζησε περί τον +1° αιώνα.
Για τους Έλληνες η ανατολή του αστερισμού της Παρθένου αυτή την εποχή κρύβει τον μύθο της Ηριγόνης και σημαίνει την ΕΝΑΡΞΗ ΤΡΥΓΗΤΟΥ.

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Η διερεύνηση των προσανατολισμών των χριστιανικών ναών, προέκυψε καταρχήν από την παρατήρηση ότι τα περισσότερα κτήρια ακολουθούσαν γενικώς τον άξονα ανατολής-δύσης με την αψίδα ή κόγχη τον ιερού στραμμένη ακριβώς προς την ανατολή ή βορειοανατολικά ή νοτιοανατολικά. Από αυτή την παρατήρηση προέκυψε το προς διερεύνηση ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή η κατεύθυνση των εκκλησιών σχετιζόταν προς την ανατολή του ήλιού κατά την ημέρα εορτής του Αγίου/ων, όπου ήταν αφιερωμένες, ή σε κάποια άλλη σημαντική εορτή.
Κατά δεύτερον από τα αποτελέσματα της έρευνας προσανατολισμών των αρχαίων κτηρίων, έπρεπε να διασαφηνιστεί αν υπήρξε συνέχεια της αντιλήψεως περί προσανατολισμού ή πώς διαμορφώθηκε η λατρεία ταυ θείου στον ελληνικό χώρο, επηρεάζοντας και την αρχιτεκτονική των κτηρίων, κατά τη μετάβαση από την αρχαία Θρησκεία στην Απόλυτη μονοθεϊστική.
Στους πρώιμους χρόνους οι Χριστιανοί ακολούθησαν τις πρακτικές της λατρείας της Ιουδαϊκής θρησκείας στην Ιερουσαλήμ και της Μιθραϊκής στη Ρώμη και της Κλασσικής Ελληνιστικής στην Ελλάδα, όπου οι ναοί και το λατρευτικό άγαλμα της θεότητας σχετιζόταν με τις πρώτες ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου.
Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και της αποκρυστάλλωσης της θεολογίας μέσω των δογμάτων και του Συμβόλου της Πίστεως, οι Χριστιανοί πατέρες «αφόρισαν» την λατρεία των αγαλμάτων και απέκοψε τους δεσμούς με την αρχαία ελληνική Θρησκεία. Οι Θεοί και ήρωες των Ελλήνων, αντικαταστάθηκαν στη χριστιανική θρησκεία από τους Αγίους, στους οποίους αποδόθηκαν οι ιδιότητες που είχαν οι επί μέρους Θεότητες. Ο χριστιανός συνέχισε να επικαλείται ειδικά τον Άγιο που έχει τη δύναμη να τον βοηθήσει. Παραδείγματος χάριν, στις κορυφές των βουνών κατοικεί πλέον ο προφήτης Ηλίας αντί του Δία, τους Διόσκουρους αντικατέστησαν ο Κοσμάς και Δαμιανός, ο άγιος Νικόλαος είναι ο έφορος της θάλασσας και προστάτης των ναυτυκών, ο άγιος Μάμας είναι ο προστάτης των ποιμένων, ο άγιος Παντελεήμων, η αγία Παρασκευή καθώς και άλλοι άγιοι είναι Θεραπευτές ή προφυλάσσουν και προστατεύουν από ασθένειες και πάθη.
Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Ηλίου της Δικαιοσύνης κατά τους χριστιανούς , ενσωματώθηκε η προγενέστερη λατρεία τον ήλιου στη Ρώμη. H γιορτή των Χριστουγέννων, που αρχικά συνεορταζόταν στις 6 Ιανουαρίου ταυτόχρονα με τη Βάπτιση, υπέστη μετακίνηση και καθιερώθηκε τελικώς στις 25 Δεκεμβρίου για να καλύψει και να αντικαταστήσει τη σπουδαιότερη ρωμαϊκή εορτή της γέννησης τον Μίθρα, του αήττητου ήλιου (natalis ίnvictί sοlis), τη διάβαση δηλαδή του ήλιου από το χειμερινό ηλιοστάσιο και την τροπή τον από το νότιο στο βόρειο ημισφαίριο, που φυσικά συνεπήγετο και την αύξηση της διάρκειας της ημέρας και την ελάττωση της διάρκειας της νύκτας.
H φράση του Ιωάννου του Προδρόμου στο Ευαγγέλιο τον Ιωάννου (3,30) «…έκεϊνον (τον Ιησούν) δεΐ αύξάνειν, έμέ δέ εασττούσθαι.», ερμηνεύθηκε από τον πάπα Ρώμης Ιούλιο (337-352) προκειμένου να συνδέσει τις ημερομηνίες των ισημεριών με τα ηλιοστάσια.
Με αυτόν τον τρόπο ο κύκλος των τεσσάρων «παγανιστικών» εορτών, των ισημεριών και των ηλιοστασίων, απέκτησε συμβολικό και κοσμολογικό χαρακτήρα, καθώς αυτές αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα από τις σημαντικές Χριστιανικές εορτές. Ετσι καθιερώθηκαν από τη μία πλευρά, η Σύλληψις του Ιωάννου του Προδρόμου στις 23 Σεπτεμβρίου και η Γένηση τον Ιωάννου του Προδρόμου (natalis Ioannis) στις 24 Ιουνίου, προς ανάμνηση της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου, οπότε η διάρκεια της ημέρας «ελαττούτατο, και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στις 25 Μαρτίου, καθώς και η γέννηση του «Κυρίου» ( στις 25 Δεκεμβρίου, προς ανάμνηση της εαρινής ισημερίας και του χειμερtνού ηλιοστασίου αντίστοιχα, οπότε και η διάρκεια της ημέρας «αυξάνεται»). Οι ισημερίες και τα ηλιοστάσια έπαιζαν σημαντικό ρόλο στον προσανατολισμό μεγάλων καθεδρικών ναών, διότι από τη μία πλευρά οι Χριστιανικές εορτές αρχικά και παραδοσιακά συσχετίζονταν μ’αυτά τα σημαντικά ορόσημα του ηλιακού κύκλου και από την άλλη, υπήρχε μια συνεπής επανεμφάνιση του φαινομένού της ισημερίας στο ίδιο σημείο στον ορίζοντα ανεξάρτητα από την ακρίβεια του ημερολογίου που χρησιμοποιούνταν.
Οι ημερομηνίες των ισημεριών, αλλά και η κατεύθυνση προς την ανατολή του ήλιου κατά τις ισημερίες είχαν σημαντική Θεολογική απήχηση κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, όπως φαίνεται από την παράφραση από τον Αelfric τον Eynsham του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως καθώς και των των λόγων τον Bede (De temporum rutinne, 291), ότι ο ήλιος δημιουργήθηκε την αυγή της εαρινής ισημερίας, και η σελήνη ανέτειλε το ίδιο βράδυ εκείνης
της ημερομηνίας.
Το μεσαιωνικό μοντέλο του κυκλικού χρόνου κυρίως στο πρότυπο της Δημιουργίας του Κόσμου σε επτά ημέρες, όπου ο Θεός την εβδόμη (Σάββατο) αναπαύθηκε και την επομένη ο κόσμος μπήκε σε ένα νέο πρότυπο χρόνον, επηρέασε τούς θεολόγους του Μεσαίωνα οι οποίοι με πρότυπο τον κύκλο των επτά ημερών ανήγαγαν τη Δημιουργία στον κύκλο των Επτά Εποχών, όπου η Πρώτη Εποχή διήρκησε από τον Αδάμ έως το Νώε, η Δεύτερη από το
Νώε έως τον Αβραάμ, η Τρίτη από τον Αβραάμ έως τον Δαυίδ, η Τέταρτη από ταν Δαυίδ έως την Βαβυλώνια Αιχμαλωσία, η Πέμπτη από την έξοδο από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία έως την έλευση του Χριστού, η Έκτη από τον Χριστό έως το τέλος του κόσμου. Η Έβδομη Εποχή όπως και η έβδομη ημέρα της δημιουργίας ταυτίζονται ως ένα αιώνιο Σάββατο, το οποίο θα ακολουθήσει μία Όγδοη Εποχή κατά την οποία θα επέλθει η Βασιλεία των ουρανών, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Bede , αλλά και πλήθος εκκλησιαστικών συγγραφέων όπως οι «Μέγας» Βασίλειος, Ωριγένης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Γρηγόριος Νύσσης.
Κατ’αυτό τον τρόπο η πρώτη και η όγδοη ημέρα, ταυτίζονταν κατά έναν μυστικό τρόπο, καθώς μετά την εβδόμη ημέρα της αναπαύσεως ακολουθεί ένας καινούργιος κύκλος της όγδοης ημέρας πού είναι ταυτοχρόνως και η πρώτη, η ολοκλήρωση και η ανανέωση της πρώτης ημέρας.
Καθώς η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας καθιερώθηκε σύμφωνα με τον Bede στις 21 Μαρτίου και άρα η πρώτη ημέρα του κόσμου την 18η (καθώς ο ήλιος και η σελήνη δημιουργήθηκαν την τέταρτη ημέρα της δημιουργίας), η έβδομη ημέρα συνέπιπτε με την 24″ Μαρτίου, ενώ η πρώτη ή η όγδοη ημέρα με την 25η Μαρτίου οπότε και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, αλλά και Κάθοδος του Ιησού στον Άδη και Ταφή.
H ιδέα της αιώνιας όγδοης ημέρας είχε μεγάλη παράδοση, κυρίως λόγω τον Αυγουστίνου και ο Bede του Jarrow επηρεασμένος καθαρά από την Αυγουστίνεια Θεολογία, ανέφερε την αιώνια όγδοη ημέρα στην αφήγηση τον σχετικά με την οικοδόμηση τον Ναού στα σχόλιά του στο βιβλίο της Γένεσης, ενώ στο έργο του περί της Σκηνής του Μαρτυρίου αντιπαραθέτει την ολοκλήρωση της Σκηνής του Μαρτυρίου, τον προσανατολισμό της προς την ανατολή και τοποθετεί την Δεύτερη Έλευση του Ιησού από την κατεύθυνση της Ανατολής κατά την έβδομη και όγδοη ημέρα όπου όλοι οι Άγιοι αναπαύονται και θα λάβουν τα άφθαρτα σώματά τους.
Επιπλέον στους Μεσαιωνικούς χρόνους τόσο ο όρος, όσο και η κατεύθυνση της «ισημερινής ανατολής», δεν μπορούσαν να καθορισθούν με μεγάλη ακρίβεια, καθώς στα εκκλησιαστικά ημερολόγια της Αγγλίας οι ημερομηνίες που δίνονταν για την εαρινή ισημερία ήταν η 25″ Μαρτίου (ισημερία κατά τους Ρωμαίους, αλλά και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), η 21η Ιουλιανού Μαρτίου (ισημερία κατά τους ‘Ελληνες βάσει μετρήσεων) και Θεμελιώδης παράμετρος για τον καθορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα και η 18″ Μαρτίου (είσοδος του ‘Ηλίου στο ζωδιακό σημείο του Κριού). Αντιστοίχως για την φθινοπωρινή ισημερία οι ημερομηνίες που δίνονταν ήταν η 24η Σεπτεμβρίου (Ρωμαϊκή ισημερία), 21η ή 20″ Σεπτεμβρίου (για τους ‘Ελληνες) και η 17η Σεπτεμβρίου (είσοδος του ‘Ηλίου στο ζωδιακό σημείο τον Ζυγού).
Οι εορτές του Πάσχα και του Αγίου Πνεύματος, αποτελούσαν πιθανούς αστόχους» προσανατολισμού. H περαιτέρω διερεύνηση και τεκμηρίωση αυτής της υπόθεσης απαιτεί μεγάλη ακρίβεια όχι μόνο στις μετρήσεις προσανατολισμού αλλά κυρίως στη χρονολόγηση των ναών, καθώς αυτή πραγματοπουείται συνήθως από κτητορικές επιγραφές και αναφέρεται
στην αποπεράτωση ή εικονογράφηση τον ναού και πολύ σπάνια στον ακριβή χρόνο θεμελιώσεως.
Άλλα επίσης σημαντικά γεγονότα που θα μπορούσαν να συνδέονται με τον προσανατολισμό των ναών, ήταν οι ημερομηνίες εγκαινίασης των νέων εκκλησιών τα λεγόμενα «θυρανοίξια» , ημερομηνίες ενθρονίσεως αυτοκρατόρων, νίκες σε μάχες όπως η ίδρυση των εκκλησιών της Παναγίας της Νίκης και του Αγ. Παντελεήμονος στη Ρόδο από τον Μάγιστρο Ρierre d’Aubusson (Bouhours 1996), ή της εκκλησίας της Κοσμοσώτειρας από τον Ισαάκ Κομνηνό κ.λπ.

ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού στην Ελλάδα, οι εκκλησίες χτίσθηκαν πάνω σε αρχαίους ναούς, για να καθαγιάσουν τους χώρους που «μόλυνε» η Θρησκεία των Ελλήνων, και κατά συνέπεια στις περισσότερες περιπτώσεις τηρήθηκε ο προσανατολισμός των κτηρίων. Το ίδιο φαίνεται ότι συνέβη και στις χώρες της Δύσης, σύμφωνα με τον Bede τον Jarrow, ο οποίος συνοψίζοντας τον Αυγουστίνο ανέφερε ότι οι ειδωλολατρικοί ναοί και βωμοί δεν έπρεπε να καταστρέφονται, αλλά να αντικαθιστούνται από χριστιανικούς έτσι ώστε οι ειδωλολάτρες να μεταστραφούν στην, χριστιανική πίστη μέσα στον προϋπάρχοντα χώρο λατρείας τους.
O καθεδρικός ναός της Santa Μaria Degli Αngeli στη Ρώμη, κτίσθηκε πάνω στα Λουτρά του Διοκλητιανού από τον πάπα Πιο τον 4ο προκειμένου να καθαγιασθεί ο τόπος της λατρείας των «ειδώλων».
Ωστόσο δεν είναι γνωστό εάν κατά τη διάρκεια των βυζαντινών και των μεταβυζαντινών χρόνων, τηρήθηκε ή όχι η παράδοση του προσανατολισμού όλων των χριστιανικών ναών που κτίσθηκαν στον ελληνικό χώρο. Παράγοντες όπως η έντονη επίδραση της δυτικής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, και ενδεχομένως και της λατρείας στους χρόνούς της Ενετοκρατίας, η μετατροπή πολλών χρισταινικών ναών σε ισλαμικά τεμένη κατά τους χρόνούς της Τουρκοκρατίας, ή πρακτικοί και χωροταξικοί λόγοι, όπως το χτίσιμο νέων
εκκλησιών σε πυκνοκατοικημένες πόλεις ή χωριά, επηρέασαν και τον προσανατολισμό των κτηρίων αυτών.
Κατά τους Μεσαιωνικούς χρόνους καταλογοποιήθηκε, εκδόθηκε και σχολιάσθηκε μία μεγάλη σειρά κειμένων, αρκετά από τα οποία υπαινίσσονταν αρχαιοαστρονομικές έρευνες, αναφορικά κυρίως με τις εκκλησίες στις χώρες της Δύσης. Τα κείμενα αυτά περιλάμβαναν
(α) χάρτες και διαγράμματα του κόσμου είναι υπολογισμένη με ακρίβεια η ανατολή και δύση του ηλίου κατά τις στάσεις καt τις τροπές του, της σελήνης αλλά και σημαντικών αστέρων,
(β) σαφείς αναφορές για τον κατάλληλο τρόπο προσανατολισμού των εκκλησιών,
(γ) τεχνικές επιχειρηματολογίες για τα αστρονομικά θέματα που βρίσκονταν στη βάση των πιο περίπλοκων μερών τον λειτουργικού ημερολογίου, ιδιαίτερα σε σχέση με τον καθορισμό του Πάσχα, το οποίο ως σεληνιακή εορτή ήταν δύσκολο να προσαρμοσθεί στο ηλιακό ρωμαϊκό ημερολόγιο που είχε επικρατήσει στην Ευρώπη με την εγκαινίασή τον από τον Ιούλιο
Καίσαρα,
(δ) τα ίδια τα λειτουργικά ημερολόγια, στα οποία περιλαμβάνονταν ημερομηνίες εορτών σημαντικών αγίων, αλλά και σημαντικών αστρονομικών φαινομένων και
(ε) επιχειρηματολογίες για τον αριθμολογικό και Θεολογικό συμβολισμό τον ημερολογίου και των εορτών, που εστίαζαν περισσότερο στις ημέρες της δημιουργίας η οποία κατά παράδοση τοποθετήθηκε κατά την εαρινή ισημερία.

Υπάρχουν δύο περιπτώσεις όπου ο προσανατολισμός διαφοροποιήθηκε: α) στο ναό της Παναγίας Φιλερήμου στη Ρόδο, ο οποίος κτίσθηκε πάνω στον αρχαιότερο ναό της Αθηνάς που είχε κατεύθυνση Β-Ν και β) στην περιοχή Βίγλα της Τριπόλεως όπου πάνω στον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα και της Αθηνάς με προσανατολισμό Β-Ν, κτίσθηκε το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
Η ταύτιση του χριστού είναι κατεφανέστατη στο έργο Διάλογος προς Τρύψωνα 1.10-11, του Ιουστίνου Φιλοσόφου +2ος αιών και στο περί Λουτρού απόσπασμα ,8.40-41, του Μείτωνος Σάρδεων.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ
Η δημιουργία των ημερολογιων στον αρχαίο ελληνικο χώρο προηλθε μεσω της παρατηρησης επαναλαμβανομένων κινήσεων των ουρανίων σωμάτων, όπως περιγράφεται ιδιαίτερα στο έργο του Ησίοδου Εργα κατ Ημέρες, οπου η παρατηρηση των στάσεων και τροπών τον ηλίου, της ανατολής ή δύσης συγκεκριμένων αστερισμών και αστέρων, ρύθμιζε την κοινωνική ζωή, με προεκτάσεις κυρίως στην οικονομία, καθώς περιγράφονται οι κατάλληλες εποχές για τις αγροτικές καλλιέργειες, την αλιεία, τη ναυσιπλοία. Ανάλογες πληροφορίες παρέχονται και σε μεταγενέστερα κείμενα όπως τα Φαινόμενα και οι Διοσημείες του Αράτου σχετικά με την έναρξη και λήξη καθημερινών ή εποχιακών εργασιών αναλόγως πρός τη θέση λαμπρών αστέμων στον ουράνιο θόλο.
Τα ελληνικά ημερολόγια από τούς αρχαιότατους χρόνους ήταν σεληνιακά, όπως μαρτυρείται από πινακίδες του -13°αιώνος, αλλά και από τα έργα του Ομήρου του Ησιόδου κ.λπ., καθώς οι μεταβαλλόμενες φάσεις της σελήνης μπορούσαν ευκολότερα από τον ήλιο ή τα αστέρια να δώσουν ενότητες χρόνου.
Κυριότερη φάση ήταν η πλήρης συσκότιση της σελήνης, η αρχή της νέας σελήνης, η οποία πραγματοποιείται δώδεκα φορές μέσα στο έτος από άνοιξη σε άνοιξη, ή από καλοκαίρι σε καλοκαίρι κ.λπ. Κατ’αυτόν τον τρόπο το έτος «ενιαυτός» αποτελούνταν από 12 σεληνιακούς μήνες των 30 ημερών στην εποχή του Ησιόδου και εναλλάξ των 29 (κοίλος μήνας) και των 30 ημερών (πλήρης μήνας) στην εποχή του Σόλωνα, ενώ η νέα σελήνη, σήμαινε την έναρξη του σεληνιακού μήνα, νουμηνία. Αργότερα με την επισήμανση της κινήσεως του ήλιου στο ζωδιακό κύκλο, αντιλήφθηκαν ότι το σεληνιακό έτος των 254 ημερών ήταν μικρότερο κατά 11 περίπου ημέρες από το ηλιακό και προσπάθησαν να διορθώσουν το σφάλμα με την προσθήκη ημερών στους σεληνιακούς μηνες η μηνών στα σεληνιακά έτη. Ετσι προστέθηκαν, τρεις εμβόλιμοι μήνες σε σύνολο οκτώ σεληνιακών ετών, διάστημα που συναντώταν με το ηλιακό ημερολόγιο. Από τότε γίνονταν όλο και ακριβέστεροι υπολογισμοί για τη ρύθμιση κυρίως των Θρησκευτικών τελετών, έτσι ώστε να ορίζεται η σωστή ημερομηνία για τις εορτές, Θυσίες ή άλλες ιεροπραξίες. Η σημαντικότερη ρύθμιση του ελληνικού ημερολογίου, πριν την επικράτηση του Ιουλιανού στα μέσα του -1 αι., έγινε από τον μαθηματικό και αστρονόμο Μέτωνα, ο οποίος αντί τον κύκλου των οκτώ ετών με τους τρεις εμβόλιμους μήνες εισήγαγε τον 19ετή κύκλο με πρόσθεση του απαιτούμενου εμβόλιμου χρόνου.
H ημερολογιακή οκταετηρίδα καθόριζε τις ημερομηνίες των μεγάλων θρησκευτικών εορτών και των πανηγύρεων στα πανελλήνια ιερά, καθώς μερικές τελούνταν κάθε οκτώ χρόνια και άλλες σε υποδιαιρέσεις των τεσσάρων και δύο ετών. Αυτές που τελούνταν κάθε δύο έτη έτη ονομάζονταν τριετηρικές, καθώς συνέπιταν με την αρχή τον τρίτου έτούς, και αντιστοίχως οι άλλες ονομάζονταν πεντετηρικές και εννεατηρικές.
Όργανα μέτρησης Του χρόνου ήταν τα ηλιακά ρολόγια και οι κλεψύδρες, καθώς και o πολυσύνθετος μηχανισμός που βρέθηκε στα Αντικύθηρα και είχε κατασκευασθεί πιθανότατα στη Ρόδο περί -80, οποίος ήταν ένα σύν0ετο αστρονομικό όργανο που έδειχνε τις κινήσεις του ήλιου, της σελήνης και της γης.
Οι μήνες έπαιρναν την ονομασία τους από τις εορτές που ήταν αφιερωμένες στους θεούς και τις Θυσίες προς αυτούς.

Αφήστε μια απάντηση