ΠΕΡΙΡΡΑΙΝΕΙΝ – ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
bty

ΠΕΡΙΡΡΑΙΝΕΙΝ – ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ

Περιρραντήριον ή περιραντήριον ή απορραντήριον ή ραντήριον ή αγιστήριον

Η συνηθέστερη μορφή περιρραντηρίου στην Ελληνική Θρησκεία κατά τα Πάτρια, είναι αυτή της λεκάνης που στηρίζεται πάνω σε κιονωτό υπόστατο, όπως ακριβώς και στα Λουτήρια. Η βασική χρήση των περιρραντηρίων είναι η περίρρανσις, δηλαδή η ύγρανση των χεριών και του προσώπου με ύδωρ,  με σκοπό την θρησκευτική κάθαρση και την απομάκρυνση κάποιου μιάσματος. Η διαδικασία της περίρρανσης είναι καθαρά συμβολική και άμεσα συνδεδεμένη με την κάθαρση της ψυχής μας.
Τα περιρραντήρια είναι γνωστά από τις επιγραφές- καταλόγους ναών, αλλά και από τους αρχαίους συγγραφείς.
Η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Ηρόδοτο, ο οποίος γράφει για την ανάθεση δύο περιρραντηρίων στον Δελφικόν Απόλλωνα από των βασιλέα των Λυδών , Κροίσο, στα μέσα του -6ου αιώνος. Πάντως υπάρχουν αρχαιολογικές ενδείξεις που χρονολογούν τα παλαιότερα περιρραντήρια στον -7ο αιώνα και ακόμη πολύ πιο παλαιότερα. Γραπτές αναφορές για περιρραντήρια παρέχουν αρκετοί συγγραφείς, παράδειγμα ο Αισχίνης που αναφέρεται συχνά σε περιρραντήρια της εισόδου της Αθηναϊκής Αγοράς.
Μέσα στο περιρραντήριο τοποθετούμε πιο συχνά υφάλμυρο ύδωρ, διότι έτσι η περιεκτικότητα του καθαρτηρίου ύδατος σε αλάτι επιταχύνει την διαδικασία της κάθαρσης, γι’ αυτό και προτιμούμε συχνά το θαλάσσιο ύδωρ. Από μία επιτύμβια επιγραφή από τις Σάρδεις, είναι γνωστό μάλιστα και το επάγγελμα του «περιρράντου», ο οποίος είναι προφανώς επιφορτισμένος με το καθήκον της λατρευτικής περιρράνσεως.
Το ύδωρ του περιρραντηρίου χρησιμεύει επίσης και για τον καθαρμό αυτού που θέλει να εισέλθει σε καποιο ιερό ή άλλο λατρευτικό και δημόσιο χώρο που θεωρείται ιερό, για τον λόγο αυτό η συνηθέστερη θέση του είναι μπροστά από τους ναούς, τεμένη ή στην είσοδο της Αγοράς, του Βουλευτηρίου και του Πρυτανείου. Η πρακτική αυτή επιβιώνει και στην ρωμαϊκή περίοδο (ο Σκιπίων ο Αφρικανός έστησε δύο περιρραντήρια μπροστά από την Αψίδα που ανέγειρε στο Καπιτώλιο) έως και την πρώϊμη μεσαιωνική περίοδο σε Ανατολή και Δύση.
Τα περιρραντήρια όμως τοποθετούνταν και όπου αλλού η συμβολική αυτή νίψη ήταν απαραίτητη: μπροστά από ή μέσα σε ναούς, δίπλα στους βωμούς, σε νεκροταφεία κ.α. Μάλιστα στο τελετουργικό των θυσιών, ο βωμός πριν από κάθε θυσία έπρεπε να περιρρανθεί και να καθαρισθούν κατά τον ίδιο τρόπο τα χέρια του ανθρώπου που θα τελούσε την θυσία, η  οποία αποτελούσε τρόπον τινά και μεσο επικοινωνίας με τους θεούς. Με τις τελετουργικές δραστηριότητες που σχετίζονται ίσως με την αναχώρηση ενός πλοίου από το λιμάνι και τελούνταν πάνω στο πλοίο συνδέει τα περιρραντήρια που έχουν βρεθεί σε ναυάγια ο G.Kapitan, λαμβάνοντας υπ΄όψιν του σοβαρά το γεγονός ότι σε κανένα ελληνικό ναυάγιο της Μεσογείου δεν βρέθηκαν περισσότερα του ενός περιρραντήρια.
Μαρμάρινα περιρραντήρια χρησιμοποιήθκαν με τά το διάταγμα του Δημητρίου του Φαληρέως και ως επιτύνβια μνημεία. Ενώ στην Κάτω Ιταλία και Σικελία, τα περιρραντήρια, κυρίως τα πήλινα, συνδέονται με την λατρεία των νεκρών και είχαν χρήση, που αφορούσε στο ταφικό τελετουργικό. Έτσι, σε Κατωϊταλιωτικά αγγεία, συνήθως, πλάϊ σε επιτύμβιους ναϊσκου. Τα πήλινα περιρραντήρια, μικρότερα γενικά από τα μαρμαρινα φέρουν μερικές φορές ίχνη καύσης στο εσωτερικό τους, γι αυτό έχειδιατυπωθεί η άποψη ότι πρέπει να είχαν χρησιμοποιηθεί και ως πύραυνα ή θυμιατήρια. Ωστόσο παρόμοια χρήση σε λίθινα αντίστοιχα σκεύη δεν είναι γνωστή από την βιβλιογραφία. 
H εμφάνιση του τύπου του μαρμάρινου περιρραντηρίου πάνω σε μονόποδο κιονωτό υπόστατο συνδέεται άρρηκτα με την χρονική περίοδο εμφάνισης του λουτήρος. O P. Perdrizet  ανάγει την εμφάνισή του συγκεκριμένου περιρραντηρίου στα αρχαϊκά χρόνια, σωδέοντάς τον με τον αντίστοιχο τύπο λουτήρος. Πραγματικά, τα μαρμάρινα περιρραντάρια πάνω σε υπόστατο εμφανίζονται μάλλον στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους αντίθετα με τα πήλινα που είναι γνωστά από τα μέσα του -7ου αι. Μάλιστα αυτά φέρουν συχνά περίτεχνη διακόσμηση από ανάγλυφες παραστάσεις, οι οποίες τα φέρνουν κοντά σε παραδείγματα της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας. Τα πήλινα περιρραντήρια του -7ου και του πρώιμου -6ου αι. είναι σαφώς μικρότερα από τα λίθινα, στοιχείο που υποδολώνει ότι αυτά είχαν μάλλον διαφορετική χρήση.
H πρωιμότερη μορφή περιρραντηρίων είναι αυτή μίας μεγάλης λεκάνης, που αντί να στηρίζεται σε κιονωτό υπόστατο, φέρεται από κόρες , οι οποίες είτε στέκονται πάνω σε άγρια ζώα (π.χ. λιοντάρια), είτε πλαισιώνσνται από αυτά. Αυτός ο τύπος περιρραντηρίου αποτέλεσε ως τώρα συχνό αντικείμενο μελέτης και δημοσιεύσεων, ίσως λόγω του συνδυασμού της υψηλής πλαστικής με την θρησκευτική πράξη.

Οι γυναικείες ιστάμενες μορφές εκτός από θεές μπορούν να απεικονίζουν ακόμα και ιέρειες. Συχνά παριστάνεται η γυναικεία θεότητα να βαστάζει την ουρά του παρακείμενου σε αυτήν ζώου ή να κραδαίνει μαστίγιο. Τα λιοντάρια που την πλαισιώνουν είναι φρουροί άγρυπνοι μπροστά από την είσοδο των ιερών, όπου συχνά βρίσκονταν αυτά τα περιρραντήρια . Ενίοτε η μορφή είναι φτερωτή και πιθανότατα ταυτίζεται με την Πότνια Θηρών, που αποτελεί πρώιμη απεικόνιση της Αρτέμιδος.
H Άρτεμις συνδέθηκε από πολύ νωρίς με τις ιδιότητες του νερού που εμπεριέχεται μέσα στα περιρραντήρια και συγκεκριμένα με την αθανασία και τη ζωή που μεταδίδει το νερό των περιρραντηρίων. ‘Ετσι, κατ’ επέκταση, η θεά απέκτησε και θεραπευτική δύναμη μέσα στους αρχαϊκούς χρόνους, την οποία θα παραχωρήσει στον Ασκληπιό μέσα στον -4ο αι.
Ειδικά στην Πελοπόννησο και κυρίως στην Αρκαδία, μία περιοχή με πρωτοελληνικές καταβολές, η Άρτεμις συνδέθηκε με τις θερμές ιαματικές πηγές . Πάντως στην περίοδο που εμφανίζονται τα μεγάλα μαρμάρινα περιρραντήρια, τα οποία βαστάζουν κόρες, ο ρόλος της Αρτέμιδος είναι συνυφασμένος με αυτόν της Μεγάλης Θεάς, ο οποίος πολλές φορέςαποδίδεται και στην Κυβέλη, επίσης θεότητα των θερμών πηγών . Αξιοσημείωτη είναι άλλωστε και η επίδρασή της στην απεικόνιση της Αρτέμιδος στα αρχαϊκά περιρραντήρια. Ωστόσο ο ίδιος ρόλος της Μητέρας Θεάς αποδίδεται στην ‘Ηρα , ενώ η ίδια η Άρτεμις ταυτίζεται συχνά με την Εκάτη, ώστε ο τύπος των αρχαϊκών περιρραντηρίων να θεωρείται  και ως μία πρώιμη μορφή Εκαταίου.
Εν τούτοις, ο τύπος του αρχαϊκού περιρραντηρίου θα επιβιώσει με αρκετές παραλλαγές έως τους κλασικούς χρόνους και την πρώιμη ελληνιστική περίοδο, ενώ παραδείγματα δεν λείπουν και από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα περιρραντήρια αυτά αναπαράγουν βασικά αρχαϊκά στοιχεία, όπως ο γενικός τύπος των γυναικείων μορφών που υποβαστάζουν το περιρραντήριο, αλλά και λεπτομέρειες, όπως τα ενδύματα των μορφών, η στάση τους, ο τρόπος που φορούν το ένδυμά τους κλπ.  Τα περιρραντήρια αυτά είναι αρχαϊστικά και τα σημαντικότερα βρέθηκαν στο Ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα (ένα των κλασικών-πρώιμων ελληνιστικών χρόνων και ένα Ρωμαϊκό ), στο Ασκληπιείο στη Ν. Κλιτύ τnς Αθηναϊκής Ακρόπολης, στο Λαύριο, κ.λπ.  Ο τόπος της πρώτης εμφάνισης των περιρραντηρίων κατά τον -7ο αι., έχει προβληματίσει αρκετά τους ερευνητές. ‘Εχουν προταθεί είτε περιοχές με έντονες επιδράσεις ανατολής, όπως η Σάμος  η Ρόδος, η Κόρινθος, είτε η Λακωνία, όπου η Άρτεμις, θεότητα που συνδέεται με τις ιδιότητες του νερού των περιρραντηρίων, λατρευόταν από πολύ νωρίς . Εξάλλου, μεγάλος αριθμός περιρραντηρίων προέρχεται από την Πελοπόννησο, και ειδικά την Αρκαδία. Ενδιαφέρουσα είναι, τέλος, η παρατήρηση του G. Hiesel ότι η τεχνοτροπία των αρχαϊκών περιρραντηρίων έχει δωρική προέλευση.
Μάλλον και για το ζήτημα της καταγωγής των περιρραντηρίων θα πρέπει να υπερισχύσει η άποφη σχετικά με την καταγωγή της αρχαϊκής γλυπτικής, που κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν η δαιδαλική πλαστική, η οποία αναπόφευκτα επηρέασε τα πρωιμότερα αρχαϊκά περιρραντήρια, δεν γεννήθηκε σε κάποια ιδιαίτερη γεωγραφική περιφέρεια της Ελλάδος, διότι αρχαϊκά περιρραντήρια βρέθηκαν σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου και μάλιστα σε γενικές γραμμές ομοιάζουν, επομένως οι τόποι παραγωγής τους (Σάμος, Ρόδος, Σπάρτη, Πτώο Βοιωτίας κλπ.) θα πρέπει να αποτελούν διαφορετικά ανεξάρτητα κέντρα-εργαστήρια, τα οποία βρίσκονταν σε επικοινωνία μεταξύ τους. Την άποψη πρώτος στήριξε ο F. W. Hamdorf, ενώ την αποδέχθηκε και η Γ. Κοκκορού-Αλευρά, n οποία έλαβε υπ’ όψιν της και το είδος του λίθου κατασκευής τους. Πάντως ο συγκεκριμένος τύπος περιρραντηρίου, ακόμα κι όταν αυτό μετεξελίχθηκε σε απλή λεκάνη που στηριζόταν σε κιονωτό υπόστατο, πρέπει αναμφίβολα να διαδόθηκε από την Ανατολική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.
 Τα λίθινα περιρραντήρια, και ειδικότερα τα μαρμάρινα, αποτελούν συχνά ευρήματα σε ανασκαφές. Αυτά από τη Σάμο, την Αίγινα  και την αθηναϊκή Ακρόπολη  έχουν συστηματικά μελετηθεί και δημοσιευθεί. Ωστόσο, σημαντικά λίθινα περιρραντήρια αρχαϊκών και κλασικών χρόνων έχουν βρεθεί στnν αθηναϊκή Αγορά , στη Σπάρτη, στη Χίο, στο Ηραίο της Περαχώρας, στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου – , καθώς και στη Μ. Ελλάδα (λοκρούς Επιζεφύριους, Σελινούντα κ.λπ.).
Μία ιδιαίτερη κατηγορία ελληνιστικών περιρραντηρίων που φαίνεται να είναι και μοναδική περίπτωση, αποτελούν τα επιτοίχια κυκλικά περιρραντήρια χωρίς βάση. Αυτά ήταν απλές λεκάνες, από το χείλος των οποίων φύονταν ένας τένοντας, που στερεωνόταν στον τοίχο οικοδομήματος. Τα περιρραντήρια αυτά είναι γνωστά μόνο στη Δήλο και βρέθηκαν σε ιερά Αιγυπτιακών θεοτήτων (Σαραπείον Α και κοντά στο Σαραπείον Β), όπου οι χοές και οι σπονδές έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο λατρευτικό τελετουργικό. ‘Ενα τέτοιο αγγείο βρέθηκε και στο Ηραίο της Δήλου (Β 4667), όπου θα είχε παρόμοια χρήση, ενώ ένα άλλο (Β 3767-11345) είχε οικιακή ή εργαστηριακή χρήση.

Αφήστε μια απάντηση